ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄
ΓΛΩΣΣΑΡΙΟΝ
Αβάκα, η, συμφωνία, συνθήκη· φρ. «έχομ’ αβάκα να κινήσωμε πρωί»¨.
Αβανιά, η, συκοφαντία, διαβολή· αντί ταύτης λέγομεν πολλάκις Αδικιά, φρ. «Αδικιά μου του καϋμένου, δεν έχω είδησι από όσα μου λένε».
Αβάντζο, επίρ., περισσόν, επί πλέον.
Αβάρετος, ο, εύχρηστ. μόνον εν τη φρ. «αβάρετος ο ήλιος» = προς της ανατολής του ηλίου. Άγνωστοι όλως εισίν εν Πελοποννήσω άπασαι αι σημασία, ας ο κ. Βυζάντιος εκτίθησιν εν τω της κοιν. γλώσ. λεξ. αυτού· διότι ος τις δεν βαρύνεται ή δεν οκνεί, δηλ. λέγεται παρ’ ημίν ουχί αβάρετος, αλλά αλαφροκόκκαλος, ακούραστος, πεταρούδος, θηλ. πεταρούδα.
Άβαρος, η, ο, (λατ. avarus), ζάπλουτος, υπέρπλουτος.
Αβέρτος, η, ο, επίθ. (λατ. apertus), λέξ. νοθογενής· τόπος ανεμπόδιστος, ανοικτός, άνευ φραγμού ή περιβόλου.
Αβίζο, άκλ. ον. είδησις, γνώσις· φρ. «Πού το πήρ’ αβίζο κ’ ήρθε κοντά;».
Αβντάλα, η. 1) Γυνή απρόσεκτος, προσκόπτουσα και αμαρτάνουσα εν πολλοίς και συνεχώς. 2) Οι Σκύριοι καλούσιν Αβατάλαν την χελώνην, και ίσως εκ μεταφορ. μετηνέχθη η λέξις και εις την γυναίκα. Έστι δε η λέξις σύνθετος, κατά τον κ. Μιχ. Κωνσταντινίδην, από του α στερητ. και βατός, περί ου αμφιβάλλω.
Αγγάρεια, η, άνευ μισθού εργασία, απρόθυμος, δια βίας επιβαλλομένη. «Δουλεύει σαν να είναι αγγάρεια»· ιδία δε η υπό στρατιωτών σύλληψις παρατυχόντων ζώων προς μεταφοράν των επίπλων αυτών. «Σήμερα πιάνουν αγγάρεια».
Αγγαρεύω, ρ. εν. υποβάλλω τινά εις αγγαρείαν.
Αγγελίζω, ρ. εν. δίδω ολίγον, χαρίζομαί τινι, ελεώ· το άλλως Κυβερνάω.
Αγγελοφοριέμαι ρ. αποθ. ίδ. περί θανάτου Κεφ. Δ΄, παρ. 2.
Αγέλαστος, η, ο, επίθετ. 1) όστις δεν γελά, κατηφής, σκυθρωπός και 2) παθητ. ως εν τη παροιμ.
«Μήτ’ γάμος άκλαυτος,
μήτε λείψαν’ αγέλαστο».
Αγιοζούμι, το, ζωμός ολίγος και εκλεκτός.
Άγιος-Δημήτρης, ο, ίδ. ανακατωμένος.
Αγιουτάρω, ρ., αμετ. βοηθώ, επικουρώ, επαρκώ.
Αγιούτο, το, βοήθεια, επικουρία.
Αγιωργιάτης, ο, αμνός προς τούτο τρεφόμενος επιμελώς υπό των ποιμένων, όπως θυσιασθή κατά την εορτήν του αγ. Γεωργίου. Παρατηρείται κατά κακήν βέβαια συνήθειαν, και πρόληψιν ολεθρίαν πολλάκις αποβάσαν, προσεκτικώς μετά την όπτησιν και την γεύσιν του κρέατος η δεξιά ωμοπλάτη του θύματος τούτου, ως προερμηνεύουσα δήθεν μέλλουσαν ευτυχίαν ή δυστυχίαν της οικογενείας, ήτις τον έθυσεν. Έτι δε ότι παριστά καθόλου την κινητήν ουσίαν (τα χρήματα) του οικοδεσπότου· λείψανον και τούτο παρά των αρχαίων ελλήνων εχόντων την οστεομαντείαν, καταδικαζομένην ορθώς υπό του χριστιανισμού.
Αγκάθι, το, άκανθα και μεταφ. επί ανθρώπου επαχθούς και φιλέριδος.
Αγκαθιά, η, μικρά αχράς, ήτις Γκορτσιά, η, λέγεται όταν ηλικιωθή.
Αγκαλιά, η, 1) αγκάλη, ωλέναι. «Πάρ’ το παιδί στην αγκαλιά σου, 2) δεμάτιον διαφόρων πραγμάτων· οίον ξύλων, θάμνων, χόρτων κλπ.
Αγκαλιάζω, ρ., μετ. 1) λαμβάνω εις την αγκάλην μου, εναγκαλίζομαι· 2) σχηματίζω αποτελώ αγκαλιάν. «Αγκάλιασ’ τα ξύλα να φορτώσωμε».
Αγκελώνω, ρ., μετ. (αγκύλη) νύσσω, κεντώ δι’ οξέως πράγματος.
Αγκίδα, η, και παρ’ άλλοις σκλήθρα, η, σκινδάλαμος και μεταφ. σκάνδαλον, διαβολή.
Αγκομαχώ και ασκομαχάω, ρ., ουδ. αναπνέω σφοδρώς και ταχέως δια κόπον ή πολυφαγίαν και πολυποσίαν, αισθάνομαι δύσπνοιαν και καθόλου στενοχωρούμαι.
Αγκούσα και γκούσα, η, (άγχω), στενοχωρία, δύσπνοια, και ρήμ. Γκουσεύω.
Αγκρουμάζομαι και αφουγκράζομαι = ακροάομαι, αφού και παρέφθαρται.
Αγκώνας, ο, αγκών, ωλέκρανον.
Άγκωνας, ο, δήλον, ότι η λέξις εστίν αυτή η αρχαία παρεφθαρμένη Άμβων, ούτω καλούμενος κατά τον κ. Κοφινιώτην, παρά το εν αναβάσει είναι, οίον ανάβων Άμβων, ο και άλλως οκρίβας λεγόμενος. Τινές εκ του Λατιν. ambo = άμφω, αμφότεροι, παράγουσι την λέξιν. – Ο Άμβων είναι μέρος ύψει εξέχον του άλλου εδάφους· έκειτο δε το πάλαι κατέναντι της ωραίας πύλης εν τω μέσω παρά την σωλέαν (η λέξ. σωλέα εστί λατιν. δηλούσα θρόνον, κρηπίδα· μεταξύ σχεδόν των νυν εν τοις ναοίς δύω μεγάλων κηροπηγίων (μανουαλίων) των προ των εικόνων του Κυρίου ημών και της Θεοτόκου ισταμένων. Είχε δε το πάλαι διπλήν αναβάθραν είτε προς ανάβασιν απ’ ανατολών, είτε προς κατάβασιν εκ δυσμών. Νυν ο Άμβων αριστερά του Ναού οικοδομείται και αι εικόνες των Ευαγγελιστών και των Αποστόλων επ’ αυτού εικονίζονται.
Ο Άμβων εικονίζει τον υπό του αγγέλου εκκυλισθέντα λίθον του μνήματος· διό και οι διάκονοι και οι πρεσβύτεροι τύπον αγγέλου φέροντες εκήρυσσον επ’ αυτού το Ευαγγέλιον, και δεν επετρέπετο να ανέρχηταί τις και να ομιλή, αν δεν ήτο ιερατικής τάξεως. – ίδ. κανόν. ΙΕ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδ. και ΛΓ΄ της εν Τρούλ. κλπ. (Επίτομ. Λειτουργ. υπό Ευαγ. Κοφινιώτου, σελ. 9).
Αγκωνάρι, το, ο γωνιαίος λίθος, ακρογωνιαίος.
Αγκωναρού, η, περιτρέχουσα των οικιών τας γωνίας γυνή, και επομ. υπόπτου διαγωγής.
Αγκωνή, η, 1) η εσωτερική γωνία της οικίας, 2) η άκρα του άρτου (καρβελιού), ακρωβελία, η, «Αγκωνή κόψε μου, δε θέλω φέτα».
Αγναντεύω, ρ., αμετ. θεώμαι, ορώ μακρόθεν και από περιόπτου τόπου.
Αγνάντια, επίρ., έναντι, από μέρους, αφ’ ού ορώμεν ακωλύτως, αντικρύ.
Αγνάντιος, ο, τόπος περίοπτος, εναντίος.
Αγουρογερνάω, ρ., μετ. και ουδετ. «Μ’ αγουρογέρασαν τα καμώματά σου» · – «αγουρογέρασα τι με τηράς» · = γηράσκω παρακαίρως δια λύπην κλπ.
Αγριάδα, η, άγρωστις, η.
Αγριεύω, ρ., ουδετ. και μεταβ. Αγριόω, εξαγριόω, εκτραχύνω, αγριαίνω.
Αγριληά, η, και γλαντσινιά, η, αγρία ελαία.
Αγρίμι, το, και αγριμικό, το, ο λύκος και η αλώπηξ και μεταφ. άνθρωπος αγροίκος.
Άγριος, α. ο. επίθ., 1) αντίθ. τω ήμερος, χαλεπός, ωμός· 2) ανώμαλος τραχύς την επιφάνειαν· 3) χέρσος τόπος ακαλλιέργητος· 4) στυφός, άλλως αδρύς οίνος.
Αγροικάω, ρ. ουδ., 1) αισθάνομαι, ακούω (επί κοιμωμένου). «Τόση ώρα σε φωνάζω και δεν αγροικάς»· 2) υπακούω, πείθομαι. «Όσα του είπα, δεν τ’ αγροίκησε».
Αδειά, η, σχολή, ευκαιρία.
Αδειάζω, ρ. ουδ. μετ., 1) σχολάζω, ευκαιρώ· 2) εκκενόω, κενόω, μεταγγίζω.
Αδειανός, η, ο, και άδειος· 1) σχολάζων εύκαιρος, 2) κενός ίδ. παροιμ. 875.
Αδιαφόρευτος 1) άνευ συμφέροντος, ωφελείας, ανωφελής· 2) άνευ τόκου, άτοκος (επί χρημάτ.) «Τα γρόσια τα ’χομ’ αδιαφόρευτα ένα χρόνο».
Άδουλος, η, ο. 1) τόπος ουχί χέρσος, αλλά προς καιρόν μη καλλιεργηθείς. «Αφήκαμε τα αμπέλια άδουλα φέτος από την ξέρα»· 2) οκνηρός, ράθυμος, αργός άνθρωπος. «Άδουλος άνθρωπος πώς να μη φτωχύνη»;
Αδρασκελάω, ρ. μετ. διασκελίζω, διαβαίνω· και ξαδρασκελάω, αναιρώ δι’ επιστροφής τον γενόμενον διασδελισμόν· σημ. α΄. Όταν γυνή έγκυος έχη εκτενείς τους πόδας, νομίζεται κακόν και επιβλαβές τω τοκετώ το διασκελίσαι τινά αυτήν παρερχόμενον· σημ. β΄. Κακόν ωσαύτως νομίζεται το διασκελίσαι νεκρόν, ότι δήθεν μενεί άλυτος.
Αδρασκελιά, η, ο διασκελισμός· λαμβάνεται και ως μέτρον εκτάσεως.
Αδράχνω, ρ. μετ. δράττομαι, επιλαμβάνομαι, συλλαμβάνω τι μεθ’ ορμής.
Αδρύς, ειά, υ. υπόξινος και άλλως άγριος και τσουφός.
Αδράχτι, το, και αδραχτάκι, υποκ. κατά διάλεκτον, άτρακτος, άτρακτον.
Αερίζω, ρ. μετ. και ουδ. 1) ψύχω, ανεμίζω, εξανεμόω. 2) Διαερόω, διανεμόω.
Αερικό, το, αι νηρεΐδες, πνεύματα πονηρά, επιβλαβή.
Αζάτικος, η, ο. ανεπιπήρητος, άτακτος, απεριόριστος, απειθής. Αζάτος κατά Κοραήν. Άτακ. τόμ. Α΄, σελ. 7.
Αζουριά, η. Τα εν τοις σιτηροίς ζιζάνια· και μεταφ. ο όχλος.
Αηδόνι, το, η αηδών· και μεταφ. καλλίφωνος.
Αϊδωτος, η, ο. όστις δεν έχει ιδεί πολλά πράγματα, ανέβγαλτος άλλως, και επομ. απορών και θαυμάζων προσεγγίζων τω βλακί. Ανέγλεπος λέγουσ. οι Αμφισσείς.
Αίρεσι, η, ελάττωμα, κακή προαίρεσις γνώμη.
Αϊτονύχι, το, είδ. σταφυλής επιμήκεις έχουσα τας ράγας, οίον ομοίας τω ράμφει ή μάλλον τοις όνυξι του αετού.
Αιρετικός, η, ο. ελαττωματικός, ο έχων αίρεσιν.
Ακεφαλίλα, η, ανοησία, αφροσύνη, ασυνεσία.
Ακέφαλος, η, ο. μεταφ. ανόητος, άφρων, ασύνετος.
Ακόνι, το, ακόνη, η, θηγάνη, θήγανον, το. Ναξία λίθος. φρ. «Βγάνει από τ’ ακόνι», επί φιλοπόνου και κερδαίνοντος εντίμως και από του ελαχίστου.
Ακονίζω και ακονάω, ρ. μετ. ακονάω, θήγω. Φρ. «έχει τη γλώσσ’ ακονισμένη» επί γλωσσάλγου, ανάλογον προς το του Σοφοκλέους. «Ου γαρ μ’ αρέσκει γλώσσα σου τεθηγμένη». (Αί. 581).
Ακοπάνιγος, η ο. ίδ. Κόπανος.
Ακουμπάω, ρ. αμετ. (Λατ.) ερείδομαι, στηρίζομαι, σκηρίπτομαι. «Και στο ραβδί τ’ ακούμπησε να ειπή τ’ αλφαβητάρι».
Άκουρος, η, ο. άκαρπος.
Ακούτραφας, ο, το όπισθεν του κρανίου, το κατ’ ινίον οστούν, ίδ. και Κουτρούφι.
Άκρες λείπες, φρ. ολίγον, επί έργου μη περατωθέντος· «έμεινε τίποτα;» – «άκρες λείπες».
Αλαιρμαγίλα, η, λαιμαργία· προσθήκη του πλεοναστ. α και μεσαθέσει του ρ.
Αλαίμαργος, η, ο. λαίμαργος.
Αλάμ-ταρλάμ, επίρ. συμπεφυρμένως, φύρδην μίγδην· επί επίπλων εν αταξία όντων και μεταφ. επί παρεμπίπτοντος σκανδάλου.
Αλλάργα, επίρ. (άλλη ή άλλομαι) και παραθ. αλαργότερα· μακράν, μακρύτερα.
Αλλαργηνός, η, ο. μακράν, πόρρω κείμενος.
Αλλαργεύω, ρ. αμετ. μακρύνομαι, απομακρύνομαι, αποδημέω.
Αλάλητο, το, μόνον το ουδ. του επιθέτου τούτου ετήρησεν η συνήθεια επί των νεοσσών της όρνιθος· «αλάλητο πουλί δεν τρώνε».
Αλαφροΐσκιωτος, η, ο. ίδ. απλογέμαι.
Άλειμμα, το και αλοιφή, η, και ιταλ. γλαρέτο, το· 1) το στέαρ, ή λίπος του χοίρου χρησιμεύον παρά τοις πολλοίς και επί διετίαν περίπου ως όψον, όπερ κατασκευάζεται ώδέ πως. Κατά την πέμπτην των απόκρεων (ήτις και τσικνοπέφτη δια τούτο καλείται, γαλ. jendi gras)· τέμνουσι τας Φέρσας εις λεπτά τεμάχια, α εμβάλλουσιν εις λέβητα μετ’ οίνου και υποβάλλουσι πυρ, μέχρις ου αναλυθώσιν ουχί εντελώς, αλλά σμικρυνθώσι ταύτα και εκριθή περισσόν λίπος. Είτα προστιθέασι τεμάχια κρέατος και κρόμμυα και άλλα καρυκεύματα, οίον πιπεριάν, πιπέρι, κινάμωμον κλπ. και έψουσιν αρκούντως. Είτα δε μεταγγίζουσι τούτο τις λάγινον συνήθως ή εις αίγειον δέρμα· και χρώνται ύστερον εμβάλλοντες ωά και τυρόν ενίοτε και ανέψοντες. Τούτο δε έστιν ο λεγόμενος Καγιανάς με άλειμμα. 2) Χρίσις (τοίχου), άλειψις, άλειμμα, ή το τουρκ. σουβάτισμα, κονίασις, ελ.
Αλείφω, ρ. μετ. 1) χρίω, αλείφω, υπαλείφω· τουρκ. σουβατίζω, 2) δεκάζω, δωροδοκώ. «Τον άλειψες τον τροχό φαίνεται», 3) μετέχω, μεταλαμβάνω τινός. «Αλείφτη κι ο φίλος και γι’ αυτό δε μιλάει».
Αλέστα, επίρ. έτοιμος, πρόθυμος.
Αλησσίβα, η, (lessive) κονία στακτή.
Αλιβερντίζω, ρ. μετ. προμηθεύω τινί τι δια μεσιτείας.
Αλλάζω, ρ. μετ. και αμετ. 1) μεταβάλλω, μεταποιέω, μετακοσμέω· 2) μεταμφιέννυμαι, μεταμπίσχομαι.
Αλλαξιά, η, 1) ενδυμασία, στολή, πάντα τα προς ιματισμόν χρειώδη, πλην του επενδύτου. «Έχω πέντε αλλαξιές». Άλλαξι, η, λέγ. Θηραίοι, 2) ανταλλαγή, αντίδοσις, όπερ δια ξενικής λέξ. λέγεται και άλλως Τράμπα.
Αλλεγράρω, ρ. ουδ., ευφραίνομαι, διαχέεταί μοι η καρδία.
Αλλέγρος, α, ο., ευφραινόμενος, εύθυμος, ευτράπελος.
Αλληκοτάω, ρ. μετ. εμποδίζω τινά προς ώραν και εμμέσως. Αλληκοτιέμαι μές. Αλληκοντεύγω λέγ. οι Θηραίοι. Αλληκοντίζω κατά Κοραήν.
Αλμπαντζία, η, αλαζονεία, κενοδοξία, ιδέα ανόητος αίφνης επερχομένη. «Μια κοπανιά του ’ρθε μια αλμπατζία κ’ έφυγε».
Άλογο, το, ο ίππος· τ’ ογλίγορο = Δρομικός (κέλλης) ίππος. Ανάλογος ετηρήθη και εν τη συνηθεία η φρ. «είναι αέρας τούτο τ’ άλογο, ή έχει φτερά»· ως ο Πίνδαρος (Νεμ. είδ. Α΄ 6) εκάλεσεν αελλόποδας ίππους· ως και εις το δημώδες άσμα:
«Τίποτα δεν εζήλεψα μέσ’ στον απάνω κόσμο,
Παρά τ’ ογλίγορ’ άλογο και το γοργό ζευγάρι,
Και την γυναίκα την καλή που να τιμάη τον άντρα».
Την λέξιν ευρίσκομεν και παρά Διοδώρω τω Σικελιώτη· (Διοδ. Σικ. εκλογ. βιβλ. ΧΧΙΙΙ, σελ. 505).
Φρ. «Το ’δεσε τ’ άλογό του» = κέκτηται ουσίαν αρκούσαν και βεβαίαν.
Αλογάρις, ο και Βαλμάς δια ξενικής λέξ. διευθυντής, οδηγός των αλοώντων ίππων· και Βαλμαριό, το, η αγέλη των ίππων. «Πολλοί αλογαρέοι εμαζωχθήκανε στ’ αλώνι».
Αλογοσούρτης, ο, ζωοκλέπτης. «Οι αλογοσούρτες είναι κάποτε συντρόφοι με τους δημάρχους».
Αλπογανίζω, ρ. ουδ. δαπανώ τον χρόνον εις μάτην περιτρέχων και αμελών του έργου.
Αλωνάρης, ο, Ιούλιος μην, καθ’ ον αλοώνται τα σιτηρά. Επειδή δ’ εκ τούτου εστίν επιβλαβής η βροχή τότε, λέγεται το απόφθεγμα «Τον ποντισμένον τον καιρό, τον αλωνάρι βρέχει».
Αμανίτα, η, αμανίτης, ο μύκης, ο. – Σημ.: Τα είδη τούτων εισί πολλά και διάφορα, εξ ων σημιούμεν 1) τας επί των ορέων μεταξύ των ελατών επί του εδάφους φυομένας, ων το στέλεχός εστι λεπτότατον, η άνω επιφάνεια μέλαινα, η δε υποκάτω λευκή· αυταί εισιν αι καλλίτεραι. 2) Τας επί του στελέχους των ελατών φυομένας, ας καλούμεν αυτιά, διότι ομοιάζουσιν εν μέρει προς τα ώτα· εισί δε λίαν σκληραί και δύσπεπτοι. 3) Τας πουρναραμανίτας, ως φυομένας μεταξύ πριναρίων· εισί δε γλυκύτεραι και ευπεπτότεραι των άλλων. 4) Τις κόκκινες, φυομένας εις λιπώδη μέρη και εχούσας το στέλεχος παχύτατον και βραχύ· επιφέρουσι δε, ως λέγεται, εις τους γευσαμένους αυτάς μανίαν· διό λέγονται και ζουρλοαμανίτες. 5) Τας φαρμακεράς ήτοι είδος δηλητηριωδών μυκήτων, υφ’ ων έπαθον και πάσχουσι πολλάκις όλαι οικογένειαι δηλητηριασθείσαι· έχουσι και αύται το στέλεχος βραχύ και παχύτατον, την δε εξωτερικήν επιφάνειαν φαιάν.
Αμακαταλάβωτος, η, ο, ο μη φθας ίνα κοινωνήση των μυστηρίων, αλλ’ αποθανών.
Αμεταλάβαστος λέγουσιν οι Θηρ.
Αμαχεύω, ρ., μετ. Λαμβάνω τι δια της βίας από ζημιούντος κτήμα δια των κτηνών αυτού· η λέξις εσχημάτισται από του μάχομαι ίσως δια την διεγειρομένην έριν πολλάκις εν τοις ερίζουσι περί τούτου φύλαξιν αγρών ή αμπέλων ή κυρίοις τούτων.
Αματτυά, η. Τα παχύτερα (χονδρότερα) έντερα του χοίρου, α μετά τον καθαρισμόν πληρούσιν σίτου λιοτριβέντος (εν χερομύλω) και τεμαχίων λίπους, και κυμίνου και πεπέρεος κλπ. έψουσιν εν κριβάνω, ή συνηθέστερον μαγερεύουσιν εν εψάνη. Τα δε λεπτότερα έντερα πληρούμενα κρέατος και καρυκευμάτων αποτελούσι τα λοκάνικα (αλλάντας). Νομίζω και η λέξις και το έδεσμα προσομοιάζουσι τη παρά τοις αρχαίοις Ματτύα, ει και η σκευασία διάφορός πως, ως παρ’ Αθηναίω βλέπομεν· «Ματτύαν ωνόμαζον παν το πολυτελές έδεσμα» (Αθην. ιδ΄ 663) · η συνήθεια προέταξεν α πλεοναστικόν εις το αρχαίον όνομα.
Αμίλητος, η, ο, όστις δεν ομιλεί, σιγά, σιωπηλός. «Αμίλητο νερό» όπερ λαμβάνουσιν από πηγής νύκτωρ επί γοητεία σιγώντες και όπισθεν κρατούντες τας χείρας μετά του αγγείου.
Αμμουδέρα, η, γη υπόψαμμος, λεπτόγεως, αμμουδιά, η, κατά Θηραίους.
Αμουδιάω και αμουδιάζω, ρ. ουδ. 1) αιμωδιάω· ετήρησεν η συνήθεια το αρχαίον τούτο ρήμα ου μόνον επί των οδόντων, αλλά και επί άλλων μερών ή και όλου του σώματος. «Αμούδιασαν τα δόντια μου από το ξινό». «Αμούδιασε το πόδι μου, το χέρι μου, το κορμί μου κλπ. 2) Περιστέλλω, ελαττώ την ορμήν προσώπου ή πράγματος. «Τον αμούδιασα και δεν έχει την πρώτη φούρια». 3) Απόλλυμι την ακήν επί των κοπτερών οργάνων, «το μαχαίρι , το κλαδευτήρι, το ξουράφι αμούδιασε και δεν κόβει».
Αμολάω και απολάω, ρ. μετ. απολύω, μεθίημι, απαλάσσω, χαλαρόω. «Αμόλα το σκοινί, μην το κρατής». Κατ’ αφαίρεσιν του α. γίνεται το επίρρημα Μόλα = ελευθέρως, αφύλακτα, άνευ επιτηρήσεως· «Αφήκατε μόλα τα ζώα σας κ’ εχάλασαν τ’ αμπέλια».
Αμούχλα και Μούχλα, η, παρ’ άλλοις· 1) ευρώς· 2) μύκης επί λίθων.
Αμπάρα, η, μοχλός, ξύλον δρύινον τετράγωνον μήκους 2-3 πήχ. και πάχ. 0,15 χρησιμεύον εις το να κλείηται έσωθεν ασφαλώς η θύρα. Σημ.: Όπισθεν των θυρωμάτων παρά τοις ορθοστάταις κατεσκευάζετο επί τουρκοκρατία ή και πρότερον τετράγωνος οπή ευρυχωροτέρα ολίγον της αμπάρας, χωρούσα κατά μήκος του τοίχου και εκτεινομένη όσον το μήκος ταύτης. Εντός ουν της οπής ετίθετο η αμπάρα και συρομένη εν καιρώ οριζοντίως υπεστήριζεν όπισθεν κατά το μέσον τα κλειόμενα θυρώματα.
Αμπάρι, το, απηθήκη σιτών, σιτοβολών.
Αμπαριάζω, ρ., μετ. συγκομίζω, προμηθεύομαι.
Αμπαρώνω, ρ. αμετ. Μοχλόω, κλείω δια της αμπάρας και καθόλου κλείω την θύραν.
Αμποριά, η, το μέρος, δι’ ου εισερχόμεθα εις τας αμπέλους. – Αμπασιά, κατά Θηραίους.
Αμπράζης, α, ικο, ανεπιτήδειος τεχνίτης, χειρώναξ βάναυσος.
Αμπράζικα, επίρ. ανεπιτηδείως, βαναύσως.
Αμωριάζομαι, ρ., αποθ. οκνώ, αμελώ, ραθυμώ. «Πώς αμωριάστηκα και δε σου ’γραψα δεν ειξέρω».
Αμωρίλα, η, ραθυμία, οκνηρία, ακηδία.
Άμωρος, η, ο. (α. επιτατ. και μωρός), λίαν μωρός, ράθυμος, φυγόπονος και επί κατάρ. «Άμωρος να γένης από μπροστά μου» = εκφθείρου!
Αναβάνω, ρ. μετ. διερεθίζω τινά ψευδόμενος και διαβάλλων.
Αναγκάζω, ρ. μετ. 1) προτρέπω τινά και βία τινί χρώμενος. 2) «Εσύ με ανάγκασες να φύγω», 3) ουδετ. σπεύδω, κατεπείγω, επισπεύδω, επιταχύνω. «Αναγκάστε να φορτώσωμε». – (ίδ. και Νεργάω) – 3) βιάζομαί τινα, δυναστεύω, στενοχωρώ. «Με αναγκάζεις να ειπώ παληόλογα».
Αναγλείφομαι, ρ. αποθ. λιχμάζω.
Αναγούλα, η, ναυτίασις, λέξ. νοθογενής (άνω – gola = ο λάρυγξ).
