ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄
Περί γάμου και των εν αυτώ εθιζομένων
παρά τοις νεωτέροις έλλησιν
1. Επιχειρούντες την αναγραφήν ζώντων μνημείων της γλώσσης και των ηθών και εθίμων κλπ. των νεωτέρων ελλήνων, αρχόμεθα των περί γάμου[1], ος έστιν η πρώτη της κοινωνίας βάσις παρ’ αυτού του δημιουργού συσταθείς. «Άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς, και ηυλόγησεν αυτούς ο Θεός λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής». (Γενέσ. Α΄ 28). Και, «Το μυστήριον τούτο (του γάμου) μέγα εστίν». (Εφεσ. Ε΄20).
Α΄ Αρρεβώναις (ελλην. εγγύησις)
2. Πρώτον λέγονται τα λόγια, κατά την κοινώς εθιζομένην έκφρασιν, «ακόμα είναι ’ς τα λόγια δεν τα ’σιάξανε» = ουκ ίσα ήτοι ομαλά εποιήσαντο, ο έστι δεν συνεβιβάσθησαν τα περί συνοικεσίου, όπερ συμπεθεριό καλείται, συμπεθεροκόπος δε και προξενητής, διότι πρόξενος γάμου γίνεται ο περί τούτου μεσιτεύων και διαπραγματευόμενος ανήρ ή γυνή (συμπεθεροκόπισσα [ελλ. προμνήστρια ή προμνηστρίς]. Πολυδ. Γ΄ 31)· και δη ιερεύς ως επί το πλείστον, μεθ’ ου τας αποτελεσματικάς ενεργείας πρώτον συντάσσεται η νότα[2] λεγομένη, περίληψις δηλ. των δοθησομένων προικώων, στελλομένη εις τους περί τον γαμβρόν. Μετά δε την παραδοχήν ταύτης συντάσσεται το ταχτικό χαρτί ή προικοσύμφωνον λεγόμενον[3]. Είτα δε εκτελούνται η αρρεβώναις, γινόμεναι κατά τον ακόλουθον τρόπον.
3. Προσκαλείται πρώτον ο εφημερεύων εις την οικίαν του γαμβρού ιερεύς, ος μετά του πατρός ή αδελφού εν ελλείψει τούτου ή και άλλου στενού συγγενούς του γαμβρού ποιήσεται της αρρεβώνας. Λαμβάνοντες δηλονότι εν εσπέρα Σαββάτου δακτύλιον, φέσι, γεμενί, παπούτσια, σκέπην και γλυκίσματα τινα εις τρωγάλια (στραγάλια) και σταφίδας συνιστάμενα και βωκάλιον οινοπνεύματος πλήρες, α φέρει εν κανώ επί της κεφαλής του παις αμφοτέρους τους γονείς αυτού έχων, μεταβαίνουσιν εις την οικίαν της νύμφης, ένθα χαιρετίζουσιν ευχόμενοι. «Να ζήσουν τα παιδιά μας και ’ς των αποδέλοιπων της χαραίς». Μετ’ ου πολύ δε παρουσιάζεται η νύμφη μετρίως κεκοσμημένη, και απασαμένη την χείρα του τε ιερέως και του πενθερού ή ανδραδέλφου (δαέρος), προσκάθηται αυτοίς σιγώσα και ταπεινόν βλέπουσα· (χαμπηλοκυττάζουσα). Έπειτα δε γεονομένων των συνήθων φιλοφρονήσεων και φιλοξενιών, καταφιλεί ο πενθερός την νύμφην επί του μετώπου και περιβάλλει αυτή το δακτύλιον εις τον της δεξιάς μικρόν ή παράμεσον δάκτυλον, διδούς αυτή και χρυσούν νόμισμα. Οι δε περί την νύμφην έχοντες προπαρασκευασμένα ανταποστέλλουσιν εις τον γαμβρόν χάραις, οίον μανδίλιον μετά χιτώνος και αναξυρίδος (υποκαμίσου, βρακίου και φουστανέλλας). Επί δε του μανδιλίου προσδούσι και τον δακτύλιον της νύμφης, ον φέρει έπειτα ο γαμβρός. Τα ανταποστελλόμενα ταύτα λαμβάνων ο ως είρηται παις εν τω κανώ φέρει εις την οικίαν του γαμβρού, εις ην αποχωρούσιν ευχόμενοι τοις μεμνηστευμένοις τα βέλτιστα. Οι εν μνηστεία αδύνατον να συναντήσωσιν ή προσίδωσιν αλλήλους μέχρι της του γάμου τελέσεως. Ούτως αποπερατούνται η αρρεβώναις, αίτινες σπανιώτατα ακυρούνται και παραβιάζονται μόνον δια λίαν ισχυρούς λόγους. Άλλως νομίζονται ιεραί και απαράβατοι. Ουδόλως απαιτείται η προς γάμον γνώμη και συγκατάνευσις των μνηστευομένων και μάλιστα της νύμφης, μηδέ γιγνωσκόντων όλως πολλάκις αλλήλους. Αφίεται δε καθόλου η περί τούτου κρίσις και απόφασις εις τους γονείς αυτών. Ούτω και παρά τοις αρχαίοις έλλησι τοις προγόνοις ημών εγίγνετο, ως βλέπομεν εν τη Ευρυπίδου Ανδρομάχη (977), ένθα η Ερμιόνη λέγει:
«Νυμφευμάτων μεν των εμών
πατήρ εμός
Μέριμναν έξει κ’ ουκ εμόν
΄ρίνειν τάδε».
Και παρά Σοφοκλεί ωσαύτως βλέπομεν επί τούτω παραπονουμένην γυναίκα, ότι τρόπον τινά διεμπολώνται αι θυγατέρες παρά των γονέων μη ερωτώμεναι όλως περί της εκλογής του συζύγου.
«Όταν δ’ ες ήβην εξικώμεθ’
εύφρονες,
Ωθούμεθ’ έξω και διεμπολώμεθα.
Θεών πατρώων των τε
φυσάντων άκο,
Αι μεν ξένους προς άνδρας,
αι δε βαρβάρους.
Αι δ’ εις αήθη δώμαθ’
αι δ’ επίρροθα.
Και ταύτ’ επειδάν ευφρόνη
ζεύξη μία,
Χρεών επαινείν και δοκείν
καλώς έχειν.
(Σοφοκλ. εν Τηρεί παρά Σττβ. Ξή. 19)
Ου μικρά δε σπουδή και σύντονος ενέργεια παρατηρείται και παρ’ ημίν σήμερον ακόμη όπως ευρίσκηται γαμβρός εγχώριος, ως και παρά τοις αρχαίοις επεκράτει τοιαύτη συνήθεια του να μην υπανδρεύωσιν, εκτός ανάγκης, τας θυγατέρας αυτών μετά ξένων· εν ελλείψει δε υποκειμένου καταλλήλου, έδιδον αυτάς και εις ξένους, ως και ημείς ποιούμεν τούτο[4].
Β΄ Αλέσματα
4. Όταν δε αποφασισθή ίνα τελεσθώσιν οι γάμοι, προ δέκα τουλάχιστον ημερών πρέπει να γίνη η αποκοπή. Δια της λέξεως ταύτης εννοούνται αι προ του γάμου οριζόμεναι χάριτες παρά του γαμβρού εις τε τους γονείς και συγγενείς της νύμφης ή εις χρήματα ή εις είδη υφασμάτων και σανδαλίων περιστρεφομένη, ήτις άλλως κα αγριλίκι καλείται. Ταύτης δε ορισθείσης, την προτέραν του γάμου Κυριακήν περί δείλην, ρίχνουν τ’ αλέσματα. Καλούνται δηλονότι εις την οικίαν του γαμβρού οι πλησιέστεροι των συγγενών αυτού προς τούτο και ιδία νέοι και κοράσια και γυναίκες. Έκαστος δε των συγγενών πέμπει κόσκινον πλήρες σίτου παρεμβάλλων εν αυτώ και σύκα και κάρυα και αμύγδαλα. Γίνεται δε έναρξις υπό των κορασίων κοσκινιζόντων και αδόντων το επόμενον άσμα:
«Τ’ αρχοντόπουλο κάνει τον γάμο.
Δεν εκάλεσε μόν’ τη γενιά του[5],
Παρά ’κάλεσε τη γης τον κόσμο,
Και ’ς το γύρισμα καλεί τον ήλιο.
Ήλιε βάρεσε[6] παρακαταίβα
Κ’ έμβα ’ς της αυλαίς ’πο’ ’χουν τη νύφη.
Νύφη και γαμπρό χρυσό ζευγάρι.
Τρεις ανύπαντραις, τρεις ’παντρεμέναις
Καθαιράγανε το σιμιγδάλι
Κ’ επετάγανε μαργαριτάρι.
Κ’ επροσδιάβαινεν άγιος Νικόλας,
Άκουσε χαραίς κι ακούει τραγούδια,
Κ’ έσκυψε να ιδή κ’ ευλόγησέ τα.
Τ’ ακούς τι σο’ παράγγειλεν η αγαπητικιά σου;
Να πας να πάρης το φιλί, μπρου βρέξη, μπρου χιονίση,
Μπρου καταιβάση ο ποταμός και πάρει το γιοφύρι.
– Εγώ να βρέξη χαίρομαι, χιονίση καμαρώνω,
Κι αν καταιβάσ’ ο ποταμός και πάρη το γιοφύρι,
Βάνω την αρρεβώνα μου γιοφύρι και περνάω.
Περνά η νύφη κι ο γαμπρός και ούλ’[7] οι συμπέθεροι».
