Η έγκυος γυναίκα, λέγεται και «γκαστρωμένη», «φορτωμένη», «βαργομισμένη» ή «βαρεμένη». Άλλες λαϊκές εκφράσεις είναι: «είναι αλλιώτικα η γυναίκα», «έπεσεν ο ποντικός στ’ αλεύρια» ή «έφαγε πλατοκούκκια». Όταν την πιάνουν οι πόνοι, σε άκρα μυστικότητα καλούν τη μαία, για να μη γίνει γνωστό και δυσκολευτεί στη γέννα. Στη συνέχεια καλούν ιερέα να κάνει παράκληση στην Παναγία και τον Άγιο Ελευθέριο και της δίνουν να κρατάει ένα φυτό στο χέρι, που λέγεται «χέρι της Παναγίας».
Όταν γεννηθεί το έμβρυο, οι γυναίκες που είναι γύρω από τη μαία φωνάζουν «καλώς το, καλώς το, ’γείο και εύρωστο κι ευτυχισμένο». Αν είναι αγόρι, γεγονός που προκαλεί μεγάλη χαρά σε συγγενείς και φίλους της οικογένειας, η γυναίκα που τους το αναγγέλλει, ιδιαίτερα στον πατέρα, παίρνει αμοιβή, «συγχαρίκια». Υπάρχει μάλιστα και η σχετική παροιμία που λέει «όταν γεννιέται ’σερνικό, γελάνε και τα κεραμίδια». Στη Λακωνία, όταν γεννιέται αγόρι, πυροβολούν όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι των γονιών, αφού προστέθηκε στην οικογένεια νέο ντουφέκι. Εάν είναι κορίτσι, μάλιστα δε δεύτερο ή τρίτο, τότε μεγάλη δυσαρέσκεια δημιουργείται. Η παροιμία λέει: «Πέφτουν τα κεραμίδια και τους πλακώνουν». Για να παρηγορήσουν τον πατέρα και τη μητέρα, αν είναι το πρώτο παιδί κορίτσι, λένε:
«Στου καλόμοιρου την πόρτα,
θηλυκό γεννιέται πρώτα».
2. Στη συνέχεια πλένουν το βρέφος με χλιαρό νερό, το παστώνουν με αλάτι και το φασκιώνουν. Αν είναι αγόρι, το βάζουν μπροστά από τη μητέρα, για να γεννιούνται αρσενικά παιδιά, αν είναι κορίτσι όμως πίσω, για να σταματήσει να γεννά κορίτσια. Αμέσως η μαία παίρνει ένα τσεκούρι και μια σκούπα, με τα οποία το κτυπά για να σταματήσουν οι πόνοι, που προέρχονται από τις συστολές της μήτρας και λέγονται στερνοί.
Όταν τελειώσει η διαδικασία, φωνάζουν τον ιερέα, ο οποίος δίνει τις επιλόχειες ευχές και λέει μπαίνοντας «καλορίζικο, καλά σαράντα, να ζήσει». Όταν διαβάζει τις ευχές, η μαμή ξεσκεπάζει το πρόσωπο του παιδιού, για να μην το πιάνει το μάτι.
3. Οι γονείς της λεχώνας ή, αν δεν υπάρχουν, οι πλησιέστεροι συγγενείς στέλνουν με ένα αγόρι, που έχει και τους δυο γονείς του, καινούργια ρούχα και τα «γεννόφυλλα», δηλαδή γλυκίσματα φτιαγμένα για την περίσταση.
4. Μόλις τελειώσει ο τοκετός, βάζουν στο προσκέφαλο της λεχώνας πυροβόλο, για να μυρίζει η πυρίτιδα και ζεύγος από μιτάρια του αργαλειού, για να προφυλαχτεί από τα ξωτικά, τις «ξοδικές». Αυτές πλησιάζουν τη λεχώνα, αλλά μόλις δουν την πυρίτιδα απωθούνται, ενώ το πλέξιμο των μιταριών τις φοβίζει μήπως μπλεχθούν. Έτσι φεύγουν και σώζεται η λεχώνα από αυτές.
