Οι Οπλαρχηγοί της Ζάχολης
Το 1821, η σπίθα της Ελληνικής Επανάστασης έχει ήδη ανάψει. Από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Πελοπόννησο, δεν θα μπορούσε να εκλείψει η ειδική αναφορά στην πολύ σημαντική συμβολή των Κορίνθιων Οπλαρχηγών και Καπεταναίων στην αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Ήδη, από τις πρώτες κιόλας ημέρες με άφταστη αγωνιστική διάθεση και πάρα τις επιφυλάξεις των προυχόντων έως και το Ιστορικό Πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 22 Ιανουαρίου του 1830 και την Ανεξαρτησία της Ελλάδας, χιλιάδες Κορίνθιοι οπλαρχηγοί,καπεταναίοι και στρατιώτες αγωνίστηκαν και πολλοί έπεσαν με ηρωισμό και γενναιότητα στο Βωμό της Ελευθέριας για την Πίστη και για την Πατρίδα.
Παναγιωτάκης Γεραρής (1780 – 1864)
Μικροκαπετάνιος που καταγόταν από τη Ζάχολη (Ευρωστίνη) της Κορινθίας. Ήταν ένας έξοχος άνδρας, φιλόπατρης και ήρωας που διέθεσε τα πάντα για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς της Κορινθίας. Συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση κατά των Οθωμανών από την αρχή μέχρι το τέλος ως πεντακοσίαρχος, επικεφαλής άλλοτε 400 και άλλοτε 500 στρατιωτών, υπό τις οδηγίες των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ιωάννη Κολοκοτρώνη, Ιωάννη Νοταρά και Παναγιωτάκη Νοταρά. Στη πρώτη πολιορκία και πτώση της Ακροκορίνθου ήταν παρών ως επικεφαλής 60 Ζαχολιτών και έλαβε μέρος από τα λάφυρα και τον οπλισμό των Τούρκων.
Παρευρέθηκε σε όλες τις κρίσιμες μάχες (πολιορκίες Ακροκορίνθου, Ναυπλίου, Μαύρα Λιθάρια) που δόθηκαν κατά του Δράμαλη πασά ιδιαίτερα στα Μαύρα Λιθάρια όπου και πληγώθηκε σοβαρά. Ο τραυματισμός του ήταν σοβαρός και για την ανάρρωσή του κάθισε 9 μήνες κλινήρης. Αφού θεραπεύθηκε, συνέχισε τον Αγώνα κατά των Τούρκων. Επανήλθε στη δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου και συμμετείχε σε όλες τις μάχες κατά του Ιμπραήμ πασά στα Τρίκορφα και τα Μαγούλιανα. Επέδειξε διακριτική γενναιότητα και ζήλο. Παράλληλα, συνεισέφερε αρκετά χρήματα για μισθώσεις στρατιωτών και πολεμοφόδια, καθώς και για την κατασκευή του τείχους του Πεντεσκουφίου στην Ακροκόρινθο.
Για τις υπηρεσίες και εκδουλεύσεις του προς την Πατρίδα έλαβε ως ανταμοιβή τον αργυρό σταυρό και τους στρατιωτικούς βαθμούς αρχικά του εκατόνταρχου (1823) και εν συνεχεία του πεντακοσιάρχου. Το έτος 1833 του απονεμήθηκε από τον βασιλιά Όθωνα ο βαθμός του υποταγματάρχου.