Αναγουλιάζω, ρ. αμετ. ναυτιάω, εμεσείω.
Αναδοσιά, η, ανησυχία, στενοχωρία.
Αναζητάω, ρ., μετ. ζητώ πράγμα υφαιρεθέν ή κλαπέν.
Αναιβατίζω, ρ. αμετ. ζυμόω.
Αναιβατό, το, (ψωμί) αντίθ. τω λειψό, δια την έλλειψιν της ζύμης ούτω καλουμένου· λειψαναίβατο δε το μη καλώς ζυμωθέν – ελλην. ένζυμος άρτος.
Αναιμένω, ρ. αμετ. 1) καταλείπομαι· 2) μένω, περισσεύω.
Αναιώνιος, ο = αιώνιος, η, ανά πλεοναστική ενταύθα.
Ανακαλιέμαι, ρ. αποθ. επιμαρτύρομαι, επικαλούμαι την θείαν δίκην κατά τινος.
Ανάκαρο, άκλιτ., ισχύς, δύναμις – Ανάκαρ, παρ’ Αμφισεύσιν. – Ανάκρη, τα, παρά Θηβαίοις.
Ανακατωμένος, ο, 1) επί των σημασιών του ανακατώνω – 2) ο Νοέμβριος μην. Απάντων των μηνών τα ονόματα φέρονται ωδέ πως παρά τω λαώ. Γενάρης, Φλεβάρης, Μάρτης, Απρίλης, Μάης, Θεριστής, Αλωνάρης, του Σταυρού (ο μήνας) ή τρυγητής, Άγιος Δημήτρης, Ανακατωμένος, Αντρέας.
Ανακαψίλα, η, το αίσθημα του καύσου από του στομάχου ανερχόμενον εις τον οισοφάγον.
Ανακλαδίζομαι, ρ., αποθ. σκορδινάω – Βουταυρίζω παρά Λεσβίοις.
Ανάλατος, η, ο, άναλτος, άναλος, ανάλιστος, μωρός. – «Ανάλατα λόγια» = ανόητα, αηδή.
Αναλήφτη, ρ. ανελήφθη· μόνον κατά τον χρόνον τούτον είν’ εύχρηστον το ρήμα, όπερ παρέλαβεν η συνήθεια από της εκκλησίας φαίνεται.
Αναλλαγίλα, η, ιδιότης του προ πολλού φέροντος ιμάτια ρυπαρά.
Ανάλλαγος, η, ο, ο μη μεταλλάξας τα ιμάτια αυτού μετά οκτώ ή και πλέον ημέρας.
Αναλέτι, το (τουρκ.), βλάβη, κακόν, βλασφημία, ανάθεμα.
Ανάμα, το = νάμα· ο προς τέλεσιν της θείας λειτουργίας οίνος· το α πλεοναστ.
Αναμπουμπούλα, η, ανησυχία, ταραχή, στάσις.
Αναπιάνω, ρ. μετ. συμφύρω άλευρον μετ’ ολίγης ζύμης προς αύξησιν αυτής χρησιμευούσης εις πλείω φύραμα. Λέγεται και επί προοιμίων διαμάχης και φιλονικίας. «Τ’ αναπιάσαν τα προζύμια» = ήρξαντο ερίζειν.
Αναποδιά, η, διαστροφή, δυσκολία (τρόπων), το δύσκολον.
Αναποδιάζω, ρ. μετ. 1) ανατρέπω, ανασκευάζω, 2) παρεμβάλλω δυσκολίας, δυσχερείας προς τινα.
Ανάποδος, η, ο, 1) διεστραμμένος, χαλεπός, οργίλος, σκαιός· 2) το έμπαλιν· «η ανάποδη μεριά του υφάσματος».
Αναρραχός, ο, τύχη, το άλλως ποδαρικόν λεγόμενον.
ΣΗΜ.: α) Παρατηρείται δηλ. μετ’ επιστασίας ο αναρραχός ή το ποδαρικόν του εισερχομένου ξένου πρώτου εις την οικίαν κατά την πρώτην εκάστου μηνός, και μάλιστα εν αρχή του έτους, να είναι καλός. Πολλαχού δε και προσκαλείται ως δεδοκιμασμένος ανήρ ή γυνή, ίνα εισέλθη πρώτος εις την οικίαν εν τη αρχή του έτους ως έχοντος καλόν ποδαρικόν.
Αν δε τυχαίως εισέλθη εν τοιαύτη ημέρα γραία κακή ή γυνή χήρα ή πτωχή επίνοσος, δυστυχήματα συμβήσονται εις την οικίαν εκείνην και ασθένειαι. – «Ήρθε η γρηά Φροσύνη πρωί πρωί την αρχιμηνιά, και μας εχαιρέτισε, κ’ επεράσαμε μαύρο μήνα, δεν εφάγαμε γλυκό ψωμί, επάθαμε χίλιες ζημιές». Ω ανοησία!
ΣΗΜ.: β) Το καλόν ποδαρικόν επίστευον και οι Εβραίοι, ως βλέπομεν εν τη Γραφή. «Μικρά γαρ ην όσα σοι εναντίον εμού, και ηυξήθη εις πλήθος και ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός επί τω ποδί μου». (Γένεσ. Λ΄ 30) – Ωσαύτως και οι Ρωμαίοι. «Pessimo pede domum nostrum accidit» (Άτακτ. Κορ. Τόμ. Α΄, σελ. 118).
Ανάσα, η, άνεσις, ανάπαυσις. «Δεν έχει ανάσα ποτές».
Ανασαίνω, ρ. αμετ. 1) αναπνέω, 2) αναπαύομαι απαλλασσόμενος πόνου και εργασίας. «Σήμερα είναι γιορτή, θ’ ανασάνωμε».
Ανάσκελα, επίρ., υπτίως· – παροιμ. «Ούλο ’γω τ’ ανάσκελα;» = κατώτερος των υπείκων;
Ανασκελώνω, ρ., μετ. καταρρίπτω τινά ύπτιον.
Ανασκιράω και ανασκιρίζω, διευθετώ, τίθημι έκαστον πράγμα εις τον προσήκοντ’ αυτώ τόπον.
Ανασκουμπώνω, ρ., μετ. (ανακομβόω), όπερ και ξεβραχιονίζομαι (επί το ελληνικώτερον) λέγομεν· 1) αίρω αναδών ή συμπτύσσων τας χειρίδας ή τα κράσπεδα του ιματίου μου· ελλην. ανακολπόω, -άζω, -ίζω· 2) μεταφ. παρασκευάζω· 3) προδιατίθεμαι εις έμετον.
Ανασκουντζουρώνομαι, ρ., αποθ. Λαμβάνω το σχήμα γαλής βλεπούσης κύνα, οργίζομαι, αγανακτώ, εξαγιούμαι.
Αναφακάς, ο, τύχη καλή, ωφέλεια, βοήθεια κλπ., ίδ. και ποδαρικό.
Αναφέρνω, ρ. αμετ., ασθμαίνω.
Αναφούφουλα, επίρ. άνευ πιέσεως ή στενοχωρίας.
Αναφουφουλιάζω, ρ., μετ. αναίρω πράγματα, όπως μη συμπιέζωνται. «Αναφουφούλιασε τα σκουτιά μη σουφρώνουν».
Αναχαράζω, ρ., αμετ., μηρυκάζω, -ίζω, -άομαι.
Αναχάρσμα, το, ο μηρυκισμός.
Ανεβάσταγος, η, ο, ανυπόμονος, μη αναμένων τον προσήκοντα χρόνον.
Ανέκοπα, επίρ., άνευ κόπου.
Ανέμη, η, εργ. ελ. τροχαλία, η. Δύο ευθέα τεμάχια σανίδος πλάτους 0,03 και μήκους διαφόρου διασταυρούμενα τίθενται επί του ανεμοκώλου (ίδ. την λ.), φέρουσι δε και οπάς μικράς κατά διαστήματα, εν αις εμβάλλονται ξυλάφια συγκρατούντα νήμα από μαλλίου ή βάμβακος ή μετάξης όπερ προστίθενται να μεταφέρωσιν εις τα καλάμια δια του ανεμιδίου.
Ανεμίδι, το, εργ. ο ρόμβος των αρχαίων, στροφείον, το.
Ανεμογαζού, η, γεν. ανεμογαζούς, αιτ. ανεμογαζού. Πληθ. ονομ. ανεμογαζούδες, γεν. ανεμογαζούδουν, αιτ. ανεμογαζούδες· 1) κονιορτός αιρόμενος χαμόθεν κατά το θέρος υπό σφοδρού ανέμου και σχηματίζων στήλην συστρεφομένην περί εαυτήν, εις ην κατά την πρόληψιν των πολλών ενυπάρχουσι νηρεΐδες, δυνάμεναι να βλάπτωσι τους ανθρώπους. Διό ο περιπίπτων εις τοιαύτας του ανέμου συστροφάς ίσταται και ποιεί το σημείον του σταυρού προς αποσόβησιν των εν αυταίς κακών πνευμάτων, 2) άτακτος και ανήσυχος παις. «Τι γυρίζεις σαν την ανεμογαζού; – ησύχασε»!
Ανεμοδούρα, η, εργ. Εκκοκκιστική κοινή μηχανή ξυλίνη, δι’ ης άρτι διεχωρίζομεν τον βάμβακα από των κόκκων. Ήδη εξέλιπεν ου προ πολλού όλως η χρήσις αυτής και παρ’ ημίν ωνουμένοις βάμβακα Λίτραν, δηλ. εκκεκοκισμένον· Μπόκολον δ’ εκάλουν πρώιζα τον μετά κόκκων βάμβακα. Λαμβάνεται δε η λέξις κατά μεταφοράν επί ατακτούντων και ανησύχων διαμειβομένων συνεχώς τόπους. «Τι γυρίζεις σαν την ανεμοδούρα; κάθησε κάτω». Κερκίδα, η και Μάγγανον καλούσιν αυτήν οι Σικίνιοι.[1]
Ανεμόκωλος, ο, εργ. η βάσις της ανέμης. Κατασκευάζεται δε, τιθεμένων δύο δισπιθαμιαίων το μήκος ξύλων σταυροειδώς και προσηλουμένων· εμπήγνυται δε εν τω κέντρω τούτων ξύλον καθέτως ιστάμενον στερεώς και φέρον κατά την άνω άκραν ήλον οξύν, εφ’ ου επικαθημένη δι’ οπής η σταυροειδής ανέμη στρέφεται περί εαυτήν κατά την εργασίαν.
Ανεμοχάφτω, ρ. αμετ. χανδόν εσθίω.
Ανερώτηγα, επίρ., άνευ ερωτήσεως ή αδείας παρ’ ανωτέρου· «Έφυγ’ ανερώτηγα».
Ανηφοριακός, η, ο, ανάντης, προσάντης ανωφερής.
Ανηφορίζω, ρ. μετ., ανέρχομαι τόπον ανάντη.
Ανήφορος, ο, 1) το άναντες, ανωφέρεια, η, 2) μεταφ. επί των του βίου μεταβολών λέγομεν παροιμ. «Ο ανήφορος φέρνει και κατήφορον» · και τανάπαλιν· επί των μεταπιπτόντων από ευτυχία, εις δυστυχίας.
Άνθι, το και ανθός, ο, άνθος, το. «Τ’ αμπέλια είναι στ’ άνθι»· και εις το άσμα «Στης μαντζουράνας τον ανθόν έγιρα ν’ αποκοιμηθώ». – 2) Το άνθος της φροξυλιάς (ακτέας), όπερ και φροξυλάνθι μονολεκτικώς λέγομεν και σαμπούκον από του λατιν. – 3) Το εκλεκτότερον και καλλίτερον παντός πράγματος, η καλλιτέρα οικογένεια κοινότητος. – 4) Ανθός λέγεται κατά παραφθοράν και ο αθώος, «Είμαι ανθός απ’ αυτή τη δουλειά, δε γνωρίζω τίποτα».
Ανθίζω, ρ., αμετ. ανθέω.
Ανισωστάς, σύνδεσμ. απορημ. ή υποθετ. «Πες μου, ανισωστάς κ’ έρχεσαι, να καρτερέσω, ειδέ μη να φύγω».
Ανοστίζω, ρ., 1) μεταβ. καθίστημι, ποιώ τι αηδές. «Έρριξες νερό στο φαΐ και τ’ ανόστισες». 2) αμετ. «ανόστισε το πράμα» κατά μεταφ.
Άνοστος, η, ο., αηδής, άστομος, άνοστος, μωρός· και μεταφ. άνθρωπος άχαρις, ψυχρός, δυστράπελος, άναλτος κλπ.
Αντάμα, επίρ. (εν τω άμα) μετ’ άλλου, ομού.
Ανταμώνω, ρ. μετ. εντυγχάνω, συγγίγνομαι, συμμίγνυμι, συμβάλλω.
Αντάμωσις, η, έντευξις, συνέντευξις. «Καλές αντάμωσες» ευχή αναχωρούντος. Και εν τω άσματι. «Καλώς ανταμωθήκαμεν εμείς οι ντερτιλίδες».
Αντάρα, η, ταραχή, κραυγαί, αταξίαι.
Ανταρεύομαι, ρ., αποθετ. φωνάζω ασέμνως και οργίλως, και καθόλου ποιούμαι ταραχήν. «Για να ανταρευόστε ν’ ακούσωμε ποιος έναι».
Άνταφλα, (αντί τυφλού) απροσέκτως, ταχέως, ατάκτως.
Αντερόγλισι, η, το μεσεντέριον.
Άντερον, το, έντερον, σπλάγχνον, έγκατον, χολάς, εντόσθιον. «Μου στρίβεις τ’ άντερα με τα λόγια σου» – ενοχλείς μοι τοις λόγοις – «Εμπήκ’ ο λύκος στ’ άντερα» · φρ. = επείνασα.
Αντράκλα, η, αδράχνη, η.
Αντρειεύομαι, ρ. αποθ. ανδρίζομαι, φαίνομαι ή πειρώμαι φανήναι ανδρείος.
Αντρειωμένος, ο, η, ο φύσει ανδρείος, ρωμαλέος, Παναγής. – Ο τοιούτος (ανήρ ή γυνή) γεννάται κατά τους πολλούς φέρων επί του ιερού οστού εξόγκωμα ή ουράν μετά τριχών εις το άκρον της σπονδυλικής στήλης· έχει εξ δακτύλους εις εκατέραν των χειρών και εις εκάτερον των ποδών, τρώγει, κατά τα αδόμενα, ως ο Ηρακλής πάλαι ποτέ. Άμα τη γεννήσει, δέον ίνα προφωνεθή· δηλονότι αφού αναβή τις εις όρος να φωνάξη τρις. «Ακούτε το βουνά λαγγάδια εγεννήθη ένας αντρειωμένος». Και ούτω δυνατόν να επιζήση· άλλως βραχύτατός εστιν ο βίος αυτού.
Αντίδερο, το, αντίδωρον, το μετά την λειτουργίαν διδόμενον παρά του ιερέως τοις Χριστιανοίς. – Ευλάβειαν λέγουσι τούτο οι Θηραίοι.
Αντιφέρνομαι, ρ. αποθ. έχω έχθραν προς τινά, φιλονικώ, ερίζω.
Ανυδρία, η, έλλειψις βροχής, αυχμός, ξηρασία, ίδ. και ξέρα.
Ανυφαντής, ο, υφάντης.
Ανυφάντρα, η, υφάντρια, η, υφάντισσα, η.
Ανώρα, και ανωρίς, επίρ. χρον. – Ανώρως παρά Θηρ. εν ώρα, εγκαίρως, πριν νυκτώση· το αντίθετο εξ ώρας. «Να ’ρθης ανώρα να φάμε ψωμί».
Άξαφνα, επίρ., εξαίφνης.
Αξαφνιά, η, το αιφνίδιον, το παρ’ ελπίδα επερχόμενον κακόν. Κατάρ. «Αξαφνιά να σου ’ρθη, να μην ιδής τι να γένης».
Αξαφνιάζω και ξαφνιάζω, ρ. μετ. πτύρω, πτοέω, θροέω, εκφοβέω.
Αξεσυνέριγα και αξεσυνέριστα, επίρ. άνευ πολλής ερεύνης ή φιλονικίας, ειλικρινώς, απαθώς, αδιαφόρως. «Εμείς τα πάμ’ αξεσυνέριγα».
Αξίνα, η, και πλατύ ξινάρι, δι’ ου καλλιεργούμεν ιδία τας αμπέλους· σκαπάνη, η, σκαφείον, το, ίδ. και ξινάρι.
Αξιώνω, ρ., μετ. 1) εναγκαλιζόμενος (εν καιρώ βαπτίσεως παιδίου) τον ανάδοχον και αίρων τούτον αναφωνώ άξιος! άξιος! 2) αξιόω, καθίστημι άξιον. «Ο Θεός μ’ αξίωσε κ’ ήρθα πίσω στην πατρίδα».
Απαγάδι και απαγάδισμα, το, η ανταπόδοσις, ίδ. απαγαδίζω.
Απαγαδίζω, ρ. αμετ. ανταποδιδούς τα ίσα αναιρώ τα οφειλόμενα· επί παιδιάς· «μ’ εκέρδισες, σ’ εκέρδισ’ απαγαδίσαμε, ούτε μου χρωστάς ούτε σου χρωστάω».
Απαλαίνω, ρ. μετ. εμβάλλω τι ύδατι όπως γένηται απαλόν, τρυφερόν· απαλύνω, 2) αμετ. ειμί κατάβροχος, διατελώ εν υγρασία, «Φύγε μην απαλαίνης στα νερά».
Απάλιουρας, ο, Παλίουρος, ο. – Απίλιρος κατά Παρίοις· νομίζεται ότι έχει δύναμιν αποσοβούσαν την βασκανίαν και άλλας δαιμονικάς ενεργείας κατά των ανθρώπων επερχομένας. Διό ποιούσι και φέρουσιν οι πολλοί σταυρόν από τούτου, ον εμβάλλουσι και εν περιάπτοις. – Τι δεν επινοεί η αθλία αμάθεια!
Απαλός, η, ο, απαλός, απλούς, ευήθης, ανόητος.
Απάλωνα, τα, μον. εις τον πληθυντ. εύχρηστον· άλλως σκύβαλα και χοντράδια, τα εναπολειπόμενα εν τη άλωνι μετά τον καθαρισμόν των σιτηρών.
Απαλωνίζω, ρ. αμετ. περατώ το αλώνισμα.
Απανομεριά, η, πρωτοκαθεδρία.
Απανκιάζω, ρ. αμετ. προσφεύγω, καταφεύγω ως εις άσυλον στενοχωρούμενος ιδία υπό βροχής ραγδαίας. Φρ. «εσκεπάσαμε το σπίτι κι’ απανκιάσαμε».
Απάνκιο, το, άκλ., τόπος ασφαλής και απρόσβλητος υπό βροχής, ανέμου ή ψύχους.
Απανολαδιά, η, φαινόμενος μόνον αθώος αποφεύγων δικαίαν τιμωρίαν.
Απανοπροίκια, τα, παράφερνα.
Απαντάω, ρ., μετ. 1) συναντάω, εντυγχάνω τινί, συντυγχάνω. 2) Το τρίτον πρόσ. λαμβάνεται απροσώπως. «Πώς τον απαντάει και κάθεται χωρίς δουλειά!». «Δε μ’ απαντάει να βλέπω τα παράξενα και να μη μιλήσω». – 3) Επαρκώ εις δαπάνην. «Δεν απαντάει τα έξοδά του».
Απαρατάω, ρ., μετ. αφίημι, καταλείπω. «Απαράτα τον και φέγα». – Δεν απαρατιέμαι από το κτήμα του πατέρα μου». – Λέγομεν δε και κατά το Ευαγγελικόν «έχε μ’ απαρατημένον».
Απάριωρα, επίρ. ίδ. Απλογιέμαι.
Απάτσια, τα, αι ψόαι, ή ψύαι.
Απεικάζω, ρ., μετ. διέσωσεν η συνήθεια το αρχαίον τούτο ρήμα, αλλ’ ουχί υφ’ απάσας τας σημασίας και ιδία την αρχικήν· αλλά μόνον υπό την σημασίαν, εις ην μετεχειρίσθη ο Σοφοκλής αυτό, δηλ. αισθάνομαι, συνίημι, επαΐω, συμβάλλω-ομαι, επιγιγνώσκω.
Απείραγος, η, ο, ακέραιος, αλύμαντος, ακραιφνής, σώος.
Απιδιά, η, απία, η, ελ. ο καρπός αυτής Απίδι, το άπιον, ελ. ίδ. Αχλάδα.
Απλάδα, η και άλλ. λεγγέρα, η, αγγείον, πινάκιον κυκλοτερές χαλκούν, απλωτόν μάλλον ή βαθύ, ώπερ ήδη σπανίως χρώμεθα. Οι παλαιότεροι δι’ αυτού έφερον και τα κόλλυβα εις τον ναόν. Απαλαρέα κατά τον Πτωχοπρόδ. σελ. 292.
Απλάδι, το, άγνωστος η λέξις παρά τοις ορεινοίς· αντί ταύτης έχομεν το ’λιόπανον, ή (το τουρκ.) ιράμι, λεπτόν ύφασμα μάλλινον εύχρηστον και ως σκέπασμα, και ως στρώμα παρ’ ημίν και παρά τοις πεδινοίς Πελοπον. Τέντα, η, παρά Στερεολλαδ.
Απλογέμαι, ρ., αμετ. αποθ. (απολογέομαι) αποκρίνομαι εις φωνήν καλούντός με. Δήλον, ότι εστίν αυτό το αρχαίον απολογέομαι, πού μεν ασυναιρέτως εκφερόμενον, πού δε αποβάλλον το εγκλιτικόν φωνήεν, ως το της αρχαίας οίμαι κλπ.
ΣΗΜ.: Δεν πρέπει να αποκρίνηταί τις καλούμενος κατ’ όνομα το μεσονύκτιον, έστω και παρά προσώπου γνωστού, ίνα μη πάθη (βουβαθή) υπό στοιχειού, ήτοι λαβωθή. Διό και άφωνη ώρα καλείται αύτη, ή απάριωρα, οίον παρ’ ώραν, πριν ή φωνήση αλέκτωρ. Εν ταύτη δε τη ώρα, κατά τας προλήψεις του λαού, τα ύδατα μένουσιν ακίνητα, ή κοιμώνται, ως κοινώς λέγεται, και αυτοί οι ποταμοί καταπαύονται τον ρουν, και αι πηγαί την ροήν των υδάτων. Τ’ αφαντιάσματα ή στοιχειά είναι τότε εις πλήρη κίνησιν υπό μορφάς διαφόρους και αλλοκότους, και ως επί το πολύ ζώων, οίον ίππων, βοών, κυνών ιδία κυνηγετικών (λαγωνικών), χοίρων και σπανίως ανθρώπων Αράβων ανδρών και γυναικών. Τα τοιαύτα, οι εν οδώ ευρισκόμενοι εξ ανάγκης, ή εκ του έργου αυτών έξω εν υπαίθρω διανυκτερεύοντες, δεν βλέπουσι πάνες, αλλ’ οι αλαφροΐσκιωτοι. Ούτε δε καλούνται ως επί το πλείστον άνθρωποι αμαθείς και όλως απαίδευτοι και μάλιστα γύναια, ων η φαντασία ζωηρά και αι προλήψεις ερριζωμέναι εν τω νω εξ αμαθείας και κακής ανατροφής διαπλάττουσι φαντασιώδη και ανύπαρκτα. Ούτοι λοιπόν βλέπουσιν, ως λέγεται, διάφορα στοιχειά, αλλά δεν ομιλούσι προς ταύτα. Σώζονται δε από της τούτων βλάβης δια των φυλαχταρίων ή χαϊμαλιών (περιάπτων[2]), άτινα φέρουσιν αείποτ’ εφ’ εαυτών, ή και δι’ όπλων, δι’ ων πολλάκις πυροβολούσι κατ’ αυτών, αλλά δια της αριστεράς πάντοτε χειρός προς τα οπίσω στρεφομένης, και εν άκρα πάντοτε σιγή.
Απολογιάζω, ρ., μετ. αντί του άλλως αποπαίρνω και αφλογιάζω, επιτιμώ τινί, διαβάλλω, προσβάλλω, κακώς λέγω.
Απλόχερη, η, όσον δέχεται η ετέρα χειρ εν τη παλάμη κοιλαινομένη.
Απλοχερίζω, ρ., μετ. Πλάσας το φύραμα εις καρβέλια, αφίημι ταύτα μικρόν όπως ζυμωθώσιν. Είτα εμβάλλω αυτά εις τον κρίβανον.
Άπλυτος, η, ο. Άπλυτος ελ. – Ανήπλυτος λέγουσιν οι Κρήτες.
Από, πρόθ. συντάσ. μετ’ αιτιατ., μετά γεν. δε μόνον εις τας φράσ· «από χρόνου» = εις νέωτα. «Από στραβού διαβόλου» = κατά συγκυρίαν· «από χαραγής» = από πείνης.
Αποβδόμαδα, επίρ., μετά το τέλος της παρούσης εβδομάδος. «Αποβδόμαδα λογαριάζομε να φύγωμε για το Βόλο».
Απόβολα, επίρ., καθ’ ολοκληρίαν, καθόλου.
Απόβροχα, επίρ., αμέσως μετά την βροχήν.
Αποβύζι, το υστερογενές τέκνον, το τελευταίον, δηλ. όπερ και στερνοπούλι λέγεται κατά πάσαν ηλικίαν. Αποσπόρρ’ κατά Τραπεζουντίους· εν δε Κερασούντι λέγεται Αποξύσμ’ ήτοι απόξυσμα. (Περιοδ. «Ο Πλάτ.», τόμ. ς΄, σελ. 311).
Αποδέλοιπο, το υπόλοιπον, κατάλοιπον.
Αποδιαλεγούδι, το, περικάθαρμα, εκβόλιμον.
Αποηνομένος, η, ο = απονενοημένος, ηλίθιος, βλαξ.
Αποκαμούσι, το, ίδ. σώσιμον.
Αποκόβω, ρ., μετ. 1) απογαλακτίζω το θηλάζον παιδίον, απότιτθον ποιέω ελ. 1) ορίζω προ του γάμου τας υπό του γαμβρού προς τους γονείς και συγγενείς της νύμφης οφειλομένας χάριτας· «αποκόψανε χτες το βράδυ και θα γένη ο γάμος την Κυριακή»· 3) ορίζω την δεκάτην κατ’ εικασίαν και ουσί δια μέτρου, παραδεχομένων κατά συνθήκην και συμφωνίαν του τε ενοικιαστού και γεωργού ή κτηματικού. «Τ’ απόκοψαν τ’ αλώνι δέκα κοιλά, δεν το μετρήσανε».
Αποκοιμάω, και αποκοιμίζω, ρ., μετ. κατα(από)κοιμίζω.
Αποκοιμιέμαι, ρ., ουδ. κοιμώμαι εντελώς, ησύχως.
Αποκοπαρούδι, το, άρτι απογαλακτισθέν παιδίον.
Αποκορώνω, (αποκαρόω), ρ., μετ. αποκωλύω, καθίστημί τινα αδρανή, ναρκόω· και μέσ. ναρκούμαι κλπ.
Αποκούμπι, το, (Λαντ.), επερεισμός, καταφύγιον, άσυλον.
