Β΄ ΓΡΙΦΟΙ
1. Βασιλεύς, υπηρέτης φιλάργυρος και ταμπάκης
Βασιλεύς τις είχεν υπηρέτην φιλαργυρότατον, ον πολλάκις συνεβούλευσε προς διόρθωσιν του κακού· και επί τέλους του είπεν, ότι θα έλθη ημέρα, καθ’ ην θα δαπανήση αδίκως τα περισυλλεγόμενα χρήματα και κακώς τηρούμενα. Αλλ’ ο υπηρέτης έμεινεν αδιόρθωτος. Μεταμφιεσθείς δε ποτε ο βασιλεύς και συμπαραλαβών και τούτον, μετέβη προς επίσκεψον και δοκιμήν των υπηκόων του ως άγνωστος (incognito). Ευρών δ’ εν τινι ρεύματι βυρσοδέψην εργαζόμενον εν ώρα δριμέος χειμώνος λίαν επιμελώς και επιπόνως λέγει προς αυτόν:
– «Διατί δεν φυλάττεις τους τρεις από τους δώδεκα;».
– «Διότι δεν μ’ αφίνουν οι εξ με τριάντα δύω».
– «Να σου στείλω μια χήνα την μαδάς;».
– «Μάλιστα μετά χαράς σας».
Αφού δε περιήλθε περιηγούμενος και παρατηρών και άλλα μέρη ο βασιλεύς επανέκαμψεν εις τα ανάκτορά του μετά του φιλαργύρου υπηρέτου, ον ηρώτησε· τι εννοούσεν ο ταμπάκης με τους εξ και τριάντα δύω και τα άλλα όσα μετ’ αυτού είπεν ο βασιλεύς. Ο υπηρέτης απεκρίθη ότι δεν εκατάλαβε τίποτε. Τότε ο βασιλεύς τού λέγει, ότι αν φροντίση να μάθη όσα μετά του ταμπάκη ωμίλησεν, έχει καλώς, άλλως θέλει τον αποκεφαλίσει. Έδωκε δε εις αυτόν και προθεσμίαν δέκα ημερών, εντός των οποίων ώφειλε να κάμη την λύσιν των δήθεν απορουμένων. Ο δυστυχής υπηρέτης εστενοχωρημένος και σύννους μετέβη εις τον ταμπάκην, ον ήρξατο να παρακαλή και να προσφέρη αυτώ ως αμοιβήν εν τάλληρον· βαθμηδόν δε ανεβίβασε ταύτην εις δραχμάς εκατόν, αν του εξηγήση τα απορούμενα. Ο δε ταμπάκης απήτησε χίλια φλωριά δια την εξήγησιν ταύτην, άλλως έμενεν ακατάπειστος και σιωπών. Ηναγκάσθη λοιπόν επί τέλους ο φιλάργυρος υπηρέτης να προσενέγκη πυξίον πλήρες χιλίων χρυσών, και τότε εξήγησεν αυτώ ο ταμπάκης ως ακολούθως τα ανωτέρω.
– «Οι τρεις, περί των οποίων με ηρώτησεν ο βασιλεύς, ότι δεν φυλάττω από τους δώδεκα, είναι οι τρεις μήνες του χειμώνος εκ των δώδεκα του έτους· κατά τους τρεις τούτους έπρεπε κατά φυσικόν λόγον περιοριζόμενος δια το ψύχος εν τη οικία μου να μη εργάζωμαι εν υπαίθρω και εν τω ρεύματι. Αλλ’ επειδή η οικογένειά μου σύγκειται από εξ μελών, έκαστον των οποίων έχει τριάντα δύω οδόντας, δηλ. είναι εις ηλικίαν και χρειάζονται δαπάνην προς διατροφήν και συντήρησιν, αναγκάζομαι να εργάζωμαι και κατά τους τρεις τούτους μήνας, εκ των δώδεκα του όλου ενιαυτού. Η δε χήνα είσαι συ αυτός, ον εμάδησα σήμερον, δηλ. έλαβον μετά πολλής δυσκολίας ό,τι έλαβον, ήτοι τα χίλια εν τω πυξίω χρυσά. Ούτως ετιμωρήθη, ως προέλεγεν ο βασιλεύς του φιλαργύρου υπηρέτου αυτού η προαίρεσις.
2. Ο Αθηναίος ποιμήν
Ποιμήν τις Αθηναίος νοήμων και συνετός, έχων το αυτού ποίμνιον εκτεθειμένον που και βοσκόμενον, εφύλαττεν επισκοπών αυτό. Διερχόμενος δ’ εκείθεν οδοιπόρος νοήμων φαίνεται και αυτός και ιδών τον ποιμένα μετά του ποιμνίου του ηρώτησεν αυτόν γριφωδώς και συντόμως ωδέ πως:
– «Από πού, και πού, και πώς και πόσα;»
Ο δε ποιμήν απεκρίνατο ως Αθηναίος.
– «Απ’ Αθήνας (έρχομαι), εις λειβάδι (πορεύομαι), Θεόδωρος (ονομάζομαι), και πεντακόσια (πρόβατα έχω)».
