Οι παραδοσιακές γυναικείες ενδυμασίες στην Κορινθία ήταν περίτεχνες και αποτελούνταν από διαφορετικά τμήματα, άλλα διακοσμημένα κι άλλα αδιακόσμητα. Τα βασικά της τμήματα ήταν το μισοφόρι, το πουκάμισο, το διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι, η γιούρντα, η τραχηλιά, το ζωνάρι και η ποδιά. Στο κεφάλι οι γυναίκες φορούσαν τσεμπέρι τις καθημερινές και μπόλια σε γιορτινές περιστάσεις, ενώ τα κοσμήματα ήταν συνήθως πρεπενδούλια, αλυσσίδες, φλουριά και γιορντάνια.
Το μισοφόρι ήταν ένα εσωτερικό, αδιακόσμητο, βαμβακερό πουκάμισο. Επάνω από αυτό φοριόταν το “κοντό”, ένα πουκάμισο χωρίς μανίκια αρχικά, στο οποίο προστίθενταν κατωμάνικα και πανωμάνικα, πλούσια κεντημένα σε τόνους του πράσινου και του κόκκινου. Οι νύφες φορούσαν το “κολονάτο” πουκάμισο, που ήταν κεντημένο. Το διμινό ήταν ένα κοντό μπούστο, σα γιλέκο, που συγκρατούσε τα πανωμάνικα. Το στήθος κάλυπτε μια τραχηλιά, ένα βαμβακερό υφαντό και κεντημένο ύφασμα, που αποτελούσε από μόνο του στολίδι. Το σιγκούνι ήταν στην ουσία η φούστα της φορεσιάς, μακριά και μάλλινη, κεντημένη εδώ κι εκεί. Το σιγκούνι φορούσαν συνήθως οι νέες γυναίκες, ενώ οι ηλικιωμένες φορούσαν μια μαύρη μακριά φούστα που ονομαζόταν γιούρντα. Στη μέση οι γυναίκες έσφιγγαν ένα ζωνάρι μάλλινο σε κόκκινο ή κρεμεζί χρώμα που τυλιγόταν αρκετές φορές γύρω από τη μέση, με τα κρόσσια από τις άκρες να πέφτουν στα πλάγια.
Σήμερα, η φορεσιά της Κορινθίας, γνωστή και ως φορεσιά Περαχώρας, έχει αναπαραχθεί μαζικά για χορούς και σχολικές γιορτές, ενώ έχει μελετηθεί επαρκώς από την ιστορική και εθνολογική εταιρεία Ελλάδας και τη μεγάλη εθνογράφο Αγγελική Χατζημιχάλη.