Την δε επιούσαν δευτέραν της εβδομάδος πέμπουσι τον ως είρηται καθαρισθέντα σίτον και άλλον και αλέθουσιν αυτόν.
Γ΄ Ανάπιασμα των προζυμίων
5. Την εσπέραν της αμέσως ακολουθούσης Τρίτης συγκαλούνται αύθις οι πλησιέστεροι των συγγενών εις την οικίαν του γαμβρού, και αφού κατά το σύνηθες δειπνήσωσι και αρθή η τράπεζα, φέρει εν τω μέσω των περικαθημένων την ζυμωτικήν σκάφην μετ’ αλεύρου ολίγου εν αυτή και ζύμης νέος αμφοτέρους έχων τους γονείς αυτού, και αφού κρησαρίση πρώτον, εγχέει ο αυτός το ύδωρ και ανακυκά δια των χειρών το φύραμα. Άρχονται δε τότε τα περικαθήμενα κοράσια άδοντα το επόμενον άσμα.
«Ψιλά λιχνά ειν’ τ’ αλεύρια κι αφράτα τα προζύμια.
Κι ο νιος που κλησαρίζει κρουσταλοβραχιονάτος κι ασημοδακτυλάτος.
Τεντσέρια μ’ ασημένια, νερά μου κρουσταλένια
Τήρα μην παρακαύτε και καύτε τα προζύμια.
Γιατί θα ζυμωθούνε του γάμου τα τουρέκια[8].
Ευχήσουμ μ’ αφεντούλη μου ’ςτα πρώτα μου προζύμια.
– Με την ευχή μου ’ιέ μου και με της Παναγίας.
– Ευχήσου με, μαννούλα μου, ’ςτα πρώτα μου προζύμια.
– Με την ευχή μου ’ιέ μου και με της Παναγίας».
Μετά το πέρας του ζυμώματος προσέρχεται ο γαμβρός και εμβάπτει εις το φύραμα κατά το μέσον τον της αρραβώνος δακτύλιον μετά τινος κερματίου. Είναι δ’ υπόχρεως ο ζυμώσας νέος, όπως κύψας λάβη ταύτα από της σκάφης δια του στόματος, κρατών όπισθεν τας χείρας συνδεδεμένας. Πιέζεται δε τότε υπό των περικαθημένων και αδουσών γυναικών, και αλειφόμενος υπό του φυράματος εμποιεί άσβεστον γέλωτα πάσι τοις παρευρισκομένοις. Ύστερον δ’ ανιστάμενος και κρατών το κερμάτιον δι’ εαυτόν, αποδίδει τον δακτύλιον εις τον γαμβρόν και νίπτεται. Την δε λεκάνην μετά του καθαρσίου ύδατος περιάγει νεάνις προς τους παρακαθημένους, οίτινες οφείλουσι να εμβάλωσιν ό,τι αν έκαστος προαιρήται κερμάτιον. Το δε συλλεγόμενον τούτο ποσόν, μικρόν πάντοτε, διανέμονται προς άλληλα τα κοράσια τα μέλλοντα να ζυμώσωσι το ψωμί του γάμου, συγγενή τα πολλά όντα του γαμβρού. Την δε τετάρτην και πέμπτην ζυμώνουσιν άδοντα το επόμενον άσμα:
«Μια ’μπόλια, μια χρυσόμπολα πουλιέται στο παζάρι.
Μα είχε το υφάδι μάλαμα και το στημόνι ασήμι,
Και τα πεφικλοσσάκια της ούλα μαργαριτάρι.
Μηδέ με χίλια την πουλούν, μηδέ με πεντακόσια.
Θέλουν τον ήλιον τον μισό και το φεγγάρι ακέρηο.
Βοηθάτε ξένοι και ’δικοί για να την ’ξαγοράσω.
Για βόηθα μ’ αφεντούλη μου για να την ’ξαγοράσω.
Για βοήθα με μαννούλλα μου για να την ’ξαγοράσω.
Βοηθάτε μ’ αδελφούλια μου για να την ’ξαγοράσω.
Ποιος πλάθει, ποιος ζυμώνει του γάμου τα τουρέτσια;
Ατός τ’ ο νιός τα πλάθει κ’ η μάννα του βοηθάει.
Η μάννα του τα πλάθει κι ατός τ’ο νιός πλουμπίζει[9].
Την Παρασκευήν ιδία ζυμώνουσι το ψωμί της νύφης, πέντε παρά τοις πενεστέροις, επτά παρά τοις ευπόροις, εννέα παρά τοις ευπορωτέροις και ένδεκα παρά τοις πλουσίοις άρτους, ους πέμπουσι προς την νύμφην περί την δείλην του Σαββάτου, ότε δηλ. μέλλουσι να μεταβώσι προς παραλαβήν των προικώων. Άδεται δε επί της ζυμώσεως και τούτου του άρτου αυτό το ανωτέρω άσμα. Ότε δε εμβάλλεται εν τω κλιβάνω ο άρτος, λέγεται το επόμενον άσμα:
«Φούρνε δίπατε, φούρνε τρίπατε,
Να ψήσης το ψωμί μήλον κόκκινο,
Καθώς και η νύφη
Τήρα μην παρακάψης
Και κάψης τα τουρέτσια».
Δ΄ Προικολαβή
6. Το Σάββατον περί την τρίτην ώραν μ.μ. καλούνται εις την οικίαν του γαμβρού ο ιερεύς, ο παράνυμφος (κουμπάρος) και συγγενείς και φίλοι του γαμβρού, όπως μεταβάντες εις την οικίαν της νύμφης παραλάβωσι τα προικώα. Προαποστέλλονται δε εκ των πλησιεστέρων συγγενών αυτού είς ή συνηθέστερον δύω (οι κανισκιαρέοι) οδηγούντες ο μεν ίππον, φέροντα μέγαν κόφινον εμπεριέχοντα τους ειρημένους άρτους, και αγγείον (βαρέλι) πλήρες οίνου (οκάδ. 15-20)· ο δε τρεις ή πέντε ή επτά ή εννέα ή ένδεκα (αναλόγως της ουσίας του γαμβρού) αμνούς ή κριούς ή τράγους (τα σφακτά της νύφης) συνδεδεμένα και αγόμενα εις την οικίαν της νύμφης. Αφού δε ούτοι οι κανισκαρέοι (=κανηφόροι) αφίκωνται εις της νύμφης, τότε απέρχεται η προς την προικοπαραλαβήν συνοδεία, προπορευομένου του ιερέως και δύω ή τριών. παιδίων των συγγενεστέρων τω γαμβρώ, φερόντων επί κεφαλής κανά (τα κάνιστρα), εν οις εμπεριέχονται στραγάλια και λεπτοκάρυα κάτωθεν, ύπερθεν δε ηχάραις, αίτινες προηγουμένως διά της αποκοπής ωρίσθησαν (§ 4), και η φορεσιά της νύμφης (τα νυμφικά), και μεταβαίνουσιν ούτω εις την οικίαν των γονέων της νύμφης προς παραλαβήν των προικώων. Αφ’ ου δε μικρόν τι παραμείνωσιν εκεί και φιλοξενηθώσι παρουσιάζει ο επίτροπος λεγόμενος, (ος υπό του γαμβρού προφορικώς προορίζεται) το προικοσύμφωνον και ερωτά, αν τα γεγραμμένα εν αυτώ είσιν έτοιμα και σώα, άτινα παρά τοις χυδαιότεροις αναμετρούνται εκ δυσπιστίας και παραλαμβάνονται μετά διερεύνησιν, ως και τα συμπεφωνημένα και γεγραμμένα χρήματα νάχτι λεγόμενα. Γίνεται δε τότε η εξόφλησις επί του προικοσυμφώνου, συνυπογραφόντων του επιτρόπου, του ιερέως και δύω ή τριών μαρτύρων ωδέ πως· «ελήφθησαν τα άνωθεν ή όπισθεν σώα και ανελλιπή. Χαρίζει δε ο γαμβρός εις την νύμφην προγαμιαίαν δωρεάν»(…) και σημειούται ποσότης ανάλογος της προικός. Τουναντίον δε συμβαίνει, ότε χήρα γυνή ερχομένη εις δεύτερον γάμον μετά νέου παρθένου, αποτίνει τω γαμβρώ τα παλληκαριάτικα, δηλ. ωρισμένην ποσότητα χρημάτων, εν περιπτώσει, καθ’ ην προαποθάνη αύτη άτεκνος. Μετά δε ταύτα λαμβάνει πρώτος ο πατήρ ή η μήτηρ (εν ορφανία) έν των επίπλων των προικώων προσκεφάλαιον δηλονότι ή άλλο τι, και αφού εγγίση τούτο τω πώγωνι (το περάση από τα γένια του) και ευχηθή τοις νυμφευομένοις ευζωίαν, ευτεκνίαν και μακροβιότητα, δίδει αυτό προς τους συμπεθέρους. Μετά δε τούτο απαίρουσι τα λοιπά προικώα νέοι και φορτίζουσιν αυτά επί ίππων, ως επί το πολύ και ουχί επί ημιόνων, όπως μη στείρα η νύμφη, ως ούτοι γένηται, ων ό αριθμός και ενταύθα πρέπει να είναι περιττός, και ούτως επιστρέφουοιν εν σιγή και τάξει. – Έν τισι χωρίοις (πληθυσμού μεμιγμένου μετ’ Αλβανών) εθίζεται, ίνα, όσοι μεταβώσιν εις την οικίαν της νύμφης προς παραλαβήν των προικώων περί την δείλην του Σαββάτου, κάθωνται εκεί και διανυκτερεύουσι· γευματίζουσι δε και κατά την μεσημβρίαν της Κυριακής. Αφού δε έλθωσιν άλλοι συμπεθέροι του γαμβρού προς παραλαβήν της νύμφης, φορτίζουσιν οι πρώτοι τα προικώα και μεταφέρουσιν αυτά εις την οικίαν του γαμβρού, συμπορευόμενοι μετά των ελθόντων, ίνα συνοδεύσωσι την νύμφην. – Εις δε τα πρόθυρα της οικίας του γαμβρού ιστάμεναι γυναίκες και παίδες βαρούνε τα προικιά ρίπτοντες επ’ αυτών όρυζαν, ίνα ώσιν εν τω βίω χορτάτοι οι νεόνυμφοι. Πριν δ’ εισαχθή τι των προικώων εις την οικίαν, ρίπτεται πρώτον επί της στέγης αυτής προσκεφάλαιον, όπερ μένει εκτεθειμένον καθ’ άπασαν του γάμου την εβδομάδα. Και τούτο ίσως γίνεται, ίνα διαγιγνώσκηται η οικία, εν ή τελείται ο γάμος. Αι παριστάμεναι γυναίκες άδουσιν εν τω διαστήματι τούτω το επόμενον άσμα:
«Καλώς τα τα χρυσά προικιά και τ’ αργυρά σεντόνια.