Αποκρεύω, ρ., αμετ. αποκρεόω. «Πότε θ’ αποκρέψωμε φέτος;»
Αποκριαίς, η, αι απόκρεω. Σημ.: Λέγονται συνήθως μεγάλαις, τελούμεναι τον χειμώνα, μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, και αναλογούσαι προς τα των αρχαίων Κρόνια και κατά τι προς τα Διονύσια ή Φαγηπότια (των Αθηναίων). Διαιρούνται εις τρεις εβδομάδας· α΄) την προφωνούσιμη, οίον προσφωνούσαν και προαγγέλουσαν την προσέγγισιν αυτών. Εν ταύτη αποκτείνονται οι οικόσιτοι χοίροι και άρχεται πως κατά μικρόν το καρναβάλι· β΄) την απολυτήν, διότι τρώγομεν πασχαλινά και εν ταις δύο εν αυτή νηστευσίμοις ημέραις (Τετάρτη και Παρασκευή) οίον απολυόμενοι του της θρησκείας δεσμού. γ΄) Την Ατήτης αυτήν καθ’ εαυτήν των απόκρεων, τελευταίαν δηλ. εβδομάδα, μεθ’ ην άρχεται η Τουρινή, και μετά ταύτην η μεγάλη σαρακοστή, ης η πρώτη εβδομάς λέγεται Καθαροβδομάδα δια τε την εκ της νηστείας καθαρότητα, και δια την πράγματι επιχειρουμένην καθαριότητα εν ταις οικίαις και τοις σκεύεσι. Περί δε τα μέσα της τυροφάγου λέγομεν συνήθως ως εν άσματι.
«Εψόφησ’ ο λοκάνικος.
Ψυχομαχάει κι ο τύρος.
Κ’ η βρούβα ν η παληόβρουβα,
Στέκεται στην καβάλα
Να πέση στην τσουκάλα».
Την δε εσπέραν του Σαββάτου και την της Κυριακής της τυροφάγου αξιώνουν πολλαχού της Πελοποννήσου το τραπέζι ωδέ πως. Αφού παρατεθώσιν άπαντα σχεδόν τα βρώματα επί της τραπέζης και περικαθίσωσιν άπαντες, λαμβάνουσιν οι πρεσβύτεροι τα άκρα αυτής και αίροντες ολίγον αυτήν ερωτώσι τους περικαθημένους· «εφάγατε»; – «εφάγαμε» (αποκρίνονται οι άλλοι) – «εχορτάσατε»; – «εχορτάσαμε». «Πάντα χορτασμένοι να είσθε»! Τούτο επαναλαμβάνεται τρις και είτα άρχονται να εσθίωσι. Κατά δε την αρχήν της τεσσαρακοστής λέγεται:
«Τώρα σωθήκανε τ’ αυγά, σωθήκαν κ’ οι κουλούρες
Πάτε τα καλαθάκια σας να πάμε για τις βρούβες».
Απολείπω, ρ., ουδ. ευχρ. κατ’ ενεστ. και παρατ., εις δε τον αόριστον και μέλ. αποβάλλει την πρόθεσιν. «Ο Γιάννης δεν απολείπει, ούτ’ επέρσ’ απόλειπε, έρχεται και μας βλέπει». «Κ’ εγώ πότ’ έλειψα; Ούτε θα λείψω ποτέ».
Απολείτουργα, επίρ., μετά το πέρας της θείας λειτουργίας.
Απολυτό, το, 1) παν ζώον όπερ δεν είναι δεδομένον· 2) (εννοείτ. πανί) οθόνη πανίον ουχί δίμιτον.
Απομεσήμερο, το, μετά μεσημβρίαν· και επίρ. απομεσήμερα.
Απονίμματα, τα. Καλούμεν το καθάρσιον ύδωρ, όπερ μετά την πλήρωσιν του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, νιπτομένου του ιερέως, σταλάζει από των χειρών αυτού, και όπερ αιτούντες πολλάκις πάσχοντες υπό βασκανίας πίνουσι προς θεραπείαν αυτών.
Αποπαιδίζω, ρ., ουδ. παύομαι του τίκτειν επί γυναικός παρηκμακυίας.
Απόπαιδο, το, αποκήρυκτος (υιός ή θυγάτηρ). «Τον πήρ’ η κοπελλιά με το χέρι της, αλλά θα την κάμουνε απόπαιδο οι γονέοι της».
Αποπαίρνω, ρ., μετ. ίδ. απλογιάζω· 1) επιτιμώ τινι· 2) λαμβάνω το αναλογούν μοι μέρος από κληρονομίας, όπερ και ξεκάνω λέγομεν.
Απόσκιο, το, τόπος σκιερός, μη ευήλιο· και μεγενθ. αποσκιούρα, η.
Αποσπέρνω, ρ., αμετ. περατόω την σποράν σιτηρών.
Αποσπερού, επίρ., την εσπέραν ταύτην. «Έλα αποσπερού να καθήσωμε».
Αποσταίνω, ρ., αμετ. απαυδάω, απολέγομαι, παρατείνομαι.
Αποσώνω, ρ., μετ. προστίθημι το ελλείπον.
Αποφαγούδι, το, κατάλοιπον βρώματος, ω κέχρηταί τις.
Αποχαυρίζω, ρ. ουδ. και μετ. αποκάμνω, απαυδώ, καταβάλλω τινά.
Αποχτενίδια, τα, τα δια του κτενός εκβαλλόμενα και μένοντα εν αυτώ μαλλία της κεφαλής.
Απραγίλα, η, αγροικία.
Άπραγος, η, ο, αγροίκος, αγενής, ο άλλως χωριάτης.
Αρρατιάζω, ρ., μετ. (Αίρω) τίθημί που τι, ώστε να μη ευρίσκη τις τούτο· «επήρες το χτένι και τ’ αρράτιασες»!
Άρρατος, η, ο, άφαντος, απολωλώς· κατάρ. «Άρρατος να γένης»! = εκφθείρου! «Αρρατίσου»! λέγουσιν οι Στενημάχιοι.
Αραχλιάζω, ρ. αμετ. (αράχνη) παλαιούμαι, μακρύνομαι, ωχριάω.
Άραχλος, η, ο, δείλαιος, οικτρός, άθλιος από μεταφοράς της αράχνης κατασκευαζούσης ως επί το πολύ τον ιστόν αυτής εν ερήμοις και παλαιοίς οικοδομήμασι.
Αργάζω, ρ., μετ. και αμετ. · 1) τύπτω, αικίζω τινά. «Τον άργασε στο ξύλο»· και «εγώ είμ’ αργασμένος σε τέτοια» = εξησκημένος· 2) βυρσοδεψέω, βύρσας δέπτω.
Αρίδα, η. 1) τεκτ. εργαλ. χαλυβικόν μετά λαβής ξυλίνης έχον σχήμα Τ, αρίς, τέρετρον, τρύπανον, τρυπάνη ελ. 2) πους. «Μάζεψε τις αρίδες σου». 3) μεταφ. φθόνος, επιβουλή.
Αρηολόγι, το, ευρύτρητον κόσκινον, δι’ ου καθαρίζομεν από των ζιζανίων τον προς άλεσιν σίτον. Αρλόος, ο, κατά Θηρ.
Αρκουδόβατος, ο, η, μεγάλας και οξυτάτας ακάνθας έχουσα βάτος, ελ. Άκανθος, ερπάκανθα.
Αρμακάς, ο, ίδ. στιβός.
Αρμέγω, ρ., μετ. 1) αμέλγω· 2) μεταγγίζω τον οίνον επί της κάδης εις άλλα αγγεία· 3) μεταφ. λαμβάνω χρήματα παρά τινος δι’ ευσχήμου τρόπου. «Τον αρμέξανε καλά, δεν τ’ αφήκανε σάλιο στο στόμα του».
Αρμιά, η, ελ. Αλμυρίς, η. Κράμβη καθαιρομένη και χαρασσομένη και αλσί πολλοίς πασσομένη εμβάλλεται εις κάδον μεθ’ ύδατος και κλημάτων αμπέλου ωρίμων και μαράθρων. Μεταγγίζεται δε το εν αυτώ ύδωρ δια τρίτης ημέρας επιρριπτόμενον αύθις εντός του κάδου. Δεν γεύονται εξ αυτής, ει μη παρέλθωσιν είκοσι πέντε τουλάχιστον ημέραι. Έστι δε ως και το όνομα αυτής δηλοί, λίαν αλμυρά. Η δε εξ άλλων ειδών λαχάνων οίον σελήνων, σκόρδων, πράσων, κοκκινογουλίων κλπ. γινομένη, εντιθεμένων εις όξος καλείται Τουρσί (τουρκ.).
Αρνατσιάζω, (ναρκάω) ρ. αμετ. τριτοπρ. Κωλυομένης δια πίεσιν των άκρων της του αίματος κανονικής κυκλοφορίας επέρχεται νάρκη μετ’ ελαφρών νυγμών επί τε των χειρών και των ποδών και έστιν ότε εφ’ άπαντος του σώματος. «Επλάκωσα το πόδι μου κι αρνάκιασε». Όθεν αρνατσίλα η νάρκη και εκ ταύτης η προς τους παίδας παιδιά.
«Αρνατσίλα ξαρνατσίλα
Σύρ’ στην ’γγαστρωμένη γίδα,
Πο’ ’χει γάλα πο’ ’χει μέλι,
Πο’ ’χει ’σερνικό κατσίκι».
Αρνιακό, το ίδ. Γιδιά.
Αρπάχτρα, η. Αι τας συνεχείς εξαμβλώσεις πάσχουσαι γυναίκες τίκτουσιν ενίοτε, ως λέγεται, τέρας φέρον πτερά και ομοιάζον μάλλον πτηνώ ή νηπίω. Τούτό εστιν η αρπάχτρα, δι’ ην και αι εξαμβλώσεις γίνονται. Έστι δε τούτο κατά τους ιατρούς ρύποι παράδοξα σχήματα πολλάκις λαμβάνοντες.
Αρσίζης, ο, ουδέτ. -ικο· ασελγής, αναίσχυντος, αισχρολόγος.
Αρταίνω, ρ., μετ. 1) αρτύω, καρυκεύω· 2) δίδωμί τινι εν τεσσαρακοστή φαγητόν υπό της εκκλησίας απηγορευμένον. «Είσ’ αρτημένος»; – «Είμαι γιατί δεν μπορώ να νηστέψω». – «Αϊ κωλαρτυμένε»!
Αρτυμή, η, το άρτυμα, βούτυρον κλπ.
Άρτηκας, ο νάρθηξ του ναού.
Αρτσίδι, όν. άκλιτ. «είμαι ή εγίνηκ’ αρτσίδι» = ελ. κατάβροχος, κατάρρυτος.
Αρχεύω, αρχίζω και αρχινάω, ρ., μετ. άρχω, -ομαι.
Αρχιμιά και αρχιμηνιά, η. Νουμηνία, η πρώτη εκάστου μηνός.
ΣΗΜ.: Κατά ταύτην την ημέραν δεν δανείζουσι πυρ, ζύμην, ούτε άλλο τι. Δεν αποτίνουσιν οφειλήν, δεν κτενίζονται και μάλιστα αι γυναίκες ίνα μη επέλθη ζημία εις την οικίαν. Θεωρείται καλόν να εισέλθη πρώτος ξένος ο ιερεύς ίνα αγιάση· να μη εισέλθη γυνή χήρα ή ασθενής· ωσαύτως προσέχουσι τον νουν όπως μη γένηται ζημία τις, διότι θέλοτιν ακολουθήσει ζημίαι καθ’ άπαντα τον μήνα. Αν βρέξη την πρώτην του μηνός, δεν θέλει βρέξει εις άλλην ημέραν ο μην εκείνος.
Αρχονταρίκι, το, τρόπος, ήθος και έπιπλα των αρχόντων, πλουσίων κλπ.
Αρχοντικός, η, ο, ανήκων ή αρμόζων εις τους άρχοντας, πλουσίους· «αρχοντικός γάμος, αρχοντική φορεσιά, αρχοντικό τραπέζι» · αρχοντικό, το, λέγεται κατ’ ευφημισμόν η φθίσις, ως μάλλον τους πλουσίους προσβάλλουσα. «Τον έπιασε τ’ αρχοντικό» = η φθίσις.
Αρχοντοξεπεσμένος, η, ο, από πλουσίου εις πένητα μεταπεσών.
Ασήμαδος, η, ο, μη φέρων σημεία, στίγματα, μέλας, παμμέλας. «Ασήμαδη κόττα» = όρνις καταμέλαινα. Σημ.: 1) Το στέαρ του καταμέλανος χοίρου θεωρείται ιαματικόν κατά την ιδέαν του όχλου, και αποσοβούν εναντίας δυνάμεις· 2) μεταφ. άφαντος, απολωλώς· «εχάθη από μπροστά μου, εγίν’ ασήμαδος».
Άσκαλος, η, ο, ο μη σκαλισθείς· ίδ. σκαλίζω.
Αστεριάζομαι, ρ., αποθ., μένω εν υπαίθρω μέχρι της επιτολής των αστέρων. Σημ.: τα πλυνόμενα ιμάτια και εκτιθέμενα εις τον ήλιον προς στέγνωσιν, δέον, κατά τας προλήψεις των πολλών, να αίρωνται συλλεγόμενα προ της δύσεως αυτού και προ της επιτολής των αστέρων, ίνα μη βασιλευθώσι ή μη αστεριασθώσι και εκ τούτου επενέγκωσιν εξανθήματα εις τους ενδυομένους αυτά.
Αστοχιά, η, λήθη, αποτυχία, εναντιότης· και επί κατάρας «Αστοχιά σου»!
Αστοχίζω, ρ., μετ. και αστοχάω· 1) επιλανθάνομαι, λησμονώ· «αστόχισα το μαντίλι μου» · 2) αποτυγχάνω, δεν ευδοκιμώ, κυρ. επί φυτών. – «Δεν αστόχισ’ βέργ’ από τη φυτειά σου».
Άστοχος, η, ο. 1) αστόχαστος, απρόσεκτος, ανόητος· 2) αποτυγχάνων. «Άστοχος ο λόγος σου» = «είθε μη γένοιτο»!
Αστράχα, η (Στρέχα, η κατά Στενημαχίους) · το κενόν διάστημα το μεταξύ της στέγης και των άκρων του τοίχου, εφ’ ου αύτη στηρίζεται.
Ασυγκόλλευτος, η, ο (συγκολλάω), απρόσιτος, ακοινώνητος.
Ασύδοτος, η, ο, ατελής, αφορολόγητος.
Ασύφταγος, η, ο, ανυπόμονος ιδία επί φαγητού, αδηφάγος, ον και Λειχούδην άλλως λέγομεν από του γλείχομαι και Λειχουδιάρην.
Άταρος, η, ο, όλως αδύνατος, μαλθακός, λίαν ασθενής· λέγεται ιδία επί νεογνών κακώς ανεπτυγμένων. Είτα μετηνέχθη και εις γενικωτέραν σημασίαν. «Άταρο παιδί, άταρος άνθρωπος, άταρο πουλί».
Ατήραγος, η, ο, ανεπιτήρητος, μη λαβών τας προσηκούσας περιποιήσεις.
Ατόφυος, α, ο (αυτοφυής) · όμοιος, παραπλήσιος· «Ο Γιάννης είναι αυτόφυος πατέρας, η Μαρία ατόφυα μάννα».
Άτραχτος, η, ο, 1) μη στερεοποιηθείς, ατέλεστος· κυρ. το ωόν ου ο φλοιός έστιν έτι διαφανής, λεπτός, ου στερρός. «Η κόττα έκαμ’ έν’ αυγό άτραχτο», όπερ και κακός οιωνός εστί, επαπειλών δυστύχημα τη οικογενεία· 2) ατελής, ημιτελής, μετά ταχύτητος απειργασμένος. «Άτραχτες δουλειές δεν θέλω ’γω».
Αυγολογιέμαι, ρ. αποθ. Λέγεται επί των ορνίθων, όταν κακκάζωσι μόνον μη τίκτουσαι ωόν.
Αυλάκι, το, αύλαξ, η, οχετός, ο, διώρυξ, η. «Βάνω το νερό στ’ αυλάκι» = διοχετεύω το ύδωρ και μεταφ. άρχομαι προκόπτειν, επιδιδόναι.
Αυλακιά, η, Άλοξ, η, αύλαξ, η. «Δεν έχει αυλακιά χωράφι» · = ουδόλως αγρόν κέκτηται.
Αυλακώνω, ρ., μετ. αυλακόω, -κίζω, αλοκίζω.
Αυλίζομαι, ρ. αποθ. εισέρχομαι δια της αυλής και εξέρχομαι της οικίας. «Πούθε αυλιζόστε»; == Πόθεν εισιτητά εις την οικίαν; ελ.
Αυλή, η, η έμπροσθεν της οικίας περιοχή· κλεισίον, το.
Αφάγανος, η, ο. Ο εσθίων ολίγον, ολιγαρκής εις την τροφήν αυτού. «Κάνει το αφάγανο και θέλει έναν περίδρομο να φάη». Κακοφάγανος δε λέγεται ο μη γευόμενος του τυχόντος βρώματος και ιδία του ψυχρού.
Αφάνα, η, η ειρήκη.
Αφλογή, η. Λόγος ψευδής, υβριστικός, ον αποδίδουσί τινι, ότι είπεν, ενώ δεν έχει είδησίν τινα περί τούτου.
Αφλογιάζω, ρ., μετ. διαβάλλω, συκοφαντώ – ίδ. και απλογιάζω.
Άφτουρος, η, ο, τελειώνων ταχέως, μη διαρκών επί πολύ, μη επαρκών εις πολλούς. «Το χαβιάρι είν’ άφτουρο πράμα». Το αντίθετ. Φτούριος, α, ο.
Αφύσικος, η, ο, αγενής, αναίσχυντος, αγροίκος, πολυφάγος. Το αντίθετ. Φυσικάρης (ίδ. την λέξ.).
Άφωνη ώρα, ίδ. απλογιέμαι.
Αχαμνά· 1) επίρ. πονήρως, κακώς, χαλεπώς. «Αχαμνά είν’ ο άρρωστος», ίδ. γλυκάδι. – 2) Τα ανδρικά μόρια. «Τον εβάρεσε στ’ αχαμνά και τον εξέρανε».
Αχαμναίνω, ρ. αμετ. και αχαμνίζω, ή γίνομαι αχαμνός, ατονέω, εκλύομαι.
Αχάμνια, η· ατονία, έκλυσις.
Αχαμνός, η, ο (χαύνος)· 1) ο στερούμενος πιμελής, αδύνατος, Σιχνός κατά Καλαβρυτινούς· 2) άσημος, μικρού λόγου άξιος. «Αχαμνό χωριό τα λίγα σπίτια», παροιμ.
Άχαρος, η, ο· δύσμορφος, αιχρός το είδος, οίον στερούμενος χάριτος.
Αχηβάδα, η· 1) χήμη, κογχύλη, κόγχη· 2) η προς την ανατολικήν πλευράν των ναών κόγχη από μεταφορ. του οστρέου δια το κοίλον του σχήματος.
Αχητό, το, ήχος, βοή.
Αχιουριώνας, ο και Αχούρι, το. Αχυρών, αχυροβολών, ο.
Αχιώ, ρ. αμετ. ηχέω. «Αχιούν τ’ αυτιά μου» =Βομβεύσι δ’ ακοαί μοι.
Αχλάδα, η. Αχράς ή μάλλον όχνη· λέγεται και άλλως παρ’ ημίν Γκορτσιά· ο δε καρπός αυτής αχλάδι, το Γκόρτσο, το άγριον άπιον ελ. – αγουσάγα, η, κατά τους Κρήτας. Άπιος ακανθώδης ελ. (pyrus spinosa).
Αχνιά, η, φωνή ελαχίστη, ησυχωτάτη· και άλλως τσιμουτιά. Άχνα παρά τοις Παρίοις.
Αχρόνιαγος, ο, η, ο, εκείνος καθ’ ου αρώνται ίνα μη αφίκηται ζων εις το τέλος του ενιαυτού, ίνα μη βιώσηται ες νέωτα· όπερ και άλλως λέγομεν «να μην τον εύρη ο χρόνος». – Κοψόχρονος, ο, «να μη χρονιάση». – «Μ’ αδίκησ’ αχρόνιαγος την κακομοίρα, που να τον ιδή ο Θεός».
Άχτι, το (τουρκ.) εκδικήσεως, οργής ή τιμωρίας εκπλήρωσις. «Το ’βγαλα τ’ άχτι μου» = έλαβον δίκην.
Αχτίδα, η, ακτίς, η.
Αχυλιά, η, ίδ. Θράκα.
Αχώνη, η, χώνη μετά του α πλεοναστικού· εκ μεταφορ. άπληστος, λαίμαργος, αδηφάγος· «μη γαρ ειμ’ αχώνη να φάν’ ακόμα;»
Άψοφα, τα (πρόβατα), ίδ. ρογατάρικα.
Βαυίζω, ρ. αμετ. (βαΰζω) κοιν. επί των κυνών· 1) υλακτέω· – φλυαρώ, υβρίζω, λέγω πολλά κατά τινος ματαίως. «Δεν πάει να βαυΐζη, ποιος τον ακούει;»
Βάγια, η, 1) δάφνη· νομίζω ότι η λέξ. μετηνέχθη από της εκκλησίας εν η η εορτή των Βαΐων (Κυριακή) · δι’ έλλειψιν φοιονίκων λαμβάνομεν δάφνην κατ’ εκείνην την ημέραν, καθ’ ην ο όχλος των Εβραίων «έλαβον τα βαΐα των φοινίκων, και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ (τω Ιησού), και έκραζον Ωσαννά… (Ιωάν. ΙΒ΄ 13). Νυν δε λέγεται παρ’ ημίν το επόμενον:
«Βάγια βάγια Κυριακή,
Ως την άλλη Κυριακή
Πίτσι πίτσι (θα εψηθή) το κοκκό (ωόν),
Μαμ μαμ (θα φάγωμεν) το τσιτσί (κρέας).
2) υπηρέτρια, θεραπαινίς, τροφός, ντατά (τουρκ.), 3) ειρων. τρέλλα, παραφροσύνη· «επήρε βάγια» = παρεφρόνησε.
Βαγιόλι, το, χειρόμακτρον, η ιταλ. Πετσέτα.
Βαγιουλεύω, ρ., μετ. από του Βάυα Βαυβώ ως εκαλείτο κατά την μυθολογία η παραμάννα της Δήμητρος κατά τον Βυζάντιον· (ίδ. λεξικ. της καθωμιλ.), υπηρετώ, θεραπεύω, περιποιούμαι. «Σε βαγιολεύουν τόσοι»!
Βάζω, ρ. αμετ. ελ. Βάζω· εύχρ. μόνον κατ’ ενεστ. και παρατ. φωνάζω δυνατά.
Βαλλαρίζω, ρ., μετ. ισοπεδώ, ομαλίζω σκάπτων βαθέως· «εσώσαμε το φύτεμα και το ’βαλλαρίσαμε».
Βαλμαριό, το, αγέλη ίππων κυρ. αλοώντων.
Βαλμάς, ο, ίδ. Αλογάρις.
Βαλτώνω, ρ. αμετ. 1) εμπίπτω εις έλος, ρυπούμαι· 2) μεταφ. εμπίπτω εις χρέη μεγάλα· «εβάλτωσ’ ο κακόμοιρος στο μπόρζι και τι θα γένη»;
Βάμμω, η (βάπτω) ωχριώσα, ωρακιώσα, ικτεριώσα γυνή φύσει ωχρά και πελιδνή· και επί ηθικής προαιρέσεως κακή, διεστραμμένη, μνησίκακκος. Ο δε ανήρ Βαφίλος.
Βαμπακέλλα, η, λεπτή λευκή οθόνη χρησιμεύουσα ως περίδεσμος της κεφαλής των γυναικών.
Βαμπακοσφάχτης, ο – σφράχτρα, η, ύπουλος, πονηρός, δηκτικός, είρων (σφάζων με το βαμπάκι), μη εννοούμενος ευκόλως.
Βαμπακόροκα, η, 1) ηλακάτη, κάλαμος δηλ. λεπτός προς τον πήχυν της χειρός αναλογών τω μήκει, εις ον περιτυλίσσουσι τον βάμβακα και νήθουσι τούτον. Η δε προς τα μαλλία χρησίμη καλείται Μαλλόροκα, η, κατασκευαζομένη από λεπτής ελάτης εις σχήμα Φ, 2) ο αώρως γινόμενος πολιός την τρίχα. «Αγουρογέρασε κ’ εγίνη βαμπακόροκα».
Βαρβάτος, ο, ελ. ένορχις, κήλων (ίππος, όνος, κλπ.), ίσως από του λατιν. barbatus. Λαμβάνεται και μεταφ. εύπορος, πλούσιος.
Βαργομίζω, ρ. μετ. ενοχλώ τινα ελαφρώς ολίγον.
Βαρειά, η, εργ. τεκτονικόν, ελ. ραιστήρ, ο, επίθετον μεταπεσόν εις ουσιαστικόν όπως και παρά τοις αρχαίοις έλλησιν· «ως η λέξ. πατρίς (χώρα) κλπ.
Βαριά, επίρ. = βαρέως, επικινδύνως· «ο άρρωστος είναι βαριά» = επισφαλώς νοσεί.
Βαραμέντε (ιτ. verramente), αληθώς, βεβαίως. Εθίζεται η λέξις παρά των γειτνιαζόντων ταις Ιονίοις νήσοις Πελοποννησίων, διαδοθείσα ως και πολλαί άλλαοι και παρά τοις λοιποίς.
Βαρυακούω, ρ., ουδέτ., ειμή βαρυήκοος. – Βαρυηκοέω.
Βαρυεστάω, ρ., ουδέτ. απαυδώ, αποκάμνω, αηδιάζω· εις την παθητ. φων. μόνος ο παρακ. εύχρηστ. «είμαι βαρυεστημένος».
Βαρούσι, το, όνομα άκλιτ., κτήματα πολλά, οικογένεια πλουσία και πολυκτήμων. «Σε καλό βαρούσι έπεσε η κόρη Σας».
Βαρώ, ρ., μετ. 1) Τύπτω, μαστιγόω, αικίζω πλήσσω. «Μη βαρής τον άνθρωπο, δεν φταίει». – 2) Κόπτω, κρούω την θύραν, θυροκοπέω. «Βάρ’ την πόρτα να σ’ ανοίξουν». – 3) Προσκρούων και πίπτων πλήσσομαι. «Έπεσα κ’ εβάρεσα το πόδι μου» = Πρόσκρουμα έσχον το πόδι πεσών. – 4) Επί πλημμύρας, εκτείνομαι, φθάνω, προσεγγίζω». Εξεχείλισε το ποτάμι, κ’ εβάρεσε στη στράτα». – «Εμπήκα στο ποτάμι και μ’ εβάρεσεν ως την αμασχάλη». – 5) Άπτομαι, καθάπτομαι, ζαλίζομαι. «Το κρασί μ’ εβάρεσε στο κεφάλι» = Ο άκρατος καθήψατό μου της κεφαλής. – 6) Κρούω, κωδωνίζω. «Βάρ’ την καμπάνα» και «βαρεί η καμπάνα». – 7) Επί οργάνων μουσικών δια της χειρός παιζομένων. «Βαρεί το βιολί (ο δείνα), το φλάουτο φοβερά». – Και μεταφ. εις τας φρ. «κάθεται και βαρεί την ταρβίρα», ήτοι διατελεί αργός και δυστυχής· – και «βαρεί ταμπουρά η καρδιά μου, φέρτε να φάμε τίποτε», επί πεινώντος. – 8) στοχάζομαι, σκοπεύω καλώς. «Βαρεί φοβερά, δεν του γλυτώνει λαγώς». – 9) Επί του ηλίου, ανατέλλω. «Εβάρεσ’ ο ήλιος, μην κοιμάσαι πλιά». – 10) Επί του στατήρος. «Βάρ’ το καντάρι να το ειπή» = στάθμισον ακριβώς, ορθώς. – Παθ. Βαριέμαι = οκνέω, όκνος μ’ έχει· – και βαρύνομαι.
Βασιλόκοττα, η, ίδ. Βασιλόπιττα.
