Skip to content Skip to footer

Έθιμα σχετικά με το θάνατο

Όταν κάποιος είναι στα τελευταία του, ρωτάνε γι’ αυτόν οι συγγενείς και οι φίλοι: «Τι κάνει ο …;». Οι απαντήσεις είναι: «Δεν είναι καλά, στενά την έχει, απόψε εδάρθη με το Χάρο, είπαμε δεν είναι άλλη ώρα, είναι βαριά, πεθαίνει, ο Θεός να τον ελεήσει». Όταν δε ψυχορραγεί, πρέπει να επικρατεί στο δωμάτιο απόλυτη ησυχία, για να μπορεί να φύγει η ψυχή του. Διαφορετικά, λένε ότι αν φωνάζουν οι γύρω του ή τον πλησιάσουν, «γυρίζει η ψυχή του πίσω» και θα ζήσει ο ετοιμοθάνατος άλλες 24 ώρες.

Αυτός που ψυχορραγεί, στρέφει τα μάτια του ψηλά και βλέπει διάφορα αντικείμενα. Τότε λένε ότι «αγγελοφοριέται» ή «αγγελοσκιάζεται» (στα νησιά, «κατά τον άγγελο που έχει» ή «κατά τα έργα του», ανάλογα δηλαδή με τις πράξεις του. Έτσι όσοι είναι ευάρεστοι, πιστεύει ο λαός ότι φαντάζονται παιδιά που φοράνε λευκά ρούχα και κρατάνε αναμμένες λαμπάδες, γι’ αυτό και πολλοί φαίνεται σαν να χαμογελάνε, όταν πεθαίνουν, ή τεντώνουν τα χέρια τους μπροστά για να τα αγκαλιάσουν και λένε «Καλώς τα, καλώς τα». Άλλοι πάλι βλέπουν χρυσά πουλιά να πετάνε και στη συνέχεια να κάθονται επάνω τους. Από εδώ φαίνεται ότι προέρχεται και η ευχή «Άγγελο καλό, θάνατο καλό» (να μας δώσει ο Θεός).

Όσοι όμως έχουν βαριά τη συνείδησή τους, βλέπουνε άσχημα κι αλλόκοτα πουλιά, όρνια ή δαίμονες με μαύρη ουρά, που πετάνε φωτιές από τα ρουθούνια και το στόμα, μερικές φορές οπλισμένους. Τότε φωνάζουν κα κλαίνε και φοβούνται για την τιμωρία των αμαρτημάτων τους.

Πολλές φορές για να απαλλαγούν από το ψυχορράγημα, φωνάζουν τον ιερέα οι δικοί τους, ο οποίος διαβάζει μια συγκεκριμένη ακολουθία ή ψαλμούς του Δαυίδ, για να έρθει πιο γρήγορα ο θάνατος και να λυτρωθούν.

– Σπάνια ενώ κάποιος έχει σχεδόν πεθάνει, επανέρχεται και ζει για πολύ ακόμη. Αυτό λέγεται «καταψύχιασμα» ή «νεκροφάνεια». Ο λαός πιστεύει ότι η ψυχή του κατεβαίνει στον Άδη, τριγυρνάει, βλέπει συγγενείς και φίλους, γνωστούς και αγνώστους στον Παράδεισο, να κοιμούνται σε χρυσά κρεβάτια και να ζει σε τόπους μακάριους. Πηγαίνει όμως και στην κόλαση, που βλέπει πολλούς να τιμωρούνται «στην πίσσα και στα εφτά καζάνι». Με όλους αυτούς συνομιλεί, τους ρωτάει για τη ζωή τους και τον ρωτούν κι αυτοί για τον επάνω κόσμο. Όλα αυτά, όποιος ξαναγυρίσει, τα θυμάται σαν όνειρο και τα διηγείται όταν γίνει καλά.

