Skip to content Skip to footer

ΜΥΡΟΛΟΓΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ’

ΜΥΡΟΛΟΓΙΑ

Α΄ Ο σύζυγος

Ποιος ήταν ’κείνος πο’ ’βανε φωτιά στο περιβόλι,

Κ’ εκά’ η φράκτη τ’ αμπελιού, κ’ εκάη το περιβόλι,

Κ’ εκάηκαν τα δυο δεντρά, που ήσανε μέσ’ στη μέση;

Και το ’να ’κάη κ’ έπεσε, και τ’ άλλο ’κάη κ’ εστάθη.

Κείνο που ’κάη κ’ έπεσεν, εβγήκε από τις έννοιες,

Κείνο που ’κάη κ’ έμεινε, πολλά ’χει να περάση.

Θα το φυσήξη κι ο βοργιάς και θα το βρέξει ο νότος,

Θα ρίξη ξεροπάγουνο να κάψη την καρδιά του.

Β΄ Η χήρα

Χήρα που κάθεσαι ψηλά, καταίβα παρακάτω,

Και κάθισε στις άσχημες στις λεροφορεμένες.

Και ’βγάλ’ τα κόκκινα και φόρεσε τα μαύρα.

Τα κόκκινα είναι για χαρές, τα μαύρα είναι για λύπη.

Η χήρα μέσα κάθεται κι όξω την κουβεντιάζουν.

Αν περβατήση σιγαλά, της λέν’ πως καμαρώνει,

Κι αν περβατήση ογλήγορα, της λέν’, τήρα πώς πάει.

Κι αν κουβεντιάση μ’ άλλονε, της λέν’ άντρα γυρεύει,

Κι αν νέθη και τη ρόκα της, της λεν’ πως προίκα φτιάνει.

Γ΄ Η χήρα

Χήρα νυχτώνει στο βουνό, ποιος θα την συμμαζώξη;

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει.

Ψηλή φωνίτσα έβαλεν, όσια κι αν εδυνάστη!

– «Πού είσαι καλέ μου σύντροφε, καλέ μου νοικοκύρη;

Αν είσαι πίσ’ έλα μπροστά, κι αν είσ’ ομπρός καρτέρει.

Κι αν είσαι στην άκρη ποταμού, στέκα να με περάσης».

Δ΄ Η αυτή

Ούλα τα ’λάφια χαίρονται κι ούλα δρολογιόνται.

Και μια ’λαφίνα ταπεινή, δεν πάει κοντά με τ’ άλλα,

Τ’ ασπόσκι’ απόσκια περβατεί, τα πετρωτά κοιμάται.

Τ’ άλλα ’λάφια τής έλεγαν, τ’ άλλα ’λάφια τής λένε.

«Λαφίνα για δε χαίρεσαι, για δε δροσολογιέσαι;»

– «Το τι καλό ’χω να χαρώ, να ’πα κοντά με τ’ άλλα;

Δώδεκα χρόνους άκληρη, δεν έκανα μουσκάρι,

Κι ανάμεσα στους δέκα τρεις εβγήκα με μουσκάρι.

Για μένα βγήκ’ ο κυνηγός, για μένα κι ο κουρσάρος,

Μου πήρε το ιταιράκι μου, πήρε και το παιδί μου».

Ε΄ Ο παραπονούμενος

Τίνος να ειπώ το ντέρτι μου, το ντέρτι της καρδιάς μου;

Να σας το ειπώ ψηλά βουνά; – ψηλά είστε, δεν τ’ ακούτε.

Να σας το ειπώ ψηλά δεντρά; – φυσάει βοριάς, το παίρνει.

Να σας το ειπώ χαμόκλαρα; – φυσάει νοτιά το παίρνει.

Εγίραν τα δενδρόφυλλα κι ακούμπησαν στο χιόνι,

Σε μελετάει τ’ αχείλι μου, μέσα η καρδιά μου λυώνει.

ΣΤ΄ Η κόρη

Μέσα στις μαρμαροαυλές στις μαρμαροστρωμένες,

Ψυχομαχάει μια λυγερή, ψυχομαχάει μια κόρη.

Βαριάν όπ’ αναστέναζε βαριά για να πεθάνη.

Και μπαιζοβγαίνουν οι γιατροί με γιατρικά στα χέρια,

Και μπαιζοβγαίν’ η μάννα της τα χέρια σταυρωμένα.

– «Για πες μου, πες μου, κόρη μου, το τι είν’ η αρρώστια σου;

Να πα στην Πόλι για γιατρό, μπέλτα (ίσως) και σε σηκώσω».

– «Μάννα μου μην ξοδεύεσαι και μη χαλάς το βιος σου,

Τι εμέν’ της Πόλις οι γιατροί δεν μπορούν να με γιάνουν».

Η΄ Η λυγερή

Μια λυγερ’ εφαντάστηκε το Χάρο δε φοβάται,

Γιατί ’ν’ τα σπίτια της ψηλά κι άντρας της παλληκάρι,

Κι ο Χάρος κάπου τ’ άκουσε κάτι πουλί του το είπε.

