Skip to content Skip to footer

Αστικό εθιμικό δίκαιο

Ο γάμος και το διαζύγιο.

• Όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το γάμο και το διαζύγιο ρυθμίζονταν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα από το Κανονικό Δίκαιο.

(Κανονικό Δίκαιο: με τό  όρο Κανονικό Δίκαιο νοούνται: α) οι αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, β) το σύνολο των εθιμικών διατάξεων που μέσω της εκκλησιαστικής παράδοσης διαμόρφωσαν την έννοια του εκκλησιαστικού εθιμικού δικαίου).

Το Κανονικό Δίκαιο αποτελεί μέρος του Εκκλησιαστικού Δικαίου.

• Η εκκλησία επιτρέπει μόνο τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο γάμο. Όσοι προχώρησαν σε τέταρτο γάμο, η εκκλησία τούς υπέβαλε σε πνευματικές ποινές.

• Δεν επιτρεπόταν να παντρεύονται συγγενείς μέχρι εβδόμου βαθμού, εξ αγχιστείας ή από πνευματική σχέση (βάπτιση ή υιοθεσία).

• Η μόνη αρμόδια δικαστική εξουσία σε ό,τι αφορούσε τους γάμους και τα διαζύγια ήταν ο κλήρος και αυτό του απέδιδε σημαντικό εισόδημα. Από την αρχή του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια όμως, γάμοι και διαζύγια έπρεπε να γίνονται γνωστά και στην πολιτική εξουσία.

• Στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα οι γονείς πάντρευαν τα κορίτσια τους από 13 έως 15 ετών και τα αγόρια από 18 έως 20.

• Ούτε ο νόμος ούτε το εθιμικό δίκαιο αναγνώριζαν τα εξώγαμα παιδιά και τις παλλακίδες και εθεωρείτο μεγάλη ντροπή να συζεί κάποιος παράνομα με μια γυναίκα.

• Οι γονείς αποφάσιζαν για το γάμο των παιδιών τους, χωρίς συχνά να το γνωρίζουν τα παιδιά και όταν συμφωνούσαν και για την προίκα του κοριτσιού, τότε η εκκλησία με την τελετή του αρραβώνα ευλογούσε την αμοιβαία υπόσχεση, κατά την οποία οι μελλόνυμφοι αντάλλασσαν δαχτυλίδια και δώρα.

– Ο αρραβώνας δεν ήταν δεσμευτικός για τους μελλόνυμφους και ο γάμος γινόταν, αφού υπογραφόταν συμβόλαιο γάμου. Στην Πελοπόννησο, όπου τα ήθη ήταν αυστηρά, απαγορευόταν να επισκεφθεί ο αρραβωνιαστικός το σπίτι της μνηστής του.

– Μετά τη θρησκευτική γαμήλια τελετή, η ένωση εθεωρείτο ιερή και από εκείνη τη στιγμή το ζευγάρι μπορούσε να κατοικήσει στο ίδιο σπίτι.

• Η υιοθεσία ήταν συνηθισμένη σε όλη την Ελλάδα. Υιοθετούνταν πολύ φτωχά παιδιά και ορφανά ή εγκαταλελειμμένα από τους γονείς τους. Η πράξη υιοθεσίας γινόταν με συμβόλαιο, παρουσία μαρτύρων, συμπληρωνόταν όμως και από θρησκευτική τελετή, στην οποία η Εκκλησία έδινε την ευλογία της μπροστά σε μάρτυρες. Έπρεπε όμως ο θετός πατέρας να κάνει πρώτα δήλωση ενώπιον του καδή και αυτός να εκδώσει το επίσημο έγγραφο της υιοθεσίας, για να αποκτήσει ο θετός γιος κληρονομικά δικαιώματα στην περιουσία του θετού πατέρα.

• Ο σύζυγος που χώριζε τη γυναίκα του ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει την προίκα, καθώς και τα δώρα του γάμου. Έπρεπε ακόμη να παραλάβει τα παιδιά ή να τα αφήσει στη μητέρα τους, πληρώνοντας τα έξοδα διατροφής τους.

Σύμφωνα με τον τουρκικό νόμο, έπρεπε να της δίνει για τη συντήρησή της ένα ορισμένο ποσό την ημέρα, που καθόριζε ο καδής, ανάλογο με την περιουσιακή του κατάσταση και τα προσόντα της γυναίκας.

• Η παντρεμένη γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει κανένα συμβόλαιο επ’ ονόματί της, γιατί βρισκόταν κάτω από την εξουσία του άντρα. Αυτός διαχειριζόταν την περιουσία της, σαν να ήταν δική του, δεν μπορούσε όμως να τη ρευστοποιήσει χωρίς τη συγκατάθεσή της.

• Σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου, η σύζυγος μπορούσε να δανείζεται χρήματα και να εγγυάται με την υπογραφή της για χρέη του συζύγου της. Αυτό το προτιμούσαν οι πιστωτές, γιατί συνήθως η ακίνητη περιουσία προερχόταν από την προίκα, που ανήκε στη σύζυγο. Οι έμποροι, βέβαια, είχαν τη συνήθεια να μην απαιτούν οι πιστωτές την προίκα της συζύγου για χρέη του ανδρός, διότι δεν αναγνωριζόταν στην Ελλάδα η κοινοκτημοσύνη μεταξύ των συζύγων.

Οικογένεια – Γάμος

Διαζύγιο – λόγοι διαζυγίου

Η ενσωμάτωση του ατόμου στην ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα συντελείται μέσω της έγγαμης κατάστασης, αφού για τη χριστιανική αντίληψη η οικογένεια και η τεκνοποιία αντιπροσωπεύουν την ανάγκη της συνέχειας του ανθρώπινου είδους. Η ορθόδοξη εκκλησία έτσι, από τη βυζαντινή εποχή είχε αποκρυσταλλώσει κανόνες, που ήταν βασισμένοι σε αυτοκρατορικούς νόμους και συνοδικές αποφάσεις και αφορούσαν τα κωλύματα του γάμου, τους κανόνες συνεύρεσης και τους λόγους λύσης του γάμου, καθώς και τη λειτουργία της οικογένειας γενικότερα.

Η Εκκλησία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας παρενέβαινε είτε με απαγορεύσεις γάμου είτε με τον περιορισμό του αριθμού των επιτρεπόμενων γάμων. Ως προς το ζήτημα της αναπαραγωγής, καθοριζόταν ο αριθμός των ημερών κατά τις οποίες απαγορεύεται η επαφή των συζύγων για θρησκευτικούς λόγους (νηστείες, σαρακοστές, σημαντικές εορτές).

Η οικογένεια αποτελείτο από τους συζύγους και τα ανύπαντρα παιδιά τους, είτε από το ένα μέλος (χήρα ή χήρο) και τα παιδιά τους ή από ζευγάρι χωρίς παιδιά. Κυρίαρχο πρότυπο ήταν η παιδοκεντρικά προσανατολισμένη οικογένεια. Η αδυναμία του ζευγαριού να τεκνοποιήσει μπορούσε να θεωρηθεί (και συχνά προβαλλόταν) ως αιτία χωρισμού. Καθώς η γυναίκα αναφερόταν σχεδόν πάντα ως η κύρια και μόνη υπαίτια στο πρόβλημα της στειρότητας, ο σύζυγος δικαιούτο να επικαλεσθεί τη «φυσική» του επιθυμία για τεκνοποίηση και να προχωρήσει, αφού χωρίσει με την άτεκνη γυναίκα, σε δεύτερο ή και τρίτο γάμο, ο οποίος στην εκκλησιαστική ορολογία ισοδυναμούσε με πολυγαμία ή “πορνείαν συνεσταλμένη”. Η στάση της Εκκλησίας όσον αφορά τον τρίτο γάμο ήταν ελαστική, ανάλογα με τις ηλικίες (διαφορετική αντιμετώπιση για τους νέους άνδρες, ιδιαίτερα έως 30 ετών). Όσον αφορά την αντιμετώπιση της συζυγικής στειρότητας ή της μη απόκτησης αρσενικού παιδιού, δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετη από οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές που προϋποθέτει ο θεσμός της οικογένειας και η διαιώνισή του, είτε από την αυστηρή κατανομή των έμφυλων ρόλων ανάμεσα στα μέλη της.

Οι εξώγαμες ετερόφυλες σχέσεις, από τις οποίες κατονομάζονται συνήθως η μοιχεία και η πορνεία, παρόλο που κι αυτές σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο ρυθμίζονταν με βάση τις καθορισμένες θρησκευτικές ποινές, τα επιτίμια, και επομένως υπό προϋποθέσεις συγχωρούνταν, με την προϋπόθεση της μετάνοιας, καταδικάζονταν. Το ίδιο ίσχυε για την αιμομιξία και τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις: πίστευαν ότι τα παιδιά που θα προέρχονταν θα γεννιούνταν “τυφλά, βουβά, κουφά, κουτσά, κακορίζικα”, ενώ η ομοφυλοφιλία, η «αρσενοκοιτία», ενείχε  την ίδια αισχρότητα με την κτηνοβασία.

Ιδιαίτερα για το εξώγαμο ζευγάρι η τύχη διαγραφόταν με ζοφερά χρώματα: σχεδόν πάντα αναγκάζονταν να αλλάξουν τόπο διαμονής, να ζουν στο περιθώριο των κοινωνικών εκδηλώσεων και του δημόσιου εκκλησιαστικού τυπικού, ενώ ο άνδρας υποχρεωνόταν, έχοντας χάσει το αξίωμα ή την εργασία του, να ασκεί κατώτερα επαγγέλματα και να ζει μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση. Γιατί ήταν πολύ φυσικό η διάλυση της οικογένειας και η διατάραξη των συζυγικών σχέσεων να αποτελούν μόνιμο, όπως φαίνεται, κίνδυνο για την κοινωνική και οικονομική ισορροπία της κοινότητας και των ορθόδοξων υπηκόων.

