Skip to content Skip to footer

Δικαστικές αρχές

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, φορείς απονομής δικαιοσύνης ήταν:

– Ο Τούρκος δικαστής, ο καδής, που είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα της επαρχίας. Δίκαζε όλες τις πολιτικές και εμπορικές υποθέσεις, εφόσον οι υπόδικοι κατέφευγαν σ’ αυτόν. Είχε ακόμη την ποινική δικαιοδοσία και υπό τις διαταγές του την αστυνομία. Ποινικές υποθέσεις δίκαζε όμως μόνο όταν έπαιρνε τέτοια διαταγή από τον πασά.

– Οι κοινοτικοί άρχοντες, οι δημογέροντες ή προεστοί ή κοτζαμπάσηδες. Αυτοί, εκτός από την είσπραξη των φόρων, διαχειρίζονταν την κοινοτική περιουσία και έλυναν ως διαιτητές τις διάφορες αστικές υποθέσεις. Η εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων γινόταν, κυρίως στην Πελοπόννησο, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, από τον καδή ή μαλά. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, ιδιαίτερα στα νησιά,  εκδίκαζαν και ποινικές υποθέσεις.

Οι προεστοί συνυπέγραφαν τα συμβόλαια ή τα συμφωνητικά που έκαναν μεταξύ τους οι Έλληνες, συμμετείχαν σε ζητήματα επιτροπείας και υπερασπίζονταν τους υπόδουλους Έλληνες μπροστά στον καδή, αν είχαν μια αστική υπόθεση με κάποιον Τούρκο. Στις ποινικές υποθέσεις μάλιστα ο καδής δεν είχε δικαίωμα να δικάσει, αν δεν ήταν μπροστά και ο προεστός, ο οποίος είχε το δικαίωμα να κάνει έφεση στον πασά.

Στα νησιά, ακόμη και όπου υπήρχε καδής, οι άρχοντες ήταν εκείνοι που δίκαζαν τις αστικές υποθέσεις. Η ανάμειξή τους είχε το χαρακτήρα διαιτησίας και όποιος ήθελε μπορούσε να κάνει έφεση για την απόφαση αυτή στον διερμηνέα των νησιών, τον Δραγουμάνο του Στόλου, που είχε μεγάλη επιρροή. Βασικά όμως οι νησιώτες ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις των αρχόντων τους. Σε ορισμένα νησιά ο καδής ήταν Έλληνας, για παράδειγμα στην Πάρο, και ποτέ δεν μπορούσε να βγάζει αποφάσεις μόνος του, χωρίς τον κοινοτάρχη, ο οποίος τον έλεγχε. Η Πύλη έστελνε συνήθως οδηγίες να λύνονται οι διαφορές των Ελλήνων σε συνεργασία με τους άρχοντες και μάλιστα σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμα του τόπου. Αυτό ίσχυε και στα νησιά που υπήρχε βοεβόδας, ο οποίος εκτός από φοροεισπράκτορας και διοικητής ήταν και δικαστής για τους Έλληνες, όπου δεν υπήρχε καδής, π.χ. στη Μήλο.

– Ο Πατριάρχης και τα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας, ο Οθωμανός κυρίαρχος αναγνώρισε τον Πατριάρχη όχι μόνο ως θρησκευτικό αρχηγό αλλά ταυτόχρονα ως κορυφή μιας περιορισμένης δικαστικής ιεραρχίας επί των υποδούλων Ελλήνων, που την αποτελούσαν ο υποδεέστερος κλήρος και οι προεστοί. Η εξουσία αυτή αφορούσε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, κυρίως αυτές που ανάγονταν στη σύσταση και τη λύση του γάμου μεταξύ των Χριστιανών. Επίσης σε ζητήματα που αφορούσαν διαφορές σε κληρονομικές διαδοχές από διαθήκες. Η δικαιοδοσία τους όμως είχε τη μορφή διαιτησίας και οι εφέσεις διαβιβάζονταν στη Σύνοδο ή στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης.

Τα προνόμια αυτά δεν ήταν ικανά να περιορίσουν πάντα την αυθαιρεσία των Οθωμανών, αφού οι προνομιακοί ορισμοί και οι διαταγές των Σουλτάνων είχαν περιορισμένη χρονική διάρκεια και η ανανέωσή τους γινόταν συχνά με οδυνηρές χρηματικές θυσίες.