Τ’ αποβραδιούν εκίνησε φωτώντας καταφτάνει,

Μα ’διάη κ’ εξαπέζεψε στης λυγερής την πόρτα.

Κλωτσιά βαρεί την πόρτα της, γροθιά το παραιθύρι.

Κ’ η λυγερ’ αποκρίθηκε, στέκεται και του λέει.

– «Ποιος είσαι συ, όπου βαρείς, όπου βροντάς τη νύχτα;»

– «Εγώ είμ’ ένας πραματευτής κ’ έρχομ’ από την Πόλι,

Κ’ έχω και της πραμάτειες μου ξανθές και μαυρομμάτες».

Η΄ Το παιδί και η μάννα

Μαννούλα μου σαν μ’ αγαπάς, κ’ έχεις καϋμό για μένα,

Έλα μάννα στο μνήμα μου και στο νεκροταφειό μου,

Και σκάψε με τα νύχια σου και με τα δυο σου χέρια.

Χώρια ρίξε το χώμα μου, χώρια το σκέπασμά μου.

Κι αν είμαι ρόιδο κόκκινο, σκύψε και φίλησέ με.

Κι αν είμαι μαύρος κι άσχημος, γύρισε σκέπασέ με.

Θ΄ Η καταστροφή

Είχα μηλιά στην πόρτα μου και δέντρο στην αυλή μου,

Και τέντα κατακόκκινη το σπίτι σκεπασμένο,

Και κυπαρίσσι ολόχρυσο κ’ ήμουν ακουμπισμένη.

Είχα κι ασημοκάντηλο στο σπίτι κρεμασμένο.

Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξερριζώθη,

Και η τέντα η κατακόκκινη κ’ εκείνη μαύρ’ εγίνη,

Το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κ’ ετσακίσθη,

Τ’ ασημοκάντηλ’ έσβησε, το σπίτι δε φωτάει.

Ι΄ Ο Λεβέντης και ο Χάρος

Λεβέντης ερροβόλαγεν από ψηλή ραχούλα,

Μα είχε το φέσι του στραβά και τα μαλλιά του δίπλα,

Φέρνει και το τουφέκι του στην πλάτη περασμένο,

Και το μουστάκι στρίβοντας σαν παλληκάρι που ήταν.

Κι ο χάρος τον απάντησε, στέκεται και του λέει.

– «Λεβέντη πούθεν έρχεσαι, λεβέντη πού πηγαίνεις;

– «Από το σπίτι μ’ έρχομαι, στην αδερφή μου πάω.

Κι απ’ τα μαλλιά τον έπιασε, «Τράβα μπροστά, του λέει».

«Άσε με χάρ’ απ’ τα μαλλιά και πιάσε μ’ απ’ το χέρι»,

«Και πες μου πού είν’ το σπίτι σου, κ’ εγώ πηγαίν’ ατός μου».

ΙΑ΄ Τ’ ασήμι (ο ηγαπημένος)

Πού πας ασήμι να κρυφτής, μάλαμα να σκουριάσης;

Πού πας ασημομάχαιρο, το χώμα να σε φάη;

– «Πάω στης Άρνης τα βουνά, στης αρνεσιάς τους κάμπους,

Π’ αρνιέται η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα.

Π’ αρνιόνται και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα».

ΙΒ΄ Η μάννα του Χάρου

Αφουγκραστήτ’ αρχόντισσες να ειπώ ’να μυρολόγι,

Μηδ’ από χήρες τ’ άκουσα μηδ’ από παντρεμένες.

Του Χάρου η μάννα το ’λεγε, το ’σουρνε μυρολόγι.

– «Όπο’ ’χει γιούς μη χαίρεται, γαμπρούς μην καμαρώνη·

Κι όποια είναι και καλόπαντρη, καμάρι να μη σούρνη.

Γιατί έχω γιο πραματευτή, γιατί έχω γιο κουρσάρη.

Νύχτα σε νύχτα περβατεί και κονταυγή κουρσεύει.

Παίρνει μαννάδων τα παιδιών, των αδερφιών τ’ αδέρφια,

Χωρίζει και τ’ αντόγυνα τα πολυαγαπημένα,

Που δεν τα ξεχωρίζανε οι γιοχτροί με τα μαχαίρια,

Κι ο Χάρος τα ξεχώρισε μ’ ένα γυαλί φαρμάκι».[1]

ΙΓ΄ Η εις άδου κάθοδος

Εδώ σε τούτην εκκλησιά, σε τούτ’ το μοναστήρι,

Πέστε μου ποιος είν’ ’πίτροπος, ποιος είναι κλειδοκράτης

Για να του κάμω ’νάν ριντζιά να τον παρακαλέσω,

Για να μου δώση τα κλειδιά, να καταιβώ στον άδη.

Ν’ ανοίξω τον παράδεισο να ιδώ τους πεθαμμένους.

