Skip to content Skip to footer

Τύποι Σχολείων

Η εξάπλωση της παιδείας έχει ως αναγκαίο επακόλουθο τη συστηματική οργάνωση των σχολείων. Τώρα πια δημιουργούνται τρεις τύποι σχολείων: ο κατώτερος, το σχολείο των κοινών γραμμάτων, ένας μέσου επιπέδου, το σχολείο των Ελληνικών μαθημάτων και ο ανώτερος, οι ανώτερες σχολές. Το πρώτο προσφέρει στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής, ενώ το δεύτερο είναι προσανατολισμένο στη διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Στο τρίτο διδάσκονται στοιχεία φιλοσοφίας και άλλων επιστημών.   Τα κοινά σχολεία

         Το σχολείο της κατώτερης βαθμίδας ονομάζεται, εκτός από «σχολείον των κοινών γραμμάτων», «κοινόν σχολείον» και «σχολείον των ιερών γραμμάτων», καθώς στη διδασκαλία χρησιμοποιούνται εκκλησιαστικά βιβλία. Έχει μακρά παράδοση, που ξεκινάει από το Βυζάντιο και  συνεχίζει να λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Μετά από μια μικρή διακοπή, λόγω της Άλωσης, η Εκκλησία, αξιοποιώντας ορισμένες ελευθερίες που της παραχώρησαν οι Οθωμανικές αρχές, αναλαμβάνει να επαναλειτουργήσει τα εκκλησιαστικά  σχολεία, προκειμένου να εξασφαλίσει τη στελέχωση των εκκλησιών με ιερείς και ψάλτες. Σ’ αυτά τα σχολεία, οι εγγράμματοι παλαιότεροι διδάσκουν τους επόμενους το τελετουργικό της Εκκλησίας και, παράλληλα,  τους μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή.

         Σταδιακά, όταν ο αριθμός των μαθητών αυξάνεται, διαμορφώνεται ένας χώρος στοιχειώδους εκπαίδευσης, τα «κοινά σχολεία», που προσφέρουν μαθήματα  ανάγνωσης γραφής και αριθμητικής.   Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι ότι δεν έχουν θεσμική υπόσταση: λειτουργούν ά­τυπα στο πλαίσιο της κοινότητας ή της ενορίας,  χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι ήταν «κρυ­φά», όπως το θέλησε η μεταγενέστερη εθνική ιδεολογία. Θεσμική υπόσταση θα αποκτήσουν περί τα τέλη του 18ου αιώνα.

         Σε αυτά τα σχολεία φοιτούν 10 – 15 μαθητές διαφόρων ηλικιών, οι οποίοι παρακολουθούν παραδόσεις στοιχειωδών μαθημάτων από ένα δάσκαλο για μερικές ώρες την ημέρα, πρωί ή βράδυ. Χρέη δασκάλου σ’ αυτά εκτελούσε ο ιερέας ή οποιοσδήποτε άλλος με στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης και γραφής.

         Η εκπαίδευση σ’ αυτά τα σχολεία ήταν σχεδόν ομοιόμορφη και γινόταν από θρησκευτικά βιβλία. Άρχιζε με τα «πινακίδια», στα οποία ήταν γραμμένα τα γράμ­ματα της αλφαβήτου, και συνέχιζε με το συλ­λαβισμό και την ανάγνωση, που γινόταν με τη βοήθεια κειμένων από θρησκευτικά βιβλία. Τα βιβλία αυτά ήταν, πρώτ’ απ’ όλα, η Χρήσιμος Παιδαγωγία, ένα έντυπο βιβλιαράκι, 16 σελίδων, που εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Βενετία, το 1641, και περιείχε τα γράμματα της αλφαβήτου, προσευχές, το Σύμβολο της Πίστεως και άλλα θρησκευτικά κείμενα. Ένα άλλο κείμενο ήταν η Οκτώηχος, η οποία, όπως και η Παιδαγωγία, είχε στην αρχή το αλφάβητο στα ελληνικά και τα λατινικά, το «Πάτερ ημών», ένα τροπάριο για την Παναγία και το Σύμβολο της Πίστεως. Τρίτο κείμενο ήταν το Ψαλτήρι, που περιείχε τους Ψαλμούς του Δαβίδ, και ο κύκλος έκλεινε με τον Απόστολο, όπου υπήρχαν οι πράξεις και οι επιστολές των Αποστόλων.[1] Διδασκόταν και λίγη ιστορία. Στα τέλη του 18ου αιώνα εκδίδονται τα πρώτα Aλφαβητάρια[2],  που περιείχαν κείμενα σε κατανοητή γλώσσα για άσκηση των μαθητών στη γλώσσα. Mια σημαντική καινοτομία που εισήχθη στα ελληνικά σχολεία το 1816 ήταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος, δηλαδή οι μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων δίδασκαν τους μικρότερους.