Οι Έλληνες ήταν φυσικό να θεωρούν τον κλήρο φυσικό προστάτη τους απέναντι στην αυθαιρεσία του δυνάστη και να υπακούουν σε αυτόν. Αυτή η σχέση προστάτη – προστατευόμενου είχε ως συνέπεια ο κλήρος να γίνει σιγά – σιγά το επίκεντρο του ελληνικού λαού και οι Έλληνες να προσφεύγουν στις εκκλησιαστικές αρχές για όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη ζωή τους αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Έτσι η εκκλησιαστική δικαιοδοσία απόκτησε τέτοιο κύρος, ώστε άρχισαν να προσφεύγουν σε αυτόν όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και οι Εβραίοι ή Τούρκοι για να λύσουν τις διαφορές τους. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι στην τουρκική δικαιοσύνη η απόφαση προσδιοριζόταν περισσότερο από τα δώρα που υπόσχονταν οι αντίδικοι και λιγότερο από την ισχύ του δικαίου.

Η δικαστική δικαιοδοσία του κλήρου διαμορφώθηκε με το πέρασμα του χρόνου σε ένα καλά οργανωμένο σύστημα, με ένα είδος ιεραρχίας και βαθμούς δικαιοδοσίας, χωρίς όμως ακρίβεια και ενότητα.

Στην Κωνσταντινούπολη τη δικαστική εξουσία του κλήρου, σχετικά με τους Έλληνες κατοίκους της, ασκούσε ο ίδιος ο Πατριάρχης, ο οποίος αποφάσιζε όχι μόνος αλλά με τη συμμετοχή και τη σύμφωνη γνώμη ενός συμβουλίου, που το αποτελούσαν κληρικοί και αρκετοί από τους λαϊκούς και κατοίκους της πόλης. Το συμβούλιο αυτό συνεδρίαζε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή με πρόεδρο τον Πατριάρχη. Το συμβούλιο αποφάσιζε για ζητήματα αστικού δικαίου, είχε όμως και σημαντική ποινική αρμοδιότητα, για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί από Έλληνες. Οι επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι ασκούσαν στις περιφέρειές τους αντίστοιχα αστική δικαστική δικαιοδοσία με τη συμμετοχή κι εδώ συμβουλίου από κληρικούς και λαϊκούς. Η ποινική τους αρμοδιότητα όμως ήταν περιορισμένη και οι αποφάσεις τους είχαν λιγότερο κύρος από αυτές του Πατριάρχη. Ανάμεσα όμως στα εκκλησιαστικά αυτά δικαστήρια δεν υπήρχε καμία πραγματική σχέση ιεραρχίας, έτσι ώστε οι αποφάσεις των Επισκόπων να μπορούν να ανακληθούν, μετά από έφεση, από τον Πατριάρχη.

Η Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης ίσχυε ως μοναδικός δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας. Επρόκειτο για ένα συμβούλιο που συγκροτείτο από ένα ποσοστό μητροπολιτών και επιτρόπων και από σημαντικούς Έλληνες λαϊκούς. Στη Σύνοδο που συνεδρίαζε κι αυτή δυο φορές την εβδομάδα, μπορούσε να απευθυνθεί όποιος πίστευε ότι η απόφαση Επισκόπου ή και του Πατριάρχη τον αδικούσε. Βέβαια, επειδή ο Πατριάρχης προήδρευε, δεν τροποποιούνταν οι αποφάσεις του, ενώ έφεση κατά της απόφασης του Πατριάρχη σπάνια ασκούσε κανείς, λόγω της εκτίμησης και του δέους προς το πρόσωπό του.

Παρά τη συγκεκριμένη αυτή δικαιοδοσία του κλήρου, η υπαγωγή σε αυτήν δεν ήταν  υποχρεωτική, αφού οι κληρικοί δεν μπόρεσαν ποτέ να θεωρηθούν πραγματικοί δικαστές, αλλά παρέμεναν πάντα διαιτητές με αρμοδιότητα στηριγμένη στη συμφωνία των διαδίκων. Ενώ όμως ο εξωτερικός καταναγκασμός για την υπαγωγή στη δικαιοδοσία του κλήρου ήταν περιορισμένος, σημαντική ήταν η εσωτερική επιβολή, ο καταναγκασμός της συνείδησης. Πολύ γρήγορα επικράτησε η άποψη πως για τους ορθόδοξους χριστιανούς η υποβολή στην κρίση άπιστων δικαστών ήταν έγκλημα κατά της θρησκείας, έστω κι αν οι διαφορές τους αφορούσαν εγκόσμια αγαθά.

Κανονικές διατάξεις των εκκλησιαστικών αρχών απαγόρευαν στους χριστιανούς να προσφεύγουν σε “εξωτερικά κριτήρια”, όπως αποκαλούσαν τα τουρκικά δικαστήρια, και τους προέτρεπαν να καταφεύγουν στις εκκλησιαστικές αρχές για την επίλυση των διαφορών τους «κατά τους εκκλησιαστικούς και χριστιανικούς νόμους, ωσάν αληθινοί και ευσεβείς χριστιανοί και όχι εξωτερικώς και αλλοτριοτρόπως». Τους απειθείς και μη συμμορφούμενους απειλούσαν με την ποινή του αφορισμού, που ασκούσε ιδιαίτερη επίδραση στους χριστιανούς, και σε όλες τις εκκλησίες κατηγορούσαν δημόσια όσους το έκαναν ότι ήταν προδότες της θρησκείας και ανάξιοι να λέγονται Έλληνες. Υποστηριζόταν εξάλλου ότι οι Τούρκοι δικαστές ήταν ανίκανοι να κρίνουν σωστά τις μεταξύ των χριστιανών σχέσεις, αφού δεν γνώριζαν τα ήθη και τα έθιμά τους.