Πού είν’ των μαννάδων τα παιδιά, των αδερφιών τ’ αδέρφια;

Να ιδώ τους νιούς πώς κάθονται, τους γέρους πώς κοιμώνται,

Να ιδώ και τα μικρά παιδιά πώς κάνουν για τη μάννα.

ΙΔ΄ Τρίτα και νιάτα

Κλαύτε στα τρίτα χλιβερά στα νιάτα πικραμένα,

Τι ως τα καλά σαράντα μου η αγάπη αλησμονιέται.

Η λύπη αράχνη γίνεται και μαύρη κατσιφάρα,

Καίει των δέντρων τις κορφές και των φυτειών τα φύλλα,

Των αρφανών τα μάγουλα και την καρδιά των χήρων.

Μικρ’ αρφανόν απάντησα μέσα στο σταυροδρόμι,

Μα ήσαν τα μάτια του θελά, τ’ αχείλια του καϋμένα,

Τα δυο του μηλομάγουλα καϋμέν’ από τα δάκρυα.

– «Μικρ’ αρφανό πούθ’ έρχεσαι, μικρό μου πού παγαίνεις»;

– «Πήγα στη θειά μου για ψωμί, στο μπάρμπα για παπούτσια.

Η θειά μου με είδε κ’ έκλεισε κι ο μπάρμπας μ’ αμπαρώνει,

Και τα πρωτοξαδέρφια μου μ’ επήραν με τις πέτρες».

ΙΕ΄ Το δείπνον του Χάρου

Ο χάρος κάνει μια χαρά κ’ ένα καλό τραπέζι.

Χίλι’ τον παραστέκουνε, κ’ οι χίλι’ σταυροχέρι.

Μια λυγερ’ είχε στο πλευρό και τον κερνάει και πίνει,

Κ’ ετρέχανε τα μάτια της σαν μαρμαρένια βρύσι,

Γυρίζει ο χάρος και της λέει και την ξαναρωτάει.

– «Τι έχεις, κόρη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα,

Και τρέχουν και τα μάτια σου σαν μαρμαρένια βρύσι;»

Κι εκείνη τ’ αποκρίθηκε, στέκεται και του λέει.

– «Θυμάμαι τα παιδάκια μου και κάθομαι και κλαίω.

Θυμάμαι και τον άντρα μου και θέλω για να φύγω».

ΙΣΤ΄ Ο καλλωπιζόμενος νέος

Σήκω, Λεβέντη μ’ κι άλλαξε, φόρεσ’ τη φέρμελή σου,

Γιατ’ ήφεραν την κάσσα σου να βάλουν το κορμί σου.

Ευτού που πας, λεβέντη μου, λειβάδεια να είν’ ομπρός σου,

Βραγιές βραγιές βασιλικό να δένης τ’ άλογό σου.

Και μια βραγιά καλή βραγιά για να κοιμάσ’ ατός σου.

ΙΖ΄ Το ξυλάλογο (η λάρναξ)

Τώρα είναι το πολύ κακό και το μεγάλο ντέρτι,

Που ηφέραν το ξυλάλογο για να το καββαλίκης,

Ξεστόλιστο, ξεσέλλωτο και ξεκαλλιγωμένο.

Για πέστε το του κοπελλιού, για να το ετοιμάση,

Να βάλη τη χρυσή χασιά, την ασημένια σέλλα.

Και τ’ ασημένια πέταλα για να το καλλιγώση.

ΙΗ΄ Τ’ αδέρφια

Ποια σκύλα μάννα το ’λεγε, τ’ αδέρφια δεν πονιόνται,

Και δεν αναστενάζουνε και πως δεν αγαπιόνται;

Που κείνα σκίζουν τα βουνά, όσο ν’ ανταμωθούνε,

Μα ’ρθε καιρός κ’ εσμίξανε σ’ ένα χρυσό τραπέζι,

Χρυσά μαντίλια βγάλανε και δάκρυα τα γιομίζουν.

ΙΘ΄ Ο μισευμός

Εμίσεψε και μ’ άφηκεν ένα γυαλί φαρμάκι,

Να πίνω και να νίβομαι ώστε να πάη και να ’ρθη.

Να βγάναν οι εληές κρασί γ οι αλυγαριές το λάδι,

Οι πεθαμένοι κ’ οι νεκροί θα ’βγαιναν απ’ τον άδη.

Κ΄ Τα βουνά και οι κάμποι

Καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι και οι κάμποι,

Που χάρο δεν παντέχουνε, χάρο δεν καρτερούνε,

Μόν’ καρτερούν την άνοιξη να ’ρθή το καλοκαίρι.

ΚΑ΄ Το πέρασμα του Χάρου

Το βλέπεις κείνο το βουνό που είναι ψηλ’ από τ’ άλλα;

Εκ’ έχει ο Χάρος πέρασμα, περνάει τους πεθαμμένους.

Τα παλληκάρια τα καλά τα πάει σιδερωμένα.