         Παράλληλα υπήρχαν και άλλοι τρόποι για να μάθει ένα παιδί να διαβάζει και να γράφει. Ένα μέλος της οικογένειάς του, ένα συγγενικό πρό­σωπο με στοιχειώδη γνώση της γλώσσας, μπορούσε να το διδάξει γραφή και ανάγνωση. Κοντά σ’ αυτά υπήρχε και η έμμισθη ιδιωτική διδασκαλία. Τα παιδιά των αξιωματούχων και των ευπόρων έκαναν μαθήματα με ιδιωτικούς δασκάλους στο σπίτι τους, μόνα τους ή σε μικρές ομάδες μαθητών, βάσει της ίδιας οικογενειακής ή κοινωνικής προέλευσης. Ένας εγγράμματος κληρικός ή λαϊκός αναλάμβανε να διδάξει στο σπίτι του ένα ή περισσότερα παιδιά ανάγνωση, γραφή και αριθμητική.

         Οι Νοταράδες, για παράδειγμα,  συμφωνούν με τον δάσκαλό τους στα Τρίκαλα Κορινθίας, τα παιδιά τους να διδάσκονται άλλα πληρέστερα μαθήματα από εκείνα που διδάσκονταν στα παιδιά των κοινών σχολείων.[3]        Υπήρξαν γονείς ιερείς ή λόγιοι, οι οποίοι ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση των παιδιών τους.[4]  

         Η φοίτηση κοριτσιών στα σχολεία αυτά φαίνεται ότι ήταν πολύ μικρή. Στη Χίο το 1820, αναφέρεται ότι μεταξύ των μαθητών των κατώτερων σχολείων υπήρχε και έ­νας μικρός αριθμός κοριτσιών, μνημονεύεται μάλιστα ένα κοινό σχο­λείο με δέκα αγόρια και κορίτσια, που τα επέ­βλεπε μια δασκάλα.[5] Παρα­δοσιακά, όμως, η εκπαίδευση των κοριτσιών γι­νόταν στο σπίτι. Κορίτσια από ανώτερες και με­σαίες κοινωνικές τάξεις διδάσκονταν τα κοινά γράμματα από ένα μέλος της οικογένειάς τους ή από έναν οικοδιδάσκαλο, ενώ σε ορισμένες περιοχές εκπαιδεύονταν σε μοναστηριακά ιδρύματα. Για τον ανώτερο κύκλο δεν έχουμε μαρτυρίες ότι φοιτούσαν γυναίκες. Στην Κωνσταντινούπολη μνημονεύονται δύο μουσικά σχολεία, ένα το 1776 και το άλλο το 1814.  

[1] Κώστας Λάππας, Οργάνωση και Λειτουγία της Εκπαίδευσης 1770-1821, σελ. 75-6. Μελέτη αναρτημένη στο διαδίκτυο.

[2] Σκαρβέλη – Nικολοπούλου Aγγελική, 1994, σελ. 12-25.

[3] Κ. Θ. Δημαράς 1977, σελ. 228.

[4] Α. Βακαλόπουλος 2000, σελ. 225.

[5] Clogg Richard, 1967, sel. 189-190.