Κατά κανόνα οι υπόδουλοι Έλληνες απέφευγαν την προσφυγή στα οθωμανικά δικαστήρια, όχι μόνο από απέχθεια προς το δυνάστη τους, αλλά και από φόβο μήπως, εκτός από την υποχρέωση να πληρώνουν 10% για κάθε υπόθεση, κινδύνευε η περιουσία τους από τη βουλιμία των τουρκικών αρχών.

Επίσης, επειδή τα οθωμανικά δικαστήρια δίκαζαν με βάση το μουσουλμανικό δίκαιο, υπήρχε ο κίνδυνος αφανισμού του ελληνικού πάτριου δικαίου, γι’ αυτό και οι ελληνικές εκκλησιαστικές  αλλά και κοινοτικές αρχές, αντιδρούσαν με σκοπό την επιβίωση και διάσωση του ελληνικού δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αντίδραση της Εκκλησίας με την απειλή του αφορισμού, όταν ο θεσμός του γάμου απειλήθηκε σοβαρά από τη σύναψη γάμων ενώπιον του καδή, με κεπήνιο. Στη σύναψη του γάμου αυτού, που ήταν ένα είδος πολιτικού γάμου, ο άνδρας υποσχόταν ενώπιον του καδή να χορηγήσει στη σύζυγο αποζημίωση σε περίπτωση που έλυε τον γάμο. Το 1671 ο Πατριάρχης Παρθένιος Δ΄ πέτυχε την έκδοση σουλτανικού ορισμού για την απαγόρευση αυτών των γάμων. Ενδεικτική των μέσων πίεσης που χρησιμοποιούσε η Εκκλησία ώστε να αποτρέπει τους χριστιανούς να προσφεύγουν σε τουρκικά δικαστήρια, είναι και η καθιέρωση ως λόγου διαζυγίου κάθε προσφυγής στον καδή για τη λύση του γάμου σύμφωνα με το μουσουλμανικό δίκαιο.

Εκτός από τις εκκλησιαστικές και οι κοινοτικές αρχές, και στις γραπτές κωδικοποιήσεις των εθίμων χαρακτηριζόταν ως μεμπτή η προσφυγή των υποδούλων στα τουρκικά δικαστήρια. Κατά το Νόμο της Ύδρας του 1818, εκείνος που «καταφρονών το τοπικόν σύστημα απέλθη εις την υπέρτατον ηγεμονίαν” πρέπει να τιμωρηθεί “ως κακοποιός και φθορεύς του νιζαμίου της πατρίδας» (νιζάμι = καθιερωμένη συνήθεια, νόμος). Το ίδιο ισχύει και στα κωδικοποιημένα έθιμα της Θήρας και της Ανάφης του 1797, που προβλέπουν ποινές για εκείνον που θα «γίνει αίτιος και συνεργός… να ζημιώσει τον άλλον άνευ τινός νομίμου διαφοράς και δικαιώματος… και τον παραδώσει εις αυθεντικάς κρίσεις ή εις τον καδήν και τον ακολουθήσουν ζημίαι και τιμωρίαι».

Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δίκαζαν με βάση το εγχειρίδιο του Αρμενόπουλου, παράλληλα όμως εξέταζαν τις απόψεις και τα έθιμα του λαού, το εθιμικό δίκαιο. Αναπτύχθηκε επομένως σταδιακά ένα εθνικό αστικό δίκαιο, που ενώ βασιζόταν στο βυζαντινορωμαϊκό, στις λεπτομέρειές του απομακρυνόταν από αυτό.

Η δικαστική διαδικασία

Επειδή η εκδίκαση στα εκκλησιαστικά δικαστήρια είχε διαιτητικό χαρακτήρα, ήταν απλούστατη και χωρίς αυστηρούς κανόνες. Οι αντίδικοι εμφανίζονταν στο δικαστήριο σε συγκεκριμένη ημέρα, μετά από προηγούμενο προσδιορισμό. Εξέθεταν την υπόθεσή τους προφορικά και χωριστά ο καθένας, κατέθεταν τις αποδείξεις και τις ανταποδείξεις τους και κατά κανόνα η απόφαση εκδιδόταν αμέσως.