Στο οικονομικό επίπεδο, η διάλυση της αγροτικής οικογένειας, της βασικής παραγωγικής και συγχρόνως φορολογικής μονάδας στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μετά, συνιστούσε όντως άμεσο κίνδυνο αποδιάρθρωσης της ίδια της κοινότητας και των μηχανισμών συντήρησής της. Σε πολλές περιπτώσεις οι κοινοτικές και εκκλησιαστικές αρχές δεν περιορίζονταν μόνο στην εκφορά προτροπών ηθικολογικού περιεχομένου, αλλά παρενέβαιναν έμπρακτα στη ρύθμιση ή τη μετατροπή των κοινωνικών παραμέτρων που αφορούσαν είτε τον ίδιο το θεσμό του γάμου (τη διαστρωμάτωση της προίκας και τον περιορισμό ορισμένων, επιδεικτικού τύπου, γαμήλιων πρακτικών) είτε στις οικογενειακές υποθέσεις (διαζύγια, εξωσυζυγικές σχέσεις, συγκατοίκηση δυο γυναικών με τον ίδιο άνδρα, εγκατάλειψη συζύγου ή συζύγου και παιδιών) είτε, τέλος, τις ατομικές συμπεριφορές με έμφαση τις γυναικείες, όσων θεωρείτο ότι παρέκκλιναν από τα καθορισμένα πρότυπα.

Λόγοι διαζυγίου, λύσης του γάμου

Σχετικά με τους λόγους διαζυγίου τηρούνταν οι διατάξεις του Αρμενόπουλου, με τις οποίες είχε διευρυνθεί το νεότερο Ιουστινιάνειο δίκαιο. Νόμιμος λόγος διαζυγίου επιπλέον θεωρείται η πνευματική ασθένεια του ενός από τους συζύγους, η διάπραξη του αδικήματος της άμβλωσης από τη σύζυγο σε έμβρυο που προερχόταν από το γάμο και η άμβλωση από μίσος για τον σύζυγο. Επίσης, διαζύγιο προβλεπόταν, εάν προέκυπτε ότι η νύφη δεν ήταν παρθένα.

Άλλοι λόγοι μπορούσε να είναι με βάση τις αποφάσεις των επισκοπικών δικαστηρίων:

– η συκοφάντηση εκ μέρους του ανδρός της συζύγου του ως μοιχαλίδος ή ότι δεν βρήκε τη γυναίκα του παρθένο,

– η συκοφάντηση του ανδρός από τη γυναίκα του ότι δεν τήρησε την πίστη,

– η επιληψία ενός εκ των συζύγων,

– η γυναικεία στειρότητα, η πρόωρη παύση της εμμήνου ρύσεως ή η μεγάλη διαφορά ηλικίας, αν ο άνδρας ήταν νεότερος,

– η υπέρμετρη οινοποσία και η ηθική και υλική παραμέληση της γυναίκας εκ μέρους του άνδρα.

Η Εκκλησία μάλιστα έφτασε να επιτρέπει το διαζύγιο λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων.

Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια στα οποία είχε χορηγηθεί με προνομιακούς ορισμούς η δικαιοδοσία της εκδίκασης των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου των υποδούλων, ερμήνευαν με μεγάλη ευρύτητα τους λόγους διαζυγίου που προέβλεπε το βυζαντινό δίκαιο, με σκοπό να συμπεριλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις.

– Η ελαστικότητα της Εκκλησίας θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα του κινδύνου που διέτρεξε ο θεσμός του γάμου από τον κατακτητή. Γιατί οι ενδιαφερόμενοι χριστιανοί, στην άρνηση των εκκλησιαστικών αρχών να χορηγήσουν διαζύγιο, κατέφευγαν στον ιεροδίκη για να λύσουν το γάμο τους και πολλές φορές ασπάζονταν τη μωαμεθανική θρησκεία. Ο μωαμεθανικός νόμος έδινε τη δυνατότητα στον άνδρα να χορηγήσει διαζύγιο «δι’ αποπομπής», έστω κι αν δεν είχε κανέναν ιδιαίτερο λόγο.

Γάμος

Η προίκα

• Η κοπέλα, όταν παντρευόταν, έπρεπε να προικίζεται από τους γονείς της, οι οποίοι της παραχωρούσαν, όπως αναφερόταν στο προικοσύμφωνο, ακίνητα, χρήματα, καθώς και ρουχισμό.