– Όταν πεθάνει κάποιος, πρώτα του κλείνουν τα μάτια και το στόμα. Μετά τον πλένουν με κρασί και του βάζουν το σάβανο. Με αυτό τον τυλίγουν ολόκληρο, ενώ τα χέρια, σταυρωτά, τα δένουν μπροστά από το στήθος. Από τις λωρίδες του υφάσματος του σάβανου πολλές φορές δένεται ένας από την οικογένεια, από την πόρτα του σπιτιού, για να δέσουν το Χάρο και να μην πεθάνει κάποιος από αυτό το σπίτι σύντομα. Επιπλέον κόβουν νύχια από τα πόδια του νεκρού και δέρμα από τη φτέρνα και τα φυλάνε στο σπίτι, για να φέρουν ευτυχία.

Έπειτα τον ντύνουν με τα καλά του ρούχα και φωνάζουν τον ιερέα να διαβάσει τις ευχές. Αφού τον ετοιμάσουν με αυτή τη διαδικασία, τον βάζουν ανάσκελα με τα πόδια δεμένα, όπως και το σαγόνι και κατεύθυνση προς τη Δύση. Όλα αυτά τα δεσίματα τα λύνουν κατά την ταφή. Εκεί του ρίχνουν και λουλούδια ή και φρούτα, ανάλογα με την εποχή.

– Πριν ξημερώσει και σ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας δεν μοιρολογούν. Το πρωί όμως αρχίζουν το θρήνο, ενώ οι καμπάνες της εκκλησίας σημαίνουν το θάνατό του σε όλους. Τότε, αφού ανάψουν λαμπάδα και θυμιάσουν με λιβάνι, κάθονται γύρω από το νεκρό, πιο κοντά στο κεφάλι του οι συγγενείς και πιο μακριά οι υπόλοιποι, άντρες και γυναίκες, κυρίως όμως γυναίκες, και μοιρολογούν. Προσέχουν μήπως περάσει πάνω από το νεκρό γάτα ή άνθρωπος, γιατί τότε πίστευαν ότι θα βρικολάκιαζε και δεν θα έλιωνε το σώμα του για καιρό. Παρατηρούν επίσης το πρόσωπο του νεκρού κι αν είναι όμορφο, τότε λένε ότι σύντομα θα πεθάνει κι άλλος. Το ίδιο κι αν τα κόλλυβα και το ψωμί που μοιράζεται μαζί έχουν γλυκιά γεύση.

– Όταν έρθει η ώρα να πάρουν το νεκρό, έρχονται οι ιερείς, οι οποίοι πρέπει να είναι σε μονό αριθμό. Οι συγγενείς τον σηκώνουν στα χέρια ή τους ώμους, με τα πόδια στραμμένα στην Ανατολή και τον μεταφέρουν στην εκκλησία. Πριν βγουν από το σπίτι, σπάνε ένα αντικείμενο, όπως μπουκάλι ή κανάτι πήλινο ή οι πιο φτωχοί ένα κεραμίδι. Αυτό το σπάει μια γριά γυναίκα με θόρυβο και παράλληλα εύχεται: «Κακό να μην ιδείτε πλιά στο σπίτι σας». Μαζί κουβαλούσαν ψωμί, κρασί και προσφάι, σε περιπτώσεις και νέων ανύπαντρων επίσης στραγάλια με σταφίδες ή κουφέτα για να τα μοιράσουν και πρόσεχαν, αφού έβγαιναν από το σπίτι, να μη γυρίσουν το βλέμμα τους πίσω, γιατί το θεωρούσαν κακό. Γι’ αυτό και κάποιος συγγενής ή προληπτικός φωνάζει «Μην τηράει κανείς πίσω». Καθώς περνάει η σορός από τους δρόμους, αν γαβγίσει σκύλος, θεωρείται κακό σημάδι, γιατί θα πεθάνει κάποια σ’ εκείνη τη γειτονιά. Τα κόλλυβα και το ψωμί που παίρνει κάποιος από την κηδεία, δεν είναι καλό να τα μεταφέρει σπίτι του, γιατί είναι γρουσουζιά.

