Θητεία
Η θητεία των κοινοτικών αρχόντων ήταν ετήσια, δεν έλειπαν όμως οι περιπτώσεις που παρατεινόταν σιωπηλά και καταχρηστικά, δίχως την ανανέωση της μέσω εκλογικής διαδικασίας, άλλοτε με συναίνεση του κοινού και άλλοτε με εξωτερική παρέμβαση, με επιβαλλόμενη από τις οθωμανικές αρχές επανεκλογή τους. Σε ορισμένες περιοχές η εκλογή των προεστών τελούσε κάτω από τον έλεγχο και την έγκριση των τοπικών οθωμανικών αρχών, του βοεβόδα και του καδή.
Ονομασία
Οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των κοινοτήτων αποκαλούνταν με διάφορα ονόματα: προεστοί, επίτροποι, δημογέροντες, πρωτόγεροι ή γέροντες, άρχοντες (ανεπίσημα από το λαό), σύνδικοι, κοτσαμπάσηδες, επιστάτες και μουχτάρηδες και σε ορισμένες νησιώτικες κοινότητες επιτηρητές, προβλεπτές (Κίμωλος) και δεποντάτοι (Χίος).
Αριθμός
Ο αριθμός των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν ήταν ούτε ίδιος ούτε σταθερός σε κάθε κοινότητα. Οι λόγοι που συνέβαινε αυτό είναι πολλαπλοί:
– πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε ο πληθυσμός της κοινότητας
– είχε επίσης σχέση με διοικητικές τροποποιήσεις των οθωμανικών αρχών
– την ανάγκη για εξασφάλιση καλύτερης τοπικής αυτοδιοίκησης μέσω της διεύρυνσης, του ελέγχου συνεπώς της διαχείρισης των κοινών και
– την προσπάθεια για το ξεπέρασμα δύσκολων ή κρίσιμων καταστάσεων για την κοινότητα.
Αμοιβή – Έσοδα των προεστών
Η ανάθεση του αξιώματος του κοινοτικού άρχοντα σε πρόσωπα της ανώτερης κοινωνικής και οικονομικής κλίμακας, οδήγησε ορισμένους ιστορικούς στη λανθασμένη άποψη ότι το αξίωμα του προεστού ήταν τιμητικό και άμισθο και ότι αντισταθμιζόταν από άλλου τύπου έμμεσα οικονομικά οφέλη, που προέκυπταν από διάφορες πηγές και προνόμια.
Η επέκταση και εμβάθυνση της ιστορικής έρευνας όμως, σε ορισμένες περιοχές, έδειξε ότι αμοιβή των επιτρόπων προβλεπόταν και δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις συμβολική αλλά ουσιαστική, με ποικίλο και κυμαινόμενο ύψος, που ρυθμιζόταν από τις τοπικές συνήθειες.
Στις νησιωτικές κοινότητες του Αιγαίου ειδικά, που η ιστορική έρευνα έχει αποκαλύψει πολλές πλευρές της λειτουργίας του θεσμού, φαίνεται ότι υπήρχε συγκεκριμένη χρηματική αμοιβή και το δικαίωμα να παίρνουν τα “συνακόλουθα δικαιώματα”. Έτσι οι προεστοί κατά τη διάρκεια της θητείας τους αντλούσαν αξιόλογα εισοδήματα σε χρήματα ή σε είδος από διάφορες πηγές: ποσοστά από τα επιβαλλόμενα για ζημιές πρόστιμα, δικαιώματα στις αγροζημιές, “ρεγάλια” για τις αγορανομικές διατιμήσεις που έκαναν, έσοδα από τον υγειονομικό έλεγχο των πλοίων, μέρος από τα “τζακίσματα”, δηλαδή τα ναυάγια των πλοίων που ξεβράζονταν στις ακτές τους, μέρος από τους τελωνειακούς δασμούς, αμοιβές για εκδικάσεις υποθέσεων, τα υλικά “δώρα” από βοσκούς, καραβοκύρηδες, ψαράδες και άλλους επαγγελματίες και πολλά άλλα.
Αυτό που καθιστούσε όμως επίζηλη τη θέση των κοινοτικών αρχόντων ήταν το δικαίωμα για την άμεση είσπραξη της φορολογίας, καθώς και η δυνατότητα να μετέχουν στην ενοικίαση ή υπενοικίαση των προσόδων. Τα οικονομικά οφέλη που αποκόμιζαν από αυτή τη δραστηριότητα ήταν η κυριότερη πηγή κέρδους γι’ αυτούς.
Σε όλα τα παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι ελαφρύνσεις που είχαν από μερικές η ολικές φορολογικές ατέλειες, η απαλλαγή από αγγαρείες και η μειωμένη καταβολή τελωνειακών δασμών. Έτσι, η αμοιβή των προεστών με τη μορφή της μισθοδοσίας περίττευε.