• Σε μερικά νησιά, ο πατέρας έπρεπε να δίνει σε κάθε κορίτσι από ένα σπίτι επιπλωμένο, μαζί με τα είδη του νοικοκυριού.

• Σε μερικά νησιά, το πρώτο κορίτσι έπαιρνε όλη την προίκα που είχαν δώσει στη μητέρα της οι γονείς της ή άλλοι συγγενείς.

• Στη Μύκονο έδιναν στην πρωτοκόρη εκτός από την προίκα της μητέρας και όλη την πατρική περιουσία, γιατί αυτή έπρεπε να προσέξει τους γονείς της μέχρι το θάνατό τους. Στην Ύδρα και τις Σπέτσες το σπίτι το έπαιρνε ο μικρότερος γιος, ενώ για τους άλλους, ο πατέρας έχτιζε άλλα σπίτια ενώ τα κορίτσια έπαιρναν μονάχα ρουχισμό και μετρητά. Αντίθετα στην Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα το πατρικό σπίτι έπαιρνε ο πρωτότοκος γιος.

Κληρονομικά θέσμια

• Η κληρονομιά κατά τον εκκλησιαστικό νόμο ή κατά τον Αρμενόπουλο, μοιράζεται εξίσου στα νόμιμα παιδιά. Τα έθιμα τού κάθε τόπου όμως ήταν διαφορετικά.

• Στην Πελοπόννησο, λόγου χάρη, τα παντρεμένα κορίτσια, εφόσον είχαν πάρει προίκα, δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά. Σε μερικά μέρη τα αγόρια συνήθιζαν να μοιράζονται εξίσου την πατρική περιουσία, αφού πάντρευαν ή εξασφάλιζαν τις ανήλικες αδελφές τους. Ιερό καθήκον των αγοριών ήταν να εξασφαλίσουν τις ανύπαντρες αδελφές τους, αν ο πατέρας είχε πεθάνει, εφόσον δεν επαρκούσε η κληρονομιά. Ήταν σπάνια τα παραδείγματα νέων ανδρών που παντρεύονταν χωρίς να έχουν αποκαταστήσει τις αδελφές τους.

• Στην Άνδρο ο πρωτότοκος γιος κληρονομούσε την περιουσία του πατέρα του και η πρωτότοκη θυγατέρα ολόκληρη την προίκα της μητέρας της. Τα υπόλοιπα αδέλφια κληρονομούσαν εξίσου την περιουσία που απέκτησαν οι γονείς τους, αφότου πάντρεψαν το πρώτο τους παιδί. Αυτή η σκληρή συνήθεια ανάγκαζε τα νεότερα αδέλφια, όταν οι γονείς τους ήταν φτωχοί, να μεταναστεύουν ή να φορούν το ράσο.

• Σε άλλα νησιά, η περιουσία της μάνας πήγαινε στα κορίτσια. Εξαιρούνταν μονάχα τα εξωκλήσια που έπρεπε να δοθούν σ’ ένα από τα αγόρια.

• Σε περίπτωση χηρείας, ο άνδρας κρατούσε για λογαριασμό του όλη την προίκα της γυναίκας του, μόνο που δεν μπορούσε να τη ρευστοποιήσει, γιατί αυτή ανήκε στα παιδιά. Το ίδιο και η μάνα, εφόσον υπήρχε παιδί από τον γάμο και ξαναπαντρευόταν. Σε περίπτωση θανάτου του παιδιού, η σύζυγος κρατούσε το τρίτο ή το τέταρτο της κληρονομιάς του ανδρός της και το υπόλοιπο το έπαιρναν οι συγγενείς του συζύγου.

• Σε περίπτωση που το ζευγάρι δεν έχει αποκτήσει παιδιά, και ο άνδρας και η γυναίκα μπορούσαν να κληρονομήσουν την περιουσία του συζύγου ή της συζύγου, εάν χήρευαν, εφόσον όμως είχε αναγραφεί ως όρος στο συμβόλαιο γάμου. Αυτό συνέβαινε κυρίως στα νησιά, ενώ σε άλλα μέρη η κληρονομιά μοιραζόταν μεταξύ τού ή τής συζύγου και της οικογένειας του εκλιπόντος.

• Στην Πελοπόννησο σε περίπτωση θανάτου του παντρεμένου γιου, εάν το ζευγάρι δεν είχε τεκνοποιήσει, οι γονείς κληρονομούσαν την περιουσία του και συνήθιζαν να συγκατοικούν με τη νύφη, εφόσον παρέμενε χήρα. Η προίκα της και τα δώρα που της είχε χαρίσει ο άντρας της θεωρούνταν ιερά. Αν ξαναπαντρευόταν, έπρεπε οι κληρονόμοι του ανδρός της να της επιστρέψουν όλο το ρουχισμό της προίκας της, όπως ήταν γραμμένος στο συμβόλαιο του γάμου.

Η διαθήκη

• Μπορούσε να είναι γραπτή ή να γίνει μπροστά στους συγγενείς ως τελευταία επιθυμία.

