Α΄ Αρρεβώνας (αρραβώνας)
Πριν από τον αρραβώνα λέγονται τα «λόγια», δηλαδή γίνονται οι συζητήσεις ανάμεσα στους συμπεθέρους με τη μεσολάβηση του συμπεθεροκόπου ή του προξενητή, που μπορεί να είναι και γυναίκα, «συμπεθεροκόπισσα», και στις οποίες συμμετέχει συνήθως και ιερέας. Πρώτα συντάσσεται μετά από πολύωρη συζήτηση η «νότα», δηλαδή ένα πρώτο σύμφωνα με τα προικώα που θα δώσει η οικογένεια της νύφης κι όταν αυτά εγκριθούν από την οικογένεια του γαμπρού και υπάρξει συμφωνία, συντάσσεται το «προικοσύμφωνο». Η συμφωνία συνοδεύεται από χειραψία, δόσιμο των χεριών ανάμεσα στους πατεράδες, που πλέον ονομάζονται συμπέθεροι. Τότε πίνουν όλοι κρασί από την τσίτσα κι εύχονται «στεριωμένο το συμπεθεριό» ή «άιντε χαΐρι». Συνήθως, όταν κλείνει η συμφωνία, ο άντρας του σπιτιού κατεβάζει το ντουφέκι, τον καρυοφυλά και ρίχνει μια – δυο τουφεκιές για να ακουστεί στο χωριό το χαρμόσυνο γεγονός, να μάθουν όλοι τα «τελειώματα».
Μετά από αυτό ακολουθούσαν οι αρραβώνες. Για το σκοπό αυτό καλούσαν τον ιερέα στο σπίτι του γαμπρού, ο οποίος, μαζί με τον πατέρα του γαμπρού ή τον αδελφό, αν αυτός είχε πεθάνει, έκαναν τους αρραβώνες.
Οι αρραβώνες γίνονταν Σάββατο βράδυ. Έδιναν σε ένα αγόρι που είχε και τους δυο γονείς του, να μεταφέρει ένα καλάθι, με το δαχτυλίδι, φέσι, γεμενί (κεφαλομάντηλο, μεταξωτό και κεντημένο), παπούτσια, κάλυμμα της κεφαλής (σκέπη), γλυκίσματα, στραγάλια και σταφίδες και μπουκάλι γεμάτο με οινόπνευμα στο σπίτι της νύφης. Όταν έφταναν εκεί, χαιρετούσαν και εύχονταν «Να ζήσουν τα παιδιά μας και στων αποδέλοιπων τις χαρές».
Μετά από λίγο, παρουσιαζόταν η νύφη, η οποία φιλούσε το χέρι του ιερέα και του πεθερού ή του ανδραδελφού και καθόταν ταπεινή και με χαμηλωμένο το βλέμμα, σιωπηλή. Αφού ανταλλάσσονταν οι τυπικοί χαιρετισμοί, φιλούσε ο πεθερός τη νύφη στο μέτωπο, της έβαζε το δαχτυλίδι στο δεξί χέρι και της έδινε χρυσό νόμισμα.
Οι γονείς της νύφης έστελναν με το ίδιο παιδί, στο ίδιο καλάθι τα δώρα στον γαμπρό, στο σπίτι του, δηλαδή μαντίλι, πουκάμισο, βρακί και φουστανέλα και πάνω στο μαντίλι και το δακτυλίδι που φοράει ο γαμπρός.
Οι αρραβωνιασμένοι δεν συναντιούνταν μέχρι το γάμο. Οι αρραβώνες σπάνια ακυρώνονταν ή παραβιάζονταν και μόνο για πολύ σοβαρούς λόγους. Η απόφαση για το γάμο δεν αφορούσε το ζευγάρι, ιδιαίτερα τη νύφη, αλλά μόνο τους γονείς. Συχνά ο γαμπρός και η νύφη δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους και έβλεπαν ο ένας τον άλλον, για πρώτη φορά, στο γάμο.
Προσπαθούσαν να βρίσκουν γαμπρό ντόπιο και μόνο όταν δεν έβρισκαν τον κατάλληλο, έδιναν τις κόρες τους σε ξένους.
Β. Αλέσματα
Δέκα μέρες πριν το γάμο, ο γαμπρός έπρεπε να στέλνει δώρα, χρήματα ή υφάσματα ή παπούτσια στους συγγενείς της νύφης.