5. Δίπλα από το νεογέννητο βάζουν ψωμί κι ένα πήλινο δοχείο με κρασί για τις Μοίρες. Το πήλινο αυτό δοχείο το διακοσμούν με ασημένια και χρυσά νομίσματα και γύρω από αυτό βάζουν δώρα. Αυτό γίνεται, γιατί τις τρεις πρώτες νύχτες έρχονται οι Μοίρες να μοιράνουνε το παιδί κι αν βρουν καλούδια και δώρα, τότε του εύχονται να έχει όλα τα καλά στη ζωή του.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδα, την τρίτη ημέρα μετά τη γέννα, συνηθίζουν να καθαρίζουν το σπίτι και να απομακρύνουν τα σκυλιά, που τα θεωρούν σύμβολο ανήθικης συμπεριφοράς, διακοσμούν όμορφα το δωμάτιο της λεχώνας με χρυσά σκεύη και πολύτιμα αντικείμενα και βάζουν σε δίσκο ψωμί, μέλι και τρία αμύγδαλα. Έτσι οι Μοίρες θα είναι ευνοϊκές γι’ αυτούς. Η παροιμία λέει «Το ριζικό του κάθεται και η Μοίρα του δουλεύει». Πολλές γυναίκες μάλιστα επιβεβαιώνουν την παρουσία των Μοιρών, από το σημάδι στη μύτη του μωρού.
6. Αν δεν έρθει αμέσως το γάλα της λεχώνας, ή αν είναι λίγο, χρησιμοποιούν το μαννόγαλο, ένα φυτό που όταν το τρώνε τα ζώα, έχουν περισσότερο γάλα. Το βράζουν μαζί με φασόλια και η λεχώνα πίνει το αφέψημα καθισμένη πάνω σε βαρέλι γεμάτο με νερό, στο οποίο έχουν ανοίξει οπές. Έτσι ρέει το νερό από παντού και λένε: «όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχει και το γάλα της λεχούς», σαν τη βρύση.
7. Μόλις γεννηθούν τα μωρά, τα τοποθετούν στην κούνια ή το σκαφίδι και τα κοιμίζουν με διάφορα νανουρίσματα, όπως τα παρακάτω:
– Νάνι νάνι και κουνάνι
κι ό,τι το πονεί να γιάνει.
– Έλα ύπνε και ύπνωσέ το
Και γλυκοαποκοίμισέ το.
και άλλα.
8. Δεν επιτρέπεται στη λεχώνα πριν συμπληρωθούν οι σαράντα μέρες από τον τοκετό, προτού «σαραντίσει», να βγει από το σπίτι και να επισκεφθεί άλλο, γιατί το κρασί στο σπίτι αυτό θα χαλάσει και τα ξύλα θα σαπίσουν. Όσοι βρίσκονται γύρω της δεν πρέπει να αναφέρουν το όνομα καμίας ασθένειας, γιατί αν τ’ ακούσει η λεχώνα μπορεί ν’ αρρωστήσει από αυτήν, ενώ κακό θεωρούν και να την αφήνουν μόνη της.