Πάει και τις νεροταριές[2] πλεξίδα με πλεξίδα,

Και τα μικρούλια τα παιδιά τα πάει φορτωμένα.

ΚΒ΄ Το πουλάκι του άδου

Πουλάκ’ εβγήκ’ από τη γη και μέσ’ από τον άδη,

Μηδέ σε πέτρα κάθησε μηδέ και σε λιθάρι,

Παρά εδιάη κ’ έκατσεν απάνω στην καμπάνα.

Δεν εκιλάιδε σαν πουλί μηδέ σαν χελιδόνι.

Παρά ’κιλάιδε κ’ έλεγεν ανθρώπινη λαλίτσα.

– «Όσοι έχουνε στη μαύρη γης να ’ρθούνε να ρωτήσουν».

Κι όσες χήρες τ’ ακούσανε κι όσες χαροκαϋμένες,

Ξυπόλυτες ξεσκούφωτες πάνε για να ρωτήσουν.

– «Πες μας, πες μας, πουλάκι μου, πώς είν’ ο κάτω κόσμος;»

– «Τα παλληκάρια τα καλά δέντρα ξερριζωμένα,

Εκ’ είναι κ’ οι νεροταριές σαν πόρτες γκρεμισμένες.

Εκ’ είν’ και τα μικρά παιδιά σαν μήλα μαραμμένα».

– «Τ’ ακούς, τ’ ακούς, πουλάκι μου, τι θα σου παραγγείλω;

Όπ’ ’χω λόγο να σου ειπώ και γράμμα να σου δώσω,

Έχω και ρούχα στον μποχτσιά να στείλω για ν’ αλλάξουν».

ΚΓ΄ Ο κάτω κόσμος

Τι να σου στείλω, μάτια μου, σ’ ευτούν τον κόσμο που είσαι,

Να στείλω μήλο σέπεται, τριαντάφυλλο μαδιέται,

Σταφύλι ξερογιάζεται, κυδώνι μαραγγιάζει.

Σου στέλνω, αχ τα δάκρυά μου δεμένα στο μαντίλι.

Μα κείνα ήσαν καυτερά κ’ εκάψαν το μαντίλι.

Σου στέλνω κι άλλα δάκρυά μου σε στάντσινο κρεντήρι,[3]

Για να νιφτούνε οι γιάνιφτοι, να πιούνε οι διψασμένοι,

Να ρίξουν και οι γραμματικοί νερό στα καλαμάρια,

Να πάρουν κ’ οι αμαρτωλοί να πλύνουν τ’ άρματά τους.

ΚΔ΄ Γιατρός και Χάρος

Γιατρός και Χάρος κάθονται στ’ αρρώστου το κεφάλι.

Γιατρός δίνει τα γιατρικά κι ο Χάρος το βοτάνι.

– «Χάρε μου, δεν πλερώνεσαι, Χάρε, δεν παίρνεις γρόσια;

Δεν παίρνεις και ζευγολατιά αμπέλια και χωράφια;

Δεν παίρνεις άλογο καλό να περβατής καβάλλα,

Ν’ αφήσης τα μικρά παιδιά των γυναικών τους άντρες;»

– «Μη γαρ είμαι πραματευτής για να μαζώνω γρόσια,

Μηδέ σπαής θε να γενώ να περβατώ καβάλλα,

Παίρνω μαννάδων τα παιδιά, των αδερφιών τ’ αδέρφια.

Χωρίζω και τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα,

Που δεν τα ξεχωρίζανε οι γιοχτροί με τα μαχαίρια».

Κι ο Χάρος τα ξεχώρισε μ’ ένα γυαλί φαρμάκι.

ΚΕ΄ Οι λεβέντες

Πίσ’ από τα ισιώματα χορεύουν οι λεβέντες.

Εκ’ είναι κ’ οι νεροταριές ξομπλιάζουν τα τραγούδια,

Πάνε και τα μικρά παιδιά μαννάδες να γνωρίσουν,

Βλέπουν το Χάρο κ’ έρχεται στους κάμπους καβελλάρης.

Δέντρο κρατεί στα χέρια του, ίσκιο του κεφαλιού του.

Φέρνει και για τεντόξυλα παλληκαριών βραχιόνες,

Φέρνει και για τεντόσκοινα νεροταριών πλεξίδες,

Και τα μικρούλια τα παιδιά στη σέλλα τ’ άλογού του.

ΚΣΤ΄ Οι αντρειωμένοι

Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να ’βγούν από τον Άδη.

Ένας το Μάη θέλει να ’βγή όπου είναι τα λελούδια.

Άλλος θέλει τον Άγουστο, που είναι τα πανηγύρια,

Κι ο Δήμος τ’ άγιο Δημητριού π’ ανοίγουν τα βαγένια.

Κανείς δεν αγροίκησεν από τους πεθαμμένους,

Παρά μια κόρη λυγερή, μια μικροπαντρεμένη,

Εκείνη τους αγροίκησε, στέκεται και τους λέει.

– «Πάρτε κ’ εμέν’ λεβέντες μου, να βγούμ’ από τον Άδη».