3. Ο γέρων
α΄. «Τα βουνά χιονίσανε».
Δηλ. ότι ελευκάνθ’ η κεφαλή και ο πώγων αυτού.
β΄. «Τα μακρυά κοντίνανε».
Ηλαττώθη το φως των οφθαλμών.
γ΄. «Τ’ άλογ’ αποστάσανε».
Εγένετο νωδός.
δ΄. «Τα δύω τρίτα γίνηκαν».
Έλαβε βακτηρίαν δια το γήρας.
4. Οι τρεις φίλοι
(Ιατρός, πλούσιος ράθυμος και κακής γυναικός σύζυγος)
α΄. Ιατρός επιστήμων δεν ηδύνατο ποτέ να ευδοκιμήση ως μην έχων συμπεριφοράν ιατρώ αρμόζουσαν και αξιοπρέπειαν προσήκουσαν. Εισήρχετο π.χ. εις τα οινοπωλεία, καφενεία κλπ. και συνέπινε και συνανεστρέφετο μετά του τυχόντος και εν οιαδήποτε ώρα. Εκ τούτου μικρόν προσείχον αυτώ οι άνθρωποι, προτιμώντες άλλους κατωτέρους μεν την επιστήμην, αλλά συμπεριφερομένους προσηκόντως και επιμελουμένους του έργου αυτών, διό ηγανάκτει λυπούμενος.
β΄. Ο δε πλούσιος υπνώδης και αμελών των ιδίων και τη ραστώνη έκδοτος εζημιούτο συνεχώς και μετά τινος ανησυχίας ου μικράς έβλεπεν, ότι ουδόλως εβελτιούντο τα κατ’ αυτόν, μη εννοών το αληθές αίτιον, μηδ’ ευρίσκων την διόρθωσιν.
γ΄. Σύζυγος δε κακής και διεστραμμένης γυναικός ηπίως κι επιεικώς φερόμενος πάντοτε προς αυτήν δεν διήγεν εν ειρήνη και ομονοία, εφ’ ω εστενοχωρείτο και ούτος αγανακτών και λυπούμενος.
Συναντηθέντες λοιπόν οι τρεις ούτοι και συνεξηγηθέντες τα κατ’ αυτούς εν λεπτομερεία απεφάσισαν να συμπορευθώσιν εις τον σοφόν Σολομώντα και να ζητήσωσι τας συμβουλάς αυτού, τίνι τρόπω δηλ. ηδύναντο να διορθώσωσι τας ελλείψεις ταύτας και απαλλαγώσι της στενοχωρίας. Εκεί μεταβάντων ήκουσεν ο Σολομών εκάστου αυτών τα παράπονα, και εις μεν τον ιατρόν είπε:
«Να μελετάς τα βιβλία σου
και ουδέποτε να διακόπτης την ανάγνωσιν,
πριν φθάσης εις το τέλος εκάστου κεφαλαίου».
Εις δε τον πλούσιον είπε:
«Να ολιγοστεύσης τον ύπνον σου
και να σηκώνεσαι πολύ πρωί».
Εις δε τον σύζυγον της κακής γυναικός είπε:
«Να υπάγης εις γέφυρα ποταμού
και να εξαπλωθής επ’ αυτής όλως αδιαφορών
καν διέρχωνται ή μη, άνθρωποι ή ζώα».
Αι αποκρίσεις αύται είτε συμβουλαί του σοφού βασιλέως δεν εφάνησαν εις τους κυρίους τούτους σπουδαίαι ουδ’ επαρκείς, αλλ’ ουχ ήττον απεφάσισαν να εκτελέσωσιν αυτάς κατά γράμμα, όπως ίδωσι το αποτέλεσμα, διό επανήλθον οίκαδε ουχί πολύ ευχαριστημένοι.
Και τον μεν ιατρόν περιορισθέντα και μη εξερχόμενον ως το πρότερον συνεχώς της οικίας εύρισκον οι πελάται και εκάλουν. Επεδόθη δε και εις μελέτην βιβλίων ποικίλων. Ούτω λοιπόν ευρεθείς ποτε αναγινώσκων προσκαλείται μετά σπουδής παρά του βασιλέως προς επίσκεψιν του πάσχοντος διαδόχου. Αλλ’ ενθυμηθείς την συμβουλήν του Σολομώντος παρήκουσε προς ώραν αναβαλών την παρά τω βασιλεί μετάβασίν του, και εξηκολούθησε την ανάγνωσιν, μέχρις ου τελειώση το κεφάλαιον. Ο βασιλεύς νομίσας, ότι ο ιατρός δεν σπεύδει αμφιβάλλων περί της πληρωμής, διαπέμπει αυτώ εν τη δευτέρα προσκλήσει δραχμάς χιλίας· αλλά και πάλιν δεν έσπευσεν ο ιατρός, προφασιζόμενος εργασίαν σπουδαίαν. Όθεν τριπλασιάζει το ανωτέρω ποσόν ο βασιλεύςκαι διπλασιάζει το νέον. Σπεύδει λοιπόν τότε ο ιατρός εις τα ανάκτορα και μετ’ ου πολύ θεραπεύει τον βασιλόπαιδα και φημίζεται δια τούτο και αμείβεται δαψιλώς. Όθεν εγένετο πολύ βελτίων εαυτού και ουσίαν εκτήσατο μεγάλην.