Μέχρι τις σαράντα μέρες και κάθε πέντε με οκτώ, χαράζει η μαμή το σώμα του παιδιού με ξυράφι για να φεύγει το αίμα και να είναι υγιές. Επίσης δεν επιτρέπεται να μπαίνει στο δωμάτιο της λεχώνας γυναίκα που να κρατάει ρόκα, για να μη γεννιούνται μετά θηλυκά παιδιά. Αν σε μια οικογένεια γεννιούνται όλο θηλυκά, λένε πως τα έχουν «ριμμένα» τα θηλυκά, δηλαδή έχουν γίνει μάγια. Για να αλλάξει αυτό, χρησιμοποιούν εκτός των άλλων και το σερνικοβότανο, βότανο που έχει ρίζες με βολβούς και μοιάζει στο σχήμα του με το ανδρικό μόριο ή χρησιμοποιείται σκέπη (την προσωπίδα μωρού) με ισπανικό τάλληρο ή κομμένο κεφάλι από οχιά και έλεγαν το «Πάτερ ημών». Με αυτά φτιάχνουν φυλακτό, που το έδιναν πρώτα στον παπά να το έχει μαζί του στη λειτουργία για σαράντα μέρες και ύστερα να το φέρει στη γυναίκα για να το φοράει πριν από τη σύλληψη και μέχρι τη γέννα. Αποφράδες μέρες γέννας είναι το Σάββατο και η Τρίτη. Από εδώ και η παροιμία «Σάββατο γιο μη χαίρεσαι και Τρίτη θυγατέρα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Περί γεννήσεως και των εν αυτή εθιζομένων
Α΄ ΓΕΝΝΗΣΙΣ
1. Η έγκυος γενομένη γυνή λέγεται κοινώς «Γγαστρωμένη, Φορτωμένη, Βαργομισμένη» και κατά Κυμαίους «Βαρεμένη». Λέγεται δε προσέτι κατ’ ευφημισμόν και δι’ άλλων φράσεων συνήθων παρά τω λαώ, «είναι αλλοιώτικα η γυναίκα»· – «έπεσεν ο ποντικός στ’ αλεύρια»· – «η γυναίκα έφαγε πλατοκούκκια». Όταν δε γένηται επίτεξ πρώτον «την πιάνουνε οι πόνοι, και πέφτουνε του παιδιού τα νερά, (το ενάμνιον υγρόν), και εν άκρα μυστικότητι καλείται η μαία, όπως μη ξεφωνηθή η τίκτουσα και επέλθη εκ τούτου δυστοκία, είτα δε αγγέλλουσιν ιερεί τινι ίνα υπέρ της τικτούσης ποιήσηται παράκλησιν προς την αγίαν Θεοτόκον και τον άγιον Ελευθέριον, ούτινος ονόματος και το έτυμον και το σημαινόμενον ουδέν διαφέρει του της Ειλειθυίας, ην επεκαλούντο αι των αρχαίων ελλήνων γυναίκες ωδίνουσαι. Ενιαχού δε της Ελλάδος ως και ενταύθα αι δυστοκούσαι λαμβάνουσί τινες ανά χείρας φυτόν τι, όπερ εκ της προς χείρα ομοιότητος αυτού χέρι της Παναγίας λέγεται. Λείψανόν πως και τούτο προγονικόν, όπερ ο χριστιανισμός εν μέρει μετέβαλε· διότι παρά τοις αρχαίοις έλλησιν αι γυναίκες ωδίνονται, δάφνην ιεράν του Απόλλωνος εν χερσί ελάμβανον. Άμα δε γεννηθέντος του εμβρύου προσφωνούσιν αυτό οι περί την μαίαν. «Καλώς το! Καλώς το! ’γείο κ’ εύρωστο κ’ ευτυχισμένο!», μάλιστα αν είναι άρρεν, εφ’ ω χαρά και αγαλλίασις εν τη οικία και παρά πάσι τοις φίλοις και συγγενέσι της οικογενείας, προς ους αγγέλλει τις τούτο και παίρνει συγχαρίκια, (ελ. μήνυτρα) κέρμα τι. Ώστε και παροιμία εκ τούτου εγένετο, ήτοι, όταν γεννιέται ’σερνικό, γελάνε και τα κεραμίδια». Εν Λακωνία μάλιστα, όταν γεννηθή άρρεν, πυροβολούσιν άπαντες οι συγγενείς και φίλοι των γονέων αυτού, ότι προσετέθη εις την οικογένειαν νέον τουφέκι. Αν δε θήλυ και μάλιστα εν δευτέρω και τρίτω τοκετώ γένηται το τεχθέν, κατήφεια και δυσαρέσκεια καταλαμβάνει άπαντας και καθ’ ετέραν αντίθετον παροιμίαν, «Πέφτουν τα κεραμίδια και τους πλακώνουν»· προς παραμυθίαν δε της τε μητρός και πατρός το πρώτον ήδη γονείς γινομένους λέγονται ουκ ολίγα· προς δε και το χαριέστατον τούτο δίστιχον:
«Στου καλόμοιρου την πόρτα
θηλυκό γεννιέται πρώτα».
