Η μάχη της Ακράτας και των Μαύρων Λιθαριών
Η Ζάχολη και οι κάτοικοί της υπήρξαν οι πρώτοι που άναψαν την σπίθα της Επανάστασης στην Κορινθία. Στις 14.3.1821 με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» κήρυξαν την Μεγάλη Εξέγερση κατά του Οθωμανού δυνάστη τελώντας πανηγυρική δοξολογία στον ιστορικό Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Ζάχολης. Η δράση των Ζαχολιτών σε όλη τη διάρκεια του Ιερού Αγώνα κατά των Οθωμανών Τούρκων υπήρξε σπουδαία. Πάνω από 300 Αγωνιστές Αριστειούχοι από τα χωριά της περιφέρειας Ξυλοκάστρου – Ευρωστίνης έχουν καταγραφεί ότι έλαβαν ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους προς την Πατρίδα μετάλλιο – αριστείο. Ο αριθμός των Αγωνιστών βεβαίως είναι πολύ μεγαλύτερος, εάν συνυπολογισθούν οι νεκροί από τις διάφορες συγκρούσεις και μάχες που έγιναν. Από την περιοχή του Ξυλοκάστρου και της Ευρωστίνης (Ζάχολης) αναδείχθηκαν κατά την Επανάσταση του 1821 δύο σημαντικές στρατιωτικές φυσιογνωμίες, οι οπλαρχηγοί Παναγιωτάκης Γεραρής και Ζαχολίτης ή Ζίνης Χρήστος.
Στην ενότητα αυτή θα παρουσιαστούν συνοπτικά οι πληροφορίες και τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί για την περίφημη μάχη στην Ακράτα – Μαύρα Λιθάρια, η οποία υπήρξε η σπουδαιότερη των μαχών που σημειώθηκαν στην περιφέρεια της Ζάχολης με τη σύμπραξη Ζαχολιτών και Καλαβρυτινών οπλαρχηγών.
Ιστορικό της Μάχης
Μετά τη συντριπτική ήττα της μεγάλης στρατιάς του Δράμαλη πασά στα Δερβενάκια (1822), τα υπολείμματα αυτής υποχώρησαν προς την Ακροκόρινθο όπου βρήκαν εκεί καταφύγιο. Αναφέρεται ότι διασώθηκαν 7.000 στρατιώτες. Τη διοίκηση της στρατιάς του Δράμαλη μετά τον θάνατό του είχε αναλάβει αρχικά ο υπαρχηγός του, ο Μαχμούτ Πασάς Ζίχναλης. Μετά τη πτώση του Ναυπλίου στους Έλληνες, ο Ζίχναλης πεθαίνει και τον διαδέχεται στην αρχηγία ο Δελήμπασης του Δράμαλη στρατηγός Ντελή Αχμέτ με υπαρχηγούς τους Ερήπ Αχμέτ και Χασάν πασά Κασάμπαση. Τα πράγματα όμως δυσκόλεψαν για τους Τούρκους στην Ακροκόρινθο, όταν το λιμάνι του Λεχαίου από το οποίο εξασφαλιζόταν η τροφοδοσία σε τροφές και πολεμοφόδια, αποκλείστηκε από καράβια που έστειλαν οι Υδραίοι. Η κατάσταση των αποκλεισμένων Τούρκων έγινε γρήγορα απελπιστική, αφού άρχισαν να υποφέρουν από τις μεγάλες ελλείψεις σε τροφές. Αποφασίστηκε τότε η έξοδός τους από το κάστρο της Ακροκορίνθου.
Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 1823 ο Ντελή Αχμέτ εξήλθε της Ακροκορίνθου επικεφαλής «των εναπολειφθέντων Τούρκων επέκεινα των επτά χιλιάδων» και κατευθύνθηκε προς τα Ζαχολίτικα (Δερβένι), προχωρώντας κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου με σκοπό να φθάσει στη πόλη των Πατρών. Τον αριθμό «7.000» μας δίνει στα Απομνημονεύματά του ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Ο ιστορικός Α. Βακαλόπουλος όμως τον θεωρεί υπερβολή. Πιθανόν το στράτευμα των Τούρκων να ανέρχονταν σε 3.500 άνδρες. Στην Ακροκόρινθο τοποθετήθηκε τότε φρουρά από 415 Τουρκαλβανούς υπό την αρχηγία του Αβδουλάχ Μπέη.