Βασιλόπιττα, η. Τη 31 Δεκεμβρίου μηνός ή και πολλαχού τη 1 Ιανουαρίου κατασκευάζουσιν άζυμον άρτον (μπογάτσιον) συμφύροντες άλευρα, ζάχαριν και βούτυρον, και εμβάλλοντες εν τω φυράματι αργυρούν κέρμα και ψήνουσιν εν ανθρακιά ή εν κριβάνω. Τέμνει δ’ αυτόν ο οικοδεσπότης και δίδει τεμάχιον εκάστω των μελών της οικογενείας κατά τάξιν ηλικίας· ορίζεται δε και ίδιον τεμάχιον του σπιτιού. Εις ούτινος το τεμάχιον ευρεθή το αργυρούν κέρμα, ούτος έχει την καλλιτέραν τύχην εν τη οικογενεία. Σημειωτέον δε ότι τον άρτον τούτον εσθίουσιν οι μεν τη εσπέρα της παραμονής μετ’ ετέρων γλυκισμάτων, οι δε κατά την ημέρα του αγ. Βασιλείου. Πολλαχού δε της Πελοποννήσου μεταχειρίζονται αντί της πίττας την Βασιλόκοτταν. Σφάζουσι δηλ. όρνιθα προς τούτο ωρισμένην, εν η εμβάλλουσι (γεμίζουσι) μετά καρυκευμάτων διαφόρων και αργυρούν κέρμα και ψήνουσιν εν κριβάνω και εσθίουσιν έπειτα. Το κέρμα ευρεθήσεται τω έχοντι την καλήν τύχην.
Βαστάγι, το, σιδηρούν λεπτόν περίδεμα (σύρμα), δι’ ου αναρτώμεν την κανδήλαν.
Βασταγό, το, ο όνος· και Βασταγούρα, η, όνος, η.
Βατοκόπι, το, εργ. εμφερές τω κλαδευτηρίω, φέρον όπισθεν μακρόν ξύλον, αφ’ ου κρατούμεν αυτό, και κόπτομεν τας βάτους και άλλους αγρίους θάμνους.
Βέργα, η (Λατ. virga) καλείται κοινώς 1) η ευλύγιστος και λεπτοτέρα εις τα έμπροσθεν ράβδος και υποκ. βεργούλα. – Βεργιά, τα αι προς κατασκευήν καλάθου λεπταί ράβδοι· 2) πρόχειρος γέφυρα ποταμού δια ξύλων (πατερών) σχηματιζομένη· 3) μεταφ. γυνή ευμεγέθης και κομψή ως εν τω άσματι:
«Ούλες οι βέργες είν’ εδώ
η βεργούλα μου δεν είν’ εδώ
λείπει στη βρύσι για νερό».
4) Καπνοσύριγξ, τσιμπουκόβεργα. «Πιέ τη βέργα σου και μη μιλάς». 5) Απειλή, μαστίγωσις. «Τ’ άλογό μου δεν παίρνει βεργιά», η.
Βερέμης, -ιάρα, -ιάρικο· επίνοσος, επισφαλή έχων υγίειαν.
Βεργάτης, ο, φύλαξ των αμπέλων, και Δραγάτης, ο Βλεπάρης, ο, παρά Θηραίοις.
Βελέντσα, η, μάλλινον εφάπλωμα μετά κρόσσων ή και άνευ τούτων από του λατ. vellus = πόκος.
Βεδούρα, η, ξύλινον ποιμεν. αγγείον, όπερ και καρδάρι (quatuor) άλλως λέγεται, δι’ ου μεταγγίζουσιν ή μεταφέρουσιν οι ποιμένες το γάλα. Καρδάραν, την, καλούσι την μείζονα βεδούραν, δεχομένην το γάλα όταν αμέλγωσι τα θρέμματα, ελ. Αμολγεύς, Αρμεγός, ο, παρά Κυθνίοις.
Βελάνι, το, η βάλανος, καρπός της δρυός και του πρίνου.
Βελανίζω, ρ. αμετ. παχύνω δια της τροφής.
Βερντέα, η, οίνος λευκός και διαυγής.
Βέτσος, ο, ελάττωμα, οργή, θυμός· (vitium).
Βετσώνω, ρ. ουδ., αγανακτώ, οργίζομαι· και βετσωμένος ο ωργισμένος.
’Βλογάει, ρ. μετ. 1) τρίτον πρόσωπον του ρήμ. Ευλογώ· ως εν τη παροιμ. «ο τρελλός σπέρνει κι ο Θεός ’βλογάει». Επί ατάκτου σποράς ευδοκιμούσης· 2) λαμβάνεται απρόσωπ. εύχρ. και εναστ. και παρατ. εις υπαρκτ. ννοιαν· «Δε ’βλογάει πρόβατο από την καλμπάτσα».
Βλυσίδι, το (βλύω και βλύζω) · «Ανάθεμα τον Ντσοροτάν όπ’ ηύρε το βλυσίδι, και το ’δωκε του βασιλιά κ’ επήρε το Μισίρι».
Βοϊδόγλωσσον, το, άγριον λάχανον με φύλλα πλατέα και ολίγον τραχέα.
Βοϊδομμάτης, ο, είδος σταφυλής μεγάλας έχων τας ράγας, και Χοντροβολίτσα, η, άλλως λεγόμενον.
Βοϊδόσκοινον, το. Ζεύτης, ο, κατά Κρήτας. ελ. Ζευκτηρία, η, το σχοινίον, δι’ ου οδηγούνται αμφότεροι οι βόες υπό του γεωργού εν τω αροτριάν.
Βολεί, ρ. τρίτο πρ., έστι χώρος, ευρυχωρία τόπου. «Πού πας; – Δεν βολεί να περάσης».
Βορβός, ο, βολβός.- «Βολβός και κοχλίας εξηρέθη» (Θεόκρ. είδ. ΙΔ΄ 17).
Βορός, ο, τόπος πηλώδης και ακάθαρτος, ένθα διανυκτερεύουσι βόες, ποίμνια, κλπ. και καθόλου τόπος βορβορώδης. Νομίζω ότι είναι αυτή η αρχαία λέξις βόρβορος, ψαλιδωθείσα και κολοβωθείσα ως και πολλαί άλλαι λέξεις.
Βουρλίζομαι, ρ. μέσ., ταράσσομαι, ανησυχώ, ατακτώ. «Σαν θάλασσα βουρλίζομαι, σαν κύμα δέρν’ ο νους μου», άσμα. – Ίσως εσχημάτισται η λέξις από τον βρούλον, (ου το θηλ. βρουλομάννα), έντομον ανήσυχον, έχον δύω στιλπνά επικαλύμματα χρυσοειδή, υφ’ α εγκρύπτει τα πτερά αυτού παυόμενον του ίπτασθαι· δι’ αυτού παίζουσι τα παιδία δούντα τον πόδα αυτού μακρά κλωστή και είτα αφίνοντ’ αυτόν εις τον αέρα ιπτάμενον. Η παιδιά αύτη εστίν η παρά τοις αρχαίοις έλλησι μηλολόνθη.
Βουσειουλάω και Βουσειουλίζω, ρ. αμετ., βαδίζω τετραποδιστί ως τα μικρά παιδία, όταν άρχωνται να κινώνται μόνα. – Κατσουλίζω λέγομεν και άλλως τούτο. – Αρκουδίζω παρ’ άλλοις.
Βραχνός, η, ο = Βραχνός· ο πάσχων υπό χρονίου οιδήματος του λαιμού.
Βραχιάζομαι, ρ. μεσ., ανέρχομαι και μένω εις βράχον απότομον. Λέγεται ιδία επί των αιγών, ανερχομένων πολλάκις ευκόλως προς βοσκήν εις δύσβατα και απόκρημνα μέρη, αφ’ ων δεν δύνανται έπειτα να κατέλθωσιν. Εκ τούτου αναγκάζονται οι κύριοι αυτών να τας φονεύωσιν εκεί και να καταβιβάζωσιν αυτάς διαφόρως.
Βράδυ-βράδυ, το, ο περί δείλην οψίαν χρόνος· (4 μ.μ.).
Βρετός, η, ο. Το ευρισκόμενον έκθετον τέκνον.
Βρούλον, το, βρύον.
Βρούλος, ο, χρυσοκάνθαρος, ίδ. βουρλίζομαι.
Βρουχιέμαι, ρ. μεσ. = Βρυχάομαι. «Βρουχιέται σαν το γελάδι».
Βροχιάζω και βάνω στα βρόχια. Παρά δε Στερεολλαδίτ. Ντροχιάζω, συλλαμβάνω δια του βρόχου, και μεταφ. περιτυγχάνω, συναντώ τινα, στενοχωρώ.
Βρυάζω, ρ. αμετ. = ελ. Βρυάζω· – Έχει προσέτι υπαρκτ. έννοιαν. «Είναι δικό μου το πράγμα» – «μάλιστα σο’ ’βρυαξε!» Ειρων.
Γαβριάζω, ρ. αμετ., Οργάω, φέρομαι αναισχύντως και Γαβριασμένος, ο αναίσχυντος.
Γάβρος, ο, είδος πρίνου.
Γαζί, το, 1) ράψιμον πυκνόν κατά το άκρον ιματίων (σηρικών και βαμβακερών), ίνα μη εκπίπτη το υφάδιον. – 2) καόλου ράψιμον πυκνόν και ασφαλές· και ρήμ. Γαζώνω.
Γάλα, το, Γάλα ελ. παροιμ. «Του πουλιού το γάλα» = Ορνίθων γάλα. – «Τα ’καμαν μέλι γάλα» = Ειρήνευσαν. – «Έβγαλαν τα πόδια μου γάλα» = Απηύδησα ζητών σε. – «Εμαρτύρησε της μάννας του το γάλα» = Ετιμωρήθη λίαν αυστηρώς ή εταλαιπωρήθη. – «Από της συκιάς το γάλα κι απ’ του κάβουρα το ζουμί» (είμεθα συγγενείς δηλ.) = Ουδεμίαν συγγένειαν έχομεν. – Γάλα καλούμεν και τον οπόν πολλών δένδρων ή λαχάνων, π.χ. της συκής, της καρυδέας, του ζοχού, του φλόμου κλπ.
Γαλάρι, το, ελ. Μάνδρα, έπαυλις, εν η διαχειμάζουσι τα ποίμνια εν τοις ορεινοίς μέρεσι. Κατασκευάζεται συνήθως δια φραγμού περικλείοντος κυκλοτερές επίπεδον ή πρανές ευήλιον.
Γαλάριος, α, ο, έχων γάλα. Γαλάρια πρόβατα, τα γεννήσαντα· στέρφα δε τα μη τοιούτα.
Γαλάτωμα, το, ο μη συμπηχθείς έτι καρπός των σιτηρών. «Είν’ απάνω στο γαλάτωμα τα γεννήματα».
Γαλατώνω, ρ. αμετ. 1) Επί των σιτηρών, όταν άρχηται συμπηγνύμενος ο καρπός βαθμηδόν εν τω στάχυι. – 2) αμετ. Δίδωμι βρέφει τον μαστόν, θηλάζω το βρέφος. «Γαλάτωσε το παιδί ν’ αποκοιμηθή».
Γαλαχτερός, η, ο, έχων πολύ γάλα, γυνή, προβατίνα, γίδα γαλαχτερή = ελ. γαλακτούσα. – Το αντίθετο τσαγκάδα, η.
Γαλαχτίζω, ρ. αμετ., υπορρίπτων κατ’ ολίγον χλιαρόν ύδωρ τω ενζύμω φυράματι, εξακολουθώ μάσσων αυτό· και όνομ. Γαλάχτισμα = το ύδωρ, και το γαλαχτίζειν.
Γαλίφος, ο, Γαλίφω και Γαλιφίδω, η – Γαλοϋφος, ο κατά Θηρ. – κόλαξ, επιτήδειος απατεών, παράσιτος.
Γανίλα, η, 1) ο δι’ έλλειψιν κασσιτέρου αναπτυσσόμενος ιός επί μεταλλίνων (κ. χαλκών) αγγείων· 2) η από στομαχικών αιτίων αναπτυσσομένη γλισχρότης. «Έχει μια γανίλα στο στόμα μου, σαν κ’ εκείνη».
Γανίζω και γανιάζω, ρ. αμετ., πάσχω γανίλαν.
Γανώνω, ρ., μετ. γανόω, κασσιτερόω· «χαλκώματα να γανώσωμε»! (ακούσατε οι ειδότες).
Γανωτής, ο, ίδ. Καλαντζής.
Γαργαλάω-ιώ, ρ., μετ. και γαργαλιέμαι· ελ. Γαγγαλίζω, γαργαλίζω.
Γαργαρίζω, ρ., μετ. επί ύδατ., φαίνομαι και ειμί διαυγής.
Γαργαριστό, το, διαυγές, καθαρώτατον ύδωρ. Γάργαρον λέγουν οι Στερεοελλαδ.
Γαρδακιάζω, ρ. μετ., πιέζων και στενοχωρών καταβάλλω τινά.
Γαρίζω, ρ. αμετ. επί φαγητού αφιεμένου ανεπιτηρήτου εν των έψεσθαι.
’Γγιάζω, ρ. μετ. εγγίζω, ενοχλώ σωματ. και ψυχικώς.
Γδυμνόκωλας, η, ο, Γυμνοκώλης, κατά Θηρ. – αχίτων, ρακενδύτης.
Γαρλαύτης, ο, έχων μεγάλα ώτα.
Γδυμνοσαλίγγαρος, ο, λείμαξ.
Γεβεντίζω, ρ. μετ., διασύρω, κακώς λέγω, δυσφημώ, εμπαίζω.
Γενιά, η, συγγένεια.
Γέννα, η, 1) τοκετός· 2) μήτρα. Χριστούγεννα, τα – η εορτή του Χριστού γεννήσεως.
Γέννημα, το, οι δημητριακοί καρποί.
Γεννητάτα, επίρ., εκ γενετής.
Γεννοβολάω, ρ. αμετ.,επί συνεχούς και ευδοκίμου τοκετού γυναικών και ζώων.
Γεραλέος, ο, υπέργηρος, πλήρης ημερών· σημειωτέα η αρχαία κατάληξις αλεος.
Γερακομύτης, α., γρυπός, έχων την ρίνα γυριστήν ως του ιέρακος.
Γήτεμα, το, γοήτευμα.
Γητεύω, ρ. μετ., γοητεύω, κατεπάδω.
ΣΗΜ.: Ως δεισιδαιμόνως λέγεται, «το γήτεμα είν’ ο καλλίτερος γιατρός του κόσμου εις ούλα τα πάθια». Γητεύοντες δ’ επικαλούνται τον Ιησούν Χριστόν και διαφόρους αγίους· άλλοι δε επικαλούνται δαίμονας απαγγέλλοντες και επωδάς διαφόρους, ή λέξεις εβραϊκάς ή αραβικάς ή και όλως ακαταλήπτους. Τινές δε ποιούσι και το σημείον του σταυρού.
1) Επί πάσχοντος τον οφθαλμόν.
«Άνεμος το ήφερε
κι ο Χριστός το πήρε».
Τούτο επαναλαμβάνεται τρις, του γόητος φυσώντος τον πάσχοντα οφθαλμόν σταυροειδώς.
2) Επί τραύματος.
«Ο Οβραίος ο λωβός
Το Χριστό ελόχεψε
Μηδ’ αιμάτωσε
Μηδ’ εκάτωσε (επυώθη)
Μηδέ γιαράς εγίνη».
Και άλλως.
«Εκίνησ’ ο άγιος Πανταλεήμονας κι ο άγιος Δαμιανός,
Και πάνε στα όρη, στα βουνά για ντουφέκια
Για κοντάρια, για σπαθιά, για σκυλολαβωματιά.
Τους απάντησεν ο αφέντης ο Χριστός και η κυρά η Παναγιά
Και τους είπε: «Πού πας άγ. Πανταλεήμονα και Διαμιανέ;»
«Πάμε στα όρη, στα βουνά για ντουφέκια» κλπ.
«Πηγαίνετε πίσω και βάλτε ολίγο μαλλί και λάδι και θα γιατρευτή».
3) Επί χοιράδων.
«Καλό ’ς το φεγγάρι
Το νιο το παλληκάρι,
πο’ ’ρχετ’ από την Πόλι
με ψάρια και με χέλια
και με ξερά χελώνια.
Το φεγγάρι σαν αλώνι
Το χελώνι σαν βελόνι».
Και άλλως· θεωρών την νέαν σελήνην ο πάσχων λέγει κρατών και περισφίγγων:
«Φεγγαράκι μ’ δροσερό
και χελώνί μου ξερό».
4) Επί λειχήνων.
«Καλ’ ημέρα σου λειχήνα!
Όσο είν’ καλ’ ημέρα,
Τόσο να σ’ εύρη
η άλλ’ ημέρα».
Βρέχουσι δηλ. πρότερον τον λιχανόν δια σιέλου και εμβάπτουσιν αυτόν εις τέφραν, είτα επιτρίβουσι τον λειχήνα τρις λέγοντες τα ανωτέρω. Αλλά εν μεν ημέρα λέγουσι «καλή ’σπέρα». Εν δε εσπέρα «καλ’ ημέρα», την αναποδοχαιρετάνε δηλ.
5) Επί επιληπτικού παιδίου, όπερ λαμβάνουσα η μήτηρ εν χερσί και διαπερώσα τούτο έσωθεν του χιτωνίσκου (υποκαμίσου) από της τραχηλιάς προς τα κάτω επαναλαμβάνει τρις λέγουσα ταύτα:
«Από μένα γεννημένο
Κι από μένα γιατρεμένο».
Σημειωτέον ότι μετά δυσκολίας και σπανίως ομολογούσιν οι γόητες τας επωδάς ερωτώμενοι, δικαιολογούνται δε ότι δεν τους στρέγει πλέον, ας τας μαρτυρήσωσιν.
Γιάντες, η, μόνον κατά πληθ. αριθ., αι κλείδες αι περί τον λαιμόν των πτηνών.
ΣΗΜ.: Λόγου άξιαι κατέστησαν αι των ορνίθων, διότι δι’ αυτών βάνουν γιάντες κατά τας απόκρεως = ελ. περιδίδοσθον. Λαμβάνων τις δηλονότι την ετέραν του οστού άκραν, και ο έτερος την ετέραν, συμφωνούσι τι θέλει καταθέσει ο ηττηθείς. Είτα έλκουσιν εις το μέρος του εκάτερος το οστούν διαρρηγνύμενον τότε· μένει δε τεμάχιον τούτου εις εκατέρου την χείρα. Δεν λαμβάνει δε εφεξής ουδέν τι ουδέτερος των περιδιδομένων απ’ αλλήλων, ει μη είπη αυτώ «οξ από γιάντες» ή «το ξέρω και το παίρνω». Αν δε επιλαθόμενος τούτων λάβη το διδόμενον παρά του αντιπάλου μη προσειπών τι, πάραυτα ο διδούς αγαλλόμενος κραυγάζει, «Γιάντες, Γιάντες»! και είναι νικητής.
Γιαβρούμ, (τουρκ.), φίλτατέ μοι, μάτια μου! Παρ’ ημίν εστι γνωστή και εύχρηστος η λέξις ως παρωνύμιον, οίον Γιαβρούμης (Δημήτριος).
Γιαραντίζω, ρ., αμετ., καθίσταμαι, καταντώ. «Να ιδούμε πώς θα γιαραντίση ο φίλος».
Γιαράς, ο, τραύμα, το, πληγή πυωθείσα.
Γιδιά, η, Αιγίς· το δέρμα της αιγός. Προβιά, το του προβάτου δηλ. της προβατίνας κοινώς· ελ. μηλωτή, η, κώδιον, το. Του δε αρνός αρνιακό, το, ελ. αρνακίς· του κριού, κριαριά – Του χοίρου, χοιριά. – Του βοός βοϊδοπέτσι. – Του λαγωού, λαγοτόμαρο. – Του λύκου, λυκοτόμαρο, το – Της αλώπεκος, αλούπι, το – κλπ. Ουκ ορθώς νομίζω ότι ηρμήνευκεν ο κ. Αντωνιάδης εν τω επιτ. λεξικ. την αιγίδα, γιδοπροβιά.
Γιαμά, μορ. = γεμήν.
Γινάτι, το (τουρκ. ινάτ), πείσμα, το της γνώμης ανένδοτον, οργή.
Γινατώνω, ρ. αμετ., οργίζομαι, θυμούμαι· εν τη παθ. φων. μόν. ο παρακ. εύχρηστος.
Γιόμα, το, γεύμα, μεσημβρία· ελ. άριστον. – Πρόγεμα, το, ελ. ακράτισμα (ότι δι’ ακράτου και διπυρίτου εγίνετο) = τω παρ’ ημίν καφέ ή και άλλ’ Κολατσιό και κολατσίζω = προγεύομαι.
Γιοματίζω, ρ. αμετ. αριστάω.
Γιόμισι, η, φεγγαριού, η πλησιφαής σελήνη, Πανσέληνος.
Γιοργά, επίρ. γοργώς, ταχέως. «Κάμε γιοργά» = σπεύσον (Καλαβρ.).
Γκαγκαλίδα, η, ελ. Αγκαλίς, εκχυδαϊσθείσα και μεταπεσούσα από της σημασίας δέματος ξύλων, περιωρίσθη εις την του δεματίου νήματος περιτετυλιγμένου εις την χείρα.
Γιουρουστάω, και γιουρουστίζω, κατά δε Θηρ. Γιουρουντίζω· εφορμώ συνωθούμενος, συρρέω. «Άμ’ άνοιξ’ η πόρτα εγιουρτήσαμ’ ούλοι μέσα».
Γκανιάζω, ρ., αμετ. (ανιάω) μετά βαρέος δίγαμμα εν αρχή και ζ εν τω μέσω· 1) στενοχωρούμαι αγωνιών και κραυγάζων· 2) διψώ σφόδρα.
’Γαρδιακός, η, ο, (εγκάρδιος) 1) ομοπάτριος και ομομήτριος αδελφός· ο δε ετεροθαλής καλείται μουλαδέρφι λέξ. νοθογενής mula = νόθος.
’Γκάρδιο, το εργ. του ιστού· ραβδίον ευθύτατον εντιθέμενον επί χαραγής του υφαντικού αντίου, ίνα ράον περιτυλίσσηται το ύφασμα.
Γκαρλέφας, ο, άνθρωπος άχαρις, υψηλός, ασύνετος (τουρκ. Οζούμ – αντάμ αχμάκ)· βλαξ.
Γκεστάω και Γκεστίζω, ρ. αμετ. αποκάμνω, απαυδώ, αηδιάζω.
Γκουρλίζω, ρ. αμετ. αυτό το αρχαίον γρυλλίζω και επί της φωνής των χοίρων και μεταφ. επί του βορβορυγμού των εντέρων. «Γκουρλίζουν τ’ άντερά μου», 2) παραπονούμαι πλαγίως δυστροπών προς ανώτερον.
Γκοφί, το (γόμφος) – κατά δε τους Αμφισσείς γουφί· ο οδούς του κτενός δι’ ου κτενιζόμεθα, ως και του υφαντικού κτενος και ο των Λαναρίων.
Γκοφός, ο, το άνω μέρος του μηρού· γουφί λέγουσιν οι Αμφισσείς· – ελ. αι ψόαι, αι λαγόνες· τα κοιν. λαγαρά. Ξεγκοφιασμένος και Ξεγκοφιάρης ο παθών κατά την άρθρωσιν του μηρού.
Γλαντιζινιά, η, φυτ. η φιλύκη.
Γλάρα, η, γαλήνη, ευδία, νηνεμία· 2) νυσταγμός, κλίσις προς ύπνον· «μου ’ρθε γλάρα κι αποκοιμήθηκα». Ίσως από του ιλαρά αποσκληρυθέντος του ι.
Γλαστερός, η, ο, μαλακός, πρόσφατος άρτος. «Γλαστερό ψωμί κάν’ η πογάνα». Γλασερός λέγουσιν οι Κύθνιοι. Σημ.: Ο ποτέ συνοαριστής μου κ. Ι. Καστρισιάδης ετυμολογεί την λ. από του βλαβερός, ώπερ ου πείθομαι. Αβλασερό (ψωμί) κατά Θηρ., ο Ν. Πεταλάς (εν τω Θηρ. γλωσ.) παράγει την λέξιν από του βλάζω βλαδαρός, μαλακός. – Νομίζω ότι έχει την αρχ. από του βλαστός, βλαστερός οίον απαλός ως βλαστός δένδρου. Τις ουν ο προσεγγίζων τη αληθεία; – ο σοφός κρινάτω.
Γλύκα, η, και γλυκός καιρός, ευδία, γαλήνη, έλλειψις κρύου.
Γλυκά, τα, 1) γλυκίσματα διάφορα, τηγανίτες, δίπλες κλπ.· 2) επίρ. δια τρόπου μειλιχίου ησύχου ηδέος· «Γλυκά γλυκά τον χαιρετάει», άσμ. – «γλυκά τραγουδάει».
Γλυκαίνω, ρ., μετ. 1) ηδύνω τινά, θέλγω· – «πάντα γλυκιασμένοι» – ευχή· 2) ουδ. γίνομαι εύδιος· εγλύκιαν’ ο καιρός.
Γλυκάδα, η ηδύτης εδωδίμου ή ποτού.
Γλυκάδι, το, 1) όρχις των ζώων και ανθρώπων· 2) το όξος κατ’ ευφημισμόν ως και παρά τοις αρχαίοις. «Τούτο (το όξος) μόνον Αττικοί των ηδυσμάτων ήδος καλούσιν» Αθ. 2.67.
Γλυκερίθρα, η, είδ. σταφυλής λευκής γλυκυτάτης. – Γλυκάδα, η, κατά Θηρ.
Γλυκό, το, ελ. γλύκασμα, το. Κατασκευάζομεν τοιούτον (μετά ζαχάρεως ή μέλιτος) από ρόδων (ροδοζάχαρη, ων καλλίστη η εν ταις μοναίς του μεγάλου Σπηλαίου και των Ταξιαρχών και της αγ. Λαύρας κατασκευαζομένη), μήλων, κυδωνίων, καρύων, βυσσίνων, λεμονίων, κίτρων, φραπών, νεραντζίων κλπ. καλούμενον από του καρπού, αφ’ ου κατασκευάζεται· οίον, κυδωνάτο, καρυδάτο κλπ.
Γλωσσοκοπάνα, η, γυνή αναιδής, πολύλογος, φλύαρος· η άλλως μετριώτ. Γλωσσού και λογού, ελ. γλωσσαλγός.
Γλωσσοκοπανίζω, ρ., μετ. ελ. γλωσοτυπέω· επιτιμώ τινι σφοδρώς.
Γνώρα, η και γνωριμιά, η, γνώρισις, γνωριμότης. «Τον είδ’ αλλά δεν τω ’δωκα γνώρα». – Γνώρος, το, κατά Θηρ.
Γονικά, τα, μόν. εις τον πληθ. αριθ. – οι γονείς.
Γονιός, ο, γονεός, ο γονεύς· ο πατήρ δηλ. και η μήτηρ.
Γούλα και γούλη, η (ιταλ. gula = λαιμός). «Λατρεύει τη γούλη του» = Λαίμαργός εστι.
Γουλάδες, οι, θησαυροί, πλούτη πολλά.
Γουργός, ο, 1) γεωργός – Συνηθεστέρα εστίν η λ. Ζευγολάτης, ο – η δε Γουργός εστιν εύχρ. μόνον εν τω αποφθέγματι:
«Η πούλια (πλειάς) βασιλεύοντας,
Και πίσω παραγγέλνοντας,
Μηδέ τσοπάνης στα βουνά,
Μηδέ γουργός στους κάμπους».
ΣΗΜ.: Πιστεύεται παρά τω λαώ ότι τη 18 9βρίου εορτή των αγ. Πλάτωνος (κοιν. Πλατάνου) και Ρωμανού βασιλεύει (δύει) η πούλια και ακούεται κρότος σφοδρός περί βαθύν όρθρον, 2) ταχύς, αιφνίδιος. «Τι γουργός θάνατος»!