2. Μετά δε ταύτα πλύνουσι το βρέφος δια χλιαρού ύδατος και πάσσουσιν αυτό άλατι. Είτα δε σπαργανούσιν αυτό. Και ει μεν έστιν άρρεν, παρατίθεται έμπροσθεν της μητρός, όπως γεννώνται και εφεξής άρρενα, ει δε θήλυ, παρατίθεται όπισθεν αυτής, ίνα οπισθοδρομήση και παύσηται ο τοκετός θηλέων. Λαμβάνει δε τότε αυθωρεί η μαία σάρωθρον και πέλεκυν, δι’ ου κτυπά επ’ αυτού· ερωτά δε ταύτην άλλη γυνή, «τι κόβεις;» – η δε αποκρίνεται, «Κόβω τους στερνούς (πόνους)». Τούτο επαναλαμβάνεται τρις, και ούτω δήθεν καταπαύουσιν αι αλγηδόνες αι από της συστολής της μήτρας προερχόμεναι, ας στερνούς καλούσιν. Είτα καλείται ο ιερεύς όπως δω τας προσηκούσας επιλοχίους ευχάς. Εισερχόμενος δε λέγει, «Καλορρίζικο καλά σαράντα να ζήση». Όταν δ’ αναγιγνώσκη τας ευχάς, αποκαλύπτει η μαία το πρόσωπον του νεογνού, όπως μη εφεξής παίρνει μάτι = βασκαίνηται.
3. Οι γονείς της τεκούσης ή εν ελλείψει τούτων οι πλησιέστατοι των οικείων πέμπουσιν έχοντες προπαρεσκευασμένα καινά σπάργανα και ιμάτια τω τεχθέντι και τα γεννόφυλλα, ήτοι γλυκίσματα δι’ αποστόλου άρρενος αμφοτέρους τους γονείς αυτού έχοντος, ον φιλοδωρούσι δια κερματίου οι γονείς του βρέφους.
4. Άμα τω τοκετώ υποβάλλουσιν υπό το προσκέφαλον της λεχούς πυροβόλον δια να μυρίζη η πυρίτις, και ζεύγος μιταρίων, δι’ ων υφαίνουσιν αι γυναίκες, όπως προφυλάσσηται αύτη από της Ξοδικαίς (Ούτε καλούμεν κοινώς τας Νηρεΐδας), αίτινες προσερχόμεναι τη λεχοί, και οίον αποτροπιαζόμεναι την πυρίτιδα και εκθαμβούμεναι δια την πλοκήν των μιταρίων, λέγουσι προς αλλήλας. «Πώς κάνουν η γυναίκες και περνούν την μίαν κλωνά μέσα εις την άλλην; Φοβούμεναι δε μη εμπερδευθώσιν εν αυτοίς αύται φεύγουσι μακράν και σώζεται ούτως η λεχώ από της αυτών προσβολής και επηρείας.