Την Κυριακή πριν το γάμο, το απόγευμα, κάνουν τ’ αλέσματα. Φέρνουν οι συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι του κόσκινα με σιτάρι, που έχει μέσα όμως και καρπούς, σύκα, αμύγδαλα και καρύδια και πρώτα τα κορίτσια αρχίζουν το κοσκίνισμα τραγουδώντας νυφιάτικα τραγούδια.
Την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, στέλνουν το σιτάρι που έχουν καθαρίσει και το αλέθουν.
Γ. Ανάπιασμα των προζυμιών – Ζύμωμα
Την Τρίτη το βράδυ καλούνται πάλι οι συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι κι αφού φάνε, ένας νέος, που έχει και τους δυο γονείς του, φέρνει στη μέση τη σκάφη του ζυμώματος, που έχει μέσα λίγο αλεύρι, το κοσκινίζει κι αυτός, ρίχνει νερό και ανακινεί με τα χέρια το φύραμα (μαγιά), για να φτιάξουν το προζύμι, πάλι με τραγούδια.
Τότε έρχεται ο γαμπρός και βάζει στο φύραμα (μαγιά) το δακτυλίδι του αρραβώνα με ένα κέρμα. Ο νέος που το ζύμωσε πρέπει με δεμένα τα χέρια να σκύψει και να τα πιάσει με το στόμα, ενώ οι γυναίκες τραγουδούν. Όταν τελειώσει κι επειδή λερώνεται, πλένεται, αφού δώσει πρώτα το δακτυλίδι στο γαμπρό και κρατήσει το κέρμα για τον εαυτό του. Τη λεκάνη με το νερό, με το οποίο έχει πλυθεί, την περιφέρει ένα κορίτσι και όλοι οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν από ένα κέρμα. Το ποσό που συγκεντρώνεται, το μοιράζονται τα κορίτσια που επρόκειτο να ζυμώσουν το ψωμί του γάμου, που ήταν συγγενείς του γαμπρού. Το ψωμί το ζύμωναν Τετάρτη και Πέμπτη, πάλι τραγουδώντας.
Την Παρασκευή ζυμώνουν το ψωμί της νύφης, πέντε, επτά, εννέα ή έντεκα καρβέλια, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, τους οποίους στέλνουν στη νύφη το απόγευμα του Σαββάτου, όταν πηγαίνουν να πάρουν τα προικιά. Όταν βάζουν στο φούρνο το ψωμί, πάλι τραγουδάνε.
Δ. Προικολαβή
Το Σάββατο το μεσημέρι πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού ο ιερέας, ο κουμπάρος, οι συγγενείς και οι φίλοι του, για να πάνε όλοι μαζί να πάρουν από το σπίτι της νύφης τα προικιά. Στέλνουν μπροστά δυο πολύ κοντινούς συγγενείς, καβάλα στο άλογο, κουβαλώντας μεγάλο κοφίνι με τα ψωμιά και ένα βαρέλι κρασί και 3 ή 5 ή 7 ή 9 ή 11, ανάλογα με την περιουσία του γαμπρού αρνιά, κριάρια ή τράγους (τα σφαχτά της νύφης). Όταν αυτοί οι κανιονιαρέοι φτάσουν στο σπίτι της νύφης, τότε έρχεται η συνοδεία που θα πάρει την προίκα, μπροστά ο ιερέας και μετά δύο ή τρία παιδιά, στενοί συγγενείς του γαμπρού, που έχουν στο κεφάλι τους τα κάνιστρα με τα δώρα που έχουν καθοριστεί, και τη φορεσιά της νύφης.
Όταν φτάσουν στο σπίτι της νύφης, αφού φιλοξενηθούν, ένας συγγενής του γαμπρού, ο επίτροπος, διαβάζει το προικοσύμφωνο και ρωτά εάν όσα γράφονται εκεί έχουν ετοιμαστεί. Αν υπάρχει δυσπιστία, τα μετράνε, προικιά και χρήματα, που λέγονται «νάχτι». Το προικοσύμφωνο έτσι εξοφλείται και υπογράφουν ο επίτροπος, ο ιερέας και δυο ή τρεις μάρτυρες, ενώ ο γαμπρός χαρίζει στη νύφη την «προγαμιαία δωρεά».