– «Κόρη βροντάν’ τ’ ασήμια σου, και μας ακούν’ οι άλλοι».

– «Εγώ τα βγάνω τα ’ρημα, τ’ αφήνω μέσ’ τον Άδη.

Σύρτε πέστε της μάννας μου, του δόλιου μου πατέρα,

Να μου βυζαίνουν το παιδί δυο τρεις φορές την νύχτα,

Ν’ αλλάζουν και τον άντρα μου πέντε βολές τον μήνα.

Κ’ εμένα μη με καρτερούν και μη με παντυχαίνουν».

ΚΖ΄ Αι παραγγελίαι

«Παιδάκι μου, φόντας να ’ρθής να μου το παραγγείλης,

Να φτιάξω γιόμα να γευτής και δείπνο να δειπνήσης,

Να μαρμαρώσω την αυλή να ’ρθής να συριανίσης,

Να στρώσω το κρεββάτι σου να ’ρθής για να πλαγιάσης».

– «Αν φτιάσης γιόμα γεύσου του και δείπνο δείπνησέ το,

Κι αν μαρμαρώσης την αυλή, έβγα συριανισέ την,

Κι αν στρώσης το κρεββάτι μου, πέσε κι αποκοιμίσου.

Κι εμένα μη με καρτερής και μη με παντυχαίνης.

Θα πα στης Άρνης τα βουνά, στης αρνεσιάς τη βρύσι,[4]

Κι όποιος πάη να πγη νερό, πίσω δε θα γυρίση».

ΚΗ΄ Παράδεισος και Κόλασις

Εκάθισα να φα ψωμί κ’ ήμουνα μοναχός μου,

Ήρθανε δυο-τρεις φίλοι μου, δυο-τρεις μουσαφιρέοι,

Ήρθ’ ο Χριστός και η Παναγιά και οι δώδεκ’ αποστόλοι.

– «Παιδιά σας έχω ’να ριντσιά, θα σας παρακαλέσω,

Για να μου δώστε τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου,

Να ιδώ το πού ’ν’ οι δίκαιοι και πού ν’ οι κολασμένοι,

Δεξιά είναι το Παράδεισο, ζερβιά ’ν’ οι κολασμένοι».

ΚΘ΄ Το θαλασσινό και το βουνήσιο πουλί

Ένα πουλί θαλασσινό κ’ ένα πουλί βουνήσιο,

Κείνα τα δυο μαλώνανε, κείνα τα δυο κολλιόνται.

Πετάχτη το θαλασσινό και λέει του βουνήσιου.

– «Μη με μαλώνης, βρε πουλί, και μη με παραδιώχνης,

Τι εγώ πολύ δεν κάθομαι στον εδικό σου τόπο,

Το Μάη και το Θεριστή κι ούλον τον Αλωνάρη,

Κι ως το δεκαπενταύγουστο της Παναγιάς περνώντας.

Τότε θα ’πα στον τόπο μου, θα ’πα στους εδικούς μου.

Στον κάτω κόσμο θε να πα, κι όποια ’χει ας παραγγείλη,

Όποια ’χει άντρα στη μαύρη γης να στείλη τα σκουτιά του,

Κι όποια ’χει κόρη ανύπαντρη, να στείλη τα προικιά της,

Κι όποια ’χει γιον ανύπαντρον γαμπριάτικα να στείλη,

Κι όποια ’χει και γραμματικό να στείλη τα χαρτιά του.

Κι όποια ’χει και μικρά παιδιά να στείλη την κοπέλλα».

Λ΄ Η εν τω άδη μηλέα

Ποιος ήταν όπ’ εφύτευε μηλιά στον κάτω κόσμο,

Κ’ εκρέμαγε χρυσό σπαθί, κι ολόχρυσο φουστάνι;

Και πάνε οι νιοί για το σπαθί κ’ οι νιές για το φουστάνι,

Πάνε και τα μικρά παιδιά τα μήλα να μαζέψουν,

Παίζοντας τα χρυσόμηλα αλησμονάν τη μάννα;

ΛΑ΄ Το πανηγύρι εν τω άδη

Θε μου και να γινότανε στον άδη πανηγύρι,

Κι αν δεν εκίναγα να ’ρθώ να μου ’κοβαν τα πόδια,

Κι αν δεν σ’ εσφικταγκάλιαζα να μου ’κοβαν τα χέρια,

Κι αν δεν σ’ εγλυκοφίληγα να μου ’κοβαν τ’ αχείλια,

Κι ανίσως δεν σ’ εγνώριζα να μου ’βγαναν τα μάτια,

Κι αν δεν σου γύριζα το νου, να μ’ έκαναν κομμάτια.

ΛΒ΄ Το κυπαρισσάκι

Κυπαρισσάκι μ’ όμορφο πού θες να σε φυτέψω;

Να σε φυτέψω στην αυλή; – σκουπίζω, σε λερώνω.