• Κάθε άνδρας ή γυναίκα που είχε κλείσει τα 25 χρόνια, είχε δικαίωμα να κάνει διαθήκη ή να διαθέτει, όπως ήθελε, την περιουσία του.

• Καθένας μπορούσε:

– να αφήσει όσα ήθελε σε κάθε παιδί του ή στον πιο κοντινό του συγγενή,

– να αποκληρώσει ένα παιδί του, αν είχε παραστρατήσει ή τον είχε πληγώσει,

– να διορίσει εκτελεστές της διαθήκης του ή επιτρόπους για τα ανήλικα παιδιά του,

– να αφήσει χρήματα ή ακίνητα σε εκκλησίες, μοναστήρια, σχολεία ή άλλα ιδρύματα της πατρίδας του.

• Αν πέθαινε κάποιος χωρίς να αφήσει διαθήκη, οι κληρονόμοι όφειλαν, προτού μοιράσουν την περιουσία, να ξεχωρίσουν ένα ποσό για τη “σωτηρία της ψυχής του”, το οποίο μοιραζόταν σε φτωχούς ή δινόταν στον ιερέα για να κάνει μνημόσυνα.

• Κάθε διαθήκη εθεωρείτο ιερή και απαραβίαστη, γι’ αυτό αν κάποιο παιδί την προσέβαλε (είχε το δικαίωμα με βάση τον τουρκικό νόμο), αποκτούσε κακή φήμη ή περιφρονείτο.

• Ο τουρκικός νόμος όριζε ότι οι κατιόντες συγγενείς δικαιούνταν τα 2/3 της κληρονομιάς και οι σύζυγοι το 1/3.

• Σύμφωνα με το ελληνικό αστικό δίκαιο, που διατηρήθηκε μέσω της Εκκλησίας, τα παιδιά κληρονομούσαν εξίσου την πατρική περιουσία, εκτός αν οι γονείς ήθελαν διαφορετικά.

• Οι διαθήκες ήταν δημόσιες ή μυστικές.

– οι μυστικές ήταν εκείνες που συντάσσονταν από κάποιους για λόγους προνοητικότητας. Αυτή η διαθήκη υπογραφόταν από τον ίδιο τον εντολέα,

– οι δημόσιες υπογράφονταν μπροστά στον εξομολογητή και τους μάρτυρες, οι οποίοι έπρεπε να συνυπογράψουν. Αν αυτός που άφηνε τη διαθήκη ήταν αγράμματος, υπέγραφε αντί γι’ αυτόν ο πιο κοντινός του εγγράμματος συγγενής ή φίλος, γεγονός που αναφερόταν στη διαθήκη. Σε πολλά μέρη η υπογραφή γινόταν μπροστά στον επίσκοπο, για να έχει μεγαλύτερο κύρος.

Στα νησιά του Αιγαίου οι διαθήκες, τα συμβόλαια γάμου και άλλα παρόμοια έγγραφα συντάσσονταν από συμβολαιογράφους, τους λεγόμενους “μνήμονες” ή “καντσιλιέρηδες“. Οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξη των εγγράφων αυτών και τηρούσαν βιβλίο, στο οποίο κατέγραφαν την ακίνητη ιδιοκτησία του καθενός και τις τυχόν μεταβολές της. Τέτοιος συμβολαιογράφος υπήρχε και στην Αθήνα.

• Αν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των κληρονόμων, το θέμα το έλυναν με διαιτησία οι τοπικοί δημογέροντες ή προεστοί ή ο επίσκοπος. Αν κάποιος κληρονόμος δεν έμενε ευχαριστημένος, μπορούσε να καταφύγει στα τουρκικά δικαστήρια.

Η επιτροπεία

• Όταν πέθαινε ένας πατέρας χωρίς να αφήσει γραπτή διαθήκη ή χωρίς να έχει ορίσει ποιος θα είναι ο επίτροπος των παιδιών του, οι συγγενείς μαζί με τους προκρίτους είχαν δικαίωμα να διορίσουν αυτοί τον επίτροπο ή κηδεμόνα. Συνήθως οριζόταν κάποιος από τους πολύ στενούς συγγενείς του εκλιπόντος. Στις μεγάλες πόλεις, που υπήρχαν τουρκικές αρχές, αυτές διόριζαν τον επίτροπο ή επικύρωναν αυτόν που είχαν διαλέξει οι συγγενείς ή είχε ορίσει ο ίδιος ο πατέρας με τη διαθήκη του.

• Εφόσον ο χήρος ή η χήρα δεν ξαναπαντρευόταν, αυτός εθεωρείτο ο φυσικός επίτροπος των παιδιών του και διαχειριστής της περιουσίας τους. Αν όμως ο πατέρας και μετά το δεύτερο γάμο του εξακολουθούσε να διαχειρίζεται την περιουσία των παιδιών που απέκτησε από τον πρώτο γάμο του, τότε ήταν υποχρεωμένος κατά την ενηλικίωση των παιδιών του να λογοδοτήσει μπροστά στο οικογενειακό συμβούλιο και στους δημογέροντες και να επιστρέψει την περιουσία τους.

