Οι Βλάχοι είναι λατινόφωνο φύλο που εξαπλώθηκε στη Βαλκανική πιθανότατα κατά τη Μέση Βυζαντινή Περίοδο και τους λεγόμενους “Σκοτεινούς Χρόνους”. Η ύπαρξή τους στην ελληνική χερσόνησο πιθανολογείται με βάση αρχαιολογικά κατάλοιπα από τον 10ο αιώνα, ενώ μαρτυρείται με βεβαιότητα από τον 12ο αιώνα. Πηγές, όπως ο Γεώργιος Παχυμέρης, αναφέρονται στη Θεσσαλία ως τη “Μεγάλη Βλαχία”. Άνθρωποι κατα βάση κτηνοτρόφοι, οι Βλάχοι ζούσαν μαζί με τα κοπάδια τους από αιγοπρόβατα και ακολουθούσαν το μοντέλο της νομαδικής κτηνοτροφίας (transhumance), μεταβαίνοντας στα ορεινά της Πίνδου το καλοκαίρι και επιστρέφοντας στην πεδιάδα το χειμώνα.
Βλαχικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο κατά τη Βυζαντινή και Οθωμανική περίοδο. Στην Κορινθία, όμως, απογράφονται ως ξεχωριστή κατηγορία, πρώτη φορά τον 16ο αιώνα, ενώ δεν γίνεται καμία μνεία στα προγενέστερα βενετικά αρχεία, αν και από τα δεδομένα των οθωμανικών πηγών διαφαίνεται ότι οι οικισμοί των Βλάχων δεν ήταν πρόσφατοι. Συγκεκριμένα, πέντε οικισμοί εμφανίζονται ως “Eflakan”, δηλαδή βλάχικοι: το Μανθο Σαραντάπηχο, το Γιανι Μπιρλί, η Λυκοδήμα, η Ταρσός και η Καρυά. Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα ωστόσο παρατηρείται μια μεταβολή στους βλαχικούς συνοικισμούς, με την εγκατάσταση εκεί και Αλβανών, όπως προκύπτει από τα οικογενειακά ονόματα που εμφανίζονται (Κόρκας, Κίρκας, Μαζαράκης, Κούτσης). Από τα παλιότερα βλαχικά ονόματα μερικά μόνο επιβιώνουν μεταξύ της απογραφής της περιόδου του Σελίμα Α’ (1512) και του Σελίμ Β’ (1583). Αυτά είναι ο Σέρβος, ο Μαυρίκας (ή Μαυρίκης), ο Μπασάς και ο Σέρβος. Τον 17ο αιώνα, και συγκεκριμένα στις απογραφές του 1642 και του 1646 εμφανίζονται τέσσερα βλάχικα χωριά, τα δύο, η Καρυά και η Ταρσός, από την προηγούμενη περίοδο και άλλα δύο, η Γκιώνα και το “Κιμενόζ”.
Κατά τη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας αναφέρεται μόνον η Ταρσός με την επωνυμία “βλάχικη”, τονίζοντας την εθνική σύνθεση των κατοίκων. Όταν η Πελοπόννησος επανέρχεται σε οθωμανικά χέρια, μετά τη συνθήκη του Κάρλοβιτς, μέσα σε τρία χρόνια, δηλαδή μεταξύ 1716 και 1719, οι βλάχικοι οικισμοί μειώνοντα από δύο (Ταρσός και Καρυά) σε έναν (μόνον η Ταρσός).
Με βάση τις οθωμανικές πηγές πάντα, οι Βλάχοι ασχολούνταν, εκτός από την κτηνοτροφία, με την καλλιέργεια δημητριακών (σιτάρι, κριθάρι) καθώς και λαχανικών. Επίσης εξέτρεφαν οικόσιτα γουρούνια. Στην πρώιμη οθωμανική περίοδο, στις αρχές του 16ου αιώνα, ορισμένοι Βλάχοι είχαν ειδικά προνόμια σε αντάλλαγμα για υπηρεσίες που πρόσφεραν. Για παράδειγμα μια ομάδα συντηρούσε οικοδομικά το φρούριο της Ταρσού και είχαν για το λόγο αυτό φοροαπαλλαγές. Όμως όταν το φρούριο έπεσε σε αχρηστία, τα προνόμια αυτά εξαλείφθηκαν. Αντίστοιχες οικοδομικές εργασίες προσέφεραν δωρεάν και ορισμένοι Βλάχοι που είχαν εγκατασταθεί στον Ακροκόρινθο. Στο κατάστιχο της εποχής του Σελίμ Β’ (1566-1574) αναφέρεται κάποιος Δήμος Γεροβλάχος από τα Τρίκαλα, που παρείχε ετησίως 28 οκάδες πυρίτιδα στο κράτος, ένας Κώστας Καλαμαράς από την Καρυά που παρείχε 10 οκάδες κι ένας Γιώργης Μητρώνας από την Ταρσό που παρείχε 8 οκάδες. Όλοι τους ήταν απαλλαγμένοι από τον φόρο ispence και από διάφορους έκτακτους φόρους.
Συμπερασματικά, οι Βλάχοι ήταν μια διακριτή ομάδα στην Κορινθία την πρώιμη οθωμανική περίοδο και εξακολούθησαν να υπάρχουν, είτε σε αμιγείς οικισμούς ή και διάσπαρτοι σε άλλες περιοχές, ιδιαίτερα σε φρούρια, όπως ο Ακροκόρινθος και η Ταρσός, όπου και προσέφεραν υπηρεσίες οικοδομικού χαρακτήρα. Όμως από τα μέσα του 16ου αιώνα εμφανίζονται όλο και περισσότερο σε συνάφεια με αλβανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι εγκαθίστανται μέσα ή και γύρω από παλιότερα βλάχικα χωριά. Πιθανόν σταδιακά οι δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες να αναμίχθηκαν δημογραφικά.
Σ.Μ.Τ. Σχαριάτ-Παναχί, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

