| Όρος | Ορισμός |
| Οντάς | Κύριος χώρος κατοίκησης και ύπνου, συχνά πολυλειτουργικός |
| Κατώι | Ισόγειος χώρος χρήσης για αποθήκευση, ζώα ή παραγωγή |
| Ανώι | Πάνω όροφος με χώρους διαμονής και φιλοξενίας |
| Χαγιάτι | Ημιυπαίθριος χώρος με στέγη και ανοιχτές πλευρές, χρησιμοποιείται για καθιστικό |
| Σαχνισί | Προεξέχον ξύλινο κτίσμα με παράθυρα, κυρίως σε αρχοντικά |
| Πλιθιά | Ωμές πλίνθοι από πηλό και άχυρο |
| Ξυλοδεσιά | Ενίσχυση λιθοδομής με οριζόντιες ξύλινες δοκούς |
| Παταράς | Ξύλινος υπερυψωμένος χώρος ή σοφίτα, συνήθως για ύπνο ή αποθήκευση |
| Γείσο | Οριζόντιο στοιχείο στην απόληξη της στέγης |
| Θυρώματα | Κατασκευές που περιβάλλουν τις θύρες (λιθόκτιστες ή ξυλόγλυπτες) |
| Ακροκέραμο | Διακοσμητικό στοιχείο σε νεοκλασικές στέγες |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β – ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
| Περίοδος | Εξέλιξη / Χαρακτηριστικά |
| 18ος αι. – αρχές 19ου αι. | Ανάπτυξη τοπικών μορφών, άνθηση αρχοντικών, μαστορικές τέχνες |
| 1830–1880 | Ίδρυση ελληνικού κράτους, διατήρηση λαϊκών τύπων κατοικίας |
| 1880–1920 | Είσοδος νεοκλασικισμού, βιομηχανικά υλικά, μετασχηματισμός |
| 1920–1950 | Αστικοποίηση, υποχώρηση παραδοσιακής κατοικίας, αρχή εγκατάλειψης |
| 1950–σήμερα | Καταστροφή/μετατροπή, σταδιακή αναγνώριση της αξίας, αναστηλώσεις |