• Η χήρα διαχειριζόταν την περιουσία των παιδιών της μαζί με τους πιο στενούς συγγενείς του ανδρός της ή με το οικογενειακό συμβούλιο. Δεν είχε δικαίωμα να την πουλήσει, παρά μονάχα αν δεν είχε να τα ζήσει, μόνο όμως με τη συγκατάθεση των στενών συγγενών του ανδρός της ή των δημογερόντων.

Επίσης, τα ενήλικα αδέλφια μπορούσαν να επιτροπεύουν τα μικρότερα ανήλικα αδέλφια τους ή να διαχειρίζονται την περιουσία τους. Οι στενότεροι συγγενείς μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να επεμβαίνουν στη διαχείριση από τη μητέρα και τα αδέλφια, εάν υποψιάζονταν κατάχρηση.

• Ο επίτροπος, όταν διαπίστωνε ότι το αγόρι, έστω και αν δεν είχε ενηλικιωθεί, ήταν μυαλωμένο και ικανό, μπορούσε να το αφήσει να διαχειρίζεται την περιουσία του. Τα κορίτσια όμως μπορούσαν να διαθέτουν νόμιμα την περιουσία τους μόνο μετά το γάμο τους.

• Η διανομή της κληρονομιάς ανάμεσα στα αδέλφια και η παράδοση της περιουσίας στα ενήλικα πλέον παιδιά γινόταν μπροστά στους συγγενείς και στους προεστούς του τόπου.

• Οι επίτροποι και οι κηδεμόνες ήταν πάντοτε υπόλογοι σε περίπτωση ασυγχώρητης αμέλειας ή δόλου.

• Οι διαφορές σχετικά με τη διαχείριση της περιουσίας εξομαλύνονταν από τον επίσκοπο και τους προεστούς του τόπου, οι οποίοι ενεργούσαν ως διαιτητές, όπως σε όλες τις αστικές υποθέσεις, και πολύ σπάνια οι διαφορές αυτές έφταναν μέχρι τον καδή.

Η ενηλικίωση

• Σύμφωνα με τον τουρκικό νόμο, κάθε παιδί μόλις έκλεινε τα 13 ήταν νομικά υπεύθυνο για τις πράξεις του, άσχετα αν βρισκόταν ακόμη κάτω από την πατρική εξουσία.

• Το ελληνικό δίκαιο, βασισμένο στο ρωμαϊκό, διέφερε ανά τόπο. Σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ο γιος εθεωρείτο ενήλικος όταν γινόταν 25 ετών, σε άλλα μέρη 20 και αλλού όταν παντρευόταν. Στην Πελοπόννησο, όπου τα αγόρια παντρεύονταν σε ηλικία 16-20 ετών και παρέμεναν στο πατρικό σπίτι, ο χρόνος ενηλικίωσης ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Η πατρική κηδεμονία σταματούσε όταν ο γιος αποκτούσε δικό του σπίτι και δική του δουλειά. Εάν όμως εργαζόταν με τον πατέρα, εθεωρείτο μέτοχος της πατρικής περιουσίας, εφόσον δούλευε σ’ αυτήν από την παιδική του ηλικία. Γι’ αυτό και οι παντρεμένες κόρες που προικίζονταν και έφευγαν από το πατρικό σπίτι, δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά του πατέρα, εφόσον η περιουσία αυτή αυξανόταν από τη δουλειά των αδελφών τους.

Η ιδιοκτησία

• Σε όλες τις χώρες που υπάγονταν στην οθωμανική αυτοκρατορία, η ακίνητη περιουσία ανήκε:

– στο κράτος,

– σε ιδιώτες (τσιφλίκια),

– σε θρησκευτικά ή φιλανθρωπικά ιδρύματα (βακούφια).

Κάθε κτήμα πλήρωνε το φόρο της δεκάτης σε είδος, από το ετήσιο εισόδημα. Τον φόρο αυτό εισέπρατταν για λογαριασμό του κράτους οι σπαχήδες, είτε ο σουλτάνος τον παραχωρούσε σε κάποιον ως εισόδημα ή προοριζόταν για τη συντήρηση κάποιου οχυρού. Τα εισοδήματα αυτά ήταν παρόμοια με αυτά από τα τιμάρια και λέγονταν τιμάριο[*], σπαλίκι ή ιλτισαμί. Τον φόρο της δεκάτης που προερχόταν από τα βακούφια και τα βοσκοτόπια αναλάμβαναν να τον εισπράξουν επίσης κάθε χρόνο οι σπαχήδες. Τους υπόλοιπους τους άφηναν να τους εισπράττουν οι αγάδες ή στρατιωτικοί αρχηγοί, είτε εφ’ όρου ζωής είτε με δικαίωμα να τους κληροδοτήσουν στα παιδιά τους. Για να έχουν οι κληρονόμοι αυτό το δικαίωμα, έπρεπε  να καταβάλουν στην Πύλη κάποιο ποσό, προκειμένου να πάρουν το λεγόμενο βεράτιο, δηλαδή το σχετικό επίσημο έγγραφο.

