ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ – Διοίκηση
Η ιδιαιτερότητα της κοινοτικής διοίκησης της Πελοποννήσου οφειλόταν στη γεωγραφική της θέση και το μεθοριακό χαρακτήρα της. Τα χαρακτηριστικά αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τα εδάφη της να διεκδικούνται από τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής Μεσογείου και το έντονο ρωσικό ενδιαφέρον.
Η Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο χωρίζεται, σε γενικές γραμμές, σε δύο περιόδους:
α΄ περίοδος: 1460-1685.
β΄ περίοδος: 1715-1821.
Κατά τον 17ο αιώνα αποτελούσε ξεχωριστό εγιαλέτι, που δεν περιλάμβανε το σαντζάκι του Μυστρά, το οποίο ανήκε στο εγιαλέτι των Νησιών του Αρχιπελάγους.
Το 1714-15 κατά τον τελευταίο ενετοτουρκικό πόλεμο, ξαναπέρασε στους Οθωμανούς και το 1770 ενεπλάκη στα «Ορλωφικά», ενώ προεπαναστατικά και η Γαλλία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για τα εδάφη της.
Λόγω της βοήθειας που πρόσφεραν οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου στη διάρκεια του τελευταίου τουρκοβενετικού πολέμου 1714-1718, οι Οθωμανοί τους παραχώρησαν επιπλέον προνόμια, τα οποία τους είχαν υποσχεθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Βενετούς.
Η Πελοπόννησος εξάλλου είχε πλειοψηφία χριστιανικού πληθυσμού, αφού το ποσοστό των μουσουλμάνων δεν ξεπέρασε ποτέ το 10% του πληθυσμού, με εξαίρεση κάποιες πόλεις που ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί μουσουλμάνοι. Εκεί παρουσίαζαν μεγαλύτερη αναλογία, όπως το Ναύπλιο και η Τρίπολη που είχαν σημαντικό μουσουλμανικό πληθυσμό. Η πλειοψηφία αυτή του χριστιανικού στοιχείου, σε συνδυασμό με την καίρια θέση της Πελοποννήσου, έκανε τους Οθωμανούς να είναι πιο ελαστικοί στην παραχώρηση προνομίων, ώστε να εξασφαλίζουν τον έλεγχό του, μέσω των κοινοτικών θεσμών.
Ολόκληρη η Πελοπόννησος, με εξαίρεση τη Μάνη, ανήκε στη δικαιοδοσία του Μόρα βαλεσή, δηλαδή του Πασά της Πελοποννήσου, ο οποίος εθεωρείτο ένας από τους σπουδαιότερους πασάδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Πασάς τριών ουρών). Ο Πασάς είχε την έδρα του παλιότερα στο Ναύπλιο, αργότερα κατά τον 17ο αιώνα στην Πάτρα και στη συνέχεια, έως το τέλος της Τουρκοκρατίας, στην Τρίπολη. Ήταν ο ανώτατος δικαστής και διοικητικός εκπρόσωπος του οθωμανικού κράτους, εκμισθωτής και εισπράκτορας των φόρων. Επειδή δεν γνώριζε ελληνικά, όλες τις υποθέσεις τις διεκπεραίωνε ο Έλληνας διερμηνέας, “Δραγομάνος του Μορέως”, που είχε πολύ μεγάλες αρμοδιότητες, αφού διοριζόταν από την τουρκική κυβέρνηση, με πρόταση του Διερμηνέα της Πύλης στην Κωνσταντινούπολη.
Ο θεσμός του “Δραγομάνου του Μορέως” απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για τον Ελληνισμό της Πελοποννήσου κατά την περίοδο ιδιαίτερα 1790 έως 1821, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από σχετικά έγγραφα. Εκτός από την τυπική υπηρεσιακή διεξαγωγή της αλληλογραφίας με την κοινότητα, όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και άλλων περιοχών, ο δραγομάνος είχε αρμοδιότητες για διοικητικά ζητήματα και αποτελούσε τον άμεσο βοηθό τού Μόρα-βαλεσή. Η μεσολάβησή του σ’ αυτόν για τη ρύθμιση των υποθέσεων διαφόρων τόπων στην Πελοπόννησο υπήρξε συχνή και πιθανότατα αναμειγνυόταν και σε θέματα γενικότερης φύσεως.
