Skip to content Skip to footer

Καθήκοντα – αρμοδιότητες

Το έργο των κοινοτικών αρχών περιλάμβανε πολλαπλές αρμοδιότητες: διοικητικές, εκτελεστικές, δικαστικές και οικονομικές. Οι κοινοτικοί άρχοντες εκπροσωπούσαν την κοινότητα στις σχέσεις της με την τουρκική εξουσία. Τα καθήκοντά τους ήταν γενικά, αόριστα και ακατοχύρωτα, τα ίδια όμως περίπου σε όλες τις περιφέρειες.

Πρώτιστο καθήκον τους ήταν το “στρώσιμο των τεφτεριών”, δηλαδή η εκτίμηση της φορολογικής δύναμης του κάθε μέλους της κοινότητας. Η κατανομή των φόρων γινόταν με βάση το κατάστιχο (μάνα) της κοινότητας, που ανανεωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, κάθε επτά χρόνια συνήθως, από αιρετούς εκτιμητές. Οι φόροι και οι άλλες δαπάνες της κοινότητας κατανέμονταν ανάλογα με τα κτήματα και την όλη φορολογική ικανότητα των μελών της. Η είσπραξη των φόρων γινόταν από τον γραμματικό της κοινότητας κάτω από την εποπτεία των κοινοτικών αρχόντων. Η αλληλεγγυότητα, δηλαδή η συλλογική ευθύνη, ως πάγιο συνεκτικό στοιχείο των μελών της κοινότητας, ίσχυε και στην εκπλήρωση των οικονομικών – φορολογικών υποχρεώσεων του κοινού.

Στα νησιά, όπως και σε άλλα μέρη, οι κοτσαμπάσηδες προαγόραζαν τους φόρους κατ’ αποκοπή από τους μαλικιανέ σαϊπήδες, που διέμεναν στην Πόλη, ή από κάποιο δημόσιο γραφείο εκμισθώσεως δημοσίων φόρων ή από τον κεχαγιά κάποιας σουλτάνας. Στον Μοριά, στη Στερεά και βορειότερα, οι κοτσαμπάσηδες παρέδιδαν τους φόρους στον βοεβόδα μισθωτή ή υπομισθωτή των φόρων και διοικητή του καζά. Οι φόροι εισπράττονταν πολλές φορές από τους άρχοντες που συνοδεύονταν από σεϊμενήδες Τούρκους, Αρβανίτες, όπως για παράδειγμα στην περιοχή της Λειβαδιάς.

Οι κοινοτικοί άρχοντες εισέπρατταν από τα μέλη της κοινότητας τους φόρους, οι οποίοι ήταν βαρύτατοι, επιβάλλοντας κάποτε αντί δύο, τρεις και τέσσερις φορές “τεφτέρι” και άλλα “δοσίματα”, που πολλές φορές έφθαναν ή ξεπερνούσαν τους δημόσιους φόρους. Αυτά προορίζονταν για να καλύψουν τις δαπάνες της κοινοτικής διοίκησης, τα “έξοδα του κονακίου” του βοεβόδα, τους μισθούς των ίδιων των κοινοτικών αρχόντων, τα έξοδα του βεκίλη, την αμοιβή των αγγελιοφόρων, τις δαπάνες για τις τοπικές ανάγκες, την πληρωμή ζημιών από αγγαρείες, όπως επισκευή φρουρίων, κατοικίας του πασά, οδών, γεφυρών κλπ. Όταν οι προεστοί δεν είχαν τη δύναμη να προαγοράσουν τους φόρους, δανείζονταν εν ονόματι της κοινότητας, υπογράφοντας χρεωστικά ομόλογα, με αποτέλεσμα πολλές κοινότητες να είναι καταχρεωμένες.

Οι κοινοτικοί άρχοντες στα χωριά διόριζαν τους αγροφύλακες, τους υδρονόμους, τους εκκλησιαστικούς επιτρόπους και τον δάσκαλο. Στα κύρια καθήκοντα των κοινοτικών αρχόντων συμπεριλαμβανόταν και η μέριμνα για την οργάνωση και τη λειτουργία των σχολείων, τον διορισμό, την αμοιβή και την επίβλεψη του έργου των κοινοτικών δασκάλων.