Γούρι, το (augure) · οιωνός καλός, τύχη εύνους.
ΣΗΜ.: Επικρατεί ιδέα, ότι τινά των τέκνων έχουσι τύχην καλήν, συμβάλλουσαν εις την καθόλου ευδαιμονίαν της οικογενείας.
Γουρλής -ίτισσα -ικο· έχων οιωνόν καλόν, τύχην εύνουν, ευσύμβολος, τυχηρός.
Γράνα, η (γράω = ξύω κλπ.) αύλαξ βαθεία, ορίζουσα άμπελον ή αγρόν από ετέρου· εν Μεσσηνία καλούσι ταύτην Κουφούσι, το.
Γραδώνω· ρ. μετ. κατασκευάζω γράδωσιν.
Γράδωσις, η, χαραγή δι’ επίτηδες εργαλείου γινομένη κατά τα άκρα αγγείων ξυλίνων όπως στηριχθή εν αυτή η πουμοσιά (ο παζός ή τα φούντια).
Γρέκι, το, κατοικία, διαμονή.
Γρήβος και Γρήβας, ο, πολιός· από του γραυς (γραυ-γρηύ) τούτ’ έστι γέρων. «Γρήβο άλογο» το έχον λευκάς και ολίγας μελαίνας τρίχας. «Ψαρί» το κατάλευκον.
Γυαλί, το, ίδ. υποσημ. εν σελ.
Γυαλίζω, ρ., μετ. 1) στιλπνόω, εκτρίβω· 2) αμετ. στίλβω, λάμπω, φαίνομαι ωραίος· 3) υποδεικνύω τινί νόμισμα προς δεκασμόν, δεκάζω. «Του εγυάλισε μια λίρα και τον έκαμ’ όπως ήθελε», 4) μέσ. = κατοπτρίζομαι.
Γυαλοκοπάω, ρ. αμετ. ίδ. λαμπηνίζω.
Γυιούλης, ο και Γυιούλα, η, θυγάτηρ, υποκορ. του υιός.
Γυούρτι, το, τα γύρωθεν αμπέλων αγρών κλπ. ακαλλιέργητα άκρα.
Δαμετσάνα, η, ελ. πυτίνη, βυτίνη· αγγείον πήλινον (μέγα βωκάλιον) εγκεκλεισμένον εν καλάθω λαμβάνοντι δια της τέχνης το σχήμα του αγγείου· η άλλως κοινότερον λεγομένη τραμπουζάνα, η, λέξεις ίσως σλαβικαί· ελ. Λάγυνος καλαμωτή, ή κατά Σουίδαν Φλασκίον, (ίδ. περί του ιδιωτ. βίου των αρχ. έλ. υπό Θ. Βενιζέλου).
Δάρα, η (Δ=D), σκευολκή αφαιρουμένη από του σταθμισθέντος πράγματος περιεχομένου εν σκεύει.
Δείλι, το και δειλινόν, το, ελ. δείλη, η.
Δειλιάζω, ρ. ουδ. δειλιάω· έχει εύχρ. τον παθητ. παρακ. «δειλιασμένος εστεκότανε».
Δειλινίζω, ρ. αμετ.· εσθίω κατά την δείλην.
Δεμάτι, το, ίδ. χερόβολον.
Δεματικό, το, εξ ασταχύων περίδεμα, δι’ ου συσφίγγουσι τα πολλά χερόβολα αποτελούντα το δεμάτιον.
Δεμοσιά, η, δημοσία οδός, λεωφόρος.
Δεμερντζής, ο (δ=d) (τουρκ.) Δεμίρ = σίδηρος· σιδηρουργός, ο. Γιολ-δεμίρ = ο σιδηρόδρομος.
Δευτερώνω, ρ. μ. ποιώ εκ δευτέρου, δευτερόω· «έπιαμε, αλλ’ ας το δευτερώσωμε».
Διαγός, ο, οχετός, δι’ ου ρέει το προς πότισιν ύδωρ, ον οι Καρπάθιοι Αόν καλούσι.
Δίβουλος, η, ο, αμφίβολος, δυο βουλήσεις έχων.
Δικονιά, η, διακονία, μισθός, αμοιβή ετησία παρά χωρικών εις ιερέα εφημέριον διδομένη.
Δικριάνι, το, λικμητήριον, τρίκρανα, Διχάλι, το, καλούσιν τούτο οι Σίφνιοι και Θηραίοι.
Δίλογος, ο, από δυο (λογιών) ειδών νήματος (διαφόρου χρώματος)· έχει πως η λέξις σχέσιν και αναλογίαν προς την των Θηραίων Αντίλοος = ανόμοιος, ετεροειδής.
Δίπλα, η, 1) πτυξ, πτυχή, διπλόη, η, «φόρεμα με πολλές δίπλες» = πολύπτυχον ιμάτιον· 2) γλύκασμα δια φύλλων φυράματος γινόμενον και εψόμενον εν ελαίω ή βουτύρω· είτα δ’ εν μέλιτι εμβαλλόμενον.
Δίπλα, επίρ., πλαγίως, εγκαρσίως, επικαρσίως.
Διπλαρώνω και Ζαμπλαρώνω, ρ. μετ. καταιβάζω διπλαριές = ευ μάλα πλατεί τω ξίφει καθικνούμαί τινος.
Διπλιάζω, ρ., μετ. ποιούμαί τι διπλόν, ενισχύω.
Διφόρι, το, το μετά την πρώτην καρποφορίαν των λεμονεών επιγιγνόμενον λειμόνι.
Διφορώ, ρ. αμετ. καρποφορώ δις του έτους. Λέγεται επί διαφόρων δένδρων διφορούντων.
Διχάζω, ρ. αμετ. 1) αμβλυωπώ, δυσκόλως διακρίνω τα αντικείμενα· 2) υποφώσκει «άρχισε να διχάζη, εχάραξε».
Διχάλι, το, ξύλον μήκ. ενός πήχεως και σχήμ. γ.
ΣΗΜ.: Πολλά τοιαύτα εμπηγνύουσαι εις το έδαφος αι γυναίκες ημών Δυάζονναι, – ίδ. και Δικριάνι.
«Δόξα να ’χη ο Κύριος» και «δοξασμένος ο Θεός» · φρ. και επί ευπραγίας και επί δυσπραγίας. «Δοξασμένος ο Θεός, καλά είμασται»· – «επέθανε το παιδί, ας έχη δόξα ο Θεός, έτσι ήθελε» = Ως έδοξε τω Κυρίω, ούτω και εγένετο (Γραφ.) και ειρ. «Δόξα να ’χης πλάτανε με τα κουμπιά που κάνεις, παροιμ.
Δραπέτσι, το, δριμύ όξος· «επέτυχα ’να ξίδικ’ είναι τούρκος μοναχός, δραπέτσι».
Δροτσίλα, η, εξάνθημα επί του προσώπου των νέων. – Αγιάθος, κατά Θηραίους.
Δροτσιλιάρης, α, ικο, ο έχων δροτσίλα.
Δρύματα, τα (εύχρ. μόνον κατά πληθ. αριθ.), καλούνται αι ημέραι, καθ’ ας δεν κλαδεύουσι τας αμπέλους, δεν πλύνουσι τα ιμάτια, διότι εν μέρει φθείρονται (λυώνουν) εν τω ύδατι· τα δε σωζόμενα πιάνουν διαβολόψειρες. Τοιαύται ημέραι εισί α) τα Σάββατα του Μαρτίου και αι Δευτέραι του Αυγούστου· β) η ημέρα καθ’ ην ’λιοκρίζει το φεγγάρι· γ) τα δωδεκάημερα, ήτοι από της 25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου εκάστου έτους, οπότε και οι Κουλικαντζάροι ή Παριωρίται ελεύθεροί εισιν να περιέρχωνται, μόλις δ’ υποφωσκούσης της 6 Ιανουαρίου, φεύγουσι δρομαίοι λέγοντες:
«Φέγατε να φύγωμε, τι έφτασ’ ο τουρλόπαπας
κι άγιασε τον κ…».
Ουρούσι δε πρότερον επί της τέφρας, ην αι γυναίκες συνάγουσι προς πλύσιν των ιματίων, ήτις εκ τούτου καθίσταται άχρηστος· ή εν ανάγκη αγιάζουσιν αυτήν ραντίζοντες δι’ αγιασμού, ως και τα πλυθέντα ιμάτια.
Δρυμόνι, το, μέγα κόσκινον, δι’ ου καθαρίζομεν τα σιτηρά εν τη άλω. Κατασκευάζεται δε δια λωρίων δέρματος βοείου, ή δια λεπτού σύρματος.
Δρυμονίζω, ρ., μετ. καθαίρω τα σιτηρά δια του δρυμονίου.
Δρυμώνω, ρ. αμετ. (δρυμός) εξάπτων την πυράν δι’ εμπρηστικών υλών και δια φυσήματος· από μεταφ. ίσως πεπυκνωμένου δάσους = δρυμού.
Δυάζομαι, ρ. μες. απ. (ίδ. εφημ. Φιλομ. φύλ. 216, σελ. 126) ελ. στήμονα ίστημι, στημονίζομαι, αναμηρύομαι κλπ. Παρασκευάζω τας κλωστάς (το στημόνι) προς ύφανσιν, εκτείνων αυτάς, ήτοι μεταφέρων ανά δύο από των καλαμίων εις τα διχάλια δια της Δυάστρας. Όθεν προκύπτει το Δυασίδι ή Βουλάρι, όπερ έπειτα μεταφέρεται εις τας Τυλίχτρας, ένθα περιτυλίσσεται εντέχνως εις το αντίον. Είτα δε μεταφέρουσιν αυτό εις τον Αργαλειόν, όπου μυτώνουσι (περώσιν εις τα μιτάρια τας κλωστάς και είτα εις το χτένι), κομποδένουσι και επί τέλους άρχονται να υφαίνωσι.
ΣΗΜ.: Οι Λάκωνες λέγουσι Δυάζω και όχι ως ημείς Δυάζομαι.
Δυάστρα, η, εργ. δι’ ου δυάζονται αι γυναίκες εμβάλλουσαι εν αυτή τα καλάμια φέροντα τον στήμονα. Έχει δε σχήμα ετερομήκους τετραγώνου.
Δύνομαι, ρ. αμετ., ελ. Δύναμαι.
Δύστυχο-‘πέτυχο, φρ. αμφίβολόν εστιν, αμφιρρεπές.
ΣΗΜ.: Συγκόπτοντες τας λέξεις οι Αιγαιοπελαγίται λέγουσιν. «Είναι σε δυπίτυχο να ’βγη ο Φιλής δήμαρχος».
Δωδεκάημερα, τα, ίδ. Δρύματα.
Δωδεκαρίτης, ο, οδούς φυόμενος κατά το δωδέκατον έτος.
Δωρά και δωριά, η, η δωρεά.
Δωριανός, η, ο, όμοιος δώρω, επομένως ολίγος μέτριος.
Έγγονας και έγγονος, -όνα, -όνι, υιιδεύς, υιιδή (από του υιού)· από δε της θυγατρός, θυγατριδούς-δή.
Εδά, επίρ. χρον., νυν, παραυτίκα.
Εδεκεί, επίρ. τοπ., μετά δείξεως.
Εδεπά, και εντον. εδεπαδά, επίρ. τοπ.
Εδιάκα και εδιάβηκα, ρ. αμετ. ελ. επορεύθην· συγκοπτόμενον από του διαβέβηκα.
Έζητο, όνομ. άκλ. ζήτησις, τιμή πράγματος. «Έχουν έζητο φέτο τα κρασιά».
Εικοσιπενταρίτης, ο, οδούς φυόμενος περί το 25 έτος, ο Φρονιμίτης κατά Θηρ. οπότε κατά την κοιν. ιδέαν έρχεται και η γνώσις. Εντεύθεν και το απόφθεγμα. «Στα είκοσι πέντε η γνώσι και στα τριάντα το γρόσι». – Όστις δηλ. μέχρι των ηλικιών τούτων δεν έλαβε γνώσι (φρόνησιν, σύνεσιν) και δεν απέκτησε γρόσι (χρήματα) δεν πρέπει να έχη ελπίδα προκοπής.
Εκατσικώθη, ρ. αμετ. γ΄ πρόσω. αορ. αχρήστου ρήματος. – Λέγεται επί πείσμονος και επιμένοντος μετά δυσαρεσκείας. «Του εκατσικώθη να φύγη και δεν εμπόρεσα».
Ε(Α)ληάδα, η (έλαιον). Εν Μεσσηνία και άλλοις ελαιοφόροις τόποις καλείται ούτω το νηστήσιμον φαγητόν κατασκευαζόμενον από άρτου, σκόρδου, καρύων ή αμυγδάλων ή κουκκουναρίων καλώς ιγδισμένων μετ’ όξους και ελαίου αφθόνου. – Το βρώμα τούτο εν τοις ορεινοίς μέρεσι καλούμεν σκορδαληάν· διότι δεν έχομεν άφθονον το έλαιον.
Έμπα-έβγα. Προστακτ. των ρ. (εμβαίνω, εκβαίνω) καταντήσασαι ως ουσιαστικ. ονόμ. «Με το έμπα-έβγα δεν κάνεις δουλειά» – «δεν περνά’ η ημέρα».
Εμπατή, η, η εις την οικίαν είσοδος.
Έμπραξι, η, προθυμία, δραστηριότης, ολιγοχρόνιος.
Εργάζομαι, ρ. αποθ. ελ. εργάζομαι. Ο α. αόρ. σημαίνει ου μόνον σωματικήν, αλλά και νοητικήν ενέργειαν. «Αν επέρασ’ ο Παύλος, εγώ δεν τον εργάστηκα».
Ευχαρίστησι, η. 1) ευχαρίστησις. «Έχομ’ ευχαρίστησι από την νύφη»· – 2) αντιπρόποσις «Τούπιαμε το κουπάρι του, να δώση την ευχαρίστησι» – ίδ. Κουπάρι.
Εργατιά, η, πολλοί εργάται συνεργαζόμενοί που. «Έφυγ’ ούλ’ η εργατιά» = άπαντες οι εργάται.
Εφτά, ο αριθμός 7 επτά, θεωρείται παρά τω λαώ ιερός πως. Νομίζω, ότι η ιδέα αυτή μετεδόθη και από των προγόνων ως ιδέα πυθαγόρειος και από της εκκλησίας· διότι επτά τα χαρίσματα του αγίου πνεύματος, επτά οι άρτοι της προθέσεως, επτάφωτος η λυχνία, επτά ημέραι της εβδομάδος, ε ου και το όνομα αυτής. Λέγομεν δε περί συνετού και φρονίμου κοινώς, – έχει εφτά παπάδων γνώσι – εφταπάπαδο ευχέλαιον, το μυστήριον του ευχελαίου, έν των επτά μυστηρίων, όπερ τελείται δια τριών ή τεσσάρων ή το πολύ πέντε ιερέων. Επί πάσχοντος όμως υπό σπουδαίας νόσου και μάλιστα υπό επιληψίας, δέον να τελεσθή υπό επτά ακριβώς ιερέων προς θεραπείαν του πάσχοντος. Άλλως διατεταγμένον εστίν υπό της εκκλησίας, όπως το κανονικόν ευχέλαιον τελήται υπό επτά ιερέων. – Εφταμίσουρος, η, ον, άνθρωπος ο πολλά ειδώς και μη ευκόλως ή και ουδόλως απατώμενος, παμπόνηρος. – Εφτακοίλι, το, είδος αμπέλου (κληματαριάς) καρποφορούσης επτάκις του έτους, δηλ. από του Μαΐου μέχρι του Νοεμβρίου επτά ηλικιών σταφυλάς βαθμηδόν περκαζούσας. – Εφταπάρθενο κορίτσι, σεμνοτάτη παρθένος. Εφτάψυχο κατσούλι, η δυσθανής γαλή και μεταφ. άνθρωπος επίνοσος και μη αποθνήσκων· – και φρ. «Ξέρει τον έβδομο» περί παιδίου ευφυούς και πολλά ειδότος. – Εφτακαθαιρισμένος, η, ο, ο δυσκόλως και σπανίως απατώμενος. – Εφταπόμπι, το = αι πολλαί ύβρεις, «Ο δε επταδικός αριθμός ανάγεται επί τα επτά του αγ. Πνεύματος χαρίσματα, περί ων Ησαΐας προηγόρευσεν ο προφήτης. Και επί τους επτά ιερείς τους την Ιεριχώ επτάκις περικυκλώσαντας».
(Συμ. Θεσσαλ. Κεφ. ΣΠΔ΄)
Αντιθέτως δε κακός αριθμός θεωρείται ο 13, ος και εβραίικος αριθμός κοινώς καλείται· διότι δώδεκα οι Απόστολοι και είς ο Κύριος ημών Ιησούς 13. Ώστε ο 13, αριθμός θεωρείται του Ιούδα κακός και απαίσιος και παρ’ άλλοις έθνεσιν, ως λέγεται και πιστεύεται. Όταν δε συντρώγωσι δεκατρείς, ο είς τούτων αποθανείται εντός του έτους εκείνου· ή αν εισί που δώδεκα και προσέλθη ααί δέκατος τρίτος, ούτος αποθανείται μετ’ ου πολύ. Παρά τοις αρχαίοις έλλησι και παρά τοις εβραίοις ην συνήθης και τρόπον τινά ιερός ο αριθμός 12, ον παρά των Αιγυπτίων έλαβον ως τοιούτον. Όθεν 12 πηγαί υδάτων. – 12 στελέχη φοινίκων – (Γραφ.) 12 Απόστολοι κλπ.
Εφτάζυμο, το (εννοείτ. ψωμί) αυτόζυμον, άνευ ζύμης.
Ζαβός και Ζεβός, ο, η, ο. ελ. αγκύλος, στρεβλός, ουκ ευθύς. «Ζαβό ξύλο, σανίδι και μεταφ. πονηρός, διεστραμμένος, σιερέτης (τουρκ.). Παρ’ άλλοις ανόητος, βλαξ, κουτός.
Ζαβόχος, ο, μικρός το ανάστημα, ελάσσων του κοντού, νάνος.
Ζαβώνω, ρ. αμετ. γίνομαι Ζαβός· μόνον επί των ξύλων.
Ζακόνι, το, λέξ, σλαβωνική σημαίνουσα νόμον, τάξιν· 1) έθος, συνήθεια, επί καλού και επί κακού. «Τι γαρ το θέλει; το πήρε ζακόνι»· – έτσι το ’χομ’ εμείς ζακόνι» = ούτω ημείς ειώθαμεν.
Ζάκουρο, το. Το περί τον πάτον ξυλίνου αγγείου και έξωθεν της γραδώσεως απολειπόμενον μέρος, εφ’ ου στηρίζεται ιστάμενον το αγγείον. «Εκοπήκαν τα ζάκουρα, θέλει άλλαμα ο παζός».
Ζαλιά, η, φόρτος ανδρός ή γυναικός βάρους αναλόγου. – Ζαλήγκα παρά Στερεολλαδίταις. Έχει νομίζω την αρχήν η λέξις από της ζάλης, ην προξενεί το βάρος εις τους φέροντας και κύπτοντας εκ τούτου.
Ζαλιάζω, ρ. αμετ. και μετ. κατασκευάζω ζαλιάν, τοποθετών και επισωρεύων ξύλα ή άλλα πράγματα. «Μάζεψε τα σκουτιά και ζάλιασε να φύγωμε».
Ζαλιάρικο, το, υποκύπτον εις ζάλην, εις σκοτοδινίαν. Κατάρ. «Αχ ζαλιάρικο μου τσάκισες το δέντρο, που να κοπ’ η ζωή σου!» επί παιδός ατάκτου.
Ζαλώνω, ρ. μετ. ελ. φορτίζω – Ζαληγκώνω λέγουσιν οι Στερεοελλαδίται. «Ζάλωσέ με και ζαλώσου και συ να φύγωμε».
Ζαναhάτι, το (τουρκ.), επάγγελμα, επιτήδευμα, έργν.
Ζαπώνω, ρ. μετ. και περιφρ. Κάνω ζάπι· ει μη ξενική η λέξις, έλκει την αρχήν από του πιέζω ίσως, προσλαμβανομένου εν αρχή του αχωρίστου και επιτατικού Ζα και σημαίνει πιάνω τι σφιγκτά, καταβάλλω, υπερισχύω κατά τινος. Ζάπι λέγομεν και την τάξιν, ήτις από δυνάμεως και αυστηρότητος και βαθείας συνέσεως εκπηγάζει. Διότι όπου δύναμις μετά φρονήσεως, εκεί και τάξις και Ζαπίτης ο επιβάλλων και δια της βίας την τάξιν· και Ζαπτιλίκι το έργον αυτού. Ταύτα δε άγουσί με να πιστεύσω, ότι η λέξις Ζαπώνω (ως και τα παράγωγα αυτής) εστί τουρκική ή σλαβική και συγγενής ίσως τω Ζουπάνω = τσοπάνη, ηγεμόνι.
Ζαράρι, το (τουρκ.), έλλειψις, ελάττωμα, μικρά βλάβη.
Ζαράρικος, η, ο, έχων Ζαράρι.
Ζαρζαβάτι, το (τουρκ.) Ζαβζαβάτι. Λάχανα κηπευτά, ή κηπαία, κουκκία, αγκινάραι κλπ.
Ζαρούγγλα, η, η εν τω σφόδρα εστριμμένω νήματι (από μετάξης, βάμβακος, ή μαλλίου) γινομένη συστολή, δίπλα. «Το παράστριψες το νήμα κ’ έγινε ούλο ζαρούγγλες».
Ζαρουγγλιάζω, ρ. αμετ., γίνομαι ή ποιώ ζαρούγγλες.
Ζειρί, το, νέος ή κόρη μεμαρασμένοι, καχεκτικοί· η λέξις εύχρηστος μάλλον εν Αχαΐα· αντί τούτου ημείς λέγομεν ζειριάρικο, Ζειριασμένο.
Ζειριάζω και Ζουριάζω, ρ. αμετ. από του αρχαίου Σειριάω, -άζω· μαραίνομαι, τήκομαι, πάσχω διαρκώς. Λέγεται και επί ζώων κακώς τρεφομένων από μικράς ηλικίας, διό και ζειριάζουν ή κακοτυχιάζουν, λέγομεν και άλλως.
Ζέμα, το (Ζευγνύω), σκελετός, λίαν αδύνατος. «Αχαμνός είσαι τα ζέματα μείνανε».
Ζεμπερέκι, το, ίδ. Καντινάτσο.
Ζερβής, και ός, -ιά, -ό. 1) ο μεταχειριζόμενος την αριστεράν χείρα, ελ. Αριστερόχειρ, λαιός, ευώνυμος, λάφος, επαρίστερος· 2) μέτριος ή και ελάσσων του μετρίου. «Ζερβός άντρας, Ζερβαλογάκι = ιππάριον. – Παράδοξός εστιν η σημασία εν τη φράσει, «είναι ζερβί μελίσσι» επί ανδρός οικονόμου και προνοητικού, συγκομίζοντος εν καιρώ παν το χρειώδες.
Ζερζεβούλης, ο, Βεελζεβούλ, σατανάς, διάβολος, πειρασμός κλπ. – Η λέξις φανερόν, ότι ελήφθη από της εκκλησίας.
Ζευγολάτης, ο, ελ. ζευγελάτης, γεωργός.
Ζευκάρω, ρ. αμετ. ευωχούμαι, συμποσιάζομαι, ευφραίνομαι.
Ζεύκι, το, 1) συμπόσιον, θοίνη· – 2) ευπάθεια, ανάπαυσις, άνεσις· – λέξ. τουρκ.
Ζευκιλής, ο, θοινητικός, φιλών τα συμπόσια.
Ζεύλα, η, ζεύγλη, η.
Ζιακουτάω, ρ. μετ. τύπτω τινά ελαφρώς.
Ζέχνω, ρ. μετ. Ζεύγνυμι, υποζευγνύω.
Ζέχνω, ρ. αμετ. (από του οζέσω μέλ. του Όζω), εκπέμπω δυσωδίαν, κακοσμίαν. «Ζέχνει σαν ψόφιο σκυλί».
Ζήσι, η, ζωή, η, βίος μακρός, διαρκής. – «Στην ζήσι μου τέτοιο παράξενο δεν είδα».
Ζητάω, ρ. αμετ. επί του οργασμού των ζώων, οργάω.
Ζήτη, η, μήτρα των ζώων.
Ζιζάνιον, το, πανούργος, σκανδαλοπλόκος, ανήσυχος· εντονώτερον δ’ εκφράζομεν τούτο δια της φρ. «Είσαι ζιζάνιο της Μαγδαλινής».
Ζοχός ή μάλλον ως απαγγέλλομεν Ντζοχός, ο, άγριον λάχανον, εσθιόμενον και ανέψητον· φέρει μετρίας και μικράς ακάνθας, ελ. Σόγχος και Ζόγκος, δήλον ότι εστίν αυτή η αρχαία λέξις παρεφθαρμένη.
Ζυγά ή Μονά, τα, 1) παιδιά ούτως πως γινομένη. Έχων τις εν τη χειρί αυτού χάλικας, ή αμύγδαλα, ή λεπτοκάρυα, ή των τοιούτων ποσόν τι αρτίου ή περιττού αριθμού ερωτά έτερον κεκλεισμένην έχων την χείρα και προτείνων αυτήν ούτω λέγει: «Μονά ή ζυγά;» – Ο δε αποκρίνεται, «Μονά!» υποθετέον. Και αν τω όντι ευρεθώσι τα εν τη κεκλεισμένη χειρί, τεινομένη τότε, περιττού αριθμού, λαμβάνει ταύτα ο ερωτώμενος. Αν δε τουναντίον αρτίου, αποδίδει ο ερωτώμενος τοσαύτα, όσα έχει εν τη χειρί ο ερωτών. 2) Λέγεται η φρ. και επί ανθρώπου κρυψίνου απατώντος ημάς πονήρως. «Φαίνεται ότι μας παίζει τα μονά ζυγά ο φίλος».
Ζυγάλετρα, τα. Πάντα τα εργαλεία του γεωργού, δι’ ων αροτριά.
Ζυγή, η, ζεύγος, το. «Ήρθαν δυο ζυγές τούμπανα».
Ζωντανό, το, κτήνος, κοιν. επί των υποζυγίων· 2) πάθος χρόνιον γερόντων, «το ζωντανό με βασανίζει από καιρό και θα με φάη».
Ζωντανοχήρα, η και Ζωντοχήρα, η, στερουμένη του ανδρός δι’ αποδημίαν ή διαζύγιον.
Ζωντόβολο, το, ζωώδης, ανόητος, ευήθης.
Ζωρμπάς, ο, φαύλος, απειθής, παρήκοος, μη υπείκων τοις νόμοις.
Ζουλούμι, το, (τουρκ.), αρπαγή, αδικία, στέρησις δικαίου. «Είμαι μαθημένος ολοένα στα ζουλούμια».
Ηλιοκαϋμένος, η, ο, υπό του καύσωνος του ηλίου μελανθείς, ελ. ηλιοκαής, ηλιόκαυστος. – Λιωπός κατά Θηραίους.
Ημεροδούλι, το και ημεροκάματο, το, άλλως λεγόμενον· ο μισθός του εργάτου κατά την ημέραν κατ’ ην ειργάσθη.
Ημεροδουλιάρης, ο, ζων από του μισθού του έργου και μη έχων ουδεμίαν προδοσίαν, εργάτης.
Ημεροκάματο, το, ίδ. ημεροδούλι, το.