Μετά από αυτά, παίρνει πρώτος πατέρας ή η μητέρα (αν είναι ορφανή) ένα από τα προικιά, το περνάει στα γένια του και εύχεται στους νεόνυμφους να είναι καλογερασμένοι, να ζήσουν και να κάνουν παιδιά.
Στη συνέχεια φορτώνουν τα προικιά στα άλογα και όχι σε μουλάρια, για να μην είναι στείρα η νύφη, που πρέπει ο αριθμός τους να είναι περιττός, και γυρίζουν πίσω.
Σε πολλά χωριά, ειδικά Αρβανιτοχώρια, κάθονται όσοι πάνε να πάρουν τα προικιά στο σπίτι της νύφης, τρώνε και διανυκτερεύουν εκεί και την άλλη μέρα όταν έρθουν οι συμπέθεροι του γαμπρού να πάρουν τη νύφη, φορτώνουν αυτοί πρώτα τα προικιά και τα μεταφέρουν στο σπίτι του γαμπρού.
Έξω από το σπίτι του γαμπρού, στέκονται γυναίκες και παιδιά που βαράνε τα προικιά, ρίχνοντας ρύζι, για να είναι χορτάτοι στη ζωή τους οι νεόνυμφοι και ριζωμένοι (στεριωμένοι). Πριν μπουν τα προικιά στο σπίτι, ρίχνουν στη στέγη μαξιλάρι, το οποίο άφηναν εκεί, για να φαίνεται ότι στο σπίτι γινόταν γάμος. Όλες οι γυναίκες τραγουδούσαν:
«Καλώς τα τα χρυσά προικιά και τ’ αργυρά σεντόνια…».
Το βράδυ στρώνεται τραπέζι, γεμάτο φαγητά, και κάθε συγγενής στέλνει ένα αρνί, με το οποίο δηλώνει ότι θα συμμετέχει στο γάμο. Όσοι καλούσαν στο γάμο, είχαν μαζί τους τσιότρα γεμάτη με κρασί και όσους καλούσαν τους κερνούσαν. Την επόμενη Δευτέρα, όλοι όσοι είχαν λάβει μέρος στο γάμο, έστελναν μεγάλο καρβέλι ψωμί (φουσκοπίτα) ή μπογάτσια και ασκό με κρασί. Τραπέζι δεν γινόταν στο πατρικό σπίτι της νύφης, παρά μόνο στου γαμπρού. Εκεί χόρευαν συρτό, αρβανίτικο, ζωνάρι και μπάλο ή καρσιλαμά (σπάνια).
Ε. Λούσιμο του γαμπρού
Μετά το δείπνο, αργά πηγαίνουν νέοι και από τα δύο φύλα σε κοντινή πηγή για να πάρουν νερό, να λούσουν και να ξυρίσουν τον γαμπρό. Στο δρόμο χορεύουν και τραγουδούν διάφορα τραγούδια, επαναλαμβάνοντας τους στίχους, μέχρι να ξαναγυρίσουν στο σπίτι. Παίρνει το νερό από την πηγή νέος, που έχει και τους δυο γονείς, άγαμος, σε καινούργιο κανάτι, κρατώντας το δακτυλίδι του γαμπρού μπροστά από τη βρύση, για να ρέει το νερό μέσα από αυτό και τραγουδώντας.
Όταν γυρίσουν στο σπίτι, καθίζουν τον γαμπρό στη μέση και τον περικυκλώνουν αγόρια και κορίτσια, μαζί με γυναίκες μέσης ηλικίας για να τους δίνουν οδηγίες. Ένα αγόρι, που έχει εν ζωή και τους δυο γονείς του, τον λούζει και τον ξυρίζει, ενώ τα κορίτσια και οι γυναίκες τραγουδάνε.