Δίπλα στον πασά υπήρχε κι ένα συμβούλιο, αποτελούμενο από δύο Έλληνες προεστούς και δύο Τούρκους αγιάνηδες, εκπροσώπους των επαρχιών, και ο δραγουμάνος, οι οποίοι λειτουργούσαν ως συμβουλευτικό σώμα του πασά. Το συμβούλιο έπαιρνε αποφάσεις για όλα τα θέματα του πασαλικιού και ρύθμιζε την κατανομή των φόρων που θα εισέπραττε ο πασάς.
Μόνο οι χριστιανοί διατηρούσαν το δικαίωμα να στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη αντιπροσώπους, τους λεγόμενους βεκίληδες, άλλοτε τρεις και άλλοτε περισσότερους, οι οποίοι προέρχονταν από μεγάλες οικογένειες. Το προνόμιο αυτό ήταν πολύ σημαντικό, γιατί αυτοί αποτελούσαν τους απεσταλμένους των κοινοτήτων στην έδρα της εξουσίας, για τη διεκπεραίωση κοινοτικών ή άλλων υποθέσεων. Βασικοί άξονες της αποστολής τους ήταν να εξασφαλίζουν τα συμφέροντά τους.
Καζάδες – Επαρχιακή διοίκηση
Αμέσως μετά την ανακατάληψη της Πελοποννήσου, το 1715, η Πελοπόννησος διαιρέθηκε σε 12 περιφέρειες, για να μπορούν να γίνουν οι απαραίτητες στη φορολόγηση απογραφές. Οι περιφέρειες αυτές (καζάδες) ήταν: Ναυπλίου, Κορίνθου, Άργους, Λακωνίας, Γαστούνης, Μυστρά, Μονεμβασίας, Κορώνης, Μεθώνης, Τσακωνιάς, Νησίου και Κονία (ίσως σφαλερή γραφή του Φονιάς ή Φενεός). Παράλληλα διατηρήθηκε η ανάμνηση του χωρισμού, κατά την πρώτη Τουρκοκρατία, σε τέσσερα σαντζάκια (Μυστρά, Μάνης, Κορώνης, Ναυπλίου). Ο αριθμός των σαντζακίων αργότερα αυξήθηκε σε 26.
Διοικητές των επαρχιών ήταν οι βοεβόδες, εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας στον καζά, που τις περισσότερες φορές ήταν ταυτόχρονα και ζαπίτες (αστυνόμοι). Αν ο καζάς είχε εμπορικό λιμάνι, ο Βοεβόδας μπορούσε να έχει και τις αρμοδιότητες του τελώνη. Οι βοεβόδες διορίζονταν από τον πασά, τον οποίο έπρεπε κάθε μήνα να ενημερώνουν για τα θέματα του καζά τους. Από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, οπότε η εκμίσθωση κρατικών εσόδων γενικεύτηκε, βοεβόδας γινόταν ο ίδιος ο εκμισθωτής του μονκάτα των φόρων ή εκπρόσωπός του. Έτσι οι βοεβόδες είχαν σημαντικά εισοδήματα, που φρόντιζαν να γίνουν ακόμη πιο αποδοτικά, με κάθε λογής εκβιασμούς.
Ο βοεβόδας, που δεν ήταν υποχρεωτικά Πελοποννήσιος, εισέπραττε τους φόρους και τους απέστελλε στον Πασά, έλεγχε το λιμάνι, ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης, ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων του καδή, για τα δημόσια έργα και τις αγγαρείες που επιβάλλονταν στους χριστιανούς και υπέγραφε με την ιδιότητα του μάρτυρα δανειστικά ομόλογα των προεστώτων του καζά, όταν προέβαιναν σε δανεισμό για την κάλυψη δημοσίων αναγκών. Η σημασία του αξιώματός του είχε άμεση εξάρτηση από την προσωπική του επιβολή ή τον προστάτη του και τον γενικότερο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων της περιοχής στη συγκεκριμένη περίοδο. Βοεβόδες όπως ο Κιαμήλ μπέης της Κορίνθου ή ο Μουσταφά μπέης της Πάτρας είχαν δύναμη που άγγιζε εκείνη του πασά.