Επίσης στον Μοριά διόριζαν σε επίπεδο καζά τους κάπους (πολιτοφύλακες), ενώ στο Ζαγόρι και στα Αμπελάκια τους ενόπλους υπό τους καπετάνιους, για να εξασφαλίζουν την ασφάλεια από τους ληστές. Από τη Στερεά έως και τη Μακεδονία, όπου υπήρχαν αρματολίκια, κατέβαλλαν και τους λουφέδες (μισθούς) στους αρματολούς, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του τουρκικού κράτους. Διαχειρίζονταν επίσης την κοινοτική περιουσία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. Σύρο, φαίνεται πως από κάποια εποχή και ύστερα, στις αρμοδιότητες των επιτρόπων είχε προστεθεί και η φροντίδα για την οργάνωση της υγειονομικής υπηρεσίας, μέτρο απαραίτητο κυρίως για την προστασία των νησιωτικών πληθυσμών από τη μετάδοση επιδημιών. Στη Θεσσαλονίκη, εξάλλου, από τον 18ο αιώνα υπήρχε οργανωμένο κοινοτικό νοσοκομείο λοιμωδών νόσων.

Ιδιαίτερα όσον αφορά τη διασφάλιση της αγροτικής περιουσίας, κοινοτικό έργο ήταν ο διορισμός αγροφυλάκων και για την αποφυγή κλοπής, κάπων (πολιτοφυλάκων), που επαγρυπνούσαν και είχαν την ευθύνη και για την ανεύρεση δραστών και κλοπιμαίων. Το “Κοινό των Μυκονίων”, από τα πιο ανεπτυγμένα κοινοτικά συστήματα, τουλάχιστον από το 1647 είχε και αγορανομικές δικαιοδοσίες, καθώς μπορούσε να συντάξει την “ταρίφα” με τις τιμές των ειδών της αγοράς. Η ίδια κοινότητα, από το 1645, είχε το δικαίωμα να εκλέγει τον καδή, όπως και οι κοινότητες της Καλαμάτας και της Πάτρας κατά τον 18ο αιώνα.

Στα δευτερεύοντα καθήκοντα των κοινοτικών οργάνων συμπεριλαμβανόταν ακόμη η εκλογή των εκκλησιαστικών επιτροπών, καθώς και η μέριμνα της επιβολής και επίβλεψης των αγγαρειών για την εκτέλεση δημοσίων έργων. Οι κοινοτικοί άρχοντες, τέλος, γνωστοποιούσαν στους κατοίκους τις διαταγές των οθωμανικών αρχών και αντίστοιχα στις αρχές τα παράπονα της κοινότητας, φτάνοντας ακόμη και ως τον σουλτάνο.

Επίσης, οι κοινοτικοί άρχοντες, προκειμένου να διατηρούν και να αποκαθιστούν την τάξη στο εσωτερικό της κοινότητας, επωμίζονταν δικαστικές εξουσίες, εκδίκαζαν υποθέσεις αρχικά αστικού δικαίου και επέβαλλαν τιμωρίες. Αργότερα η άσκηση της δικαστικής εξουσίας εκ μέρους των κοινοτικών αρχόντων επεκτάθηκε και στην εκδίκαση οικονομικών και ποινικών αδικημάτων, με ή δίχως τη συνεργασία των αρμόδιων τοπικών οθωμανικών αρχών. Αυτές τις αρμοδιότητες τις συναντάμε κυρίως στις νησιωτικές κοινότητες, ενώ αντίθετα στον Μοριά ο ρόλος των χριστιανών και μουσουλμάνων προεστών ως προς την απονομή της δικαιοσύνης υπήρξε διαμεσολαβητικός, ανάμεσα στους διαδίκους και στους δύο πόλους της δικαστικής εξουσίας, δηλαδή τις οθωμανικές δικαστικές αρχές και την Εκκλησία.