Κι απάνω στα χρυσά σκουντιά και στ’ αργυρά σεντόνια
Κάθετ’ ένας χρυσός αϊτός και μία χρυσή τρυγόνα.
Κόρη μ’ όντας τα ’κένταγες πολλαίς αδειαίς όπου είχες.
Είχες του Μάη της δροσιαίς, τ’ Απρίλη τα λουλούδια».
Την δε εσπέραν παρατίθεται τράπεζα βρίθουσα ποικίλων φαγητών. Πέμπουσι δε έκαστος των συγγενών και φίλων ή αμνόν όλον, ή μέρος, όπερ και τεκμήριον αλάνθαστόν έστιν, ότι μεθέξει του γάμου ο αποστέλλων τούτο. Ο δε μη πέμπων τοιούτον, ούτ’ επιμόνως καλείται, ούτε καλούμενος παρευρίσκεται εις το συμπόσιον από της εσπέρας του Σαββάτου. Εν τισι δε χωρίοις oι καλούντες φέρουσι βομβύλην (τσιότραν) πλήρη οίνου και καλούσι διά του εξ αυτής κεράσματος τους συγγενείς και φίλους εις το συμπόσιον του γάμου[10]. Την δε επιούσαν Δευτέραν της εβδομάδος πέμπουσιν άπαντες οι προσκληθέντες και λαβόντες μέρος εις τον γάμον, ως μέλλοντες νσ παρακαθίσωσιν εις την τράπεζαν και κατ’ αυτήν την ημέραν, μέγαν άρτον (φουσκοπίτταν), ή εγκρυφίαν (μπογάτσιαν) και βομβύλην πλήρη οίνου. Σημειωτέον δε, ότι δεν επιτρέπεται τη νύμφη να γευθή του άρτου του υπό του γαμβρού αυτή αποσταλέντος κατά την προικολαβήν. Εν τη της νύμφης πατρική οικία σπανίως γίνεται συμπόσιον λόγου άξιον. Και εκ τούτου η κοινή παροιμία. «Γυναικείος γάμος, γύφτικο μνημόσυνο». Τα γλέντια και αι διασκεδάσεις γίνονται εν τη του γαμβρού οικία ως και χοροί διάφοροι, οίτινες παρ’ ημίν είσι τεσσάρων ειδών. α.) Ο σουρτός, ον χορεύουσι πολλοί κύκλω συγκρατούμενοι από των χειρών και περιερχόμενοι τηρούντες τον ρυθμόν του άσματος. β.) Ο αρβανίτικος, εις ον χορεύουσιν ως και εις τον σουρτόν, ούτινος διαφέρει κατά τον ρυθμόν μόνον. γ.) Εις το ζωνάρι, εις ον χορεύουσι πολλοί συγκρατούμενοι από της ζώνης·– και δ.) Ο μπάλος ή καρσιλαμάς, σπάνιος παρ’ ημίν, εις ον χορεύουσι δύω μόνον. – Τα πρώτα τρία είδη προσομοιάζουσι τον ομηρικόν όρμον παριστάμενον εν τη ασπίδι του Αχιλλέως.
«Ένθα μεν ηίθεοι και παρθένοι αλφεσίβοιαι
«Ωρχιύντ’ αλλήλων επί καρπώ χείρας έχοντες.
(Ιλ. Σ. 593.)
7. Μετά το δείπνον, ή και τούτου διαρκούντος, περί ώραν ενδεκάτην μ.μ. περίπου πορεύονται εξ αμφοτέρων των φύλων και μάλιστα νέοι εις τινα πέριξ του τόπου πηγήν, όπως λάβωσιν ύδωρ, δι’ ου λούουσι και είτα ξυρώσι τον γαμβρόν. Ίστανται δε και συγκροτούσι χορόν εις διάφορα ευρύχωρα μέρη, άδοντες διάφορα χορικά άσματα.
Όταν δε επαναλαμβάνωσι την πορείαν, επαναλαμβάνουσι και το επόμενον άσμα, όπερ άμα της οικίας εξερχόμενοι άρχονται άδοντες αναμίξ άνδρες και γυναίκες, συμπαρακολουθούντος και του γαμβρού.
«Εψές τ’ απάριωρα και τα μεσάνυχτα
Πάνε για το νερό να λούσουν τον γαμπρό.
Για πες μου ’Βγένω μου και ’Βγενικούλα μου,
Πούθ’ είν’ το γένος σου το συριολόγι σου;
– Εμέν’ το γένος μου το συριολόγι μου
Κάστρα ’γιόμισε, δώδεκα χωριά».
Επαναλαμβάνουσι δε πολλάκις έκαστον στίχον του άσματος τούτου, μέχρις ου επανέλθωσιν εις την οικίαν. Λαμβάνει δε το ύδωρ νέος έχων αμφοτέρους τους γονείς άγαμος εν καινώ αγγείω (κανητίω), κρατούντος τον δακτύλιον του γαμβρού προ του κρουνού, όπως ρέη δια της σφενδόνης του δακτυλίου, άδουσι δε τότε το άσμα τούτο.
«Βρύσι κρυόβρυσι
Βγάλε κρυό νερό
Να λούσουν τον γαμπρό».
Είτα επιστρέφουσι ταυτά ποιούντες και άδοντες. Εν δε οικία καθίζουσι τον γαμβρόν περικυκλούντ’ αυτόν κοράσια και νέοι, συμπαρισταμένων και μέσης ηλικίας γυναικών προς οδηγίαν. Τότε άρχεται τις των νέων μη ορφανός να λούη και είτα να ξυραφίζη τον γαμβρόν. Τα δε παριστάμενα κοράσια, προεξαρχουσών των γυναικών, άδουσι το επόμενον άσμα:
«Έμβα στο λουτρό και μη φοβάσαι.
Και η μαννούλα σου κοντά σου στέκει,
Κι’ αφεντούλης σου κοντά σου στέκει,
Τ’ αδερφούλια σου κοντά σου στέκουν.
Για φέρτε ρου το χτένι και της εληάς το λάδι,
Να λούσω τα χτενίσω τον λαμπρογεννημένον.
Ολάργυρό μου χτένι και ολαλεφαντινένιο
Τήρα μην κόψης τρίχα τρίχ’ από τα μαλλιά μου,
Γιατί την έχω χάρι, χάρι από τον νουνό μου.
Μπαρμπέρ’ από το μπαρμπερειό, ξουράφι από την πόλι.
Κι’ ο νιος που μπαρμπερίζει κρουσταλοβραχιονάτος κι ασημοδακτυλάτος.
Ευχήσου μ’ αφεντούλη μου στα πρώτα λούσματά μου.
– Με την ευχή μου ’ιέ μου και με της Παναγίας.
Ευχήσου ρε μαννούλα μου στα πρώτα λούσματά μου.
– Με την ευχή μου ’ιέ μου και με της Παναγίας».
Και τούτων αποπερατωθέντων, απέρχεται έκαστος εις τα ίδια προς ύπνον.