Όταν τελειώσει η ακολουθία, οδηγείται ο νεκρός στον τάφο, ο οποίος ανοίγεται από πριν, αφού ο ιερέας σταυρώσει τον τόπο, με φτυάρι, χαράζοντας και ορίζοντας την έκτασή του στο έδαφος. Όταν κατεβάσουν το νεκρό στον τάφο, πολλοί από αυτούς που τον συνοδεύουν ρίχνουν χώμα για συγχώρεση, γεγονός που θεωρείται φιλικός αποχαιρετισμός. Μετά μοιράζουνε τα κόλλυβα, το ψωμί κλπ.

– Μετά την κηδεία, γυρίζουνε σπίτι και τρώνε όλοι μαζί, οι συγγενείς και οι στενοί φίλοι, στο τραπέζι της «παρηγοριάς», για συμπαράσταση στους συγγενείς, με φαγητά που έχουν φτιάξει. Αυτό γίνεται συνέχεια για μια εβδομάδα, δηλαδή οι συγγενείς και οι φίλοι μαγειρεύουν και φέρνουν φαγητό στην οικογένεια του νεκρού. Όλα τα σκεύη (πιάτα) στα οποία μεταφέρονταν τα φαγητά και τοποθετούνταν στο τραπέζι, μετά το γεύμα τα έπαιρναν πίσω αλλά μετά από τρεις ημέρες.

Όσοι ετοίμαζαν το φαγητό για τα γεύματα αυτά, κρατούσαν ένα κομμάτι ψωμί (μια γωνία) από το ψωμί που έφτιαχναν και έβαζαν στο τραπέζι.

– Από το πρώτο βράδυ ανάβανε ένα κερί μια ή δυο ώρες με ένα ποτήρι νερό, εκεί που ξεψύχησε ο νεκρός. Αυτό το κάνουνε για να βρει νερό η ψυχή, όταν γυρίσει για να αναζητήσει σκήνωμά της (το νεκρό σώμα). Αυτό γίνεται για τρία συνεχόμενα βράδια από το θάνατο.

– Τη δεύτερη μέρα από το θάνατο ή και την ίδια ετοιμάζουν κόλλυβα και πρόσφορα, για να κάνουν την επομένη τα τριήμερα (τα τρίτα), στην εκκλησία, με τη συμπαράσταση συγγενών και φίλων. Μετά τη θεία λειτουργία συνηθίζουν να βάζουν τα κόλλυβα στον τάφο, για να τα μνημονεύσει ο ιερέας. Με τον ίδιο τρόπο γίνονται «τα νιάτα» (νιάμερα), «τα σαράντα» και «τα ’ξαμήνια» και τέλος «τα χρόνια», μετά από εννέα, σαράντα ημέρες, έξι μήνες κι ένα χρόνο από το θάνατο.

 Στο μνημόσυνο ένα χρόνο μετά το θάνατο, στα «χρόνια», μετά το τέλος της θείας λειτουργίας κάθονται έξω από την εκκλησία και οι συγγενείς του πεθαμένου μοιράζουν ψωμί, κρέας, κρασί και όλοι τρώνε για να συγχωρέσουν τον πεθαμένο. Αυτό λέγεται «μοίρασμα». «Μοίρασμα» λένε και τα κόλλυβα που μοιράζουν στην αγορά, όταν γίνεται μνημόσυνο ή στέλνουν στους συγγενείς στο σπίτι μαζί μικρό καρβέλι ψωμί, «καρβελάκι» ή «πανηγυάρι», για να πάνε οι γυναίκες στην εκκλησία και να ετοιμάσουν τα κόλλυβα για το μνημόσυνο, λέγοντας παράλληλα μοιρολόγια, σχετικά με το νεκρό.

– Θεωρείται ότι είναι ασέβεια και ιεροσυλία να μένει άταφος ο νεκρός. Γι’ αυτό κι όταν ήθελαν να καταραστούν κάποιον, έλεγαν: «Τα όρνια τα σκυλιά να τον φάνε», να τον αφήσουν δηλαδή άταφο.