Ως τα τέλη του 19ου αι. στην Κορινθία, οι μοναδικές χρωστικές ύλες για την βαφή των νημάτων προέρχονταν από τις ρίζες, τους φλοιούς, τα φύλλα, τα λουλούδια και τους καρπούς των φυτών, που φύτρωναν στην κάθε περιοχή. Οι γυναίκες μάθαιναν από νεαρή ηλικία τις ιδιότητες των φυτών, τους τρόπους στερέωσης των χρωμάτων, την σημασία που έπαιζε στην βαφή, η ποσότητα και η ποιότητα του νερού. Για το βάψιμο των υφασμάτων χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων τον άγουρο, πράσινο φλοιό του καρυδιού, ο οποίος έδινε ένα καφέ-κίτρινο χρώμα που δεν ξέβαφε.Στην Κορινθία πλούσια ήταν η παραγωγή πρινοκοκκίου, το οποίο χρησιμοποιούνταν στη βυρσοδεψία αλλά και στη βαφή υφασμάτων και κυρίως μαλλιού.

Οι υφάντριες έβαφαν τα νήματα, που επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν, για να υφάνουν, ενώ τα έτοιμα υφάσματα βάφονταν από επαγγελματίες, τους μπογιατζήδες, στο βαφείο. Η βαφική ως επαγγελματική τέχνη σε μεγάλη κλίμακα ασκήθηκε στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας, όπου οι κάτοικοι του δημιούργησαν ένα πρότυπο συνεταιρισμό παραγωγής και εξαγωγής κόκκινου νήματος, βαμμένου με την ρίζα του ριζαριού/ερυθρόδανον το βαφικόν.

Τα χρωστικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από την Αρχαιότητα ήταν ζωικής ή φυτικής προέλευσης. Οι ζωϊκής προέλευσης χρωστικές, που υπήρξαν και οι πολυτιμότερες, ήταν η πορφύρα/Muricidae και Thiasidae sp. και ο φοινικοῦς κόκκος/Kermes vermilio Planch. Η πλειονότητα όμως των χρωστικών ήταν φυτικής προέλευσης, όπως κρόκος/Crocus sativus L., το φῦκος/Retiplæa tinctoria, η κηκίς (κηκίδιον)/Cynips divisa Hartig, το λύκιον/Rhamnus infectoria L., η ῥοῦς/Rhus coriaria L., το ἐρυθρόδανον/Rubia tinctorum L., η ἄγχουσα/Alkanna tinctoria Tausch, η ἴσατις/Isatis tinctoria L., ο ἄκανος ή κνῆκος/Carthamus tinctorius L. και οι πιθανές χρωστικές προερχόμενες από την ροδιά ῥόα ή ῥοιά/Punica granatum L., το λακόν/Reseda luteola L., τα καρύα/Juglans regia L., την δρῦν/Quercus robur L., το σουμάκι/Rhus coriaria L., το κρόμμυον/Allium cepa L., το σπάρτο/Genista tinctoria L. και η λειχήν/Xanthoria parietina L. (Th.Fr.)
Η κατασκευή της συνθετικών χρωστικών, όπως η αλιζαρίνη, στα τέλη του 19ου αι. συνέβαλε στην εξάπλωση των χημικών βαφών και στην Κορινθία, ένα γεγονός που άλλαξε ριζικά την αισθητική και την τεχνογνωσία των χειροποίητων υφασμάτων.