ΣΤ΄ Στεφάνωμα
8. Την Κυριακήν, τελουμένης της θείας λειτουργίας, εξέρχονται μετά την μεγάλην είσοδον γυναίκες εκκλησιαζόμεναι συγγενείς του γαμβρού και άλλαι και μεταβαίνουσιν εις την οικίαν της νύμφης, ην διακοσμήσασαι μετ’ επιμελείας και καλλωπίσασαι συμπαραλαμβάνουσι και συνοδεύουσιν εις τον ναόν μπουμπουλωμένην, φέρουσαν δηλ. κρήδεμνον λεπτότατον επί του προσώπου πορφυρούν (κόκκινη σκέπη)· ω εγίνετο και παρά τοις αρχαίοις έλλησιν, όπερ δηλοί και αυτό το όνομα Νύφη[11]. Ωσαύτως συνοδεύουσι και τον γαμβρόν εις τον ναόν φίλοι και συγγενείς, ένθα μετά το πέρας της θείας λειτουργίας τελείται το μυστήριον του γάμου υπό του ιερέως κατά την ωρισμένην εκκλησιαστ. τάξιν[12]. Παρίστανται δε όπισθεν του γαμβρού και της νύμφης οικείοι προσέχοντες μη γόης τις πάρη σημάδι και αμποδέση το αντρόγυνο· έτι δε μη ρίξη πορίττια της νύφης, δηλ. μήπως μεταχειρισθή τις γοητείας και γεννά μετά ταύτα η νύμφη θήλεα τέκνα. Διό δίδουσιν αυτή προηγουμένως και φέρει εν τω θηλακίω (τσέπη) του φορέματος αυτής εννέα ή δώδεκα ερεβίνθους, όπως τέκηται εν καιρώ τοσούτους υιούς. Προσέτι δε τότε μελετάνε τα σερνικά για τη νύφη, παρισταμένη δηλονότι τοις νεονύμφοις γυνή μέσης ηλικίας, ουχί αμέτοχος προλήψεων και γοητειών λέγει μυστικώς, αναγινωσκομένων υπό του ιερέως των ευχών του μυστηρίου. «Εννιά δεντρά και μια μηλιά»· δηλ. εννέα υιοί και μία θυγάτηρ να τεχθώσιν υπό της νύμφης. Μετά δε το πέρας της ιεράς ακολουθίας ασπάζονται τα στέφανα πρώτον οι ιερείς και έπειτα οι συγγενείς και φίλοι των ερχομένων εις γάμον. Εν δε τω ασπασμώ τούτω ραπίζουσί τινες των της νύμφης συγγενών κατά κόρρης τον γαμβρόν, και προ πάντων η πενθερά αυτού και άλλαι οικείαι γυναίκες. Επιρρίπτουσι δε τω γαμβρώ τότε μανδίλιον, προσαρτώντες τούτο από του ώμου αυτού· εν τοις χωρίοις μάλιστα καταφορτίζουσι τον γαμβρόν από τοιούτων χαρίτων. Τα δώρα ταύτα αναλογούσι πως προς τα παρά τοις αρχαίοις Απαύλια λεγόμενα και διδόμενα τη νύμφη παρά τε του γαμβρού και των συγγενών. Και ήδη δε προσφέρονται τη νύμφη δώρα παρά τούτων, (ιδ. του παρόντ. κεφ. § 10). Εν Θεσσαλία εθίζεται παρά τοις σκηνίταις τοις ερχομένοις εις γάμον, όταν τελείωση η στέψις και αρχίση ο ασπασμός των στεφάνων, ιστάμενος ο παράνυμφος όπισθεν των νεονύμφων εχόντων κεκλεισμένους τους οφθαλμούς, εκτείνει την χείρα μεταξύ των κεφαλών αυτών, ην ασπάζονται άπαντες οι τα στέφανα ασπαζόμενοι. – Εντεύθεν συνοδεύει μέχρι τής θύρας του ναού την νύμφην ο αδελφός αυτής ή άλλος τις συγγενής στενός κρατών αυτήν από του βραχίονος, και ίστανται επί του ουδού της θύρας. Ο δε γαμβρός προεξεληλυθώς οφείλει τότε όπως αφώσιν αυτώ την νύμφην να αποτίση τάλληρον ή τι τοιούτον κέρμα. Πορεύεται δε αύτη μετά ταύτα λίαν βραδέως προσκυνούσα και χαμαί προσβλέπουσα, εξού και αι παροιμίαι· «Περβατεί ’σαν τη νύφη» – και «χαμηλοτηράει ’σαν τη νύφη». – Είτα δε εξελθόντας του ναού συνοδεύουσι τους νεονύμφους αναμίξ οι συγγενείς αμφοτέρων εις την οικίαν του γαμβρού. Άλλοθι δε συνηθίζουσιν οι συγγενείς της νύμφης να μη παρακολουθώσιν αυτήν μέχρι τής οικίας του γαμβρού. Προπορεύεται δε ο ιερεύς ψάλλων εμμελώς το θεοτόκιον «Την παγκόσμιον δόξαν» κλπ. – Εκ των παραθύρων των παρόδιων οικιών, ένθα διαβαίνει η συνοδεία, επιρρίπτονται και εις τους νεονύμφους και εις πάντας όρυζα, ή κόκκοι βάμβακος παρ’ άλλοις, ή σταφίδες και κουφέτα εις σημείον αφθονίας και τερπνής ζωής. Τα επιρριπτόμενα ταύτα είδη, διάφορα πολλαχού της Ελλάδος, καλούνται υπό των αρχαίων καταχύσματα, δι’ ων ραίνουσι τους νεογάμους, συνθεμένα πλουσιώτερον από αμύγδαλα, κοκκωνάρια, πιστάκια και άλλα τοιαύτα τραγήματα ζαχαροσκεπή… και τούτο κατά παλαιάν συνήθειαν, ως μας διδάσκει ο σχολιαστής του Αριστοφάνους, φέρων άλλου κωμικού του Θεοπόμπου ρήσιν.
«- Φέρε συ τα καταχύσματα
Ταχέως κατάχει του νυμφίου και της κόρης»[13].
ΓΙρο δε της θύρας της οικίας του γαμβρού ίστανται γυναίκες και κοράσια προς υποδοχήν της νύμφης, άδουσαι το επόμενον άσμα:
«Καλώς τους άρχοντας με το κυνήγι τους,
Δεν εκυνήγησαν έξω και μακρυά,
Παρά ‘κυνήγησαν μέσα και κοντά».
«Καλώς το τ’ αρχοντόπουλο με το συμπεθεριό του
Με τετρακόσιους άρχοντας με χίλιους συμπεθέρους.
Για ’βγα μαννούλα του γαμβρού και πεθερά της νύφης,
Να ιδής το τι σου φέρνουνε τ’ άστρι και το φεγγάρι.
Φέρνουν τον ήλιο τον μισό και το φεγγάρι ακέρηο».
«Άρχο κυρ νουνέ και τιμημένε,
Που σ’ ετίμησεν ο υιός του ρήγα.
Παραιθύρια μου βαρσαμωμένα
Για προσκύψετε να ιδήτε νύφη,
Νύφη και γαμβρό χρυσό ζευγάρι».
Εις τον στολισμόν της νύμφης
«Ντύσου, στολίσου, λυγερή, ντύσου, στολίσου, κόρη
για να φανής εις το γαμπρό κήπος και περιβόλι.
Όλα τ’ αηδόνια ζήλεψαν κ’ επέταξαν μπροστά σου,
Κι όλα λαλούσαν κ’ έλεγαν, χαρά στην ωμορφιά σου.
Έχεις μαλλιά τετράξανθα στης πλάταις σου ριμμένα,
Αγγέλοι σού τα χτένισαν με τα χρυσά τα χτένια.
Εις την εν τω θρανίω τοποθέτησιν της νύμφης
«Εδώ σ’ αυτήν την γειτονιά εφύτεψε κεράσι,
τ’ αντρόγυνο που θα γενή να ζήση να γεράση.
Βασίλισσα των γυναικών, σουλτάνα των κυράδων,
στολίδι των αρχόντισσων, διαμάντι των νυφάδων,
άσπρ΄ είσαι κι άσπρη φαίνεσαι, κι άσπρ’ είν’ η φορεσιά σου,
κι άσπρα λουλούδια φύτρωναν αυτού στο κάθισμά σου.
Εσύ ’σαι πύργος με γυαλιά, κασέλλα με ζεντέφια,
Αγγέλοι σού ζωγράφησαν το καγγελόφρυδό σου[14]
και το κοντύλι έσταξεν εληά στο μάγουλό σου.
Όταν σ’ εγέννα η μάννα σου ο ήλιος εκατέβη,
και σώδωκε την ωμορφιά και πάλι πίσ’ ανέβη.
Ποιος ήταν ο προξενητής, που είχε φάη κανέλλα,
π’ αντάμωσε τέτοιον αητό με τέτοια περιστέρα!».
Εις τον στολισμόν του γαμπρού
Κάτου σε γιαλό σε περιγιάλι,
νύφ’ αρμάτωναν, γαμπρό στολίζουν,
γαμπρόν ώμορφον και παλληκάρι
με ξανθά μαλλιά, με πλατειά φρύδια,
μοιάζει τον αητό και τον πετρίτη».
Εις την αναχώρησιν της νύμφης εκ της πατρικής οικίας
Έχετε γεια, πατέρα μου, και συ, γλυκειά μου μάννα,
έχετε γεια, αδερφάκια μου, και σεις δικοί μου φίλοι,
εγώ πάνω στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου
πάνω να μάθω γράμματα να γράφω τα καλά μου,
έχετε γεια, γειτόνισσαις και σεις γειτονοπούλαις.
Κ’ εγώ πάνω (πηγαίνω) στο σπίτι μου και στο πεθερικό μου.
Έτερον προ της οικίας του γαμβρού
Έβγα, κυρά και πεθερά, για να δεχτής την πέρδικα,
για να δεχτής την πέρδικα που περπατεί λεβέντικα.
Για ιδέστε την για ιδέστε την,
ήλιο φεγγάρι πέστε την.
Για ιδέστε την πώς περπατεί
σαν άγγελος με το σπαθί.
Αυτού που ζύγωσες να μπης
ήλιος φεγγάρι να φανής.
Έβγα, κυρά και πεθερά, για να δεχτής την πέρδικα
για να την βάλης στο κλουβί σαν πέρδικα να κελαϊδή.
Εν Λακωνία διερχομένης συνοδείας γάμου πλησίον χωρίου, οφείλουσιν οι χωρικοί να πυροβολώσιν, ίνα τιμήσωσι τους νεονύμφους μέχρις ου παρέλθη αύτη το χωρίον· ο δε γαμβρός αποτίνει τοις χωρικοίς ποσότητα χρημάτων ανάλογον.
