Η Παιδεία στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και των άλλων περιοχών της Ελλάδας από τους Τούρκους, ο πληθυσμός μειώθηκε δραματικά και οι υλικές καταστροφές ήταν τεράστιες. Η φυγή λογίων προς τη Δύση, που είχε ήδη ξεκινήσει από την πρώτη Άλωση, το 1204, αυξήθηκε σημαντικά. Ο μαρασμός των πνευματικών κέντρων, όπως ο Μυστράς, η Τραπεζούντα και η Κωνσταντινούπολη, η κακή οικονομική κατάσταση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, αλλά και η διοικητική εξάρτηση από τους κατακτητές, δεν ευνοούσαν τη δημιουργία κατάλληλου πνευματικού κλίματος για την ανάπτυξη της παιδείας.
Ωστόσο, ο Μωάμεθ Β’, ο Πορθητής, ο νέος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας, αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, προσπάθησε να οργανώσει διοικητικά και οικονομικά τις χώρες που είχε κατακτήσει και ξανασύστησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Γεννάδιος Σχολάριος εξελέγη το 1454 Οικουμενικός Πατριάρχης και κατάφερε να αποσπάσει από τον Σουλτάνο και προνόμια υπέρ του ποιμνίου του, τα λεγόμενα «βεράτια». Στα προνόμια αυτά συγκαταλεγόταν πιθανόν και η εκπαίδευση. Σε όλη την περίοδο από τον 15ο ως το τέλος του 16ου αιώνα, πάντως, η Εκκλησία θα είναι η κατευθυντήρια δύναμη του Έθνους.[1]
Από το 1480 έως το 1530 δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη σχολείων στις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Παρ’ όλ’ αυτά, στις πρώτες δεκαετίες μετά την Άλωση, υπήρχαν ορισμένοι Βυζαντινοί λόγιοι που διατηρούσαν μικρές πνευματικές εστίες στην Κωνσταντινούπολη και είχαν κάποια διδακτική δράση. Ανάμεσά τους ήταν ο Γεώργιος Αμιρούτζης, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο ιστορικός της Αλώσεως Κριτόβουλος και άλλοι.
[1] Ν. Σβορώνος, 2007, σελ. 49.
Το εκπαιδευτικό κενό που υπάρχει την περίοδο αυτή καλύπτεται με τη δημιουργία του μύθου του «Κρυφού Σχολειού», που όλοι γνωρίζουμε. Σύμφωνα με αυτόν, τα παιδιά μάθαιναν τα πρώτα γράμματα από κάποιο μοναχό ή κληρικό, στα κρυφά. Ωστόσο, οι Τούρκοι δεν φαίνεται να προέβαλαν εμπόδια στην Εκκλησία να ασκεί τα ποιμαντορικά της καθήκοντα, μέσα στα οποία ήταν και η λειτουργία των σχολείων. Δεν έχουμε ούτε μία περίπτωση άρνησης των τουρκικών αρχών να δώσουν άδεια λειτουργίας σε σχολείο, ή βίαιου κλεισίματος σχολείου.
Για το θέμα του «Κρυφού Σχολειού», έχει υποστηριχθεί ότι η εκπαίδευση ήταν προνόμιο και όχι δικαίωμα, και είναι πιθανό σε ορισμένες περιοχές οι τοπικοί Τούρκοι διοικητές να αφαιρούσαν αυτό το προνόμιο προσωρινά ή μόνιμα, αναγκάζοντας τα παιδιά να βλέπουν τον δάσκαλό τους κρυφά.[1]
[1] Δ. Σταθακόπουλος, 2023, σελ. 41-42.
ΑΠΑΡΧΕΣ
Από το 1540 και μετά αρχίζει δειλά δειλά να εμφανίζεται μια κάποια τυπική εκπαιδευτική κίνηση. Πρωτεργάτες στην κίνηση αυτή είναι τρεις αξιόλογοι δάσκαλοι, λόγιοι και συγγραφείς. Πρώτος ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο οποίος δίδαξε στην Μυτιλήνη, γύρω στα 1545, σε κάποιο τοπικό σχολείο. Δεύτερος, ο Ερμόδωρος Λήσταρχος, ο οποίος είχε σπουδαία εκπαιδευτική δράση τόσο στην Κωνσταντινούπολη, όσο και στην Χίο. Τέλος, ο Θεοφάνης Ελεαβούλκος, που ήταν μοναχός και δάσκαλος, και γύρω στο 1540 είχε συγκεντρώσει γύρω του έναν κύκλο επίλεκτων μαθητών που διακρίθηκαν αργότερα ως δάσκαλοι και ιεράρχες, και ο οποίος δραστηριοποιούνταν και αυτός στη Χίο και την Κωνσταντινούπολη
