Η τέχνη της υφαντικής γνώρισε μεγάλη άνθηση τον 18ο και 19ο αι. στην Κορινθία και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ασχολίες των γυναικών, που συνδέθηκε άμεσα με τη ζωή τους. Ως τέχνη γυναικεία και οικιακή εξυπηρέτησε τις ανάγκες ένδυσης και οικιακού ρουχισμού. Έχοντας αργαλειό στο σπίτι, οι αγροτικές οικογένειες κάλυπταν όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων. Όσα σπίτια δεν είχαν αργαλειό απευθύνονταν στις επαγγελματίες υφάντρες.
Τα υφαντά τέχνεργα της Κορινθίας εκφράζουν άμεσα τις συνθήκες διαβίωσης και την τοπική αισθητική των κατοίκων, ενώ παράλληλα διασώζουν αρχαίες τεχνικές, υλικά και συμβολισμούς. Επιπλέον εντυπωσιάζουν με την ποικιλία της υφαντικής δομής, τον πλούτο των χρωμάτων και των αρχέγονων διακοσμητικών θεμάτων (γεωμετρικά και παραστατικά). Τα λεπτά βαμβακερά υφάσματα χρησιμοποιούνται στην κατασκευή ενδυμάτων που έχουν άμεση επαφή με το σώμα, όπως π.χ. πουκάμισα, ή κεντημένα στολίζουν τραπέζια, κουρτίνες και άλλα.
Με τα βαριά μάλλινα υφάσματα κατασκευάζονται κλινοσκεπάσματα, χαλιά, κάπες κτηνοτρόφων. Ανάμεσα στα υφαντά της νεότερης εποχής ξεχωρίζουν οι πάντες, ένα είδος υφαντού επιτοίχιου τάπητα.