Ζάχολης Χρήστος (Ζαχολίτης ή Ζίνης) 1780 – 1827
Κατάγονταν από την Ζάχολη (Ευρωστίνη) Κορινθίας. Στα προεπαναστατικά χρόνια υπήρξε πρώτος κλέφτης και φίλος με τον Μπέη της Κορίνθου Κιαμήλ. Τον έλεγαν και Ζίνη. Το έτος 1812 συνελήφθη από τους Οθωμανούς και φυλακίστηκε στην Τριπολιτσά. Απελευθερώθηκε το έτος 1818. Η τοπική παράδοση διασώζει ένα επεισόδιο που έγινε στη Ζάχολη με τον πατέρα μιας όμορφης κόρης, που ένας Τούρκος μπουλούκμπασης θέλησε να κακοποιήσει. Ο Ζίνης τότε τον σκότωσε και τον έθαψε σε μια τοποθεσία που σήμερα λέγεται «Τουρκομνήμα». Έπειτα κατέφυγε στα βουνά και ξαναέγινε κλέφτης. Για να εκδικηθεί τους Τούρκους, συνελάμβανε ομήρους πλούσιους και σημαντικούς Τούρκους τους οποίους στη συνέχεια αντάλλασσε λαμβάνοντας λύτρα. Όταν όμως αργότερα οι Έλληνες σκότωσαν τον Κιαμήλ, ο Ζαχολίτης που πάσχισε να τον γλυτώσει, εξαγριώθηκε και έμεινε στο πλευρό της χήρας του Κιαμήλ μπέη. Ο Στασινόπουλος στο έργο του «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όταν η χήρα του Κιαμήλ παντρεύτηκε τον Δράμαλη πασά, ο Χρήστος Ζαχολίτης τον ακολούθησε στην εκστρατεία του στην Αργολίδα. Μετά τη καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια, εγκατέλειψε τους Τούρκους και πήγε πάλι με τους Έλληνες.
Κατά την Εθνική Επανάσταση του 1821, ήταν επικεφαλής ενόπλου σώματος από 300 περίπου Ζαχολίτες. Συμμετείχε στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες και επέδειξε ηρωισμό και απαράμιλλη αυτοθυσία. Για τις υπηρεσίες του προς την Πατρίδα έλαβε ως ανταμοιβή τον στρατιωτικό βαθμό του Χιλιάρχου. Σε σωζόμενη αλληλογραφία του ο Ιωάννης Νοταράς προς τον Ανδρέα Λόντο στις 24.6.1824 αναφέρει: «…διώρισα και τον Χιλίαρχο Χρήστο Ζαχολίτη να εβγάλη όλα τάρματα της Ζάχολης και να είναι έτοιμος σ΄ότι τον προστάξετε».
Ο Χρήστος Ζαχολίτης ή Ζίνης συνέπραξε στρατιωτικώς πολλές φορές με τον έτερο οπλαρχηγό της Ζάχολης Παναγιωτάκη Γεραρή κατά του Ιμπραήμ πασά, όπως στις μάχες στα Τρίκορφα και στα Μαγούλιανα της Αρκαδίας. Συνέχισε να παρακολουθεί από κοντά τις κινήσεις των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ, πολεμώντας αυτόν σε διάφορα μέρη και στήνοντας ενέδρες μέχρι το έτος 1827, οπότε και έπεσε ηρωϊκώς μαχόμενος στη σφοδρή μάχη που σημειώθηκε στο Μοναστήρι του Αγ. Ιωάννη των Τσετσεβών (Μετόχι της Μονής Ταξιαρχών) τον Ιούνιο του έτους 1827.
Η μάχη αυτή έγινε με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά τον οποίο συνόδευαν ο υπαρχηγός του Ντελή Αχμέτ και ο τουρκοπροσκυνημένος οπλαρχηγός των Πατρών Δημήτριος Νενέκος. Στόχος του Ιμπραήμ ήταν να εκπορθήσει το Μοναστήρι του Αγ. Ιωάννη των Τσετσεβών. Σώμα Κορίνθιων Αγωνιστών με αρχηγούς τους Παπανίκα και Γεωργίου Λύκου Χελιώτη και τη συνδρομή του Χρήστου Ζαχολίτη – Ζίνη και του Μήτρου Πελήτζη από την Ντούσια ενίσχυσαν τότε την άμυνα του Μοναστηριού. Τα τακτικά στρατεύματα του Ιμπραήμ έκαναν έφοδο και οι απώλειες ήταν μεγάλες και για τις δύο πλευρές. Την περιγραφή της μάχης διασώζει ο Δ. Μελετόπουλος σε αναφορά του προς τον Γενικό Αρχηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στις 20.7.1827.
Ακολουθεί η αναφορά.
«Εκλαμπρότατε Γενικέ Αρχηγέ.