Όταν έφθασε το τουρκικό στράτευμα στην περιοχή της Ακράτας και συγκεκριμένα στα καλύβια της Ακράτας, είχαν ήδη συγκεντρωθεί εκεί οι Έλληνες επαναστάτες χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις και ετοιμάζονταν για ένοπλη σύγκρουση για να λύσουν τις διαφορές που είχαν προκύψει μεταξύ τους. Από τη μία πλευρά στέκονταν οι οπλαρχηγοί των Καλαβρύτων με επικεφαλή τον Σωτηράκη Χαραλάμπη και από την άλλη οι Πετμεζαίοι. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή επενέβησαν οι Ασημάκης Ζαΐμης, Σωτηράκης Θεοχαρόπουλος, Νικόλαος Σολιώτης, Γιωργάκης Χελιώτης ή Λύκος και ο οπλαρχηγός της Ζάχολης Παναγιωτάκης Γεραρής. Με την παρέμβαση αυτή ο κίνδυνος μιας εμφύλιας σύγκρουσης αποσοβήθηκε και εμπρός στον κοινό κίνδυνο τα πνεύματα ηρέμησαν. Οι αντιμαχόμενοι Έλληνες συμφιλιώθηκαν χάρη στη πρωτοβουλία του κοτσάμπαση Ασημάκη Ζαΐμη από την Κερπινή να στείλει επιστολή προς τους Πετμεζαίους. Η επιστολή έγραφε: «Συμπατριώται! Οι εκ Κορίνθου εχθροί διαβαίνουν δια τας Πάτρας και ήδη διανυκτερεύουν εις τα Ζαχολίτικα. Ημείς ταύτην την στιγμήν κινούμεθα κατ’ αυτών παραδίδοντες εις την παντοτεινήν λήθην τα μεταξύ μας. Φρονούμεν ότι και υμείς έχετε τα αυτά αισθήματα με ημάς υπέρ της Πατρίδος. Σας περιμένομεν λοιπόν εις την Ακράταν προτού εξημερώση, δια να πολεμήσωμεν τους κοινούς εχθρούς της Πατρίδος. Και αφού καταστρέψωμεν αυτούς, εάν έχετε όρεξιν, ξεμπερδεύομεν έπειτα και τα μεταξύ μας».
Τη γενική αρχηγία ανέλαβε ο Νικόλαος Πετιμεζάς. Οι Έλληνες άρχισαν να οργανώνονται χωρίζοντας τις θέσεις ευθύνης και φύλαξης του καθενός. Κατασκεύασαν γρήγορα πρόχειρα οχυρά ταμπούρια και ανέμεναν τους Τούρκους. Στην φυσική οχυρή θέση Μαύρα Λιθάρια είχαν ταμπουρωθεί οι Πετμεζαίοι (Νικόλαος – Βασίλης – Κωνσταντής – Γκολφίνος), ο Γεώργιος Λύκος Χελιώτης και ο Παναγιωτάκης Γεραρής, οι οποίοι κατέβηκαν από την Ιερά Μονή του Προφήτη Ηλία στη Ζάχολη.
Στις 5.1.1823 οι Τούρκοι είχαν διαβεί τον ποταμό Κράθη και έφθασαν στην περιοχή της Ακράτας ανυποψίαστοι. Αμέσως δέχθηκαν επίθεση από τους άνδρες του Νικόλαου Σολιώτη στο Κρυονέρι και η πορεία τους προς τη Βοστίτσα (Αίγιο) ανακόπηκε. Ο Ντελή Αχμέτ έσπευσε προς ενίσχυσή τους, αλλά αναγκάστηκε στη συνέχεια να υποχωρήσει και να στρατοπεδεύσει στο Χάνι της Ακράτας. Οι Έλληνες ενισχύθηκαν από 50 μοναχούς του Μεγάλου Σπηλαίου που έφεραν τροφές και πολεμοφόδια. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν πάλι και οι Έλληνες τους απέκρουσαν. Από το Χάνι της Ακράτας οι Τούρκοι έφυγαν και κατευθύνθηκαν προς την παραλία προς τη στενωπό των Μαύρων Λιθαριών. Εκεί δέχθηκαν νέα επίθεση από τους Έλληνες με επικεφαλής το Νικ. Πετμεζά, Γεώργιο Λύκο Χελιώτη και Παναγιωτάκη Γεραρή. Ακολούθησε πεισματώδης και σφοδρή μάχη, κατά την οποία οι Τούρκοι ηττήθηκαν κατά κράτος και όσοι διασώθηκαν, διασκορπίσθηκαν.