Λόγω της αδυναμίας απόκτησης πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων, το πιο συνηθισμένο είδος απόδειξης ήταν ο όρκος, ο οποίος εθεωρείτο ιερός. Στις λίγες φορές που κρινόταν απαραίτητη μια ιδιαίτερη αποδεικτική διαδικασία και δεν θεωρούνταν επαρκή τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει τα μέρη, μπορούσε κανείς για να πετύχει μαρτυρικές καταθέσεις να εξυπηρετηθεί μέσω απόδειξης με αφορισμό. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή που υπήρχε πιθανότητα κάποιος άγνωστος στους αντιδίκους να δώσει πληροφορίες για το αντικείμενο της διαμάχης, ο επίσκοπος ανακοίνωνε δημόσια το θέμα στο εκκλησίασμα, απειλώντας με αφορισμό και αιώνια τιμωρία όποιον γνώριζε στοιχεία και δεν κατέθετε τη μαρτυρία του.

Η σχέση μεταξύ κλήρου και λαού ήταν τέτοια, που παρά το γεγονός ότι ο κλήρος ασκούσε τεράστια επιρροή στο λαό, εξαρτιόταν όμως από αυτόν.

Τυπικά η δικαιοσύνη λειτουργούσε δωρεάν, όμως εθιμικά ο διάδικος που κέρδιζε την υπόθεση φρόντιζε να κάνει στο δικαστήριο δώρα ανάλογης αξίας με το αντικείμενό της.  Έτσι, οι παροχές αυτές μεταβλήθηκαν, με το πέρασμα του χρόνου, σε ένα είδος σιωπηρής υποχρέωσης και σιγά – σιγά σε σημαντική πηγή εισοδήματος για τον κλήρο. Ο Πατριάρχης επίσης απέκτησε ιδιαίτερα προνόμια, αφού είχε το αποκλειστικό δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να επικυρώνει τις διαθήκες όλων των Ελλήνων που πέθαιναν στην Κωνσταντινούπολη. Για την επικύρωση αυτή έπρεπε να του καταβληθούν κάποια τέλη (50-100 πιάστρα).

Δεύτερος βαθμός – δεδικασμένο

Εκτός από την Ιερά Σύνοδο, που προαναφέρθηκε, οι αποφάσεις των κριτηρίων (δικαστηρίων) των υποδούλων μπορούσαν να εφεσιβληθούν σε ανώτερο κριτήριο. Στα νησιά ειδικότερα, οι υποθέσεις μπορούσαν να κριθούν σε δεύτερο βαθμό από τον Τούρκο αντιναύαρχο, τον Καπουδάν-πασά ή από τους Έλληνες διερμηνείς (δραγουμάνους) του στόλου.

Σε μερικά νησιά, π.χ. Τήνο, χρέη εφετείου εκτελούσε ανώτερο κοινοτικό δικαστήριο, αποτελούμενο από τους πιο αξιοσέβαστους πρόκριτους και τους σεβασμιότερους δημογέροντες, το οποίο ονομαζόταν «γεροντοκρισία». Πάντως η κρίση ακόμη κι από ένα ανώτερο δικαστήριο δεν σήμαινε και την τελεσίδικη λύση της διαφοράς, αφού η έννοια του δεδικασμένου στην υπόδουλη Ελλάδα ήταν άγνωστη.

Η εκτέλεση των αποφάσεων

Οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών όσο και των κοινοτικών δικαστηρίων δεν είχαν κατά κανόνα εξαναγκαστικό χαρακτήρα και δεν ήταν σίγουρο ότι θα εκτελεστούν. Γι’ αυτό και σε πολλές αποφάσεις παρατηρείται να υπάρχει ως επικεφαλίδα το όνομα του Οθωμανού αξιωματούχου της περιοχής, γεγονός που είχε την έννοια της επικύρωσής τους από τις τουρκικές αρχές.

Οι εκκλησιαστικές αρχές ως μέσο εξαναγκασμού για να γίνουν εκτελεστές οι αποφάσεις τους χρησιμοποιούσαν με πολλή επιτυχία την απειλή του αφορισμού, που είχε μεγάλη επίδραση στους χριστιανούς.

Τα κοινοτικά δικαστήρια, τόσο στις πολιτικές όσο και στις ποινικές υποθέσεις τους, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις ως ποινή τη μέθοδο της επιβολής  προστίμων υπέρ των Τούρκων, σε περίπτωση μη εφαρμογής της. Η επιβολή προστίμου είχε σκοπό να καταστήσει εκτελεστή την απόφαση που εξέδιδαν οι ελληνικές αρχές. Έτσι πριν από κάθε διαιτησία, οι υπόδικοι συμφωνούσαν να τηρήσουν την απόφαση και καθόριζαν την ποινή υπέρ του Τούρκου αξιωματούχου, εξασφαλίζοντας την εκτέλεση της.