• Ο μοναδικός και πραγματικός ιδιοκτήτης τη γης ήταν ο σουλτάνος, γι’ αυτό και η ιδιοκτησία δεν ήταν καθόλου εξασφαλισμένη, αφού μπορούσε να γίνει κατά τη βούλησή του καταστρατήγηση τού νόμου που την προστάτευε.

• Τα βακούφια, επειδή λογίζονταν ιερά, δεν δημεύονταν ποτέ, ούτε και θεωρούνταν περιουσία του σουλτάνου. Ήταν σπίτια, μαγαζιά ή καλλιεργημένες εκτάσεις και το εισόδημά τους διετίθετο για τη συντήρηση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων. Γι’ αυτό όσοι είχαν ακίνητη περιουσία και δεν είχαν παιδιά προτιμούσαν να την προσφέρουν ως κληροδότημα στα τζαμιά ή στα μοναστήρια, διότι διαφορετικά δημεύονταν από τον σουλτάνο. Έτσι, όσο ζούσαν διατηρούσαν την περιουσία τους και πλήρωναν μονάχα ένα μικρό ετήσιο φόρο στα εκκλησιαστικά αυτά ιδρύματα.

• Οι ιδιωτικές γαίες ήταν περιορισμένης ιδιοκτησίας (σ’ αυτή την κατηγορία περιελήφθησαν σταδιακά τα τσιφλίκια) και πλήρους ιδιοκτησίας και ανήκαν σε μουσουλμάνους ή χριστιανούς ιδιοκτήτες.

• Σε όσα μέρη δεν είχαν πατήσει καθόλου οι Τούρκοι, αλλά οι κάτοικοι είχαν υποταγεί με συνθήκες, εκεί ο καθένας διατηρούσε την ακίνητη ιδιοκτησία του, που ήταν περισσότερο εξασφαλισμένη κι αυτό γιατί οι δημογέροντες ή προεστοί, όταν οι Τούρκοι πίεζαν τους Έλληνες, μεσολαβούσαν ώστε να αποτραπεί η δήμευση ή κατόρθωναν να αποσπάσουν από τους πασάδες ή την Πύλη διάφορα προνόμια.

• Στα νησιά του Αιγαίου, όπου δεν κατοικούσαν οι Τούρκοι, τα κτήματα ανήκαν σε ιδιώτες και σε μοναστήρια.

• Στην Πελοπόννησο και στη Στερεά η πλειοψηφία των Ελλήνων ήταν αγρότες, δεν ήταν όμως όλοι κάτοχοι της γης που καλλιεργούσαν. Μόνο στα λεγόμενα κεφαλοχώρια ήταν απόλυτα κύριοι της ακίνητης περιουσίας τους και μπορούσαν να πωλούν, να αγοράζουν ή να μεταβιβάζουν στους κληρονόμους τα αγαθά τους, πληρώνοντας ένα είδος δεκάτη στον σπαχή.

• Τα κτήματα που καλλιεργούσαν οι αγρότες χωρίς να τους ανήκει ούτε μια σπιθαμή γης λέγονταν ζευγολατιό ή τσιφλίκια και ανήκαν σε Τούρκους ή Έλληνες μεγαλοτσιφλικάδες. Πολλές φορές όμως τα σπίτια που ήταν μέσα σ’ αυτά τα κτήματα καθώς και το περιβολάκι μπροστά τους ανήκαν στους χωρικούς. Οι χωρικοί που καλλιεργούσαν τα κτήματα δεν ήσαν δούλοι. Κατοικούσαν εκεί και δούλευαν με τους όρους που είχαν συμφωνήσει με τους αφεντάδες. Τα χωράφια που καλλιεργούσαν τα μεταβίβαζαν με τους ίδιους όρους στα παιδιά τους.

• Σε περιοχές που είχαν υποταχθεί με τη θέλησή τους, καθώς και σε άγονες περιοχές, ορεινές ή νησιωτικές, υπήρχαν χριστιανοί μικροϊδιοκτήτες. Το μεγαλύτερο μέρος όμως των χριστιανών αγροτών ήταν ένοικοι, δουλοπάροικοι ή δούλοι, που καλλιεργούσαν δημόσιες γαίες, βακουφικές γαίες ή ιδιωτικές γαίες.