Ο δε πλούσιος καίτοι μετά δυσκολίας εγερθείς κατ’ επανάληψιν λίαν πρωί, επορεύθη εις την αγροικίαν του (maison rustique)· καθ’ οδόν δε απήντησεν ουκ ολίγα ζώα φορτισμένα από σιτηρών και αποστελλόμενα μετά γραμματίου (billet) εις την οικίαν του επιστάτου, άτινα ωδήγησεν εις την οικίαν του. Η πρωινή έγερσις και η επιτήρησις των πραγμάτων ανεκάλυψεν ουκ ολίγας καταχρήσεις των υπηρετών αυτού, ους απολύσας αντικατέστησε μεν δι’ άλλων, δεν έδωκεν όμως εις αυτούς εξουσίαν απόλυτον, όπερ εβελτίωσε μεγάλως τα κατ’ αυτόν.
Ο τρίτος φίλος μεταβάς εις γέφυραν εξηπλώθη επ’ αυτής οριζοντίως κωλύων τρόπον τινά την διάβασιν. Την νύκτα οδηγών χωρικός τον όνον αυτού έμελλε να διέλθη την γέφυραν. Ο δε όνος βλέπων τον άνθρωπον εξηπλωμένον και εξιππασθείς εσταμάτησε και δεν ήθελε να προχωρήση, οπότε ο χωρικός εξέτεινε την ράβδον και έτυψε σφοδρώς και επανειλημμένως τον όνον και ούτω ηνάγκασεν αυτόν να υπερπηδήση τον άνθρωπον και να προχωρήση, διεσκέλισε δε και ο χωρικός αυτόν. Έπειτα ανηγέρθη ο άνθρωπος εννοήσας την συμβουλήν του Σολομώντος, ότι εις πολλάς περιστάσεις χρειάζεται αυστηρότης και επιμονή προς επιτυχίαν του αποτελέσματος. Διό μεταβάς κατόπιν εις την αγοράν ηγόρασε και έφερεν εις την οικίαν του κρέας. Είπε δε αυστηρώς πως και επιτακτικώς εις την κυρίαν να μαγειρεύση τούτο προ του γεύματος· παρέθηκε δε τω αναρτηθέντι κρέατι και ράβδον επειπών: «Τήρα καλά ραβδί να μαγερέψης γρήγορα» και εξήλθε της οικίας. Επανελθών δε και ευρών το κρέας εις την αυτήν θέσιν, ήρπασε την ράβδον και ήρχισε την κυράν και της έδωκε παρά μίαν τεσσαράκοντα. Παραθείς δε αύθις την ράβδον παρά τω κρέατι, επανέλαβεν επιτακτικώτερον την παραγγελίαν και την απειλήν και εξήλθεν εις την αγοράν περιδιαβάζων. Ότε δε επανήλθε το δεύτερον, εύρε και το μαγείρευμα έτοιμον και την τράπεζαν παρασκευασμένην και παρατεθειμένα επ’ αυτής τα χρειώδη και τα πάντα εν τάξει, και την σύζυγον πρόθυμον εις πάσαν υπηρεσίαν αυτή προσήκουσαν. «Και γι’ αυτό δα είπον ότι το ξύλο εβγήκεν από τον παράδεισον».[1]
Γ. ΧΡΙΣΤΟΓΕΝΝΑ
«Αρχή και δόξα του Χριστού και στην πομπή του Γιούδα!
Τώρα τα όρη χαίρονται, και οι δαίμονες χλιβόνται
και οι άγγελοι παρακαλούν που ο Χριστός γεννιέται
γεννιέται και αναθρέφεται δευτέρα βασιλεύει·
πρώτα να πιάση τον Αδάμ και δεύτερα την Εύα,
και τρίτον τον παράδεισο με τα μυριστικά του.
Καθόνται οι δόλοι οι φτωχοί στον ήλιο, στο φεγγάρι,
καθόνται και οι αλεήμονοι[2] στην πίσσα, στο κατράμι,
κεριά κρατούνε οι φτωχοί, λαμπάδες αναμμένες·
κρατούνε και οι αλεήμονοι σακκούλες βουλομένες.
– «Πάρτε, φτωχοί, τα γρόσια μας, πάρτε και τα φλωριά μας.
Εδώ φλωριά και δεν περνούν, γρόσια και δεν τρωγόνται.
Παρά λιβάνι και κερί και καθαρά ψυχούλα».
Ευπραξία μοναχή
[1] Αμφοτέρους τους υπ’ αριθ. 1 και 4 γρίφους ήκουσα παρά του κ. Λαμ. Λαμπρινοπούλου.
[2] Οι μη ελεούντες.

5 Comments
Comments are closed.