Ότε δε μέλλουσι να εισέλθωσιν εις την οικίαν ο γαμβρός και η νύμφη, ιστάμενοι ολίγον έξω της θύρας προσκυνούσιν ελαφρώς και κοσμίως τρις, ο δε παράνυμφος λαβών γυναικείαν ζώνην (ασημοζώναρον), ή επί γεωργικού γάμου, τα λωρία, δι’ ων συνδείται ο ρυμός μετά του ζυγού, και περιλαβών άμα τας κεφαλάς των νεονύμφων., εισάγει αμφοτέρους εις την οικίαν βιαίως πως και συγχρόνως. Πρέπει δε τότε να καταφιλήση ο γαμβρός την νύμφην, ήτις πατούσα συγχρόνως συντρίβει την υπό τους πόδας αυτής ερριμμένην επίτηδες ροιάν (ρόιδον). Ροιάν εικονίζετο παρά τοις αρχαίοις έλλησιν, ότε έφερεν η Ήρα η του Διός σύζυγος, ως πρύτανις του γάμου και θεά του εν τω αστερόεντι ουρανώ κόσμου και αρμονίας, ην αινίττεται το τε σχήμα της ρόας και η εν αυτώ θαυμαστή αρμονία των παγκάλων κόκκων αυτής[15]. Ίσως εκ παραδόσεως έφθασε και προς ημάς η χρήσις της ρόας. – Παρ’ άλλοις δ’ εθίζεται, όταν αφίκηται η νύμφη επί του κατωφλίου της θύρας της οικίας του γαμβρού, ίνα παρθένος τις προσενέγκη αυτή πλακούντα εκ σησάμου πεποιημένον και μέλιτος και καρύων, εις δήλωσιν και τούτο πολυτεκνίας και ηδέος βίου[16]. Παρ’ ημίν δε λαμβάνει πάραυτα ο παράνυμφος κύλικα μέλιτος ή άλλου τινός γλυκίσματος πλήρη, αφ’ ης μεταδίδωσι τω τε γαμβρώ και τη νύμφη, όπως γλυκιασμένοι και άπειροι λύπης και παντός κακού διατελέσωσι κατά τον βίον αυτών. Εν τισι δε χωρίοις του νομού Αρκαδίας η νύμφη ισταμένη προ της θύρας λαμβάνει άρτον σταυροειδώς κεχαραγμένον, και θραύουσα τούτον ρίπτει τεμάχιον έμπροσθεν και όπισθεν άλλο, και εις τα πλάγια τα λοιπά. Μετά ταύτα δίδουσιν αυτή υδρίαν πλήρη ύδατος, ην κρατούσα επί της κεφαλής εκχέει κύπτουσα εμπρός και οπίσω και εις τα πλάγια. Τοιούτον έθος τηρείται και εν Κουβάω χωρίω της Θράκης ώραν απέχοντι της Ραιδεστού (πάλαι Βισάνθης). Η νύμφη ελθούσα εις την οικίαν του γαμβρού, πριν εισέλθη, λαμβάνει δύω αγγεία πλήρη ύδατος και αναβαίνουσα την κλίμακα εκχέει αυτά· ποιεί δε τούτο εις σημείον δροσερού και ευδαίμονος βίου. Όμοιόν τι εγίνετο και παρά τοις αρχαίους έλλησιν[17]. Εν δε τοις σκηνίταις της Θεσσαλίας δίδεται τη νύμφη τρυβλίον πλήρες σίτου, εξ ου ρίπτει σταυροειδώς, είτα ρίπτει όπισθεν και το τρυβλίον. Εν τη Λακωνία, ένθα και όλως αλλοία τα έθιμα, η νύμφη μετά το στεφάνωμα πριν εισέλθη εις την οικίαν του γαμβρού, καθίζεται εις το προαύλιον, οι δε συγγενείς του γαμβρού ρίπτουσιν εις τον κόλπον (ποδιάν) αυτής κέρματα, άτινα πολλάκις συμποσούνται εις χιλίας δραχμάς. Τούτο δε γίνεται προηγουμένως εν τη οικία της νύμφης, παρακαθημένου του γαμβρού και λαμβάνοντος ομοίως δώρα εις χρήματα, παρά των συγγενών της νύμφης. – Εισαχθείσαν εις την οικίαν την νύμφην οδηγεί ο πενθερός εις τινα γωνίαν, και άρας το περικαλύπτον αυτήν κρήδεμνον καταφιλεί εις το μέτωπον και δωρείται αυτή χρυσούν νόμισμα. Τούτο δε έστιν όμοιον προς τα παρά τοις αρχαίοις ανακαλυπτήρια ή μάλλον αποκαλυπτήρια[18]. Μετά φιλοξενίαν δε και περιποίησιν αποχωρούντων των της νύμφης συγγενών, εξακολουθούσιν οι περί τον γαμβρόν άδοντες και χορεύοντες. Περί δε την δείλην ή την εσπέραν συνέρχονται οι κεκλημένοι, παρατιθεμένης της τραπέζης, και συνευωχούνται λίαν ευθύμως, αφού προηγουμένως ο γαμβρός μετά πολλών άλλων μεταβή εις την οικίαν του παρανύμφου και συμπαραλάβωσιν αυτόν και επανέλθωσιν άδοντες. Η δε νύμφη συνδειπνεί μετά του γαμβρού και ολίγων οικείων κατ’ ιδίαν. Μετά δε τούτο προσέρχεται τοις συνδαιτυμόσι και ίσταται προσκυνούσα και ταπεινόν βλέπουσα.
Ζ΄ Τα ’πιστρόφια
8. Την εσπέραν της Κυριακής περί ώραν ενδεκάτην μ.μ. περίπου αγγέλλουσιν επίτηδες τοις γονεύσι της νύμφης οι περί τον γαμβρόν, ότι πορεύσονται προς αυτούς. Όθεν εγείρονται εύθυμοι από της τραπέζης και συμπεριλαβόντες τον γαμβρόν και την νύμφην άνευ κρηδέμνου ελευθεριάζοντας ήδη οπωσούν, μεταβαίνουσιν άδοντες και πυροβολούντες καθ’ οδόν, εις την οικίαν των γονέων της νύμφης, ένθα φιλοξενούνται απλώς και δι’ οίνου· ιδία δε κατά μόνας συνεσθίουσιν ο γαμβρός και η νύμφη αλέκτορα κεκαρυκευμένον, τον κόκκορη της πεθεράς, εξού και η παροιμία: «Όταν ο γαμπρός πάη στην πεθερά γεννάει ο κόκκορης». Αναχωρούντες δε θεωρούσιν ως καλόν και μοιραίον το να κλέψωσιν εκ των επίπλων τι, οίον μάχαιραν, ή πειρούνιον, ή χειρόμακτρον ή τοιούτόν τι, εφ’ ω και προσοχή δίδεται. Και το μεν πρόπαλαι επεστρέφοντο τα υπεξαιρούμενα, άμα εξερχομένων των συμπεθέρων. Επειδή δε, του χρόνου προϊόντος, και των αρχαϊκών ηθών μεταβαλλομένων και παρερμηνευομένων υπό της πονηρίας της νεωτέρας γενεάς εκρύπτοντο προς ίδιον εκάστου όφελος πολλά των ως είρηται παιδιάς χάριν ή και έθους υφαιρουμένων, κατήργηνται προ πολλού τα ’πιστρόφια, γινόμενα ήδη την Τρίτην της εβδομάδος ημέραν και μετά μόνο των πλησιεστάτων συγγενών μεταβαινόντων εις την οικίαν των γονέων της νύμφης και συνευωχουμένων εν ησυχία και τάξει. Μετεβλήθησαν δε επί το νεωτερικώτερον και πολλά άλλα εκ των ανωτέρω εκτεθέντων. Ούτω λοιπόν περατούται ο γάμος διαρκών ενίοτε όλην εβδομάδα και μάλιστα εν χωρίοις. Τα παρ’ ημίν ’πιστρόφια καλούνται παρά τοις Αιγαιοπελαγίταις Αντίγαμος, τελούμενος μετά οκτώ από του γάμου ημέρας, συνερχομένων πολλών συγγενών εν τη οικία των γονέων της νύμφης μετά των νεονύμφων, εις ους, ότε απέρχονται, χαρίζονται οι γονείς και οι οικείοι εις κανίσκια γλυκύσματα, δακτυλίδια και άλλα καλά και τίμια.
Η. Η χάραις της νύφης
10. Την τετάρτην της εβδομάδος του γάμου ημέραν η νύμφη ρίχνει της χάραις· προσφέρει δηλ. χιτωνίσκον (υποκάμισον) και αναξυρίδα (βρακί) ολοσηρικά ενίοτε αμφότερα μετά ζώνης εσωτερικής πεποικιλμένης και μανδίλιον εις τους πενθερόν, πενθεράν, αδελφούς και λοιπούς στενούς συγγενείς του γαμβρού, οίτινες αντιδίδουσιν αυτή τότε ή συνηθέστερον επί της αρραβώνος, όταν επισκέπτωνται αυτήν, ποσόν τι αργυρίου ή κειμήλιον. Τον πενθερόν και πενθεράν προσαγορεύει εφεξής η νύμφη και μέχρι γήρατος, «Αφέντη», και «μάννα». Ωσαύτως τους αδελφούς και αδελφάς του γαμβρού, «Αφέντη Γιώργη», «Κυρά Φώτω» και νεωτέρας έτι ηλικίας τυγχάνοντας.