Ο καδής ήταν Τούρκος δικαστής, που είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα της επαρχίας και εκδίκαζε τις πολιτικές εμπορικές και ποινικές υποθέσεις, εφόσον οι αντίδικοι κατέφευγαν σε αυτόν. Είχε υπό τις διαταγές του την αστυνομία και υπό τις διαταγές του υπήρχε σε κάθε επαρχία ο μπουλούκμπασης, που ήταν ο αρχηγός της επαρχιακής φρουράς.
Στην έδρα της επαρχίας, όλοι οι συγκεντρωμένοι γέροντες των χωρίων αποτελούσαν την επαρχιακή βουλή, που εξέλεγε έναν Τούρκο (αγιάνη) και έναν χριστιανό άρχοντα (κοτσάμπαση), καθώς και τον επαρχιακό ταμία που ονομαζόταν σεντίκ εμίνης. Οι τρεις αυτοί άρχοντες, υπό τη διεύθυνση του βοεβόδα, αποτελούσαν το επαρχιακό συμβούλιο.
Οι ετήσιες αυτές επαρχιακές συνελεύσεις γίνονταν στην έδρα του καδή, δηλαδή την πρωτεύουσα της επαρχίας. Ο βοεβόδας έπρεπε να είναι παρών, αλλά την προεδρία των συνελεύσεων είχε ο καδής, ο οποίος είχε την ευθύνη της εκλογής. Η εξουσία του συμβουλίου ήταν για ένα χρόνο και είχε το καθήκον να φροντίζει για την εκτέλεση των αποφάσεων του πασά και τη διευθέτηση των υποθέσεων της επαρχίας. Κανένας φόρος δεν μπορούσε να επιβληθεί προτού εγκριθεί από το επαρχιακό συμβούλιο.
Εκτός από το επαρχιακό συμβούλιο, ένα ξεχωριστό σώμα ήταν η επαρχιακή συνέλευση, στην οποία έπαιρναν μέρος κοτσαμπάσηδες εκλεγμένοι από τις πόλεις, τις κωμοπόλεις και τα χωριά. Αυτοί έπρεπε επίσης να εγκρίνουν την επιβολή των φόρων και αποφάσιζαν για τον τρόπο που θα κατανέμονταν ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες.
Στο τέλος του χρόνου, ο ταμίας ήταν υποχρεωμένος να κάνει απολογισμό ενώπιον του επαρχιακού συμβουλίου για όλα τα έσοδα και έξοδα της χρονιάς. Ο απολογισμός εγκρινόταν από την επαρχιακή συνέλευση και αν ο έλεγχος αποκάλυπτε κάποια κατάχρηση, απευθυνόταν στον καδή κι εκείνος στον πασά, ο οποίος ήταν αρμόδιος να τιμωρήσει τον ένοχο. Λογοδοτούσαν επίσης οι επαρχιακοί σύμβουλοι και ο μπολούκμπασης ήταν, επίσης, υπό την εποπτεία του επαρχιακού συμβουλίου.
Κοινοτική διοίκηση
Στα χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις διορίζονταν ένας ή περισσότεροι γέροντες, προεστοί, και ένας ταμίας που ονομαζόταν καψιμάλης. Η διοικητική οργάνωση βασιζόταν στην κοινοτική διοίκηση (βλέπε σχετικό κεφάλαιο – Κοινότητες).
Στα θέματα επαρχιακής διοίκησης, οι προεστοί είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν να εκτελέσουν διαταγή του βοεβόδα, όταν κατά την κρίση τους ήταν πολύ αυστηρή και καταπιεστική για το λαό. Επίσης μπορούσαν να καταφύγουν στον καδή ή στον πασά.