ΣΤ. Στεφάνωμα
Την Κυριακή, ενώ τελείται η Θεία Λειτουργία, βγαίνουν μετά τη μεγάλη είσοδο γυναίκες που εκκλησιάζονται, συγγενείς του γαμπρού, και πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης. Εκεί τη ντύνουν, τη στολίζουν και την πηγαίνουν στην εκκλησία μπουμπουλωμένη, δηλαδή με καλυμμένο το πρόσωπο με κόκκινο μαντίλι. Παράλληλα συνοδεύουν τον γαμπρό στην εκκλησία φίλοι και συγγενείς και μετά τη Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο. Πίσω από το αντρόγυνο στέκονται οι συγγενείς τους, προσέχοντας μήπως κάποιος άντρας (γόης) πάρει σημάδι και αμποδέσει το αντρόγυνο. Επίσης μήπως κάποιος κάνει μαγικά στη νύφη και αυτή γεννάει μετά θηλυκά παιδιά. Γι’ αυτό της βάζουν στην τσέπη του φορέματός της έντεκα ή δώδεκα ρεβίθια, για να γεννάει αγόρια. Μια συγγενής, γυναίκα μέσης ηλικίας, λέει μυστικά, ενώ ο ιερέας διαβάζει τις ευχές, «Εννιά δέντρα και μια μηλιά», δηλαδή να γεννήσει εννιά αγόρια και μια κόρη.
Μετά το τέλος της ακολουθίας του γάμου, ασπάζονται τα στέφανα πρώτα οι ιερείς και μετά οι συγγενείς και φίλοι, που έχουν έρθει στο γάμο. Οι συγγενείς της νύφης ρίχνουν μαντίλι στον ώμο του γαμπρού και σε πολλά χωριά πολλά δώρα. Σε πολλές περιοχές τη νύφη οδηγεί μέχρι την πόρτα της εκκλησίας ο αδελφός της και την παραδίδει στον γαμπρό, ο οποίος για να την πάρει, πρέπει να δώσει χρήματα. Η νύφη περπατάει σιγά και με χαμηλωμένο το βλέμμα, γι’ αυτό και η υπάρχει η παροιμία «περπατεί σαν τη νύφη» και «χαμηλοτηράει σαν τη νύφη».
Όταν βγουν από την εκκλησία, τους συνοδεύουν οι συγγενείς μέχρι το σπίτι του γαμπρού. Προηγείται ο ιερέας ψάλλοντας και από όσους δρόμους περνάει η συνοδεία, ρίχνουν στο ζευγάρι ρύζι ή μπαμπάκι ή σταφίδες ή κουφέτα, για να ζήσουν ευτυχισμένοι και έχοντας πλούτη.
Μπροστά στην πόρτα του γαμπρού στέκονται γυναίκες και κορίτσια για να υποδεχτούν τη νύφη, τραγουδώντας νυφιάτικα τραγούδια.
Στη Λακωνία, όταν η συνοδεία περνά, οι κάτοικοι πυροβολούν για να τιμήσουν το ζευγάρι.
Όταν πρόκειται να μπουν στο σπίτι ο γαμπρός και η νύφη, σκύβουν και προσκυνάνε τρεις φορές και μετά ο κουμπάρος, αφού πάρει γυναικεία ζώνη (ασημοζώναρο) ή τα λουριά που ζεύουν τα ζώα, ενώνει τα κεφάλια των νεονύμφων και τους βάζει στο σπίτι ταυτόχρονα. Τότε πρέπει να φιλήσει ο γαμπρός τη νύφη, η οποία σπάει μπαίνοντας με τα πόδια της ένα ρόδι. Σε κάποια μέρη συνηθίζουν, όταν φτάνει η νύφη στο κατώφλι του σπιτιού να την ταΐζουν με ένα γλυκό, φτιαγμένο με σουσάμι, μέλι και καρύδια για να έχει πολυτεκνία και να ζήσει γλυκιά ζωή. Αλλού δίνουν και στο γαμπρό και τη νύφη μέλι, για να ζήσουν γλυκιά ζωή. Επίσης, υπάρχει η συνήθεια να δίνουν στη νύφη ένα ψωμί, χαραγμένο με σταυρό, το οποίο κόβει και πετά τα κομμάτια προς όλες τις κατευθύνσεις και κανάτι με νερό, που το βάζει στο κεφάλι και μετά το χύνει σκύβοντας μπροστά, πίσω ή στα πλάγια.
Στη Λακωνία, η νύφη μετά το στεφάνωμα και πριν μπει στο σπίτι του γαμπρού, κάθεται στην αυλή, όπου συγγενείς και φίλοι ρίχνουν στην ποδιά της κέρματα. Αυτό γίνεται πριν και στο σπίτι της νύφης όπου οι συγγενείς της προσφέρουν στο γαμπρό δώρα και χρήματα.
Όταν η νύφη μπαίνει στο σπίτι, ο πεθερός της βγάζει το μαντίλι που την καλύπτει, τη φιλάει στο μέτωπο και της δίνει χρυσό νόμισμα.