Χθες πρωί επίτηδες πεζόν σας εξιστόρησα το αποτέλεσμα της κατά τον Αγιάννη μάχης, περικλείοντάς σας και το προς εμέ γράμμα του αντιστρατήγου Φευζοπούλου, διαλαμβάνον περί αυτής. Επαναλαμβάνω και ήδη σας πληροφορώ ότι το ταμπούρι, όπερ ήτο έξω του Μοναστηρίου εκυρίευσαν οι εχθροί. Η ορμή των ήτο απαραδειγμάτιστος αφού το τακτικόν τους, συμποσούμενον εις τρείς φάλαγγας έως εξακοσίων, ώρμησαν εις αυτό τρείς φορές και υπό την αδιάκοπον φωτιάν των ημετέρων τρεπόμενοι εις αταξίαν δεν ηδύνατο να προοδεύση, την τετάρτην φοράν κτυπώντας τους αφειδώς όπισθεν, έκλεισαν τα όμματά των και έπεσαν όλοι εις αυτό, ώστε επιάσθηαν Αραπάδες και Χριστιανοί με τα χέρια, οι μέν με τα κοντάκια εις τα χείρας εκτύπων ομού και γιαταγάνια όσοι είχον, οι δε με τας χάρπας ετρύπων, ώστε όπου εκεί εθυσιάσθησαν όλοι οι εν εκείνω τω ταμπουρίων εδικοί μας, διασωθέντες ολίγοι εξ αυτών και αυτοί κατατρυπημένοι ο καθείς εις τρία – τέσσαρα μέρη. Εκεί ήταν ο μακαρίτης Γεωργομωραΐτης, θύμα γενόμενος μετ΄άλλων είκοσι πέντε στρατιωτών ιδικών του, εκεί ο Αντώνιος Μωραΐτης, ο Βασίλειος Γκουριώτης, ο Μήτρος Πελήτζης από Ντούσια και ο Χρήστος Ζαχουλίτης, θυσιασθέντες και αυτοί με τους μετ΄αυτών στρατιώτας, ώστε ο αριθμός όλων των εκεί προ πάντων φθάνει άχρι των εξήκοντα, εκεί μεταξύ των, μακελοκομμένοι ευρέθησαν υπερπεντήκοντα των Αράβων και τα τουφέκια και τα γιαταγάνια των Ελλήνων όλα συντριμμένα και σχεδόν από των ημετέρων αυτοί οι εξήκοντα εφονεύθησαν, εκ δε των Τούρκων εβεβαιώθημεν με καθαράν πληροφορίαν παρά των Τουρκοπροσκυνημένων ευρισκομένων μετά των Τούρκων εις την ιδίαν μάχην, εφονεύθησαν υπέρ των τριακοσίων πεντήκοντα, των οποίων είδαν άνθρωποι ήδη τα πτώματα και τα μνημεία, τα οποία έκαμαν μακράν του Μοναστηρίου εις χωράφιόν τι, επειδή κυριεύσαντες το ταμπούρι εκείνο εδοκίμασαν και το Μοναστήριον, από το οποίος εφιλεύθησαν ως έπρεπε και ούτως αναχώρησαν. Οι ημέτεροι δε στερούμενοι εν τω Μοναστηρίω τροφών και το περισσότερον τσετχανέδων (πυρομαχικών) παρ΄ών και υποπτευόμενοι μήπως οι Τουρκοπροσκυνημένοι οδηγήσουν τους Τούρκους εκ δευτέρου κατ΄αυτών. Εξήλθον του Μοναστηρίου και ήλθον χθές εις Αράχωβαν και συνεσωματώθησαν όλοι».
Ο Αγώνας κατά των Τούρκων συνεχίστηκε μέχρι τέλους από τον υιό του Ζαχολίτη – Ζίνη Χρήστου, τον Γεωργαντά Ζίνη. Μετά την απελευθέρωση, ο Γεωργαντάς Ζίνης αιτήθηκε στις 5.6.1865 προς την Επιτροπή Αγώνος να λάβει αποζημίωση για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά την Επανάσταση ο αποβιώσας πατέρας του. Η αίτηση εξετάστηκε σε συνεδρίαση του στρατιωτικού τμήματος της Επιτροπής Αγώνος και αναγνωρίστηκε ως Αξιωματικός 6ης Τάξης.