Να σε φυτέψω στο βουνό; – σκιάζομ’ από το χιόνι.

Να σε φυτέψω στο γιαλό; – σκιάζομ’ από το κύμα.

Να σε φυτέψω σε ποταμιά; – γιομίζει και σε παίρνει.

Θε να σε βάλω φύτεμα μέσ’ στο νεκροταφείο,

Ν’ απλώσης κλώνους και κλωνιά, κλώνους και περικλώνια.

Και στα περικλωνάρια σου καντήλια θα κρεμάσω,

Για να περνάνε οι φίλοι σου να τα γιομίζουν λάδι,

Για να ’ρχεται η μαννούλα σου δάκρυα να τα γιομίζη.

Να ’ρχονται και τ’ αδέρφια σου για να τ’ απογιομίζουν.

ΛΓ΄ Ο σταυραϊτός

Αναταράξου, σταυραϊτέ, και τίναξ’ τα φτερά σου,

Και τίναξ’ και το χώμα σου από τα πούπουλά σου.

Πάρε κ’ έλα στο σπίτι σου κ’ έλα και στην αυλή σου,

Για να σε ιδή η μαννούλα σου και η δόλια η γιαδερφή σου.

Να κάμης τα ξερά χλωρά και τ’ άγρια ημερωμένα.

Να κάμης τη μαννούλα σου να μπη να βγη με γέλια,

Να κάμης και τ’ αδέρφια σου να βγάλουνε τα μαύρα,

Να κάμης και τους φίλους σου για να γλεντάν στην τάβλα.

ΛΔ΄ Ο πλανηθείς υπό του Χάρου

«Για πες μου τι άργησες να ’ρθής, τι άργησες να γυρίσης;

Να μη σου βαρυφάνηκεν όπ’ έχασες τη στράτα»;

– «Μηδέ μου βαρυφάνηκεν, όπ’ έχασα τη στράτα,

Ο Χάρος μας επλάνισε και δεν μπορώ να φύγω.

Που ’κείνος έχει πρόβατα, που ’κείνος έχει γίδια.

Και μου ’δωσε άλογο καλό και περβατώ καβάλλα».

ΛΕ΄ Το φαρμάκι

Για πες μου, πες μου μάτια μου, πού το ’πιες το φαρμάκι;

Αν το ’πιες μέσ’ την εκκλησιά να μην την προσκυνήσω,

Κι αν το ’πιες και στη γειτονιά να μην την χαιρετίσω.

Κι αν το ’πιες και στο σπίτι μας, να βάλω να το κάψω,

Κι αν το ’πιες όξω στην αυλή, ποτέ να μην καθίσω,

Κι αν το ’πιες και στ’ αμπέλι μας, να το ξεκουτσουρίσω.

ΛΣΤ΄ Ο γαμβρός

«Ποιος είν’ άξιος κι’ ογλήγορος στα Σάλωνα να πάη,

Να φέρη φέσι του γαμπρού, και φορεσιά της νύφης»;

Κανείς δεν αποκρίθηκεν από τους συμπεθέρους,

Ο (τάδες) αποκρίθηκε, στέκεται και τους λέει.

– «Εγώ είμ’ άξιος κι ογλήγορος, άξιος και παλληκάρι,

Να πάω μέσ’ τα Σάλωνα να φέρω ό,τι θέλτε,

Να φέρω φέσι του γαμπρού και φορεσιά της νύφης».

Και τ’ άλογο καβάλληκε στα Σάλωνα να πάη,

Δεν ηύρε κάμπο να σταθή κι αυλή να ξαπεζέψη,

Δεν ηύρε ασημοπάλουκο να δέση τ’ άλογό του.

Ο χάρος τον εκάλεσε να πάη να τον φιλέψη,

Αλησμονάει παραγγολές ξεχνάει και την νύφη.

ΛΖ΄ Η αγάπη του παιδίου

Παιδί μου την αγάπη σου τι θέλω να την κάμω;

Να την πουλήσω; δεν μπορώ· να την χαρίσω; κι όχι.

Θε να την πα στο χρυσικό να την περιχρυσώσω,

Να φτιάσω γκόλφι και σταυρό, σταυρό και δαχτυλίδι.

Το δαχτυλίδι να φορώ, το γκόλφι να βασταίνω,

Και το σταυρό να προσκυνά να λε’ να ζήσ’ ο γιος μου.

ΛΗ΄ Το αυτό κατά Λευκαδίους

(υπό Ιωάν. Ν. Σταματέλλου)

Πού πας γαϊτάνι να σαπής γκόλφι μου ν’ αραχνιάσης;

Γαρούφαλο βενέτικο ν’ αλλαξομουσουδιάσης;

Παιδάκι μου τον πόνο σου πού να τον απιθώσω;

Ναν τόνε ρήξω τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες.

Ναν τόνε ρήξω στα κλαριά, τον παίρνουν ταπουλάκια.

Θα τόνε βάλω στην καρδιά, να τον καταρριζώσω,

Να περβατώ να με πονή, να στέκω να με σφάζη.