Οι συγγενείς της νύφης, αφού κεραστούν, αποχωρούν, ενώ παραμένουν οι συγγενείς του γαμπρού που τραγουδούν και χορεύουν. Το βράδυ έρχονται οι προσκεκλημένοι και στρώνεται μεγάλο τραπέζι, τρώνε όλοι και διασκεδάζουν. Η νύφη όμως τρώει μαζί με τον γαμπρό και λίγους συγγενείς ξεχωριστά και μετά έρχεται στο τραπέζι των καλεσμένων.
Ζ. Τα ’πιστρόφια
Το βράδυ της Κυριακής, αργά, οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού, μαζί με τον γαμπρό και τη νύφη πηγαίνουν τραγουδώντας και πυροβολώντας στο σπίτι των γονιών της νύφης, όπου τους κερνάνε κρασί. Ο γαμπρός και η νύφη τρώνε κόκορα, τον κόκορα της πεθεράς, από όπου και η παροιμία «Όταν ο γαμπρός πάει στην πεθερά, γεννάει ο κόκορης». Όταν φεύγουν οι καλεσμένοι, το ’χουν για καλό να κλέψουν κάτι από το σπίτι των γονιών. Επειδή όμως πολλοί δεν επέστρεφαν όσα έκλεβαν τηρώντας το έθιμο, σε πολλά μέρη αυτό καταργήθηκε και τα ’πιστρόφια γίνονται την Τρίτη, μετά το γάμο, μόνο με τους συγγενείς που πηγαίνουν στο σπίτι των γονέων της νύφης για το τραπέζι. Τα ’πιστρόφια στα νησιά λέγονται «αντίγαμος» και γίνονται οκτώ μέρες μετά το γάμο.
Η. Τα δώρα της νύφης
Την Τετάρτη μετά το γάμο, η νύφη δίνει δώρα, ρούχα και μαντίλι στον πεθερό, την πεθερά, τ’ αδέλφια και τους στενούς συγγενείς του γαμπρού, οι οποίοι της δίνουν επίσης δώρα. Τον πεθερό και την πεθερά η νύφη αποκαλεί «αφέντη» και «μάνα». Το ίδιο τ’ αδέλφια του γαμπρού «αφέντη Γιώργο» και «κυρά-Φώτω», ακόμη κι αν είναι νεότερα σε ηλικία.
Θ. Τ’ αμπόδεμα
Πριν από το γάμο, οι συγγενείς του γαμπρού και της νύφης φροντίζουν να περιποιούνται όσους φοβούνταν ότι μπορούν να «αμποδέσουν» με μαγικά το αντρόγυνο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνευρεθούν ερωτικά. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια του μυστηρίου στέκονταν πίσω, για να μην μπορέσει κανείς να πάρει μια κλωστή ή ύφασμα από τα ρούχα του αντρόγυνου και κάνει μαγικά. Στον γαμπρό μάλιστα έδιναν ένα τετραευαγγέλιο να έχει επάνω του και στη νύφη ζώνη ιερέα ή μυροδοχείο.
Σε ορισμένες περιοχές, από το φόβο του αμποδέματος, γίνονταν οι γάμοι στα σπίτια, βράδυ, κρυφά, για να μην το πάρουν είδηση αυτοί που μπορούσαν να κάνουν μαγικά. Κάποιες φορές μάλιστα ήδη από τον αρραβώνα, οι γονείς των αρραβωνιασμένων προκαλούσαν το αμπόδεμα, καταφεύγοντας επί τούτου στους «μάγους» και με δώρα και ταξίματα τους έβαζαν να το λύσουν μετά το γάμο, ρίχνοντας τα μαγικά σε πηγάδι ή στη θάλασσα.
Τη Δευτέρα το πρωί, μετά το γάμο, αν δεν υπήρχε αμπόδεμα, έβγαινε κάποιος και πυροβολούσε από το παράθυρο, για να γίνει γνωστό σε όλους το γεγονός. Επίσης φρόντιζαν να φτιάξουν γλυκίσματα για να κερνάνε όσους έρχονταν να τους ευχηθούν. Αν αντίθετα ήταν «αμποδεμένοι», κατέφευγαν σε ξόρκια για λύση του αμποδέματος.