5. Παρατιθέασι δε τω νεογνώ άρτον και αγγείον, βομβύλην (=τριότραν πλήρη) οίνου χάριν των Μοιρών, έτι δε διακοσμούσι τον πιλίδιον τούτου δι’ αργυρών και χρυσών μάλιστα νομισμάτων και κειμήλια περιβάλλουσιν εις αυτό· διότι κατά τας τρεις πρώτας νύκτας έρχονται κατά την ιδέαν των πολλών, αι Μοίραι ίνα μοιράνουσιν ορίζουσαι την μέλλουσαν θέσιν του τεχθέντος. Όπως δ’ αν εύρωσιν αυτό, τοιαύτα και τω εύχονται να έχη καθ’ άπαντα τον βίον. Εν τισι μέρεσι της Ελλάδος εθίζουσι να ευτρεπίζωσι την οικίαν την τρίτην ημέραν από του τοκετού, εκβάλλοντες εξ αυτής παν κακόν, μάλιστα δε κύνα, ως αναιδείας και ακολασίας σύμβολον, διακοσμούσι δ’ επιμελώς τον κοιτώνα της λεχούς δια χρυσών σκευών και πολυτίμων πραγμάτων και ενθέτουσιν άρτον μεν εντός δίσκου, ύδωρ δε εις δοχείον καλόν και μέλι μετά τριών αμυγδάλων[1]. Υπόσχονται δε τισιν αι Μοίραι και να εργάζωνται υπέρ αυτών, εξ ου και η παροιμία: «Το ριζικό του κάθεται και η Μοίρα του δουλεύει». – Πολλοί δε των αγροικοτέρων και χυδαιοτέρων πιστεύουσιν ότι και συνδιαλέγονται μετά τινων, δηλ. των ευνουστέρων αυταίς. Όθεν αι παροιμιώδεις φράσεις «εκουβέντιασε με τη Μοίρα του», «του τα είπε η Μοίρα του» κλπ. Επιβεβαιούσι δε αι γυναίκες την των Μοιρών παρουσίαν προς τα νεογνά πάντα και από του φαινομένου επί της ρινός του βρέφους στίγματος, όπερ νομίζω αδιστάκτως ότι επιγίγνεται αυτώ επό του επικαλύμματος του επιτεθειμένου επί του προσώπου αυτού, το οποίον παρά τοις χωρικοίς είναι μάλλινον και ουκ ολίγον τραχύ (η σπαργανίδα).
6. Αν δεν έρθη το γάλα της λεχούς, ή αν είναι ολίγον, μεταχειρίζονται το μαννόγαλον, ήτοι πολύγαλον των αρχαίων ελλήνων, όπερ βοσκόμενον υπό των ζώων ποιεί αυτοίς πλειότερον γάλα· διαιρείται δε εις άρρεν και θήλυ. Το μαννόγαλον εστί βοτάνη, ην έψουσι μετ’ ολίγων φασιόλων, και πίνει το αφέψημα τούτο η λεχώ καθημένη επί υδρίας (βαρελίου) πλήρους ύδατος, ανοιγομένων των οπών αυτής, όπως ρέη το ύδωρ, ρέει και το γάλα της λεχούς ωσαύτως κρουνηδόν.
7. Τα βρέφη κατακλίνουσιν εν λίκνω επί τούτω κατασκευαζομένω, ή εν σκάφη ως και παρά τοις αρχαίοις, κοιμίζοντες ταύτα δια διαφόρων βαυκαλημάτων, άτινα ναναρίσματα κοινώς καλούμεν, και εξ ων καταχωρίζομε ώδε τινά.
Νάνι νάνι και κουνάνι
Κι ό,τι το πονεί να γιάνη.
Έλα ύπνο ύπνωσέ το
Και γλυκαποκοίμισέ το.
Έλα ύπν’ από τη Χιό
Κι’ αποκοίμισ’ το μικρό.
Νάνι που του χαρίζανε τη Χιό με τα περιβόλια,
Και την Κωνσταντινούπολι με τα μαργαριτάρια.
Έλα ύπνο και έπαρέ το
Σύρε και συριάνισέ το.