Θ. Τ’ αμπόδεμα
11. Η απειρία και η φυσική πολλάκις τινών προς γάμον ανικανότης συνδεόμεναι μετά της αμαθείας και των εκ ταύτης πηγαζουσών δεισιδαιμονιών εγέννησαν παρά τοις πολλοίς την ιδέαν του Αμποδέματος, γνωστού και παρά τοις αρχαίοις έλλησιν υπό το όνομα Ορχιπέδης. Εύθετον δε καιρόν οι αγύρται και γόητες ούτως ευρίσκοντες υποθάλπουσι και ποικιλοτρόπως καλλιεργούσιν άνδρες και γυναίκες την πρόληψιν, επαγγελλόμενοι τον ’ξαμποδεστήν και εκμεταλλευόμενοι την απλότητα και αμάθειαν του όχλου, γυμνώνουσιν ασυνειδήτως φορολογούντες αδρώς πολλάκις τους ανοήτους, ους λέγουσιν, ότι θεραπεύουσιν, όταν πάθωσι τούτο. Όθεν προ του γάμου φροντίζουσιν οι περί τον γαμβρόν και την νύμφην να περιποιώνται τοιούτους αγύρτας και γόητας μυλωθρούς ως επί το πολύ όντας, δια να μην αμποδέσωσι το αντρόγυνο. Εκ τούτου όταν τελήται το μυστήριον ίστανται, ως προείρηται, παρά τοις νεονύμφοις άνδρες τε και γυναίκες προσέχοντες μη προσέλθη τούτοις εχθρός και λάβη σημάδι τι, οίον κλωστήν ή άλλο τι τοιούτον από των ενδυμάτων του ανδρογύνου. Διότι τότε εξ άπαντος λέγουσιν, ότι κατορθούται «το απόδεμα». Προς αποφυγήν δε ή και αποτυχίαν τούτου δίδουσι πολλάκις ένιοι τω γαμβρώ να φέρη επί της τελέσεως του μυστηρίου εν τω κόλπω μικρόν βιβλίον της νέας διαθήκης (τετραυάγγελον). Εν δε τω θηλακίω (τσέπη) του φορέματος της νύμφης εμβάλλουσι ζώνην ιερέως λειτουργικήν (περιζώνιον) και τινές δεισιδαιμονέστεροι και το ιερόν μυροδοχείον μετά της ζώνης κλπ. Εκ τούτου επικρατεί και νυν έτσι κακίστη και παρ’ ημίν ου σπανίως και παρ’ άλλοις συνεχώς συνήθεια να τελήται το μυστήριον του γάμου νύκτωρ και εν γωνία και παραβύστω εν οίκοις, όπως μη λάβωσιν όλως είδησιν περί τούτου οι αγύρται, απειλούντες άλλως τον όχλον. Κατακριτέτοι εισί τα μέγιστα οι ιερείς οι ενδιδόντες και τελούντες ούτω το μυστήριον και έτι μάλλον οι αρχιερείς μη περιορίζοντες τους δεισιδαίμονας ιερείς των. Ου σπανίως δε συμβαίνει να προκαλώσι το Αμπόδεμα τούτο άμα τη μνηστεία αυτοί οι γονείς των μεμνηστευμένων, καταφεύγοντες εις τους γόητας, όπως προλάβωσι τας πονηράς δήθεν εκείνων ενεργείας περιποιούμενοι τούτους. Λύουσι δε τα μάγια ευθύς μετά τον γάμον αυτοί εκείνοι πάλιν. Αν δεν απολεσθώσι παρά τοις γόησι τα σημάδια ή δέματα ή επίτηδες κρυλφθώσιν ή ριφθώσιν εις φρέαρ ή εις θάλασσαν, τότε δη τότε διαμένει καθ’ άπαντα τον βίον αυτού «Αμποδεμένον το αντόγυνον». Ω της ανοησίας και κουφότητος!
Την Δευτέραν, όρθρου βαθέος, αν δεν υπάρχει Αμπόδεμα και εκοιμήθηκαν καλά ο γαμπρός και η νύφη… εγείρεταί τις και πυροβολεί από παραθύρου, όπερ εστί τεκμήριον αλάνθαστον, ότι ευ εύχουσιν οι νεόνυμφοι, και γίνεται τοις πάσι κατάδηλον τούτο. Συγχρόνως δε μεριμνώσιν, ίνα παρασκευασθή πρωιαίτατα γλύκισμα, όπερ προσφέρουσι τοις επισκεπτομένοις αυτούς και ευχομένοις τα βέλτιστα. Αν δε τουναντίον είναι αμποδεμένοι, κατήφεια και λύπη καταλαμβάνει αυτούς και τους περί αυτούς, και ενέργεια άρχεται δραστηρία προς λύσιν του αμποδέματος, πολλών εις ταύτην γοητειών τιθεμένων εις χρήσιν.
12. Μετά οκτώ από του γάμου ημέρας μεταβαίνει η νύμφη συνοδευομένη υπό συγγενών και φίλων νεανίδων εις πλησίον πηγήν προς ύδρευσιν, φέρουσα παιδίον άρρεν (όπως εφεξής τίκτη και αύτη άρρενα). Όταν δε υποβάλη την υδρίαν (βαρέλι) υπό τον κρουνόν ίνα πληρωθή ύδατος, επιρρίπτει επ’ αυτής εν τω ύδατι αργυρούν κέρμα, όπερ λαμβάνει το παιδίον. Έπειτα δε πληρωθείσης της υδρίας μεταφέρει αυτήν οίκαδε μετά της ειρημένης συνοδείας. – Μετά παρέλευσιν δε ημερών δέκα πέντε από της Κυριακής του γάμου εκκλησιάζεται η νύμφη συνακολουθουσών συγγενών και φίλων γυναικών. Λαμβάνει δε το αντίδωρον παρά του ιερέως, αφού δώση αυτώ κέρμα τι.
13. Δεν επιτρέπεται να παρευρεθώσιν εις κηδείαν οι νεόνυμφοι, πριν ή συμπληρώσωσιν ενιαυτόν όλον από του γάμου, ουδέ θεωρούσι τοιαύτην και πόρρωθεν. Όθεν ότε διέρχεται νεκροπομπία ή παρά τον οίκον αυτών ή άλλοθεν, ένθα τυχόν ευρίσκονται, πρέπει να απομακρυνθώσιν εκείθεν ή να αποκρυβώσιν αποσυρόμενοι ταχέως. Ουδέ κολλύβων κατά συνέπειαν επιτρέπεται αυτοίς να άπτωνται ουδέ να γεύωνται προ της συμπληρώσεως του ενιαυτού από της συζεύξεως αυτών.
14. Όταν εκδίδη τις προς γάμον θυγατέρα και συνάμα λαμβάνει εις υιόν νύμφην, πρέπει, οπόταν το πρώτον ήδη συναντηθώσιν αι γενόμεναι νύμφαι ή εν τη πατρική οικία ή άλλοθί που πριν ή προσίδωσιν αλλήλας να ’μπουχισθώσιν (επιχυθώσιν), ήτοι λαβούσαι αμφότεραι ύδωρ εν τω στόματι αυτών να επιβρέξωσιν αλλήλας κατά το πρόσωπον άμα τη πρώτη συναντήσει. Τούτου δε μη γενομένου, αποθανείται η ετέρα τούτων εξ άπαντος κατά πρόληψιν, ή αδόκιμος επιτέλους έσται ο γάμος εκατέρας.
15. Οι γάμοι τελούνται παρ’ ημίν κατά πάσαν σχεδόν ώραν του έτους. Προτιμώνται δε μάλλον ως γαμήλιοι μήνες ο Σεπτέμβριος (του Σταυρού ο μήνας, κοινώς ο και Τρυγητής), και ο Οκτώβριος (άγιος Δημήτρης κοινώς), ως εναίσιμοι και ωφέλιμοι προς γάμον. Ουχ ήττον δε και κατά τους άλλους μήνας του έτους γίνονται μεν, αλλά σπανιώτερον οι γάμοι και στη γιόμισι του φεγγαριού ως και παρά τοις αρχαίοις έλλησι, «Πλησιφαούς της σελήνης ούσης».
«Όταν σελήνης ευτυχής έλθη κύκλος».