Θε ν’ ’πάγω και στο χρυσικό για ναν τόνε χρυσώση,

Να φκειάσω ’να χρυσό σταυρό κι εν ασημένιο γκόλφι,

Να προσκυνάγω το σταυρό, και να φιλώ το γκόλφι.

ΛΘ΄ Ο Χάρος και το παιδί

Το μάθατε τι εγίνηκε στη χώρα μέσ’ στη μέση;

Ν’ όπου ’ρθ’ ο χάρος κι άρπαξεν ένα παιδί της μάννας;

Χίλι’ τον παν τι μια μεριά κι άλλοι χιλι’ την άλλη,

Και η μάννα του πάει κοντά, πάει παρακαλώντας.

– «Άσε μου, χάρε, το παιδί και πάρ’ εμέν’ την μάννα,

Πο’ πέρασα τα νιάτα μου κ’ έζησα τη ζωή μου».

Μ΄ Το αυτό κατά Λευκαδίους

(υπό Ιωάν. Ν. Σταμ.)

Θε μου τι θάμμα ’πώκαμες νάθελε μην το κάμης!

Να παίρν’ ο χάρος το παιδί απ’ το βυζί τση μάννας!

Χίλιοι πεζοί τον κυνηγούν, και μύριοι της καβάλλας,

Κη άλλος δεν τον επρόφτασε παρ’ η γλυκειά του μάννα,

– «Άσε μου, χάρε, το παιδί και παρ’ εμέ τη μάννα,

Που πέρασα τα νιάτα μου κ’ έζησα τη ζωή μου».

ΜΑ΄ Το πανηγύρι εν τω άδη

Νάταν και να γενώτανε στον άδη πανηγύρι,

Στην άκρη του πανηγυριού νάτανε κρύα βρύσι,

Να νίβωνται οι άνιφτοι, να πίνουν διψασμένοι,

Να πλένουν νιές τα ρούχα τους κ’ οι νέοι τ’ άρματά τους,

Να παίρνουν τα μικρά παιδιά νερό για το σκολειό τους.

Νάμουν κ’ εγώ πραματευτής σ’ αυτό το πανηγύρι,

Να παίρνω στο μαντίλι μου του νιογαμβρώνε σκούφους.

Να παίρνω στο καλάθι μου μικρών παιδιών παπούτσια.

(Υπό Ιωάνν. Σταματέλλου, ίδ. ΛΑ΄)

ΜΒ΄ Και άλλως (ίδ. ΛΑ΄)

Θε μου και να γινότανε στον άδη πανηγύρι.

Να ήμουν κ’ εγώ πραματευτής να πήγαινα παρμάτειες.

ΜΓ΄ Παραγγελία συζύγου προς την σύζυγον

«Τ’ ακούς, τ’ ακούς γυναίκα μου, τι θα σου παραγγείλω;

Παρασκευή να μη λουστής, Σάββατο μην αλλάξης,

Την Κυριακή μην χτενιστής στον ήλιο μην καθίσης,

Όπ’ απολάν’ οι εκκλησιές κι ούλα τα μοναστήρια,

Που πάν’ οι νιοί στην εκκλησιά κ’ οι νιές εις το συριάνι.

Σε γειτονειά να μην εβγής, σε ρούγα μην καθίσης».

Μα κείν’ εβγήκε κ’ έκατσε κ’ έπιασε και κουβέντα.

Κρατεί και γυαλοκάνατο και πίνει το νερό του.

ΜΔ΄ Παραγγελία υιού προς την μητέρα

Τ’ ακούς, τ’ ακούς μαννούλα μου, τι θα σου παραγγείλω;

Πύργο φτιάσε στη θάλασσα, στον τάφο μου περιβόλι,

Και βάλε μέσα δεντρικά και κόκκινα λελούδια,

Κι όσοι διαβάτες κι’ αν περνάν να τα συχνοροτάνε,

Το τίνος είναι τα δεντρά, τα κόκκινα λελούδια;

Του Κώστα είναι τα δεντρά, του Κώστα τα λελούδια.

ΜΕ΄ Η απώλεια

Όποια ’χασε τον άντρα της, έχασε την τιμή της,

Κι όποια ’χασε τη μάννα της, έχασε την κουβέντα,

Κι όποια ’χασε τον αδερφό, έχασε τα φτερά της,

Κι όποια ’χασε την αδερφή, έχασε το συριάνι,

Κι όποια ’χασε μικρά παιδιά, έχασε την καρδιά της.

ΜΣΤ΄ Η ξενιτειά

«Θέλω να πα στην ξενιτειά να κάμω τριάντα ημέρες,

Και η ξενιτειά μ’ εγέλασε και κάνω τριάντα χρόνους.

Περικαλώ σε ξενιτειά αρρώστια μη μου δώσης,

Η αρρώστια θέλει πάπλωμα, θέλει παχύ στρωσίδι,

Θέλει μαννούλας γόνατα, θέλ’ αδερφής αγκάλαις.