Ημερομήνια, τα. Ούτω καλούμεν τας έξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου, εν αις παρατηρούντες οι ποιμένες ή και άλλοι προλέγουσι την ατμοσφαιρικήν κατάστασιν των δώδεκα του έτους μηνών. Από πρωίας δηλονότι μέχρι μεσημβρίας της πρώτης Αυγούστου, οποία εστίν η κατάστασις της ατμοσφαίρας, τοιαύτη έσται το πλείστον καθ’ άπαντα τον μήνα Σεπτέμβριον. Επίσης οποία εστίν από μεσημβρίας μέχρι εσπέρας, έσται η του Οκτωβρίου μηνός και ούτω καθ’ εξής. Οι δε της στερεάς Ελλάδος βλαχοποιμένες (Καραγκούνιδες) παρατηρούσιν, ως είρηται, τας πρώτας ημέρας του Αυγούστου ουχί τας έξ μόνον, αλλά τας δώδεκα προμανεύοντες από τούτων τας ατμοσφαιρικάς μεταβολάς των δώδεκα μηνών του έτους. – Τη δε έκτη του Αυγούστου παρατηρούσι τους κύνας, αν είνε συνεσταλμένοι και συνεσπειρωμένοι, έσται χειμών δριμύς.
Ήμερος, η, ο, ελ. ήμερος, τιθασσός, πράος κλπ. Λέγεται επί ανθρώπων, ζώων και φυτών. «Ήμερος άνθρωπος» ο πράος και χρηστός· – «ήμερο ζωντανό», «ήμερη συκιά» · «ήμερα λάχανα» = η κράμβη κλπ.
Ημεροφάγι, το, η δαπάνη εις την τροφήν ημών επί μίαν ημέραν· η λέξις εστίν εύχρηστος μόνον εις την παροιμ. «Ημεροδούλι, ημεροφάγι»· – επί αποζώντος λεγομένη.
Ήρα, η. Το εν τω σίτω φυόμενον και φθείρον αυτόν ζιζάνιον, ελ. Αίρα, η, εν πολλοίς της Πελοποννήσου μέρεσιν ετηρήθη η αρχαία λέξις Αίρα. Οι δε Θηραίοι λέγουσιν αυτήν Νήριν.
Θαλαμώνω, ρ. αμετ. και μέσ. -ομαι· 1) ιλιγγιάω, σκοτιδινιάω· – 2) πάσχω υπό κατάρρου. – «Είμαι θαλαμωμένος από το συνάχι». – Το ρήμα εσχημάτισται ίσως από του θάλαμος, εν ώ περιοριζόμενος τις σκοτοδινιά, ιλιγγιά. – Λέγεται και επί των ζώων, «άλογο θαλαλωμένο» = ίππος γαυριών δια τον εν τω σταύλω περιορισμόν αυτού.
Θαμπίζω, ρ, ουδ., μόλις ορώ δια φυσικήν των οφθαλμών ασθένειαν. «Δεν βλέπει μόλις θαμπίζει ο καϋμένος» · από του Θάμβος της αυτής αρχής και τα ακόλουθα.
Θαμπωμάρα, η, αμυδρότης των οφθαλμών· – και Θαμπώνω, ρ., ουδ., δεν βλέπω καθαρώς. «Δεν ειξέρω γιατί εθαμπώσανε τα μάτια μου».
Θανατίκι, το, η προς ενταφιασμόν καθόλου δαπάνη. «Δεν έχω άλλον κόμπο, παρά το θανατίκι μου».
Θάρρετα, τα, μόνον εις τον πληθ. αριθ. εύχρ.
Θάρρος, το.
Θαρρετά, επίρ., ταχέως, μετά θάρρους. «Πήγαινε θαρρετά, μη στέκης».
Θάφτω, ρ., μετ., θάπτω, ίδ. το περί θανάτου Κεφάλ.
Θεέ Δημητρίου, φρ. επί θεομηνίας.
Θελέσπι, το, πελώριος, μέγας, υψηλός παρά φύσιν· και άλλως Ξέσαφνος.
Θέλημα, το, 1) θέλησις, βούλησις, πεπρωμένον. «Αν είναι θέλημα Θεού θα γένη το συμπεθεριό»· 2) υπηρεσία, υπακοή. «Ο γυιόκας μας είναι παληάνθρωπος, δεν κάνει θέλημα ποτές».
Θελός, η, ο, Θολός.
Θελούρα, η, το πολύ θολόν ύδωρ.
Θελώνω, ρ., μετ. Θολόω, συνθολάω.
Θεμωνιά, η, Θημωνιά, η και θημών, ο, σωρός των δεματίων των σιτηρών.
Θεμωνιάζω, ρ. μετ. Θημωνιάω.
Θεογνωσία, η, φρόνησις, σύνεσις εκ μεταφοράς. «Έπεσε πλιά ο φίλος μας σε θεογνωσία». Λέγεται επί ανθρώπων μεταβαλλόντων επί τα κρείττω διαγωγήν και σωφρονούντων.
Θεόψυχα, επίρ. ομόσ. «Θεόψυχα είναι δικό μου το πράμα».
Θεριακό, το και θηλ. Θεριακούσσα, μέγα, υψηλός, υγιέστατος ανήρ ή γυνή. «Να ζήση το θεριακό σου!» = ο σύζυγός σου; – Τι κάνει ο γέρος σας; – «Καλά είναι θεριακό».
Θεριό, το, 1) θεριακό· 2) θηρίον άγριον, φάντασμα, στοιχειό. – «Αυτός είναι θερίο, δεν είν’ άνθρωπος».
Θεριστής, ο, 1) ο Ιούνιος μην, καθ’ ον θερίζονται τα σιτηρά· 2) εργάτης θερίζων.
Θερμαίνομαι, ρ. ουδ. πυρέσω, πάσχω υπό πυρετού.
Θέρμη, η, πυρετός, ο, τριτοήμερη, ο τριταίος.
Θερμαίνω, ρ., μετ. προξενώ, επιφέρω άλγος, πόνον. «Μ’ εβάρεσε στο πόδι και μ’ εθέρμανε».
Θεομαχιέμαι, ρ., αποθ. επικαλούμαι την δύναμιν του Θεού κατά τινος· καταρώμαί τινα.
Θερμός, ο, 1) Παν ότι εστί θερμόν· 2) κυρ. οι τριφτάδες (ίδ. την λέξ.). «Βράστε τίποτα θερμό να φάμε να ζεσταθούμε».
Θηλυκωτάρι, το, ο πήχυς του ποδός των σφαγίων, α πρόκειται να οπτηθώσιν εν οβελώ, δι’ ων (θηλυκωταρίων) κλείουσι το άνοιγμα, δι’ ου εξήγαγον τα έγκατα του σφακτού.
Θόλος, ο, ελ. Θόλος.
Θολωτός, η, ο, ελ. Θολωτός.
Θράκα, η (ανθρακιά) και Θρακόβολη, η και σπούρνη, η και Στάχτη, η, ελ. σποδός, η σποδιά, η και τέφρα, η. – «Τέφρα και σποδός διαφέρει». Τέφρα μεν γαρ εστίν η πάσης υπό του πυρός εξαναλωθείσης της ύλης καταλειπομένη κόνις, ην η συνήθεια Αχυλιάν ωνόμασεν ίσως δια το μηδένα χυλόν υπολείπεσθαι εν αυτή εις πυρός τροφήν επιτήδειον. Σποδιά δε ή σποδός, εν η λεπτά τινα ψήγματα διαμένουσιν έτι και λείψανα πεπυρωμένων ανθράκων, ην και θερμοσποδιάν και μαρίλην έλεγον, η δε συνήθεια Ανθρακούφην λέγει, ωσανεί τινα ανθρακιάν κούφην· ως και ο Όμηρος επί μεν τέφρας (Ιλ. Ψ. 250).
«Πρώτον κατά πυρκαϊάν σβέσαν αίθοπι οίνω
Όσον επί φλοξ ήλθε βαθεία δε κάπεσσε τέφρη».
Επί δε σποδού (Οδυσ. Ι. 375)
«Και τότ’ εγώ τον μοχλόν υπό σποδού ήλασσα πολλής
Είως θερμαίνοιτο…»
(Δημιουργ. λέξ. υπό Γ. Χρυσοβέργ. σελ. 74).
Παρ’ ημίν δ’ αγνοεί όλως η συνήθεια την Ανθρακούφην· έγνωκε δε και τηρεί χρωμένη ταις «Αχυλιάν και σπούρνην». Από της Θράκας και της εκ προθέσεως εσχημάτησεν η συνήθεια το ρήμα Ξεθρακώνω και ξεθρακουνάω διανοίγω δηλ. ή παραμερίζω την σποδόν προς θερμασίαν ή προς εμβολήν αζύμου φυράματος κυκλωτού πεπλασμένου (Μπογάτσιας, ίδ. την λέξ.).
Θράσιος, ια, ιο, αποθνήσκων αιφνιδίως και μη σφαζόμενος. Λέγεται κυρίως επί των προς τροφήν των ανθρώπων σφαζομένων ζώων, όταν αιφνιδίως αποθνήσκωσιν είτε δι’ ασθένειαν, είτε αποπνιγόμενα. Λέγεται δε ειρωνικώς και επί ανθρώπων αποθνησκόντων αιφνιδίως και μη μεταλαβόντων των αχράντων μυστηρίων.
Θρασότοπος, ο, τόπος νοσηρός, εν ώ αποθνήσουσιν οι άνθρωποι αιφνιδίως τρόπον τινά θράσιοι· επικρατεί πρόληψις ότι εν τοιούτοις τόποις υπάρχουσιν επιβλαβή και πονηρά πνεύματα, οίον, ζούδια στοιχειά κλπ. άτινα λαβώνουσι τους ανθρώπους και εκ τούτου αποθνήσκουσιν. Εισί δε τοιούτοι ως επί το πλείστον τόποι ελώδεις, εν οις επιπολάζουσι γεννώμενοι πυρετοί· αλλ’ οι οφθαλμοί της αμαθείας εισί κεκλεισμένοι!
Θρεφτόν και θρεφτάρι, το, ο εν τη οικία τρεφόμενος (οικόσιτος) χοίρος αποκτεινόμενος κατά τας απόκρεως.
Θρούμπι, το, η παρά τοις αρχαίοις Θύμβρα αναγραμματισθείσης της λέξεως.
Θροφανός, η, ο, ευτραφής, εύσαρκος.
Θυμάμαι, ρ., αποθ. μέμνημαι, μνημονεύω, αναμιμνήσκομαι.
Θυμητικό, το, η μνήμη, η απομνημόνευσις.
Θυμός, ο, 1) οργή, θυμός, μήνις· «Έχει κακό θυμό»· 2) μεταφ. φλεγμονή (επί πληγής)· 3) ανάπτυξις του ανθρακικού οξέως από του μετά στεμφύλων γλεύκους. «Τα τσίπουρα έχουν θυμό μην εμπήτε στην κάδδην».
Θωριά, η, 1) θεωρία, θέα, άποψις, παροιμ.
«Και τ’ απάντημα θωριά
και το ιδεί(ν) παρηγοριά».
2) χρόα, χροιά, χρώμα. «Όμορφη θωριά ’χει το φόρεμά σου».
Ίδιος, ια, ιο, 1) αυτός· «ο ίδιος ταχυδρόμος ήρθε και σήμερα οπού ’ρθε κ’ εχτές», 2) όμοιος, παραπλήσιος· «ίδιος πατέρας είν’ ο Παύλος, ίδια μάννα είν’ η Σταθούλα».
Ίσκιος, ο, 1) σκιά, η. «Κάθησαι στον ίσκιον, φέγ’ από τον ήλιο», 2) αίσθησις, εντύπωσις, ιδέα σχηματιζομένη περί τινος. «Επήραν με καλόν ίσκιο τη νύφη». Εκ τούτου και σκερός ήτοι σκιερός έχων ίσκιον καλόν, περί οίτινος σχηματίζεται ιδέα καλή. «Σκερός παπάς, σκερή νύφη», 3) προστασία, υπεράσπισις· «εγώ τον ίσκιο σου να ’χω, δε θέλω τίποτ’ άλλο».
Ίσκα, η, ελ. ίσκαι, αι. ιδ. λογοπαίγ. 14.
Ιταίρι, το, σύζυγος, σύνευνος, «να χαίρεσαι το ιταίρι σου» (εταίρος), ευχή προς τας εγγάμους· ίδ. χαιρετισμούς, 2) Όμοιος, ίσος αποτελών μετ’ άλλου ζεύγος. «Λείπει το ιταίρι του παπουτσιού μου. Ποιος το πήρε;» Εκ τούτου και το ρήμα ταιριάζω.
Κα, επίρ. κατά συγκοπήν γινόμενον αντί κάτω, όπερ εστίν ευχρηστότερον. «Τι εγίνη ο Παύλος;» – «εκεί κα, δεν τον βλέπεις;» – Οι πλείστοι εν Πελοποννήσω λέγομεν Κάτω. Παρά Θηρ. το Κα εστί μόριον προσφωνητικόν νεωτέρου προς πρεσβύτερον συνοδευόμενον και υπό του κλητ. επιφ. ω οίον, «κα ω πατέρα, κα ω μητέρα» κλπ. Ίσως γίνεται κατά συγκοπήν από του Καλέ. (Θηραϊκ.: γλωσς. Ν. Πεταλ. σελ. 70).
Καβάθα, η (Cavus.a.um=κοίλος), και Καυκί, το, Καυκιά και Καρκούλα, ή αγγείον ξύλινον στρογγύλον, εν ω μεταγγίζομεν από της εψάνης ή χύτρας το φαγητόν. Ήδη εν μοναίς τισινεν χρήσει εστίν.
Καβακώνω, ρ. ουδ. προσκτώμαι δυνάμεις περισσάς, υπερσαρκέω.
Κάθαιρο, το, ζιζάνιον.
Καθεμερνή, η, ενεργός (ημέρα), ουχί εορτή δηλ.
Καθημερινό, το και καθημερούσιο, το, η καθ’ ημέραν απαιτουμένη δαπάνη προς συντήρησιν της οικογενείας.
Καθολικό, το, εν τρικόγχοις ναοίς κοινότ. Τρισυποστάτοις καλουμένοις σχηματίζονται τρεις ναοί τρόπον τινά ίδιον άγιον έκαστος έχων, διαιρούμενοι δια των παρεμβαλλομένων στηλών. Ο εν τω μέσω καλείται Καθολικόν· ωσαύτως εις πάσαν κοινότητα, ένθα υπάρχουσι πλείονες ναοί, Καθολικόν ονομάζεται ο κεντρικώτερος και μάλλον άξιος λόγου ναός.
Καΐπικος, η, ο, μάταιος, ανωφελής.
Κακαϊδή, η (κακή-ιδείν) γυνή κυρ. νύμφη κακή το είδος και την μορφήν. Λέγεται επί πολυφέρνου μεν αλλ’ ασχήμου και οκνηράς γυναικός.
Κακαρέντζα, η, κόπρος ίππων και καθόλου κτηνών· ελ. ο και η πύραθος.
Κακοβάνω, ρ. ουδ. διαλογίζομαι πονηρά.
Κακοζιώ, ρ. ουδ. διάγω εν πενία και στενοχωρία ή δι’ ανέχειαν ή δια φιλαργυρίαν.
Κακοκριατίζω, ρ. ουδ. επί πληγών, μωλώπων κλπ. εν οις αναπτύσσεται φλεγμονή.
Κακοστομαχιάζω, ρ. ουδ. Πάσχω τον στόμαχον υπό δυσπεψίας κλπ. Ο Αθήναιος λέγει που «κακοστόμαχα = δύσπεπτα, λαχάνων και ταρίχων γένη». Όθεν η καθωμιλουμένη από του κακοστόμαχος εσχημάτισε ρ. κακοστομαχιάζω.
Κακοσύνη, η, κακία, οξυθυμία.
Κακοφάγανος, η, ο, αγνοφάγος κατά Λεσβίους. Πολυπράγμων περί το φαγητόν, σικχός· και άλλως λέγετ. Τσιντσιλονόμος.
Καλάθι, το, και κοφίνι, το, ο κάλαθος.
Καλλιάζω, ρ. μετ. ποιούμαί τι κάλλιον, επομ. συναρμόζω.
Καλμπάτζα, η, ηπατικόν πάθος των προβάτων των εν ελώδεσι τόποις βοσκομένων, άτινα Καλμπατσιάρικα λέγονται και ρήμ. Καλμπατσιάζω.
Καλοκαίρα, η, άνθος κιτρίνου χρώματος, έχον ρίζαν βολβώδη γλυκείαν.
Καλό μελετάω, λέγω καλόν, προλέγω τι επ’ αγαθώ. «Καλό μελέτα κ’ έρχεται». Οι Θηρ. εκφέρουσι τας λ. ταύτας μονολ. «Καλομελετώ».
Καλολογάω, ρ., μετ. λέγω καλόν, θωπεύω, περιποιούμαι κυρ. μικρόν παιδίον. «Καλολόγα το παιδί να μωρώση» = σιωπήση.
Καλολόγος, ο, η εν τη παραμονή του Πάσχα γενική φωταψία, περιφερομένου του επιταφίου και των παίδων κραυγαζόντων «Κύριε ελέησον».
Καλόμοιρος, η, ο έχων μοίραν, τύχην καλήν. «Καλότυχος καλόμοιρος οπού να πάρη εμένα» άσμ. Καλομοίρα επίθ. και κύριον όνομα.
Καλορίζικος, η, ο καλής τύχης, καλού, αγαθού μέλλοντος· επί ευχ. η λέξ. «Καλορίζικο το παιδί, το σπίτι, το φόρεμα, το μουλάρι» κλπ.
Καλόσαρκος, η, ο εύσωμος, υγιής, ο σπανιώτατα νοσών.
Καλόχω, ρ., μετ. έχω τινά περί πολλού.
Καλύβα, η, Καλύβη, η και ρ. Καλυβίζω, διαμένω πού σταθερώς.
Καλοστεκούλης, α, ευπειθής, επιεικής, ευκόλως ενδιδούς.
Καματερό, το, 1) ο αροτήρ βους· 2) μεταφ. ευήθης, βλαξ· 3) μέρος γης εσπαρμένον (Κρητ.).
Καματεύω, ρ. αμετ. αροτριώ, γεωργώ.
Καμάτι, το, η καλλιεργία, η γεωργία, η αροτρίασις.
Κάματο, το, πύον. «Έπιασε κάματ’ ο γιαράς».
Καμπανάρι, το, σταφυλή ολίγας ράγας έχουσα· – και Καμπανός, ο, κατά Θηραίους.
Καμπούλι, επίρ. (τουρκ.) αναγνώρισις, ομολογία, παραδοχή, βεβαίωσις. «Μου χρωστάει, αλλά δεν με κάνει καμπούλι».
Καμώτω, το, άκλιτ. προσποίησις, υπόκρισις. «Σε φωνάζω και κάνεις το καμώτω».
Καμπαhέτσι, το (τουρκ.) σφάλμα, αμάρτημα.
Κανονίδι, το, στενόν σανίδιον, δια πολλών τοιούτων επικαλύπτομεν τας κυψέλας, είτα επιχρίομεν αυτά δια βολβίτου.
Κανονικόν, το, το ετησίως διδόμενον δικ. τοις ιερεύσιν (εν χωρίοις), συνιστάμενον εις σιτηρά, ίδ. και Δικονιά.
Καντινάτσο, το, (ιτ. catenaccio) και Ζεμπερέκι, το, (τουρκ.) έμβολον, το, βάλανος, η.
Καπαρντίζω, ρ. αμετ. (τουρκ.) αναπτύσσομαι καθ’ υπερβολήν, γίνομαι λίαν ισχυρός, επομ. 2) υπερηφανεύομαι.
Καπατσιτά, η (ιτ. capacita)· επιτηδειότης, πονηρία, ετοιμότης πνεύματος.
Καπάτσος, ο, επιτήδεις δικαιολογών και καλύπτων ευφυώς τα ψεύδη.
Καπροδόντης, α, -ικο, ο μη αποβαλών τινας των πρώτων οδόντων· αλλ’ αφείς αυτούς, ώστε φύουσιν υπ’ αυτοίς οι δεύτεροι. Επειδή δ’ ενίοτε εξογκούσι τα χείλη και εξέρχονται τούτων ομοιάζοντες τοις των κάπρων οδούσιν, ωνόμασεν η συνήθεια τον τοιούτον Καπροδόντην. – Οι δε αλλάσσοντες τους οδόντας ρίπτουσιν αυτούς και λέγουσι το επόμενον δίστιχον:
«Να κουρούνα το δόντι μου,
Και δος μου σιδερένιο».
Κάργα, επίρ., πλήρης, μέχρι στεφάνης.
Καρκανιάζω, ρ. ουδ. ψύχομαι τα άκρα, και δη τας χείρας, ώστε δεν δύναμαι ίνα κινώ ταύτας ευκόλως.
Καρκανοχέρης, α, -ικο, εκ μεταφ. ο γλίσχρος και φιλάργυρος.
Καρκουλιάζω, ρ., αμετ. σχηματίζω εκ κακού ραψίματος πτυχάς, δίπλας, σούφρας κοιν.
Καρτσακλείδα, η, η κνήμη.
Καρφί, το, ήλος, ο, 1) είδος βλογιάς. «Όποιος βγάλη το καρφί της ’βλογιάς δεν γλυτώνει εύκολα». 2) φρ. «Δεν του καίγεται καρφί» = ου μέλει όλως αυτώ.
Καρφωμένος, η, ο, 1) καθηλωμένος· 2) φιλάργυρος, λίαν φειδωλός.
Κασσόνι, το, είδος κιβωτίου μεγάλου προς εναπόθεσιν των σιτηρών κλπ.
Κασμάς, ο, (τουρκ.) αξίνη διπλή ετέρωθεν μεν στενοτάτη, ετέρωθεν δε κυλινδρική απολήγουσα εις οξύ, διό πετεινός παρά Κρησίν ονομάζεται.
Κασαβέτι, το, (τουρκ.) ελαφρά λύπη, πόθος.
Κασαβετιάζω, ρ. αμετ. λυπούμαι μετρίως, ποθώ τι.
Κασκαντίζω, ρ. μετ. σκώπτω, ειρωνεύω, περιπαίζω τινά.
Καστιγάρω, ρ., μετ. υποβάλλω τινά εις καστίγο.
Καστίγο, το, (ιτ. Castigo) ποινή, επιτίμιον, πρόστιμον. «Έχεις καστίγο γιατί μας εγέλασες».
Καταβολάδα, η, κλάδος της αμπέλου κεκλιμένος και μη αποκεκομμένος από του στελέχους και χωσμένος εις την γην ίνα γεννήση νέον κλήμα. Τοιαύται γίνονται και εις δένδρα διάφορα.
Καταιβασιά, η, 1) πλημμύρα ποταμού, χειμάρρου κλπ. 2) οφθαλμία, πάθησις των οφθαλμών.
Κατάκαμπα, επίρ., εν μέσω της πεδιάδος.
Κατάλακκα, επίρ., εν υπαίθρω.
Κατάκαρδα, επίρ., εν τη καρδία και μεταφορ. υπό σπουδαιότητα.
Καταλαχάρης, ο, φυγάς, άγνωστος διαβαίνων, τυχαίως αφικόμενός που.
Κατάστρατα, επίρ., εν μέση τη οδώ.
Κατράκι, το, συμβάν δυσάρεστον και επιζήμιον.
Κατραμπούσκελα, επίρ., ενίοτε και μετ’ άρθρου. «Έπεσε τα κατραμπούσκελα» = κατά κεφαλής· και μεταφορ. απέτυχεν.
Κατσάδα, η, επίπληξις αυστηρά, ύβρις.
Κατσίβελος, ο και τουρκόγυφτας, ο, άλλως Αθίγγανος, πλάνης, φερέοικος.
Κατσιούλα, η και κουκούλα, η (Λατ. Cuculus) κάλυμμα, επικάλυμμα, επίκρανον, το. Το διπλούν τριγωνικόν άκρον του ερεού επενδύτου (καππώτας) των χωρικών, δι’ ου (άκρου) καλύπτεται προφυλασσομένη από χιόνος, βροχής, ή ψύχους η κεφαλή του φέροντος. – Τρικάτσιουλη καππώτα, η, ο ερεούς επενδύτης άνευ χειρίδων, αντί δε τούτων ετέρας δύο κατσιούλας έχων.
Κατσουλιέρα, πτηνόν, ο κορυδαλός.
Κατσούλα, η, γαλή, η.
Κατσουλίζω, ρ. αμετ. βαδίζω ως τα νήπια τετραποδιστί (Μαμουνίζω κατά Κυμαίους).
Κατώι, το, και με δίγαμμα κατώγι, κατώτατον έδαφος της οικίας, μη εστρωμένον δια σανίδων (απάτωτο), ελ. Κατώγειον, κατάγαιον, πρόσγειον.
Καύκος, ο, μοιχός, εραστής. «Και στον άντρα λόγια ν’ είχα στον καύκο μυρολόγια».
Καΰλα, η 1) οξύτης, στενοχωρία, οδύνη. «Μα την καΰλα που πέρασα»· 2) έλλειψις βροχής, ανομβρία· ως εν τη παροιμ. «Από καΰλα του νερού καλό είν’ και το χαλάζι».
Καυκαλίδα, η, άγριον λάχανον, Καυκαλίς.
Καχαρέτι, το (τουρκ.), καχεξία, κακή διάθεσις.
Κάχρι, το (τουρκ.), οργή, θυμός, εκδίκησις.
Καψαλιάρης, α, ικο, ο μη μακρυνόμενος της εστίας, υπερφιλών ίνα θερμαίνηται παρ’ αυτή.
Καψαλιώνας, ο, τόπος περιέχων πολλά κάψαλα.
Κάψαλο, το. Τα υπό πυρκαϊάς εναλειπόμενα στελέχη εν χέρσω τόπω θάμνων ή φυτών, ος καψαλιά κατά Θηρ. λέγεται.
Κελμπακούρι, το, ψύχος δριμύτατον, βορρά πνέοντος.
Κεντρί, το, 1) το αέτωμα της οικίας, η μετώπη, τριγωνικόν σχήμα έχουσα· 2) ήλος οξύς εν τω άκρω του βουκέντρου εμπεπηγμένος. Νύμα κατά Κρήτας. Νύμα δε την του ονηλάτου εγκεντρίδα καλούσιν οι Θηραίοι.
Κεσέμι, το, ίδ. Σούρνω.
Κεσές, ο, αγγείον προς εναπόθεσιν γλυκάσματος· και Κεσά, η κατά Θηρ.
Κεφαληώνω, ρ. μετ., προλαμβάνω τινά, υπερτερώ δια της εργασίας μου σχετικής προς την εργασία εκείνου. «Εσείς δύο θερίζοντας, κ’ ένας εγώ δένοντας, σας κεφαληώνω».
Κεψέ, (τουρκ.), η σιδηρά τρυπητή (ως το κόσκινον) κουτάλα, δι’ ης εξαφρίζουσι το βράζον φαγητόν, ή μεταγγίζουσι τα μακαρόνια. Παρά των Στερεολλαδιτών λέγεται ορθότερον Ξαφρίστρα, ελ. Ζωμάρυστρον, το.
Κιάρο, το (ιταλ. Chiaro), λαμπρός, διαυγής, καθαρός· «κιάρο κρασί», διαυγής οίνος.
Κιαρώνω, ρ. αμετ. αιθριάζω, γίνομαι διαυγής. «Το κιάρωσ’ όξω, δε θα βρέξη ταχύ».
Κιόλας, επίρ. και όλως. (Δοκ. ιστορ. ελλ. γλώσσ. υπό Δ. Μαυροφρύδου, σελ. 170).
Κισμέτι, το (τουρκ.), τύχη εύνους, αγαθή.
Κιτίζω, και κουτουράω και κοτάω, ρ. αμετ. αποτολμώ ποιήσαί τι, θαρρώ.
Κίτικο, (τουρκ.) το, σπάνιον, ολίγον· «κίτικο μας ήρθε το κρασί».
Κλατσοκούδουνου, το, μικρόν, άνηβον, ασθενές παιδίον.
Κλησάρα, η, Κρησέρα, η.
Κλησαρίζω, ρ. μετ., κοσκινίζω δια της κρησέρας τα άλφιτα, το κορασάνι, τον άμμον κλπ.