Στη μάχη των Μαύρων Λιθαριών οι Ευρωστίνιοι (Ζαχολίτες) Αγωνιστές υπό τις οδηγίες του Παναγιωτάκη Γεραρή επέδειξαν σθένος, απαράμιλλο ηρωϊσμό και αυτοθυσία. Διακρίθηκαν οι Χρήστος Κορδούλης, Παναγιώτης Κουτρούλης, Δημήτριος Μανωλόπουλος, Μήτρος Χίνος, Παναγιώτης Χίνος του Μήτρου, Α. Γεωργαλάς, Παναγιώτης Αναστασόπουλος, Αγγελής Παπαγγελόπουλος, Γιωργάκης Μανωλόπουλος, Μεταξάς, Βασίλης Κολοβός, Π. Λιλλής. Τραυματίσθηκαν 27 Ζαχολίτες μεταξύ αυτών οι Παναγιωτάκης Γεραρής, Σωτήρης Κατούφας και έπεσαν ηρωϊκώς μαχόμενοι 9 Ζαχολίτες. Τα ονόματα των νεκρών που γνωρίζουμε είναι Γεώργιος Πασιόπουλος ή Γκέκος. Κ. Μαραγκός (Αναστασόπουλος), Βασίλης Πανταζόπουλος, Γιαννάκος Ευσταθιάδης. Κωνσταντίνος Τσοκανάς και Αναγνώστης Βαλμάς. Όλοι αυτοί ενταφιάστηκαν στον Άγιο Γεώργιο Ζάχολης και στους τάφους των ανωνύμων φυτεύτηκαν επτά κυπαρίσσια.
Οι Τούρκοι προσπάθησαν να κάνουν μια τρίτη έξοδο με σκοπό να ανοίξουν τον δρόμο προς την Πάτρα. Και πάλι όμως οπισθοχώρησαν, αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Στις 8.1.1823 ο κλοιός για τους Τούρκους έγινε στενότερος, όταν επέστρεφαν από το Μεσολόγγι οι Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος και Οδυσσέας Ανδρούτσος με τους άνδρες τους με προορισμό το Άστρος. Σταμάτησαν και έπιασαν τα νώτα του εχθρού. Η κατάσταση των Τούρκων έγινε δραματική. Γράφει σχετικώς ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης: «Οι δε τρισάθλιοι Τούρκοι μήτε να πολεμήσουν πλέον ετόλμων, μήτε υπόσπονδοι να παραδοθώσιν ασφαλείς ενόμιζαν, επέμειναν δε λιμοκτονούντες και σφάζοντες τους ίππους εις τροφήν αλλά και αι σάρκες των ίππων κατήντησαν μετ’ ολίγον και αύται άχρηστοι δι’ έλλειψιν ξύλων εις έψησιν. Τόσον δε επείνων, ώστε οι εφιστάμενοι Έλληνες έβλεπαν τους μεν πίπτοντας κατά γης εν ω περιεπάτουν, τους δε ανοίγοντας τα κρανία των και να ροφώνται τον μυελόν». Οι Έλληνες εξόντωσαν τότε ολοκληρωτικά τα απομεινάρια – υπολείμματα της στρατιάς του Δράμαλη. Διασώθηκαν μόνο 600 Τούρκοι με την παρέμβαση του Γιουσούφ πασά της Πάτρας που τους μετέφερε στην Πάτρα με 15 πλοία.
Η μάχη στα Μαύρα Λιθάρια αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της άλλοτε πανίσχυρης στρατιάς του Δράμαλη που προοριζόταν να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Το δημοτικό τραγούδι υμνεί τους Έλληνες στη μάχη: «Του Δράμαλη τ’ απομεινάρια λυώσαν στα Μαύρα τα Λιθάρια». Στη μάχη σημειώθηκε και ένα αξιοσημείωτο συμβάν. Κατά την υποχώρηση των Τούρκων, ένας από τους στρατιώτες του Παναγιωτάκη Γεραρή, ο Μεταξάς από τη Ζάχολη, κυνηγούσε πεζός έναν Τούρκο ιππέα έχοντας ως όπλο ένα κλαδευτήρι. Τον πρόφθασε, τον σκότωσε με το κλαδευτήρι, πήρε τα όπλα και το άλογό του, και εξακολούθησε τη μάχη. Ο ηρωισμός αυτός του Μεταξά χαιρετίσθηκε με ομοβροντίες όπλων από το υπόλοιπο σώμα του Γεραρή.
