Skip to content Skip to footer

Το Λινάρι

Όπως υποδεικνύουν οι σπόροι του φυτού, αλλά τα τμήματα κλωστών και τα σπαράγματα υφασμάτων που έχουν διασωθεί, το λινάρι αποτελεί μία από τις αρχαιότερες υφαντικές ύλες στον Αιγαιακό χώρο. Το είδος λιναριού Linun usitatissimum που καλλιεργείται σήμερα, αποτελεί εξέλιξη του άγριου είδους Linum bienne, πρώην angustifolium που ήρθε από την Κασπία. Ως φυτό είναι μονοετές, χρειάζεται λίγο φως, αλλά πολύ υγρασία και για αυτό πάντοτε καλλιεργήθηκε σε περιοχές που υπήρχε νερό. Η επεξεργασία του λιναριού, από την συγκομιδή του φυτού μέχρι την κατασκευή της κλωστής, αποτελούσε μία μακριά κι επίπονη διαδικασία, που περιλάμβανε το ξερίζωμα του φυτού, την αφαίρεση των σπόρων και της ρίζας, το μούλιασμα των βλαστών μέσα σε νερό (βρόχιασμα), την ξήρανση, το κοπάνισμα, το λίχνισμα, το λανάρισμα και το τέλος, το γνέσιμο. Στην νεότερη Ελλάδα, η επεξεργασία του λιναριού ήταν γυναικεία εργασία, που απαιτούσε πολύ σκληρή προσπάθεια με αποτέλεσμα να ονομάζονται οι γυναίκες «λιναροπαιδεμένες».

Η κοπιαστική εργασία του έγινε παροιμιώδης στην Μακεδονία και στην Θράκη, που έλεγαν για κάποιον που βασανιζόταν: «Έπαθε της ελιάς τα βάσανα και του λιναριού τα πάθη».

Με τα λινά υφάσματα κατασκευάζονταν στην Κορινθία κυρίως τα ελαφρά θερινά ενδύματα, πετσέτες, σεντόνια, αποθηκευτικοί σάκοι και άλλα αντικείμενα του οικιακού εξοπλισμού.