Κλόσσι, το, Κρόσσος, ο, εναλλάσσεται το ρ. μετά του λ· ως και παρά τοις αρχαίοις κλίβανος και κρίβανος.
Κλοκακίζω, ρ. αμετ., κινούμενος ποιώ ήχον κλου, κλου. Λέγεται επί των αγγείων, εν οις ερρίφθη υγρόν, αλλά δεν επληρώθησαν. «Γέμισ’ την τσίτσα, τ’ ασκί, το βαρέλι… για να μην κλοκακίζη», επομ. εστί λέξις πεποιημένη το ρήμα τούτο.
Κλώθω, ρ. αμετ., Κλωσσώ παρ’ άλλοις· ελ. επωάζω.
Κλώσσα, η, πεποιημ. επωάζουσα όρνις, πέρδιξ κλπ.
Κόκκινος, η, ο, ερυθρός, Πυρρός, πυρόθριξ – ως εις το απόφθεγμα,
«Κόκκινη τρίχα και μάτια γαλανά.
Δοχείον του Διαβόλου, ψυχή του Σατανά».
Κοκκορογιέμαι, ρ. αποθ., ελ. Κακκάζω, 1) φωνάζω ως η τέξασα όρνις, όπερ και κακκαρίζω λέγεται· 2) λέγω απόρρητόν τι. «Του είπα το μυστικό και το κοκκορογήθη».
Κοκκοτεύομαι, ρ. αποθ., επιδεικνύω τάσεις προς γάμον, οργάω.
Κοκκώνω, ρ. αμ. Προσηλώ που τον οφθαλμόν, καθορώ, ορώ μετ’ επιστασίας και προσοχής.
Κολάγι, το, ευκολία, καρτέρησις, υπομονή. «Με το κολάγι θα σε πλερώσω, μη φοβάσαι».
Κολληματάρης, ο, συνέταιρος ολίγον τι έχων και ενών τούτο προς άλλου πράγμα προς οικονομίαν. Σμίχτης, ο, άλλως, ποιμήν μικρού ποιμνίου συνεταιριζόμενος άλλω ποιμένι.
Κολλέγας, ο, θηλ. -ισσα (ιτ. Collega), συνέταιρος, σύντροφος, συμπαίκτωρ, φίλος.
Κολλητά, ρ. επίρ., έγγιστα, συνεχώς.
Κολλιέμαι, ρ. μετ. αποθ., ερίζω, φιλονικώ προς τινα· ίσως από του κολλάω, διότι συμπλέκονται και εις χείρας πολλάκις έρχονται οι διαμαχόμενοι και ερίζοντες.
Κόλλυβο, το, ίδ. σπερνό, το.
Κολτιβάρω, ρ. μετ. (ιτ. coltivare), θεραπεύω, περιποιούμαι.
Κόμοδο, το, (comodum), κατάλληλον, ανάλογον προς την χρήσιν και την ανάγκην.
Κομπώνω, ρ. αμ. 1) σιωπώ, πνίγομαι πιέζων την φωνήν μου. = «Ενεφράγη στόμα λαλούντων άδικα» (Δαβίδ) · – ρουμπώνω παρά Στερεολλαδίτ.
Κονταρεμένος, η, ο, τετραυματισμένος, ή πεφονευμένος δι’ αγχεμάχου όπλου. Μόνη η παθητ. μετοχ. εύχρηστος επί αράς. «Μ’ εσκότωσε, μ’ αδίκησ’ ο κονταρεμένος, που να ρέψη». Παρά Θηρ. εστίν εύχρ. και το ρ. Κονταρεύγω.
Κοντοπίθιακας, ο, βραχύς, μικρός το ανάστημα, νάνος.
Κοντοροβιθιά, η, Κοντομαμμή, η, Κοντορούπα, η Ποντικομαμμή, η Σπιθαμιαία, η, επί γυναικός και παιδίου μικρού αναστήματος, εύχρ. αι λέξεις παρ’ Αιγαιοπελαγίταις και ιδία παρ’ Ανδρίοις, ως με εβεβαίωσεν ο αρχιμ. κ. Λεόντ. Πετρίδης ιεροκ. τέως εν Πελοποννήσω· Ημείς ειρωνευόμενοι βραχείαν το ανάστημα γυναίκα λέγομεν αυτήν «Πομπήν των γυναικών και Ποντικομαμμήν».
Κοντζιάμ, (τουρκ.), μόριον επιτατ. προτασσόμενον ονομ. «Κοντζιάμ άντρας, σπίτι κλπ.».
Κοντόφθαλμος, η, ο, μύωψ, μυωπίας, μυωπάζων, αμβλυώττων, ηλαττωμένος τοις όμμασιν, η λέξ. Κοντόφωτος απαντώσα εν τω λεξικ. του κ. Βυζαντίου άγνωστος παρ’ ημίν.
Κοντραστάρω, ρ. μετ., αντιλέγω, εναντιούμαί τινι, φιλονικώ προς τινα.
Κομποφανία, η, υπόκρισις, υποκριτική μετριοφροσύνη. «Άφησε τις κομποφανίες, σε ξέρομε».
Κοντογούνι, το, είδ. παλαιοτέρου ιματίου χρυσοκεντήτου γυναικείου με χειρίδας φθάνοντος μέχρι ζώνης. Ήδη αντικατέστησεν αυτό η Πόλκα.
Κοπανιά, επίρ. συνοδευόμενον ενίοτε και δια του αριθμητ. μία, ελ. σύναμα, συγχρόνως, αθρόως. «Κοπανιά βάνεις τα ξύλα στη φωτιά, κοπανιά χωνεύουν» – «ήταν καλά ο άρρωστος και μια κοπανιά του ’ρθαν ανατριχίλες» = πυρετός μετά ρίγους.
Κοπανίζω, και κοπανάω, ρ. μετ. πτίσσω, κόπτω, τρίβω, λεαίνω, κοπανίζω, ιγδίζω.
Κοπανίζω, ρ., αμισφύζω, πάλλω· «αρχίνησε και κοπανίζ’ ο γιαράς μου».
Κοπανισιά, η, ίδ. Κόπανος.
Κόπανος, ο, 1) ελ. κόπανον, το, καλούμεν ξύλον από πλατάνου συνήθως κατασκευαζόμενον εις σχήμα κεφαλαίου Π φέροντος προς τα κάτω ουράν. Πλύνουσαι αι γυναίκες τα ιμάτια επιχέουσιν ύδωρ θερμόν και τύπτουσι δια του κοπάνου· προστρίβουσι δε και σάπωνα επ’ αυτών προς καθαρισμόν. Έκαστος δ’ ε’ αυτών κτύπος καλείται κοπανισιά, η, 2) αικισμός, μαστίγωσις· «έφαγε κόπαν’ όσο που είπ’ αμάν» – και ρήμ. Κοπανίζω, αικίζω, μαστιγόω κλπ.
Κοπός, ο, δρόμος ος διανοίγεται εν ώρα δριμυτάτου χειμώνος επί αφθόνου καταπεσούσης χιόνος, ότε και η συγκοινωνία πολλαχού διακόπτεται, μη γινομένου κοπού. «Ανοίξετε κοπό να πάμε στην εκκλησιά».
Κόρακας, ο, 1) πτηνόν, ο κόραξ.
ΣΗΜ.: «Κόρακας σκούζει; Κάποιος θα πεθάνη». Αν κράζωσι συνάμα δύο «θα χωρίσ’ αντρόγυνο», τουτέστιν αποθανείται εις των συζύγων. Προλήψεις επιπολάζουσαι! – 2) ισχυρός, παροιμ. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάνει» · ήτοι ισχυρός ή κακός ισχυρόν ή κακόν ου καταδιώκει· 3) κατάρα επί επιβαλλομένης σιωπής. «Κόρακας τώρα, ησύχασε πλιά». «Κόρακας» – «Κάρναξ» = ες Κόρακας! 4) είδος νοσήματος, υφ’ ου εξοιδαίνονται οι του λαιμού αδένες· ελκυνάγχη, προς θεραπείαν του οποίου οι κοινοί μεταχειρίζονται βοτάνην το κορακόχορτον ή κορακοβότανον (ελ. υπόγλωσσον) κατά Κοραήν, δηλ. αφέψημα από της βοτάνης. Εκ τούτου η κατάρα «Να βγάλης τον κόρακα».
Κορακιάζω και κορακοζιώ, ρ. ουδ. 1) ζω βίον μακραίωνα.
ΣΗΜ.: Οι παλαιοί έλληνες εδόξαζον ότι και αι κορώναι εισί μακρόβιοι. Όθεν επί παμπαλαίων μακροβίων ανθρώπων εσυνείθιζαν να λέγωσι την παροιμ. «υπέρ τας κορώνας βεβιωκώς»· 2) εσθίω, τρώγω. «Δος του να κορακιάση να γλυτώσωμε»· 3) χ… «Ποιος εκοράκιασ’ εδώ χάμω που ηθέλαμε να καθίσωμε». Εις δε τον πράττοντα το φυσικόν τούτο έργον αναιδώς και ασυστόλως επί ανοικτού και ευπεριόπτου τόπου λέγεται,
«Όρνιο κάθεται
πουλί μαδάει,
Αν δεν το φάη
να μη σηκωθή».
Κορακόχορτον, το ίδ. κορακιάζω.
Κοριά και Κόρα, άρτου φλόγωμα καθ’ Ησύχιον. Κατόψι παρά Θηραίους, το κατά την όψιν μέρος, δηλ. φαινόμενον.
ΣΗΜ.: Ο μακαρίτης Νικ. Πεταλάς εν τω Θηραϊκώ γλωσσαρίω αυτού παράγει την λέξ. από του Ιων. Κατέψω, όπερ μοι φαίνεται απίθανον, διότι οι Ιήται λέγουσι Πανόψι, δηλ. επάνω όψιν· ψίχαν δε ή ψιχιάν καλούμεν το εσωτερικόν του άρτου.
Κορμός, ο, στέλεχος, το, από της ρίζης μέχρι του μέρους, αφ’ ου εκφύονται οι κλώνες των δέντρων.
Κορμοστάσι, το, 1) το υπέρ την ζώνην μέρος του γυναικείου ιματίου (φουστανιού) · 2) το και άλλως λεγόμενον τσιπούνι, όπερ φέρουσιν επί του χιτώνος (υποκαμίσου) αι γυναίκες αι φέρουσαι ερεούς επενδύτας (ράσα και γιουρντιά).
Κοριόζος, α, ικο (ιτ. Curioso), περίεργος, αστείος.
Κορομηλιά, η, δένδ. εν ορειναίς μέρεσιν· ελ. Ορομαλία, η.
Κορόμηλον, το, ορόμηλον, και οραμαλίς· ο καρπός της ορομαλίας.
ΣΗΜ.: Φύονται εν τοις ορεινοίς μέρεσιν αγριομηλιαίας, ας κοινώς καλούμεν Μπερτζιές, ων ο καρπός ομοιάζει προς μήλα μικρά. Τα δε κορόμηλά εισιν είδος δαμασκήνων μήλων έχοντα έναν πυρήνα, καθώς οι μπουρνέλλες.
Κορδιάζω, ρ. ουδ. λέγεται επί ασθενείας τινός των ορνίθων προερχομένης υπό δίψης.
Κορφοβύζι, το, εξάνθημα επί του μαστού των αιγών, όπερ επιφέρει διάτρησιν αυτού και αποξήρανσιν του γάλακτος.
Κορώνω, ρ. αμετ. όζω καθ’ υπερβολήν.
Κορτσιεύω, ρ. μετ. στοχάζομαι, σκοπεύω, παρατηρώ τι μετά προσοχής.
Κουκάλογο, το, πτηνόν τι, εφ’ ου, ως πιστεύεται παρά τοις πολλοίς, καθήμενος μεταβαίνει ο κόκκυξ από των θερμών εις τα ευκραή κλίματα και τανάπαλιν.
Κούκλα, η και συνηθέστερον παρ’ ημίν Κουτσούνα, η, 1) Πλαγγών, η, κόρη, η, νανίον, εξ ου και το παρ’ ημίν νινί, το, 2) επίρ. επί κεφαλής, ή κυκλικώς. «Πάρε το πάπλωμα κούκλα και κάθησαι».
Κουλουμώνω, ρ. μετ. Περικυκλόω, περιστρέφω· «Τι μ’ εκουλουμώσατε; – κάμετε πέρα».
Κουμουδιά, η, ευδία, συννεφώδης καιρός, αλλ’ εύδιος μετά μετρίας θερμότητος και πάχνης εν ώρα έαρος ή χειμώνος.
Κουζιουλός, η, ο, σιμός, ελλιπής, ούτινος ελλείπει η ρις· λέγεται και επί αγγείων.
Κοτσέλα, η. Κόφινος μέγας, περιχριόμενος υπό των χωρικών δια κόπρου βοός ή πηλού και χρησιμεύων αυτοίς προς αποταμίευσιν σιτηρών ή αλεύρου· όπως άλλοι μεταχειρίζονται το κασσόνι.
Κορωνιά, η, 1) επίθ. τοπικ. κάτοικος ή προϊόν της παραλίου πόλεως Κορώνης και άλλων Κορωνέικη κλπ. 2) πρόοδος, επίδοσις, προκοπή. «Επήγε στα ξένα από χρόνια ο ανιψιός μου, αλλά κορωνιά δεν έκαμε».
Κουβέντα, η, συνομιλία, συνδιάλεξις.
Κουβεντιάζω, ρ. αμ. διαλέγομαι, συνδιαλέγομαι – από του λατ. Convenio.
Κουζούμης, ο, (τουρκ.), αρνάκι μου.
Κουναύλα, η και άλλως αρίδα, η, μακρόν σκέλος. «Μάζεψε τις κουναύλες σου να καθίσω κ’ εγώ».
Κούπα, η, 1) μέγα ποτήριον· 2) τα χρήματα, α συλλέγει η νύφη επί του τραπεζίου της Κυριακής της εσπέρας. «Πάρε χρήματα γιατί θα ’χομε Κούπα το βράδυ».
Κούνια, η (cuna και culla), η κοιτίς, η αιώρα δια σχοινίου σχηματιζομένη κρεμαμένου· αιωρούνται δε ή προς δοκιμασίαν ή προς διασκέδασιν, και ιδία την εορτήν του αγ. Γεωργίου θεωρούσιν ως πρόξενον υγείας το αιωρείσθαι.
Κουπάρι, το (Κύπη, Κύπελλον) η υπέρ φίλου πρόποσις γινομένη εν συμποσίοις ωδέ πως. Λαμβάνει δηλονότι τις ποτήριον πλήρες οίνου και αποτεινόμενος προς τους συνδαιτυμόνας λέγει· «αν είναι ορισμός σας, το παρόν γιομάτο το πίνομε στην υγεία και χαρά και ευτυχία του Νικόλα, ας είναι ’γειά του»! – και αποβλέπων προς τινά των παρακαθημένων λέγει, «Καλώς να σ’ εύρω»! – Ούτος δ’ αποδεχόμενος οφείλει να αποκριθή. «Καλώς να κοπιάσης, ή καλώς να ορίσης». Και να επαναλάβη την ειρημένην πρόποσιν ούτω. «Κατά τον ορισμό που ώρισεν (ο δείνα) το πίνομε στην υγειά και χαρά του Νικόλα, ας είναι ’γειά του» και να αποταθή προς τρίτον ως ανωτέρω κλπ. Υπό τινων δε προτάσσονται της προπόσεως γινομένης υπέρ του εστιάτορος, λογοπαίγνια. Αφ’ ου δε ως είρηται προπίωσιν άπαντες, οφείλει ο τελευταίος προπιών να εύρη ν’ αποταθή δηλ. προς τον υπέρ ου η πρόποσις εγένετο, όστις λαμβάνων το ποτήριον πλήρες δίδει την ευχαρίστησιν λέγων. «Κάπου είχα έναν φίλο πολύ αγαπημένον και σας εμπληγάρισε (ή άλλως σας επεριφόρτισες, ή σας έβαλε εις κόπους και εις πείραξες) και ήπιατε για την υγειά μου, πίνω κ’ εγώ στην υγειά σας»! Έπειτα σηκώνει αλλουνού το κουπάρι, δηλ. προπίνει υπέρ άλλου κλπ.
Κούντουρος, η, ο, ελλιπής, μη έχων το προσήκον μέτρον· «έκοψες το φόρεμα, το πουκάμισο κούντουρο» – και καθόλου δουλειά κούντουρη.
Κομμάτα, η, μεγενθ. του κομματίου. «Πώς θα την φας ούλη αυτή την κομμάτα»;
Κομματαριά, η, όλον και ακέραιον το τέταρτον του σφαγίου. «Κομματαριές κουβαλάς το κριάς; αλλά να ιδούμε το τέλος».
Κλωτσοσκούφι, το, παιδιά εθιζομένη πρόπαλαι, ότε δηλ. οι παίδες έφερον πίλον το τουρκικόν φέσι. Ετίθει τις επί του εδάφους τούτο καλών τους άλλους παίδας και λέγων: «Ελάτε εψήθη»! και περιερχόμενος και φυλάττων το φέσι εφρόντιζε σύναμα και εκαραδόκει ίνα εγγίση τινά τούτων δια του ποδός. Εκείνοι δε τουναντίον και επροφυλάσσοντο ίνα μη εγγίση αυτούς δια του ποδός και εφρόντιζον ίνα αρπάσωσι και ωθήσωσι δια του ποδός των το φέσι· ον τινα δ’ ήθελεν εγγίσει ο φυλάσσων το φέσι, εστίν υπόχρεως να βάλη κάτω το εδικόν του φέσι.
Κούρβουλο, το, η δια του σκαψίματος της αμπέλου σωρευομένη κωνοειδώς γη, ην και Κουτρούφι, το, καλούμεν. «Χίλια κουρβουλα και πεντακόσιες ρόγες» παροιμ. επί πολυπλέθρων μεν αμπελώνων, μικράν δε πρόσοδον φερόντων.
Κουριάζω, ρ. μετ., αυτό το αρχαίον Κουρίζω, κόπτω εις μικρά τεμάχια δένδρον. «Έκοψα το δέντρο και το κούριασα και είν’ τα ξύλα έτοιμα για φόρτωμα». – Επί δε του κοιτασμού των ορνίθων λέγομεν Κουρνιάζω και όχι Κουριάζω, ως λέγει ο Βυζάντιος εν τω Λεξικ. της καθωμιλημένης.
Κούρκουμα, επίρ., συνεσπειραμένως.
Κουρκουμιάζω, ρ. αμετ. περιστέλλομαι υπό φόβου ή ψύχους, συσπειρώμαι.
Κούρνια, η και Κοτέτσι, το οίκημα των ορνίθων.
Κουρνιάζω, ρ. αμετ., μεταβαίνω εις την Κούρνια. Λέγεται επί των ορνίθων, ίδ. και Κουριάζω.
Κουρούπι, το, 1) παν μικρόν κεράμειον αγγείον σώον ή ημιτευθρασμένον· 2) μεταφ. επί ειρων. η κεφαλή, ο νους. «Το κουρούπι το δικό σου τα ξέρει ούλα»!
Κουρούνα, η, 1) πτην. κορώνη, η, 2) εργ. υφαντικόν εντιθέμενον αλλεπαλλήλως ταις οπαίς του αντίου εις το να στρέφη αυτό εν τη Τυλίχτρα και περιελίσσεται ο στήμων εις το αντίον· ωσαύτως και εν τω υφαίνειν χρησιμεύει ίνα στρέφη το αντίον και περιελίσσεται εις αυτό το πανίον. Ακούεται δε συνήθως εν τη στροφή τριγμός όμοιος σχεδόν τη της κορώνης φωνή. Εκ τούτου ίσως έλαβε το εργαλείον το όνομα· 3) επί κατάρ. χήρα μελανείμων. «Κουρούνα να γένης». «Κουρούνα μαύρη να σε ιδώ» · 4) επί μεθυσκομένου. «Πίνει και γίνεται κουρούνα».
Κούρταλα, τα, μόνον εις τον πληθυντ., εύχρηστον κρόταλα, τα και μεταφ. προπαρασκευαί, ετοιμασίαι, συνδρομαί εις γάμον. «Κι ο μικρός γάμος κούρταλα θέλει κι ο μεγάλος». «Δανεικά είν’ τα κούρταλα στον γάμο» παροιμ.
Κουρτίνα, η, (ιτ. Cortina), παραπέτασμα, αυλαία.
Κουσκουντεία, η, περιεργία, πολυπραγμοσύνη, ασχολία άκαιρος περί τι.
Κουσκουντεύω, ρ. αμετ., περιεργάζομαι, πολυπραγμονώ, ασχολούμαι περί τι.
Κουτάλα, η, 1) κοτύλη, τορύνη, η, 2) μεταφ. άνθρωπος ραδιουργός, ωτακουστής. «Αυτός είναι κουτάλα σαν κ’ εκείνη», ίδ. Ανακατωσιάρης.
Κούτουλας, ο, (κοτύλη), μέγα κοχλιάριον των ποιμένων φέρον πηχυαίαν περίπου ουράν και δεχόμενον περί τας δύο οκάδ. γάλακτος. Κούτυλος, ο, παρά Στενημαχίοις.
Κουτουλάω και κουτουλίζω, ρ. αμετ., νυστάζω, καμμύω κλίνων την κεφαλήν (ενίοτε και υπό μέθης και υπό καμάτου), από του αρχαίου Κοτυλέω μετενεχθέν εις τον καθόλου νυστάζοντα, αντί του μεθυσφαλούντος.
Κουτουράω, ρ. μετ., αποτολμώ, επιχειρώ, άρχομαί τινος μετά θάρρους· ίδ. και Κιτίζω.
Κουτούρια, η, τόλμη, θρασύτης ενίοτε.
Κουτουριάρης, α, τολμηρός, θαρραλέος.
Κουτουρού, επίρ. και μετ’ άρθρου ενίοτε. «Του κουτουρού στέκω» = μάτην ίσταμαι· εική, τηνάλλως. – «Λότου Βόλου» παρά Θηραίοις.
Κουτούπι, το, βραχεία κόμη και ακτένιστος, ατημέλητος. «Μάζω τα κουτούπια σου και μην είσαι ξεμαλλιασμένη».
Κουτουπού, η, γυνή βραχείαν την κόμην έχουσα, ίδ. Κουτούπι.
Κουτρούφι, το, 1) = Κούρβουλο, το, (ίδ. τη λέξ.) – 2) το κατ’ ινίον οστούν· η λέξις παρεφθάρη από του αρχαίου Κρόταφος.
Κούτρα, η, κεφαλή μεγάλη· και Κούτρας, ο, ο έχων κεφαλήν τοιαύτην.
Κούχτελο, το και κουχτίμι, το και Κούσιαλο, το, γέρων, ή γραυς εσχάτου γήρως. Κουτάφι παρά Θηραίοις.
Κουχτελιαίνω, ρ. αμετ., γηράσκω κατά πολλά, γίνομαι υπέργηρως.
Κόφα, η, μέγας κόφινος, ελ. άρριχος, κάρταλος, κάλαθος αμφιλαφής.
Κόφτρα, η, ξύλον κυλινδρικόν, δι’ ου καθιστώσιν επίπεδον την επιφάνειαν του μέτρου των σιτηρών, ελ. Ρόχανον, το.
Κοχεύτρα, η, γυνή επιτηδεία διακρινομένη επί ακριβεία και τελειότητι εν πάσι τοις έργοις αυτής· ήτις και άλλως Σωχάδα, η, λέγεται.
Κοχεύω, ρ. μετ., εργάζομαι περί τι μετά προσοχής, επιστασίας και επιτηδειότητος, επιδιορθώ τι μετ’ ακριβείας.
Κοψίδι, το, τεμάχιον κρέατος.
Κοψιδιάζω, ρ. μετ., τέμνω εις τεμάχια.
Κοψόχρονος, η, ο, επί αράς· να κοπούν οι χρόνοι του, ν’ αποθάνη ταχέως, ελ. ωκύμορος. «Μ’ αδίκησ’ ο κοψόχρονος που να τον ιδή ο Θεός».
Κραίνω, ρ. μετ. 1) κρίνω, δικάζω περί τινος υποθέσεως. «Μην ακούς έναν και κραίνης δύο» = Μη δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης, 2) λέγω, αποκρίνομαι, λαλώ. «Κάθησαι μην κραίνης εσύ».
Κρασοβρεξιά, η, άρτος βεβαμμένος εν οίνω και εσθιόμενος.
Κρεμάλα, η, αγχόνη.
Κρεμανταλάς, ο, 1) ανήρ υψηλού αναστήματος, βραδύς και βλακίζων· 2) κρίκος σιδηρούς κα συνηθέστ. ξύλινος εις σχήμα αρπάγης επί τοίχου προσηλωμένος, αφ’ ου (κρίκου) αναρτώσι διάφορα πράγματα.
Κρεπάρω, ρ. ουδ. (crepare), στενοχωρούμαι ηθικώς, ώστε έρχομαι εις έκστασιν, εις παραφροσύνην. «Μου είπε τέτοια λόγια, ώστε επήγα να κρεπάρω από το κακό μου».
Κριατοσάνιδο, το, σανίς, ή τεμάχιον αυτής από σκληρού (αγρίου) δένδρου, εφ’ ης λειανίζουσιν ή κοπανίζουσι το κρέας, ελ. Επίξηνον.
Κρεντήρι, το, αγγείον οινοδόχον εύχρηστον εν αρχαιοτέρα εποχή. Ήδη δε ανεπλήρωσεν αυτό η βομβύλη (τσιότρα, η). Ετήρησεν η συνήθεια μετά μικράς παραφθοράς την αρχαίαν λέξιν Κρατήρ.
Κροταλιώ, ρ. μετ. ελ. κροταλέω και κροταλίζω· βαρώ την πόρτα να μοι ανοίξωσιν. – Ότε εραστής έκρουε την θύραν υπάνδρου ερωμένης, εκείνη απεκρίνατο.
«Άνεμοι καιροί και νότα
Μη μου κροταλής την πόρτα,
Τι άντρας μου σακκί δεν ηύρε
Και στον μύλο δεν επήγε».
Κρουστάλι, το, είδος μεγάλου και γλυκυτάτου απίου, όπερ και άλλως καλούμεν Κρουσταλάπιδο, το, 2) εργ. φέρον μίαν ή δύο κεφαλάς κατά τα άκρα, δι’ ου κρούουσι την χορδήν του δοξαρίου, όταν αραιώσι (στιβάζουν ή κόβουν λέγομεν κοινώς) τον βάμβακα. – Λαούδι, το, καλούσι τούτο οι Σίφνιοι· οι δε Κρήτες Κουστέλι, το.
Κρουσταλόβεργα, η, ξυλάφιον ευθύ και ομαλόν, όπερ έχουσαι αι γυναίκες εν τη λαιά χειρί και στηρίζουσαι το μεν έτερον άκρον αυτής επί του ξύλου, το δε έτερον επί της χορδής ενεργούσι την αραίωσιν του βάμβακος.
Κρουστιαίνω, ρ. αμετ., γίνομαι κρουστός, πυκνός (επί υφάσματος).
Κρουστός, η, ο, πυκνός, ουχί αραιός.
Κρυψιώνας, ο, ελ. το κρησφύγετον.
Κωλοβούτι, το και Σήμανο, το, λέγομεν, όταν περί το στέλεχος αμπέλου διανοίγωμεν ευρύν λάκκον και ενθάπτωμεν όλον το στέλεχος αυτής, αφίνοντες έξω της επιφανείας τας κορυφάς των βλαστών, εξ ων γίνονται νέα στελέχη, άπερ κεφάλια καλούμεν.
Κώλου-Κώλου, επίρ., πυγηδόν.
Καλοσούρνω, ρ. μετ., σύρω τι επί του εδάφους περιφρονητικώς ή αμελώς.