Θέλει πρώτες ξαδέρφισσες να κάθωνται κοντά του,

Θέλει και σπίτι να είν’ πλατύ να στρώνη να ξιστρώνη».

Όσο ’χει ο ξένος την υγειά, ούλοι τον αγαπάνε,

Μα ’ρθε καιρός κι αρρώστησε βαριά για να πεθάνη,

Κι ο ξένος αναστέναξε και η γης αναταράχτη.

– «Να είχα νερ’ απ’ τον τόπο μου και μήλ’ απ’ την μηλιά μου,

Σταφύλι ροδοστάφυλο απ’ την κληματαριά μου».

Επιτάσσομεν εις το περί θανάτου κεφάλαιον ολίγα τινά, λαβόντες αφορμήν από του καλού συγγράμματος του κ. Παναγοπούλου, όπερ βραδέως και κατά τύχην περιήλθεν εις γνώσιν και χείρας ημών, και όπερ συνιστώμεν τοις πολλοίς των Πατρέων όπως προσκτήσωνται αυτό και πολλήν αποκομίσονται την ωφέλειαν.

Οι ενταφιασμοί γίνονται συνήθως εν τοις κοιμητηρίοις έξω των πόλεων και χωρίων κειμένοις. Εις ελάχιστα δε μέρη ήδη ήθελεν ευρεί τις νεκροταφείον εντός χωρίου. Άγνωστος δε κατ’ ευμοιρίαν υπάρχει η πολυτέλεια η εν ταις πόλεσι δια τον πλούτον επικρατούσα, και είθε μη μεταδοθή το τοιούτον νόσημα, όπερ ει και μη επιβλαβές αλλά πάντως ανωφελές. Τι χρησιμεύουσιν αι ματαιότητες! Δεν ήτο άραγε φρονιμώτερον, την μεγάλην δαπάνην την εν μαυσωλείοις γινομένην να διατιθώμεν υπέρ οικογενειών πενομένων όπως εύρωμεν θησαυρόν και μαυσωλεία εν ουρανοίς;

Οι αρχαίοι Έλληνες ως και οι Ρωμαίοι έθαπτον τους νεκρούς εκτός των πόλεων κατά μήκος των δημοσίων οδών, εις τα παράλια και εις υψηλάς θέσεις, διότι οι τάφοι εισίν αληθή μνημεία του διαβάτου, τα οποία έκαστος του βίου ναυτίλος πρέπει να βλέπη και να διδάσκηται παρ’ αυτών την διαβατικήν ύπαρξιν εν τω Κόσμω.

Αφού ο τάφος εγκλείει εν εαυτώ μόνον τα οστά και την σποδόν, ουχί δε και το πνεύμα, την ψυχήν, ήτις γνωρίζουσα την αληθή ευδαιμονία της, μεθίσταται εις άλλους κόσμους, εγκαταλείπουσα το σώμα, ως ο έμπειρος πηδαλιούχος αφίνει το εύθραυστον σκάφος, όπερ ο ωκεανός καταπίνει· διατί δεν γρηγορούμεν προς τον αληθή πλούτον της αρετής, ενώ το τέρμα ημών επί της γης έστιν ο άγρυπνος και δύσμορφος σκώληξ; Τι μοχθούμεν μάτην προς τα θησαυρίσματα, πολλάκις άδικα, αφού ως εγεννήθημεν θα απέλθωμεν;

«Γης επέβην γυμνός,

γυμνός θ’ υπό γαίαν άπειμι.

Και τι μάτην μοχθώ

γυμνόν ορών το τέλος;

Διατί δεν μεριμνώμεν περί αγαθού ονόματος, όπερ διαμένει εις αιώνα ή οι θησαυροί του χρυσίου; «Φρόντισον περί ονόματος· αυτό γαρ σοι διαμένει ή χίλιοι μεγάλοι θησαυροί χρυσίου. Αγαθής ζωής αριθμός ημερών και αγαθόν όνομα εις αιώνα διαμένει» (Σιράχ). Μόνη η αρετή εστίν άταφος, ο έμπεδος πλούτος, και δια μόνης αυτής δυνάμεθα ως δια πύλης να εισέλθωμεν εν τη Αθανασία και να λογισθώμεν μακάριοι.[5]


[1] Οι καθ’ ημάς χωρικοί Γυαλί καλούσι 1) την ύελον καθόλου, 2) το ποτήριον, την κύλικα, 3) το κάτοπτρον, 4) την αιθρίαν ή τον αίθριον ουρανόν, δήλον ότι η λέξις ύελος φέρει εν αρχή το F = Γύαλος· όθεν το ημέτερον γυαλί.

[2] Τας νέας γυναίκας ή κόρας.

[3] Ο αρχαίος κρατήρ.

[4] Το κατά τους έλληνας ύδωρ της λήθης.

[5] Πραγματεία περί κατασκ. κοιμητηρ. Πατρών υπό Γ. Ν. Παναγοπούλου, διδάκτ. του δικαίου.