Οι ελεύθεροι γεωργοί

• Ήταν οι γεωργοί που είχαν γη κατά τη στιγμή της κατάκτησης και ήταν εγγεγραμμένοι στα κτηματολόγια των Βυζαντινών.

• Οι “ελεύθεροι γεωργοί” δεν ήσαν ουσιαστικά ελεύθεροι, αφού δεν είχαν δικαίωμα γαιοκτησίας αλλά μόνο γαιοχρησίας, η οποία όμως μεταβιβαζόταν και στους απογόνους τους. Είχαν καθήκον να καλλιεργήσουν τη γη κανονικά, τις γαίες για τις οποίες είχαν δικαίωμα γαιοχρησίας και να πληρώνουν τους καθορισμένους φόρους. Αν παραμελούσαν να τις καλλιεργήσουν μέσα στα προσδιορισμένα χρονικά όρια, τότε έχαναν τα δικαιώματά τους.

• Ο ελεύθερος γεωργός ήταν ουσιαστικά δεμένος με το κτήμα του και δεν ήταν εύκολο να φύγει από τον τόπο του, γιατί οι μετακινήσεις των γεωργών από τόπο σε τόπο απαγορεύονταν. Η κεντρική εξουσία προσπαθούσε να περιορίσει τις μετακινήσεις για να διατηρεί τα εισοδήματα των σπαχήδων και η γη να καλλιεργείται. Γι’ αυτό και αν κάποιος γεωργός εγκατέλειπε το κτήμα του και κατέφευγε σε μια πόλη για να ακολουθήσει άλλο επάγγελμα, υποχρεωνόταν να πληρώσει στον τιμαριούχο βαρύ πρόστιμο.

• Το οθωμανικό κράτος επέτρεπε μόνο την κληρονομική μεταβίβαση της γαιοχρησίας και απαγόρευε την κληρονομική μεταβίβαση τμημάτων της γης, για να αποφευχθεί η κατάτμηση των γαιών και να διατηρηθούν βιώσιμες οικογενειακές γαίες.

Οι δουλοπάροικοι

• Οι δουλοπάροικοι αποτελούσαν χωριστή ομάδα γεωργών, οι οποίοι όμως δεν είχαν δικαιώματα γαιοχρησίας. Οι συνθήκες ζωής τους ήταν καθορισμένες από γραπτούς κανονισμούς, οι οποίοι κανόνιζαν τη νομική τους υπόσταση.

• Οι ακτήμονες αυτοί ήταν δεμένοι με τη γη, ήταν δηλαδή στη διάθεση του γαιοκτήμονα κυρίου τους και οι απόγονοί τους διατηρούσαν αυτή την ιδιότητα. Ο γαιοκτήμονας τούς παραχωρούσε τον σπόρο, τα ζώα για την άροση και τα απαραίτητα εργαλεία. Όφειλαν να αναπληρώσουν εργαλεία ή ζώα σε περίπτωση απώλειάς τους και ήταν υποχρεωμένοι να σπείρουν την ποσότητα σπόρου που όριζε ο τιμαριούχος ή ο διαχειριστής του κτήματος και να καλλιεργούν τα χωράφια με ευσυνειδησία.

• Την εποχή της συγκομιδής ο δουλοπάροικος αφαιρούσε ποσότητα σπόρου ίση με εκείνην που είχε σπαρεί, και το υπόλοιπο της συγκομιδής χωριζόταν σε δυο ίσα μέρη, ένα για τους γαιοκτήμονες και ένα για τον δουλοπάροικο, ο οποίος έπρεπε να αποδώσει και τον έγγειο φόρο που αντιστοιχούσε.

Δούλοι

• Το κράτος τούς χρησιμοποιούσε σε φυτείες ρυζιού και άλλα κτήματα, τα προϊόντα των οποίων προορίζονταν για τις ανάγκες του στρατού.

• Ήταν αιχμάλωτοι πολέμου που εργάζονταν σε σουλτανικές ή βακουφικές γαίες ή στα κτήματα των αρχόντων. Αυτοί ήταν πάντοτε στη διάθεση των κυρίων τους, οι οποίοι μπορούσαν να τους μεταφέρουν οπουδήποτε επιθυμούσαν και φυσικά να τους πουλήσουν σε σκλαβοπάζαρα. Η ιδιότητα μεταφερόταν και στα παιδιά τους.

• Όταν ελευθερώνονταν, είτε με την καταβολή λύτρων ή σε ανταμοιβή για την πιστή υπηρεσία ή την αποδοτική εργασία ορισμένων χρόνων από τον κύριό τους, μπορούσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.


[*] Τα τιμάρια ήταν κτηματικές εκτάσεις που δίνονταν για νομή σε στρατιωτικούς αξιωματούχους με δικαίωμα είσπραξης των καθορισμένων φόρων. Οι κάτοχοι λέγονταν σπαχήδες.

Το τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από τα μέσα του 16ου αιώνα από εκείνο των τσιφλικιών.