(Ιφιγέν. εν Αυλίδ. 707)
Μόνος ο Μάιος καθόλου υποτίθεται παρ’ ημίν απαίσιος μην των γάμων, διότι εν αυτώ μάλιστα εορτάζεται η αγία Μαύρα (τη γ΄ Μαΐου) κατά το εκκλησιαστικόν εορτολόγιον). Εν Μεσσηνία καλείται κατ’ ευφημισμόν αγία Άσπρη η αγία αύτη· και ου μόνον η ημέρα της μνήμης αυτής νομίζεται αποφράς, αλλά και καθθ’ άπαν το έτος μεγάλως ευλαβούνται οι χωρικοί πανταχού της Πελοποννήσου να τελέσωσι γάμον ή να αποδημήσωσιν ή οιανδήποτε σπουδαίαν εργασίαν να επιχειρήσωσι κατά την ημέραν, καθ’ ην συνέπεσε να εορτασθή η αγία Μαύρα. Προσέτι δε δεν ζυμώνουσιν άρτον, διότι ταχέως δήθεν μέλλει να ευρωτιάση. Δεν αποκτείνουσι τον οικόσιτον χοίρον εν ταις απόκρεως κατά την ημέραν ταύτην, διότι τάχα αηδές έσται το κρέας, και ταχέως θέλει πάθει σήψιν αναπόφευκτον. Ημέρα δε αποφράς εν γένει προς πάσαν επιχείρησιν νομίζεται πολλαχού η Τρίτη της εβδομάδος, καθ’ ην ούτε εις οδοιπορίαν εκτενή εξέρχονται, ούτε ιμάτια κλπ. κόπτουσιν. Όθεν και η αποφθεγματική φράσις «και την Τρίτη μηδέ τρίχα (να κόπτης)·(ίδ. αποφθέγμ. εν τοις έμπροσθεν). Παρά τισι δε αποφράς ημέρα της εβδομάδος νομίζεται η Παρασκευή, ήτοι ή έκτη ημέρα, διότι κατ’ αυτήν εσταυρώθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, και είναι ημέρα πένθους. Επομένως τοιαύτη δήθεν αποβήσεται και παντί τω επιχειρούντι αποδημίαν ή οτιδήποτε κατά ταύτην. Άπορον τη αληθεία μοι φαίνεται, ότι εν πολλοίς χωρίοις καί κωμοπόλεσι γειτονευούσαις, πολλάκις υπάρχουσιν όλως αντίθετοι προλήψεις και δεισιδαιμονίαι. Όσας δηλ. τινες απεδέχονται και τηρούσιν ως αξιώματα μαθηματικά, άλλοι απορρίπτουσιν ως αληθείς προλήψεις καταφρονούντες. Εναίσιμος επί παραδείγματι μην των γάμων παρ’ ημίν υπάρχει ο Σεπτέμβριος, πολλαχού δε της Πελοποννήσου και αυτής ακόμη της ημετέρας Γορτυνίας νομίζεται τουναντίον μην απαίσιος, διότι πιστεύουσιν, ότι κόπτονται τρόπον τινά αι ημέραι των εις γάμον κατ’ αυτόν ερχομένων, όπως κόπτονται (τρυγώμεναι) αί σταφυλαί. Εναίσιμος ωσαύτως παρ’ ημίν είναι και ό Φεβρουάριος μην, απαίσιος δε παρ’ άλλοις, διότι τα τεχθησόμενα τέκνα χωλά δήθεν έσονται, όπως χωλός έστι και ο μην ούτος (Κουτσοφλέβαρος), έχων ημέρας είκοσι οκτώ ή ως δίσεκτος είκοσι εννέα. Η ηθική αυτή διαφορά προγονική ούσα (ενυπήρχε δηλονότι και παρά τοις αρχαίοις έλλησιν όμοιόν τι, καθ’ α βλέπομεν παρά Θεοφράστω[19], προέρχεται και εξ άλλων ίσως αιτίων και από του βαθμού της ηθικής των κατοίκων αναπτύξεως και της ανατροφής διαφόρου και ταύτης και ου μικρόν επηρεαζομένης υπό τε των διδασκάλων και των παρ’ αυτοίς μάλιστα ιερέων[20].
Παρά τοις αρχαίοις έλλησιν εναίσιμος χρόνος των γάμων ην καθόλου ο χειμών. Εν Αθήναις δε ο Γαμηλιών μν, αντιστοιχών εν μέρει προς τον καθ’ ημάς Ιανουάριον, έλαβε το όνομα τούτο, καθό πολλών γάμων κατ’ αυτόν τελουμένων. Καθ’ Ησίοδον δε πρέπει οι γάμοι να τελώνται την τετάρτην του μηνός ημέραν.
«Εν δε τη τετάρτη του μηνός
άγεσθαι εις οίκον άκοιτιν».
(έργ. και ημέρ. 800)
Κατά πρόληψιν άλλως αυστηρώς τηρουμένην δεν επιιτρέπεται ούτε εν τη του γαμβρού, ούτε εν τη της νύμφης οικία να βάφωσιν μέλανα υφάσματα, αφού αποφασισθή η του γάμου εκτέλεσις, όπως μη χηρεύση και μελανειμονήση η νύμφη. Επίσης δεν σαρώνουσι μετά το στεφάνωμα, όπως μη επέλθη βλάβη τις εις τους νεονύμφους, καθαρίζουσι την οικίαν κατά την επιούσαν.
16. Λίαν παράδοξα και δεισιδαιμονιών πλήρη βλέπει τις διαπραττόμενα εις δίγαμον και μάλιστα εις τρίγαμον, άνδρες δηλ. έχοντας την ατυχίαν να έλθωσιν εις δεύτερον και εις τρίτον γάμον. Όθεν λέγομεν αποφθεγματικώς:
«Ο πρώτος γάμος είναι από το Θεό,
Ο δεύτερος είναι για οικονομία,
Ο τρίτος είναι για πορνεία».
Ούτοι στρέφονται ευλογούμενοι νύκτωρ και εν γωνία και παραβύστω, ολίγων συμπαρισταμένων εκ των πλησιεστέρων συγγενών και συνοδευόντων την νύμφην από της οικίας των γονέων αυτής εις την του γαμβρού, ένθα, εισάγουσιν αυτήν από άλλης θύρας ελάσσονος (παραπόρτι), ή και από παραθύρου, και ουχί από της μείζονος και συνήθους, δι’ ης εισήχθησαν αι αποθανούσαι σύζυγοι. Τότε συγχρόνως μεταφέρουσι και τα προικώα. Ίσταται δε έξωθεν της οικίας η νύμφη παρά την θύραν, προσερχομένου του γαμβρού, και κρατούντος και δάκνοντος όστρακον, καλούντος δε την νύμφην ούτω:
Γαμβρ. «Έμπα μέσα!»
Νύμφ. «Δε μπαίνω!»
Γ. «Γιατί;»
Ν. «Γιατί με τρως»
Γ. «Δε σε τρω εγώ, τρω το κεραμίδι!»
Αι ερωτήσεις και αποκρίσεις αύται επαναλαμβάνονται τρις, μεθ’ ο εισέρχεται η νύμφη εις την οικίαν. Η δε συνήθης θύρα μένει κεκλεισμένη τεσσαράκοντα ημέρας από του γάμου. Η τελετή τοιούτου γάμου μετέχει πένθος μάλλον ή χαράς και ευφροσύνης. – Γυνή μένουσα έγκυος από του αποθανόντος ανδρός της, και ερχομένη εις δεύτερον γάμον θέλει χηρεύσει και αύθις, ως λέγεται.
17. Ο θείος Όμηρος εξαίρων τον συζυγικόν βίον λέγει που:
«Ου μεν γαρ του γε κρείσσον και άρειον
ή οθ’ ομοφρονέοντε νοήμασιν οίκον έχητον
ανήρ ηδέ γυνή· πόλλ’ άλγεα δυσμενέσιν,
χάρματα δ’ ευμενέτησι· μάλιστα δε τ’ έκλυον αυτόν».
(Οδυσ. Ζ. 182)
Και ο Φωκυλίδης είπεν:
…Τι γαρ ηδύτερον και άρειον
ή όταν ανδρί γυνή φρονέη φίλα γήραος άχρι,
και πόσις ή αλόχω, μηδ’ εμπέση άνδριχα νείκον;
Όπως λοιπόν οι δια του γάμου συζευχθέντες ανήρ και γυνή διέζων εν τοις αρχαιοτάτοις χρόνοις ομοφρονούντες φιλούμενοι και βοηθούντες αλλήλους, και καθιστώντες τον βίον τίμιον και ευφρόσυνον, ούτε και παρά τοις νεωτέροις έλλησιν ο μεν ανήρ άρχει της γυναικός, η δε άρχεται υπ’ αυτού. Αμφότεροι λίαν αγαπώσι και στέργουσιν αλλήλους. Η γυνή ουδέν έχει τιμιώτερον επί της γης ή τον άνδρα· και ουδέν ιερώτερον ή την τιμήν αυτού, αυτόν καλεί ζωήν και φως, αυτόν αυθέντην και κύριον εαυτής[21].
[1] Πολλά των εν τοις γάμοις εθιζομένων και ώδε αναγραφομένων ανήκουσιν εις αρχαιοτέραν εποχήν. Ολίγον δε κατ’ ολίγον καταργούνται περιπίπτοντα εις αχρηστίαν και αντικαθιστάμενα δια των νυν επικρατούντων επί το νεωτερικώτερον. Προς τούτο νομίζομεν τα έτι σωζόμενα αναγραφής ακριβούς άξια· διότι οσημέραι μεταβαλλόμενα περιπίπτουσιν εις παντελή λήθην. Ολίγα δε τούτων ευρίσκει τις σήμερον ακέραια και όμοιά πως προς τα αρχαιότερα, τηρούμενα μάλλον εν κώμαις και χωρίοις, ένθα δεν υπεισέδυ ακόμη ο φραγγισμός.
[2] Η λέξις αύτη εστί λατινική nota (=σημείωσις).
[3] α) Σχέδιον προικοσυμφώνου κοινόν τύπον φέροντος.
+ Εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, Αμήν. Δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, των αγίων θεοστέπτων μεγάλων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου μεγαλομάρτυρος Προκοπίου και πάντων των αγίων, Αμήν. – Εγώ ο κάτωθεν υπογεγραμμένος (δείνα) έχωντας δυχατέρα ονόματι Μαρία, με καλή μου θέλησι και προαίρεσι την δίνω εις γυναίκα εις τον υιό του Παύλου ονόματι (δείνα), και με την ευχή μο της δίνω δια προίκα της τα ακόλουθα (και έπεται η κατ’ είδος έκθεσις των προικ.)
β) Έτερον ίδιον.