Σύρε συριάνισέ το μου στης Χιός τα περιβόλια,
Και γιόμισ’ της τσεπούλαις του τριαντάφυλλα και ρόιδια.
8. Δεν επιτρέπεται τη λεχοί προ της συμπληρώσεως τεσσαράκοντα ημερών από του τοκετού (πριν σαραντήση) να μεταβή εις ετέραν οικίαν, διότι ο εν εκείνη αποταμιευμένος οίνος βλαβήσεται (θα κόψη) δήθεν και τα εκεί ξύλα ταχέως θέλουσι σαπίσει. Οι δε συγκαθήμενοι και παραφυλάσσοντες αυτήν δεν πρέπει να λέγωσιν ουδέν είδος νόσου, διότι άλλως ακούουσα η λεχώ προσβληθήσεται υπό τινος τούτων των νόσων και κινδυνεύσει. Δεν πρέπει ωσαύτως να αφίνωσι μόνην την λεχώ, διότι και τούτο κακόν νομίζεται. Μέχρι των τεσσαράκοντα ημερών ανά 5-8 ημέρας χαράσσει η μαία το σώμα του παιδίου δια ξυρού και ποιεί αφαίμαξιν προς υγίειαν αυτού. Ωσαύτως δεν επιτρέπεται να εισέλθη εις το δωμάτιον της λεχούς γυνή φέρουσα ηλακάτην ίνα μη γεννηθώσιν εφεξής θήλεα. Αν δε φύσει γεννώνται τοιαύτα υπό τινων και ουδέν άρρεν, όπερ συμβαίνει ου σπανίως και αυτοίς τοις κτήνεσι, τότε λέγεται, ότι τα ’χουν ριμμένα τα θηλυκά, δηλ. ότι γόητες διενήργησαν όπως κατ’ ακολουθίαν τίκτωνται θήλεα. Διο προς αποσόβησιν του κακού και μεταβολήν του γένους μεταχειρίζονται συν άλλοις, ως εφεξής οψόμεθα, και το σερνικοβότανον, όπερ πολυειδές και ποικίλον εστίν, ήτοι α) Βοτάνη τις μετά τριών γεωμηλωδών και βολβωδών ριζών παρεμφερών σχεδόν τοις γεννητικοίς του ανδρός μορίοις, β) Η προσοψίδα του παιδιού (καλύπτρα της θήκης εν τη μήτρα) συμπτυσσομένη μετά ταλλήρου ισπανικού. γ) Άνθραξ ευρισκόμενος εν τοις νεφροίς αμνού και μάλιστα αγρίου ζώου, δηλ. λαγωού κλπ. δ) Εχίδνης κεφαλή αποκοπτομένη, λεγομένου του «Πάτερ ημών». Ταύτα πάντα ιδία έκαστον σχηματιζόμενα εις περίαπτον δίδονται πρότερον εις ιερέα όπως φέρη μεθ’ εαυτού ταύτα ιερουργών επί τεσσαράκοντα ημέρας (τα σαρανταλειτουργήση). Ύστερον δε φέρει λαμβάνουσα το περίαπτον η γυνή προ της συλλήψεως μέχρις ου τέξηται. Εάν δε γυνή τις μετά τον τοκετόν βραδύνη να συλλάβη εκ σωματικών αιτιών και τέκη μετά παρέλευσιν 5-7 ετών, λέγεται ελαφογέννησε, δηλ. ότι έτικτε το πρότερον παιδίον συγχρόνως (τη αυτή στιγμή) έτικτε και έλαφος. Αποφράδες ημέραι του τοκετού θεωρούνται παρ’ ημίν το Σάββατον και η Τρίτη· εξ ου και το κοινόν απόφθεγμα «Σαββάτω γιυώ μη χαίρεσαι και Τρίτη δυχατέρα».
[1] Περί του ιδιωτ. βίου των αρχαίων ελλήν. υπό Θ. Βενιζέλου, σελ. 94.