Άλλα έθιμα
• Οκτώ ημέρες μετά το γάμο, πηγαίνει η νύφη με τη συνοδεία κοριτσιών να πάρει νερό στην κοντινή πηγή, έχοντας αρσενικό παιδί στα χέρια, για να γεννάει κι αυτή αγόρια. Όταν βάλει το δοχείο στη βρύση για να το γεμίσει, ρίχνει ένα ασημένιο νόμισμα, το οποίο παίρνει το παιδί.
• Δεκαπέντε ημέρες μετά το γάμο, η νύφη πηγαίνει συνοδευόμενη από συγγενείς και φίλους στην εκκλησία και παίρνει αντίδωρο από το χέρι του ιερέα, αφού του δώσει ένα κέρμα.
• Πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος, δεν επιτρέπεται να παρευρεθούν οι νεόνυμφοι σε κηδεία, ούτε από μακριά. Γι’ αυτό και όταν περνάει πομπή με νεκρό, πρέπει να απομακρύνονται ή να κρύβονται. Επίσης δεν επιτρέπεται να τρώνε κόλλυβα κατά το ίδιο διάστημα.
• Εάν στο ίδιο σπίτι παντρευτούν παράλληλα γιος και κόρη, τότε οι δυο νύφες, όταν πρωτοσυναντηθούν, πρέπει να γεμίσουν το στόμα με νερό και να βρέξουν στο πρόσωπο η μια την άλλη. Αν δεν γίνει αυτό, πίστευαν ότι η μια θα πεθάνει ή ότι κάποια δεν θα ευτυχήσει.
• Οι γάμοι γίνονταν όλους τους μήνες, ιδιαίτερα όμως τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη. Μόνο τον Μάιο απέφευγαν, επειδή στις 3 Μαΐου είναι η γιορτή της Αγίας Μαύρας. Η ημέρα αυτή θεωρείται «αποφράς», γι’ αυτό και ούτε γάμους κάνουν, ούτε ταξιδεύουν, ούτε κάνουν οποιαδήποτε άλλη εργασία. Δεν ζυμώνουν ψωμί, γιατί πιστεύουν ότι θα ξινίσει, δεν σφάζουν τον σπιτικό χοίρο, γιατί το κρέας θα χαλάσει. Αντίθετα, σε πολλές περιοχές θεωρούσαν κατάλληλο μήνα για το γάμο τον Σεπτέμβριο, σε άλλες όμως όχι, γιατί πίστευαν ότι όπως κόβονται τότε τα σταφύλια, έτσι θα κοπούν και οι ημέρες των νεονύμφων. Η ίδια αντίληψη υπάρχει και για τον Φεβρουάριο, τον «Κουτσοφλέβαρο», γιατί έχει λιγότερες μέρες και τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι ανάπηρα.
• Δεν βάφανε ποτέ μαύρα ρούχα στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης για να μη μαυροφορεθεί η νύφη. Επίσης, δεν σκουπίζουν μετά το στεφάνωμα, για να μην πάθουν κακό οι νεόνυμφοι.
• Σε περίπτωση δεύτερου ή και τρίτου γάμου λόγω χηρείας, αυτός γινόταν σιωπηρά με λίγους συγγενείς που συνόδευαν τη νύφη από το σπίτι του γαμπρού στο σπίτι της νύφης. Εκεί τη βάζουν στο σπίτι από ένα παραπόρτι ή παράθυρο και όχι από την κεντρική πόρτα, αφού από εκεί είχαν μπει οι γυναίκες που είχαν πεθάνει. Επίσης, τότε έφερναν και τα προικιά. Στεκόταν έξω από την πόρτα η νύφη, ερχόταν ο γαμπρός, ο οποίος κρατούσε και δάγκωνε ένα κομμάτι από κεραμίδι. Τρεις φορές την καλούσε να μπει μέσα, εκείνη αρνιόταν:
– Έμπα μέσα.
– Δεν μπαίνω.
– Γιατί;
– Γιατί με τρως.
– Δεν σε τρώω εγώ, το κεραμίδι.
Έμπαινε μετά μέσα για το μυστήριο και η πόρτα έμενε κλεισμένη για σαράντα μέρες.
• Στο γάμο ο άντρας ήταν αρχηγός της γυναίκας. Η γυναίκα τιμούσε τον άντρα της, τον έλεγε αφέντη και κύρη της.