1743 κερπινί αγούστου 15
+ Στο όνομα του Θεού και της παναγίας και του μεγαλομάρτυρος προκοπείου αν είναι θέλειμα Θεού και της παναγίας να παντρέψω τιν θειγατέρα μου τιν φωτεινεί εγό ο διμίτρις τζουλουχάς και θέλω ναν τι δόσο του Θοδορί Γιαννόπουλο από γλανιτσία να έχω ναν τις δόσο το προικιό, τις μπόλιαις και μαντίλια τριάντα στρόματα δυο ματαράτζι, ένα αντρομίδα, μια προβατα, τριάντα γελάδια, μια με το μουσκάρι τις, ένα δαμάλει και χωράφια στις κοτιναίς κομάτι ένα στου λαμπιανού ταλώνει κομάτι ένα και στο ποτάμι στο νισί κομάτι ένα και απόξο από το νισί κομάτι ένα και στι λαχίδα κομάτι ένα και αμπέλι απουκάτο στο σπίτι, ξεινάρεια τρία, ούτος έγινε το παρόν προικοσύμφωνον και αν ήθελε τις κρατήσο τίποτα από ότι τις γραφο να ύμε τα αναθέματος. Πάλιν ανισόστας και μου έρθι θάνατος και δεν τα δόσουνε τα παιδιά μου να έχουν την κατάρα του Χριστού και τις παναγίας και τι δεικεί μου και έγινε το παρόν προικοσύμφονο έμπροσθεν εις ξειοπίστους μαρτίρους και εις τα παιδιά μου στο βασίλει και Γιάνι και Ρήγα και αποστόλι και για καλί του σιγουρίτα έγινε το παρόν γράμα δι’ αμπιστοσείνι και εδόθη εις χείρας του γαμπρού Θοδορεί και βεβεονό τα άνοθεν – γράφο τους μάρτυρας· διμίτρις σίριος και βασίλεις Κουτσόγερος από γλανιτσιά μαρτυρούμε τιν αλήθια· και εγώ ο αναγνόστις του γερο-στάθι ειπο χειρός μου μαρτυρό.
[4] Περί του ιδιωτ. Βίου των αρχ. ελλήνων υπό Θεοδ. Βενιζέλου, παρ. 42, σελ. 36.
[5] Την γενεάν του, δηλ. τους συγγενείς του.
[6] Εν Πελοποννήσω κοινώς λέγομεν αντί του «ανέτειλεν» «εβάρεσ’ ο ήλιος» και «εβγήκ’ ο ήλιος» και «έσκασ’ ο ήλιος». Αντί δε του «έδυσε» λέγομεν εκτός του «εβασίλεψε» και «έπεσ’ ο ήλιος». Προσέτι δε και «έκατσ’ ο ήλιος». Ίδε και εν γλωσσάρι την λέξιν βαρώ.
[7] Κατά την δωρικήν διάλεκτον αντί όλοι = πάντες.
[8] Κοινώς ούτω καλούμεν τους εν γάμω χρησίμους άρτους, ους και άλλως λέγομεν εν γένει καρβέλια, ίσως από του αρχαίου ακρωβελία, σημαίνοντας την άκραν (αγκωνήν) του οβελίου ή οβολίου άρτου, ούτω καλουμένου ή ότι εν οβελίσκοις ωπτάτο, ή ότι αντί οβολού ηγοράζετο. «Οι ιπνίται άρτοι (του φούρνου) τροφιμώτεροι των εσχαριτών και οβελιαίων». – Άρτον δε λέγομεν κοινώς μόνον τους εν επισήμους εορταίς κατασκευαζομένους και ευλογουμένους εν ναώ δι’ ιδίας ακολουθίας εκκλησιαστικής. Αγνοώ το έτυμον της λέξης τουρέτσι· ότι δε έστι ξενική, δήλον.
[9] Ποικίλλει, κεντάει από του λατιν. plumo.
[10] Το έθος τούτο τηρείται μόνον εν τω χωρίου Γαρζενίκω του ημετέρου δήμου. Εθίζεται δε και πολλαχού της Ηπείρου και Θεσσαλίας.
[11] Η καθωμιλημένη ετήρησε λέξεις αρχαιοτάτας ή και ρίζας άλλων ευχρήστων εις ξένας γλώσσας συγγενείς της ελλην. π.χ. νύφη, ρίζ. νυφ. νύβω λατ. nubo = καλύπτω, και έρχομαι εις γάμον. ιδ. Εισαγ. παρ. 5.
[12] Ως και ανωτέρω ερρήθη, κατηργήθησαν ου προ πολλού πλείστα των εθίμων τούτων, εν οις και ο χρόνος, ενίοτε δε και ο τόπος της στέψεως των εις γάμον ερχομένων (ίδ. κατόπ. παρ. 11). Αλλά δεν ήτο άραγε και φρονιμώτερον και ευσεβέστερον να τηρήται πανταχού της ελλην. γης και το καλλίτερον τούτον αρχαίον έθιμον, το να ευλογήται ο γάμος δηλονότι εν ιερώ ναώ άμα τη λήξει της θείας λειτουργίας; – Διατί να πιθηκίζωμεν μιμούμενοι τα αλλότρια και άτοπα και επιλανθανόμενοι των πατρίων να καταφρονώμεν και έθιμα της θρησκείας και δόγματα να παραβιάζωμεν εν ελαφρά συνειδήσει; – Αδυνατώ να εκφράσω πόσον ευχαριστήθην και κατ’ άλλα, επί μακρόν διαμείνας εσχάτως εν Πάτραις, και επήνεσα ακούσας και ιδών ιδίοις όμμασιν, ότι εν αυταίς διάγει χριστιανικώτατα ανώτερος δικαστικός υπάλληλος, τηρών απαρεγκλίτως τα θρησκευτικά έθιμα μετά της εντίμου αυτού οικογενείας εικόνα ζωηράν του πατρός τους τρόπους έχων. Και όντως «εσθλών απ’ ανδρών εσθλά γίγνονται τέκνα» κατ’ Ευριπίδην.
[13] Άτακτ. Κορ. Τόμ. Γ΄, σελ. 55.
[14] Νομίζω ορθότερον ειπείν το αγγελόφρυδό σου.
[15] Περί του ιδιωτ. βίου των αρχ. ελλήν. υπό Θ. Βενιζέλου, σελ. 39.
[16] Αυτόθ. σελ. 40.
[17] Αυτόθι.
[18] Αρποκρατ. εν λέξει Αποκαλυπτήρια.
[19] Ήδη μεν και πρότερον πολλάκις επιστήσας την διάνοιαν εθαύμασα, ίσως δε ου παύσομαι θαυμάζων, τι γαρ δήποτε της Ελλάδος υπό τον αυτόν αέρα κειμένης, και πάντων των ελλήνων ομοίως παιδευομένων, συμβέβηκεν ημίν ου την αυτήν τάξιν των τρόπων έχειν. (Θεοφρ. χαρακτ. εν προοιμ.)
[20] Τι δύναται να περιμένη η κοινωνία, εν η κληρικός μεγαλόσχημος 1) δίδει επί αδρά πληρωμή σιγγίλιον πατριαρχικόν μονής, ίνα αναγινώσκηται ως επιτίμιον επ’ εκκλησίας χωρίων περί κλαπέντων ή απολεσθέντων πραγμάτων, όπερ καλεί Ψαλμοκατάραν, έχουσαν ως λέγει, πολλώ μείζονα του αρχιερατικού επιτιμίου δύναμιν; 2) Επαγγέλλεται τον θεραπευτήν πασχόντων υπό επιληψίας, υπέρ ων ιερουργεί Χασόπεφτη, δηλ. ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη, φθινούσης σελήνης (χάσι φεγγαριού). Αφού δε κοινωνήση των αχράντων μυστηρίων ο πάσχων, πίνει κατά παραγγελίαν του θεραπευτού και μέγαν αγιασμόν; 3) Διακηρύττει εμμέσως και αμέσως ότι έχει παρ’ εαυτώ μίαν των τριών εικόνων, ας εζωγράφισεν ιδία χειρί ο Ευαγγελιστής Λουκάς; – Επιλείψει με ο χρόνος αφηγούμενον τα ανέκδοτα του ολίγον ιερού τούτου υποκειμένου! – Οι Πυθαγόρειοι έλεγον μητέρας είναι των κακιών Ακρασίην τε και Πλεονεξίαν· ο ενεχόμενος εις ταύτας ούτε Θεόν σέβεται ούτε ανθρώπους εντρέπεται! – Τρις κατ’ επανάληψιν εγένετο καταγγελία κατά τινος εφημερίου ιερέως, όστις ευλόγησε γάμον παράνομον και λίαν σκανδαλώδη άνευ εκκλησ. αδείας. Αλλά μόλις μετά παρέλευσιν πολλών ετών επεβλήθη αυτώ ελαχίστη (και αύτη εικονική) τιμωρία, πλαγίας έχοντι ενεργείας και βυούσης τα ώτα της τε προϊσταμένης και της υπαλλήλου αρχής. – Ιδ. ημέτερον υπόμνημα της 1ης Σεπτεμβρίο π. έτ. Άλλος τις κληρικός διαρρηγνύει τα ιμάτια αυτού υπέρ της νηστείας πικρώς κατακρίνων τους παραβιάζοντας αυτήν, ενώ, καθώς οίδα, αυτός ούτος ο ευλογημένος καταλύει πασχάζων εις τας περισσοτέρας τεσσαρακοστάς εν αγαθή συνειδήσει. – Ίδε εν ω γλωσσαρ. την λέξ. Αγνάντια.
[21] Περί του ιδιωτ. βίου των αρχαίων ελλήν. υπό Θ. Βενιζέλου, σελ. 46.

5 Comments
Comments are closed.