Κωνακλούκι, το, ακόλουθος, παρακόλουθος, παράσιτος. «Επήρες το Γιάννη Κωνακλούκι και μας τον ήφερες».
Λαβαίνω, ρ. αμετ., προσβάλλομαι υπό στοιχειού, βλάπτομαι σωματικώς και πνευματικώς. «Όποιος εβγή από λεχώνα χωρίς να διαβασθή λαβαίνει». 2) μετ. Λαμβάνω. «Δεν λαβαίνω γράμμα συχνά από τον αδερφό μου».
Λάβρα, η, θερμότης υπερβάλλουσα, φλοξ· και επί κατάρ. «Να σε κάψ’ η λάβρα».
Λαβρός, ο, φλοξ από του πυρός αναδιδομένη· και ρήμ. Λαβροκαίω.
Λαγάνα, η, άρτος ένζυμος λεπτός, κατασκευαζόμενος και οπτώμενος προ των ακροβελιών των μετ’ ολίγον μελλουσών να εμβληθώσι τω κριβάνω, ελ. Λάγανον, το.
Λαγανίζω, ρ. μετ., καθαρίζω σίτον εν τη άλωνι δια σαρώθρου από τα χοντράδια.
Λάγανον, το, απαύδημα εξ αιτίας φωνών, και νόσος των ίππων.
Λαγαρό, το, ελ. Λαγών, η, Λαπάρα, η, Κενεών, ο.
Λαγγεύει, ρ. απρόσ. ή γ΄ προσώπου μόνον. «Λαγγεύει το μάτι μου» = Άλλεται οφθαλμός μου· άρα γ’ ιδησώ αυτόν; (Θεόκρ. 18.17). Αναιπετάρει κατά Θηραίους.
Λαγγουνίζω, επί προσώπ. και λαμπηνίζω και λαμποκοπάω επί πράγματ. Λάμπω.
Λαγουδεύω, ρ. αμετ. θηρά λαγωόν. Λέγεται επί πτηνών θηρευόντων. «Ο αϊτός λαγουδεύει».
Λάζος, ο και Λαζιά, η. 1) Τόπος δασώδης πυρπολούμενς προς γεωργίαν ή βοσκήν· 2) (τουρκ.) μάχαιρα μικρά, ην φέρουσιν εν σελαχίω.
Λαζούρι, το, νήμα κεχρωματισμένον.
Λάζω, ρ., αμετ., κακώς λέγω, επιτιμώ τινι. «Εμαλώσανε κ’ ελάξαν το ’φταπόμπο». Καθ’ Ησύχιον εστίν αυτό το αρχαίον Λαλάζω, φλυαρώ.
Λαθουρός, η, ο και Λαθουράτος και πετρωτός, η, ο, στατόχρους, φαιός, φέρων στίγματα λευκά και υπομέλανα. – Φιλάργυρος πολυπραγμονών έλεγε τη γυναικί:
«Πού είν’ τ’ αλεύρι, πού είν’ τ’ αλάτι
Πού είν’ η κόττα η λαθουράτη;»
Λαιβδός, η, ο, υποζύγιον έχων τους οπισθίους πόδας συνεστραμμένους προς τα εντός. «Τ’ άλογό σου είναι Λαιβδό» = στραβαρίδικο, ελ. ραιβός, η, όν.
Λαιμοκοπώ, ρ. μετ. Πιέζω δια του δακτύλου τους επί των τοιχωμάτων του λαιμού εξοιδημένους αδένας ή αμυγδαλάς αιμάσσων αυτούς ή την σταφυλήν.
Λαιμενταρίζω, ρ. μετ. (ιτ. lamento = παράπονον), διασύρω, κακολογώ τινα.
Λακάς, ο, μερίδιον λαχόν τινι μετά την διανομήν κτημάτων ακινήτων.
Λάκκα, η, τόπος επίπεδος εκτενής.
Λακκάω, ρ. αμετ., φεύγω δρομαίος.
Λακριντεύω, ρ. αμετ., συνδιαλέγομαι, συνομιλώ.
Λακριντί, το, συνδιάλεξις, συνομιλία.
Λαλά, το, εύχρ. κατ’ ονομ. και αιτιατ. του ενικ. και του πληθυντ. μόνον· 1) παν ότι δωρούμεν τοις παισίν εδώδιμον ή παιγνιώδες· 2) η μάμμη, κυρούλα παρά Αιγαιοπελαγίταις.
Λαμάζω, ρ. μετ., αυτό το αρχαίον Λαιμάσσω-ττω, γλείχομαι, Λαιμάζω, υπερεπιθυμώ τινος. «Είδα το μήλο και το λάμαξ’ η καρδιά μου». – Λέγεται και άλλως Ντζαίρνω, επί ασθενών ραϊζόντων βλεπόντων τους υγιείς εσθίοντας = ελ. κισσάω.
Λαμάσα, η, γυνή πολυφάγος και θρασεία. Λέγεται και περί θήλεος βρέφους τοιούτου.
Λάμια, η, τέρας όμοιον γυναικί πολλά και τεράστια επιτελούν. Παρίστανται διάφοροι κατά την ισχύν και ικανότητα και αδελφαί πολλαί· 2) γυνή πολυφάγος, θρασεία και πλεονεκτική, εξ ου και η παροιμ. «Γάμον λάμια έκανε, να είχε ατήτης να ’τρωγε»· 3) έλασμα, ταινία σιδήρου.
Λάμπαδος, ο και φανός, ο, η φλοξ του λύχνου και καθόλου του πυρός.
Λαμπρεύω, ρ. αμετ., ποιούμαι πάσχα, αρταίνομαι.
Λαμπρή, η, Πάσχα· δια το καινόν των ιματίων και την καθαριότητα καθόλου, και τα φώτα.
Λαμπριάτης, ο, ίδ. Αγιωργιάτης.
Λανάρι, το (Λατ.) ελ. Ξάνιον, κτένιον, δι’ ου αραιούσι τα έρια.
Λαρδί, το (Λατ. lardum), το μεταξύ του δέρματος και της σαρκός του χοίρου πάχος.
Λάρνα, η. Πολύ τι υγρόν (έλαιον εκκεχυμένον). «Ποιος έκαμε τούταις τις λάρνες εδώ;»
Λατρεύω, ρ. μετ. 1) Λατρεύω (θρησκ.) «Δεν ειξέρει τι Θεό λατρεύει» · 2) Περί πολλού ποιούμαι τινά, θωπεύω, αγαπώ μέχρι λατρείας. «Αν τον ελάτρεψα ’γω το γιατρό κι άλλος· αλλά του κάκου!» 3) Επί λαιμάργου θεοποιούντος την γαστέρα. «Λατρεύει το λαιμό του, τον έχει αγά».
Λαφίνα, η έλαφος, η, μεταφ. γυνή εύσωμος, υψηλή, λεπτή και ευκίνητος.
Λαφογεννάω, ρ. αμετ., τίκτω συγχρόνως ελάφω, και εκ τούτου μετά επτά αύθις έτη. Λέγεται επί γυναικών βραδυνουσών να συλλάβωσιν, ότι Λαφογεννώσιν.
Λαφτακάω, ρ. αμετ., εμβαίνων πηδώ εν ύδατι ή πηλώ.
Λάφτω, ρ. αμετ., τρώγω ατάκτως, ακορέστως. «Τι τηράς, δεν είν’ τίποτα να λάφτης».
Λαχανιάζω, ρ. αμετ. Ασθμαίνω, πνευστιάω. – Λαφάσσω λέγουσιν οι Αιγαιοπελαγίται.
Λάχανον, το, διαιρούνται εις άγρια και ήμερα. Ήμερα λέγομεν την κράμβην.
Λαχούρι, το και Λιαχουρί, ζώνη γυναικεία πλατεία χρησιμεύουσα εν αρχαιοτέρα εποχή και ως επικάλυμμα (Μαντιλώ) · λαβόν το όνομα από της Λαχόρης πόλεως ινδικής.
Λαχίδα, η και Λαχίδι, το, μέρος γης καλλιεργησίμου στενόν και επίμηκες.
Λαχτάρα, η, αιφνίδιον δυστύχημα, κακόν απροσδόκητον. «Λαχτάρα να σο ’ρθη πού τρέχεις;» – «Ου λαχτάρα σου! τι έκαμες!» – «Λαχτάρα σου, αν σε πιάσω».
Λαχταρίζω, ρ. μετ. 1) απειλών τινα λέγω: «Λαχτάρα σου» ίδ. ανωτ. – «Μην το λαχταρίζης το παιδί, καϋμένη!» 2) Οικτείρων εμαυτόν εν δυστυχήμασι λέγω: «Λαχτάρα μου τι κακό ’παθα!» – «Μη λαχταρίζεσαι, φτωχή, έχει ο Θεός». – Η λέξις παράγεται ή από του υλακτώ ή από του Λακτίζω.
Λαχτίζω, ρ. μετ. Λακτίζω, ετήρησεν εν τη συνηθεία την μεταφ. έννοιαν το ρήμα· σημαίνει κακώς διατίθεμαι κατά τινος, επιτιμώ τινι.
Λαψάνα, η, ελ. Λαψάνη, η.
Λεβέντης, ο, τρα, η το θηλ., κομψώς ενδυόμενος και άκροις ποσί βαίνων· και ρ. Λεβεντεύομαι.
Λειχούδης, ο, -ιάρα -ικο· και Λεχουδιάρης, ο, Λαίμαρος, Λίχνος. Γουλιάρης κατά Θηραίους.
Λεκάδι, το. Δέμα μικρόν νήματος, υπό πολλών τοιούτων συναποτελείται το κομμάτι.
Λεμπεσουριά, η, όνομ. περιληπτ., πένητες, γυμνήτες, άποροι καθόλου.
Λέσι, το (Λούω)· 1) καταβεβρεγμένος τα ιμάτια. «Έγινα λέσι από την βροχή» · 2) κρέας άνευ πιμελής, ή πάχους· και ρήμ. Λεσιάζω, γίνομαι ισχνός· και Λεσιασμένος, ο, από νόσου αναλαμβάνων την υγείαν· 3) πτώμα (ανθρώπου) θνησιμαίον.
Λέχος, ο, η, εν ύδατι αναλυομένη κόπρος των βοών, εν η εμβάλλουσι τα βαμβακερά υφάσματα άμα υφανθέντα. Μένουσιν δ’ εν αυτή 3-4 ημέρας ταύτα· είτα εξάγουσιν αυτά (ξελεχώνουσι) και τα λευκαίνουσιν.
Λεχωνούδι, το, παιδίον μικρόν, νήπιον, Λεχούδι, το, κατ’ άλλους.
Λιάζω, ρ. μετ. ελ. Ηλιάζω, προσηλιάζω.
Λιβακώνω, ρ. αμετ., εκλύομαι, παραλύω υπό της πολλής θερμότητος.
Λιγοήμερος, η, ο, ο πρόωρα αποθνήσκων νέος. – Επί κατάρ. λέγεται Κοψόημερος, η, ο.
Λιγοκαρδίζω, ρ. αμετ., Λειποψυχέω, δειλιώ, λειποθυμέω.
Λιγόκαρδος, η, ο, δειλός, συνεσταλμένος, αδύνατος· και επί ανθρώπων και επί άλλων ζώων.
Λιγόμυαλος, η, ο, άφρων, κούφος, ανόητος.
Λιμόκαψα, η, ήπιος, αλλά διαρκής πυρετός.
Λιμπίζομαι, ρ. μετ., ελ. Λιμβεύω, Λιμβίζομαι, ως εν τω άσματι:
«Μηλίτσα που είσαι στον γκρεμό τα μήλα φορτωμένη,
Τα μήλα σου λιμπίζομαι και τον γκρεμό φοβάμαι».
Λιμοκτονώ, ρ. αμετ., στερούμαι καθόλου των προς ζωάρκειαν.
Λιόκρισι, η και κατά Λάκωνας Λιόκρουσι, η αρχή της φθίσεως της σελήνης· ότι δε ευρεθή εν τω ύδατι τότε λύεται έστω και σίδηρος κατά τον όχλον· διό λέγεται το επόμενον δίστιχον.
«Μη με τηράς στο γύρισμα, γυρίζω σαν αλώνι,
Μόν’ τήρα με στη λιόκρισι που λυώνω το λιθάρι».
Λιοπύρι, το, θερμότης κατά το θέρος υπερβολική.
Λογιώτατος, ο, πεπαιδευμένος, διδάσκαλος. – Λόγιος, ο, παρά Θηραίοις.
Λόζος, ο (Λόχμη) · τόπος προς απόκρυψιν και παραμέρισμα.
Λοξυγγυάζομαι, ρ. αποθ. (Λύζω) πάσχω υπό λυγγός.
Λούζω, ρ. μετ. Λούω, ο ενεργ. τύπ. έχει και μεταφ. έννοιαν, Λοιδορώ, υβρίζω τινά βαναύσως. «Μ’ εφορτώθη, αλλά τον έλουσα, όπως του έπρεπε».
Λουμώνω, ρ. ουδ., εφησυχάζω που, συστέλλομαι, σιγώ κρυπτόμενος.
Λούπινο, το (Λατ. lupinum) · είδος οσπρίου σχεδόν αγνώστου παρ’ ημίν, γνωστού δε τοις Λάκωσι. – Λυμπούσι, το, λέγουσι τούτο οι Αιγαιοπελαγίται, ελ. Θέρμος, ο.
Λουρί, το (Λώρος, ο), ιμάς, ο., μεταφορ. απάτη. φρ. «Μας παίζει το λουρί ο φίλος» = εξαπατά ημάς επαμφοτερίζων. – Ούτω διορθωθήτωσαν τα εν τω περιοδ. Βύρωνι καταχωρισθέντ’ άλλοτε παρ’ ημών (Τόμ. Α΄, σελ. 852, εν λέξ. λουρί) · συγκέχυται δ’ εκείνα μετά της λ. λυκώνω· και λύκος.
Λουσέρνα, η, (ιτ. lucerne), η λυχνία.
Λούτσα, επίρ., ίδ. Αγγούσα.
Λύκος, ο, 1) ζ. ο λύκος, θηλ. η λύκισσα· 2) το εγκαρσίως άλλοτε επί των εντός του τοίχου τιθεμένων ξύλων (ξυλοδεμάτων ή ξυλοδεσιάς) εξέχον εκατέρωθεν του τοίχου ξύλον, όπερ και κλάπα, η, ελέγετο· 3) χάλιξ μεταβεβλημένος εις άσβεστον εν τοις κεράμοις.
Λυκώνω, ρ. μετ. ενεργ. φων. μόνον· διαπερώ τους πόρους εψομένου κρέατος ή οσπρίου. «Δεν το λύκωσ’ η φωτιά διόλου το κρέας, το κουκκερικό».
Λύσσα, η, 1) το γνωστόν πάθος, η υδροφοβία· 2) βρώμα πολύ αλμυρόν. «Το ’καμες λύσσα το δόλιο φαΐ και δεν τρώγεται»· 3) έρις, διχόνοια, διχογνωμία. «Έπιασαν τη λύσσα τ’ αδέρφια κ’ εχωρίσανε».
Λυτάρι, το, διπηχυαίον σχοινίον λεπτόν, όπερ επί της ζώνης φέρουσιν οι ποιμένες και πολλοί των εργατικών, ίνα προχείρως συλλαμβάνουσι δι’ αυτού ζώον ή συνδέωσι φόρτον ξύλων, χόρτου κλπ.
Λυχνοστάτης, ο, ξύλον τετράγωνον πηχυαίον 5 εκατοστών πάχους στηριζόμενον καθέτως επί δύο ετέρων σταυροειδώς τεθειμένων και φέρον οπάς κατά μικράς διαστάσεις, ίνα εμπηγνύηται κρεμάμενος ο λύχνος και φωτίζη τους καθημένους χωρικούς την νύκτα και ιδία περί την τράπεζαν.
Λωβός, η, ο, 1) ισχνός, αδύνατος, μη παχύς· 2) ανεπιτήδειος, κακός, επιβλαβής. «Λωβή δουλειλα, λωβός άνθρωπος.
Μαγκάνι, το, μηχανή δια της οποίας κατεργάζονται την μέταξαν από των κουκουλίων.
Μάγκανον, το, φιλονικία, έρις.
Μάγκου, επίρ., τουλάχιστον, γουν.
Μαγκούφης, α, ικο, μόνος, εστερημένος. «Έρημα και μαγκούφικα να μείνουν».
Μαγκώνω, ρ., αρπάζω, προλαμβάνων νοσφίζομαι.
Μαζούκλα, η, μεγάλη συλλογή, σωρεία ιδία χρημάτων.
Μαθές, επίρ. από της προστακτ. του ρήματος Μανθάνω. «Έφυγ’ ο αδερφός σου;» – «Έφυγε μαθές» = Scilicet. (Δοκίμιον Μαυροφρ. σελ. 150).
Μαινίδα, η, είδος ιχθύος μικρού, ελ. η μαινίς.
Μακαντάσης και Αρκαντάσης (τουρκ.), εταίρος, φίλος, συμπαίκτωρ και αδελφός.
Μαλιγουρδιά, η, θωπεία, κολακεία, προσπεποιημένη περιποίησις.
Μαλιγούρδος, ο, κόλαξ, επιτήδειος υποκριτής, και άλλ. Μπαλμπαγάνος και Γαλίφος ίδ. τη λ.
Μάλε, το, ον. άκλιτον· πληθύς, πολύ· τα ελέη του Θεού.
Μαλιναρίζω, ρ. ουδέτ. και ενεργ. «Άκουσα τον καυγά κ’ εμαλινάρισα, ή έκοψαν τα αίματά μου». «Μας εμαλινάρισες με τις φωνές σου»· φοβούμαι, ταράττομαι σφόδρα υπό αιφνιδίου αγγελίας ή φαντάσματος· φοβίζω, ταράσσω τινά.
Μαλλί, το, έριον· δια τα πληθυντ. εκφράζεται και η κόμη· «έχει μακρυά μαλλιά» – μακράν κόμην καθείται· «έπεσαν τα μαλλιά μου» = εφαλακρώθην.
Μαλλοκέφαλα, τα, εύχρ. μόν. εις τον πληθυντ. 1) η κόμη· 2) μεταφ. περισσή ουσία διδομένη προιξ· «έδωκα τα μαλλοκέφαλά μου και σ’ επάντρεψα».
Μαλλουκιάζω, ρ. μετ. εμπεριδέομαι συμπυκνούμενος ως α μαλλία.
Μανάρι, το, 1) οικόσιτος αμνός η και χοίρος· 2) μεταφ. επί παιδίων· «έλα μανάρι μου, καλό ΄ς το» = αγαπητόν μοι, φίλτατον.
Μανιάρα και Μανιαρίτσα, η, υποκορ. μικρός πέλεκυς.
Μανούσι, το, είδ. άνθους κιτρίνου χρώματος φυομένου εν καταρρύτοις τόποις.
Μάνδρα, η, 1) ο περικλείων αυλήν και καθόλου περιοχήν οικίας, άμπελον, αγρόν κλπ. τοίχος· και ο μεν άνευ πηλού ή ασβέστου καλείται ξερόμαντρα, ξεροτοίχοι· ο δε μετά πηλού απλώς Μάντρα, 2) τόπος περιπεφραγμένος δια κλάδων ή θάμνων, εν ω αμέλγουσιν οι ποιμένες τα ποίμνια, ος και Μαντρί και Στρούγγα, η, καλείται· ίδ. και Γαλάρι.
Μάντζα, η και Αμάντζα, η και Αμάδα, η από του αρχαίου Μάζα, η, 1) τεμάχιον γης μετά χλόης ή άνευ ταύτης μη διαλυόμενον ευκόλως· 2) λίθος στρογγύλος πλακώδης, δι’ ου παίζουσι.
Μαξούμι, το, νήπιον, μικρόν παιδίον.
Μάραθος, ο, εις τον πληθυντ. τα μάραθα· ως παρά τοις αρχαίοις ο κύκλος, τα κύκλα κλπ. Παροιμ. «Άρραθα μάραθα κουκκιά μαγερεμένα».
Μαραφουλάω, ρ. μετ. εφάπτομαί τινος θωπεύων αυτόν και μεταφ. Ληστεύω, κλέπτω τινά.
Μαριολιά, η, πονηρία, υπουλότης μετά τινός χάριτος ως εν τω άσματι:
«Τα μάτια σου σαν τις εληές
Είναι γεμάτα μαριολιές».
Μαριόλος, α, ικο· πονηρός, ύπουλος μετά τινός χάριτος.
Μαρκαλιώ, ρ. μετ. επί της συνουσίας των αιγών και προβάτων. «Τα πρόβατα είν’ καλό να μαρκαλιώνται τον Αλωνάρη».
Μαρτούριο, το, τιμωρία, ταλαιπωρία, βάσανος.
Μάρτυς, ο, μόνον η ονομ. και αιτιατ. εύχρηστος. «Μάρτυς μ’ ο Θεός, μάρτυς μ’ ο Κύριος, δε γνωρίζω τίποτα» – «Μάρτυρα ’χω τον Κύριο πως δεν ηξέρω τι μου λέτε» – Ο δε επί μαρτυρία καλούμενος λέγεται κοινώς, Μάρτυρας, του μάρτυρα και μαρτύρου κλπ. πληθ. οι μαρτύροι (ίδ. και Θηραϊκ. γλώσ.: Ν.Π. σελ. 94).
Μασέλα, η, σιαγών, η, από του μασάομαι· και ιτ. Mascella.
Μασιά, η (τουρκ.) εργ. εν τη εστία, δι’ ου εξάπτομεν την πυράν, μετατίθεμεν την τέφραν, καλύπτομεν τον αζυμίτην άρτον (πογάτσιαν) οπτώμενον εν τη εστία κλπ., έχει σχήμα ισοσκελούς τριγώνου με ουράν μακράν προς την βάσιν. Διάφορός εστιν όλως η τσιμπίδα δυναμένη να ονομασθή πυράγρα, η.
Μάσκουλο, το, (ιτ. mascolo), είδος μικρού πυροβόλου (κανονάκι).
Μαστάρι, το, υποκορ. του μαστός. Τηρήσασα το υποκοριστικόν η καθωμιλημένη περιώρισεν αυτό εις δήλωσιν του μαστού των αλόγων ζώων. «Το μαστάρι της γίδας, της προβατίνας, της γελάδας, κλπ.».
Μαστραπάς, ο, κύλιξ ποτήριον φέρον λαβήν (χερούλι).
Ματαράτσι, το, (ιτ. materrasso), στρώμα μάλλινον, πληρούμενον αχύρων ή λοξαρίων, εφ’ ου καθεύδομεν.
Ματασαλεύω, ρ. αμετ., εκπληττόμενος και εξιστάμενος μεταβάλλω θέσιν, «διαμείβω τόπον εκ τόπου».
Μάτζο, το, (ιτ. mazzo) από του ελ. Μάζα δεμάτιον (λαχανικών ιδία).
Μάτι, το, 1) οφθαλμός· 2) νεύμα. «Μου ’καμε μάτι» = ένευσέ μοι· 3) βασκανία ως εκ των οφθαλμών προερχομένη. «Παίρνω μάτι» = βασκαίνομαι. Φρ. «Μ’ έχουν παρά ματιού» = εχθαίρονταί μοι· 4) αγαπητός, φίλτατος· «Καλώς τα μάτια μου» · 5) απληστία, πλεονεξία, «έχεις μάτι ανεχόρταγο» = άπληστος εί. 6) οξυδέρκεια· «έχει το μάτι τ’ αϊτού» = οξυδερκής εστιν· 7) πηγή, ύδωρ αναβλύον· «στο χωράφι μου βγαίν’ ένα μάτι, σαν κεχριμπάρι είν’ το νερό του», 8) οφθαλμός των δένδρων, αφ’ ου αναβλαστάνουσιν. «Εκάηκαν τα μάτια της μουριάς και δε θ’ ανοίξη φέτος».
Ματίζω, ρ., χρώνται τω ρήμ. οι υποδηματ. ράπτοντ.
Μαχαίρι, το, μάχαιρα, η και Μαχαίρα, η των κρεοπωλών, δι’ ης διαμελίζουσι (λιανίζουσιν) το κρέας. – Φρ. «Τα πάνε στα μαχαίρια» = ερίζουσι. «Το ηφέρανε σε μαχαιριού δουλειά» = εις φόνον· «έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο» = υπερεπλεόνασε το κακόν. «Βάρει το μαχαίρι γροθιά». Επί αδικούντος, ον δεν δυνάμεθα να τιμωρήσωμεν δια συγγένειαν ή άλλην σπουδαίαν αιτίαν.
Μεγαλοκάρδια, η γενναιότης, καρτερία, υπομονή.
Μεγαλόκαρδος, η, ο, γενναίος, καρτερικός. Δυνατόκαρδος κατά Θηρ.
Μέγρε μου, μόρ. τάχα, δήθεν. «Έκανε μέγρε μου τον τρανό». Μέρι μου κατά Θηραίους.
Μεινέσκω, ρ. αμ. εύχρ. μόνον κατ’ ενεστώτα και Παρατ. μένω.
Μέλα, η, λειποθυμία υπό πείνης, κεφαλαλγία, κακή διάθεσις. «Φέρτε να φάμε τίποτα, τι με βάρεσ’ η μέλα». Παρά Θηραίοις σημαίνει το χείμετλον.
Μελισσός, η, ο, έχων την χροιάν της μελίσσης, μελίχροος.
Μελισσομάντρι, το, τόπος ευήλιος περιπεφραγμένος και περιέχων κυψέλας μετά μελισσών.
Μερεμέτι, το (τουρκ.), επισκευή, επιδιόρθωσις οικοδομής κλπ.
Μερεμετάω, ρ. μετ., ακέομαι, επισκευάζω, επιδιορθώ.
Μη κακό σου γιέ μου! Επί αστειευομένου και αναγκάζοντας ημάς να γελάσωμεν πολύ.
Μητροδεμένη, η (γυνή), ίδ. δένω.
Μιλί, το, ο πυλωρός του στομάχου.
Μινέτι, επίρ. (τούρκ.), ικεσία, παράκλησις, προσλιπάρησις. «Δεν πέφτω μινέτι».
Μισοστρατίς, επίρ., εν τω μέσω, ήτοι τω ημίσει της οδού, ην πρόκειται να διατρέξη τις.
Μίτωμα, το, μίτωμα, καίρωμα, καΐρος, ο.
Μικρουλεύομαι, ρ. αποθ., πράττω έργα μικρών παιδίων, ή λέγω μικράν την ηλικίαν μου ελαττών τα έτη, ότι δήθεν είμι νεώτερος της αληθούς ηλικίας μου.
Μιώμα, το, μιαρόν, μίασμα· ουχί ομοίωμα όπως γράφει το Θηραϊκ. γλωσ. Νομίζω ότι η λέξις παράγεται από του μιαίνω. Διότι μιώμα λέγομεν ημείς τον μιαίνοντα πράγμά τι μυν· και Μιώσαν την γαλήν την καιροφυλακούσαν μιάναι ή αρπάσαι τι.
Μιώσα, η, ίδ. Μιώμα.
Μόδι, το, μέτρον σιτηρών· ο μόδιος των αρχαίων. «Χίλια μόδια κι ο σπόρος χώρια» · ευχ.
Μοιραίνω, ρ. μετ. ορίζω την μέλλουσαν τύχην τινός ως μοίρα.
Μοίρασμα, το, ίδ. περί θανάτου.
Μοιρινάω, ρ. μετ. διαλογίζομαι, διανοούμαί τι ως υπό της μοίρας ωρισμένον. «Όποιος μοιρινάει τον τάφο αλλουνού γίνετ’ ο δικός του». Παροιμ.
Μόκος και Μούτος, ο. (Λατ. mutus) μογιλάλος, βλαξ, εννεός, άγλωσσος.
Μόλα, επίρ., ίδ. Αμολάω.
Μολοχάνθι, το, άνθος της μαλάχης.
Μόμολαις, η (μιμηλός)· εύχρ. μόνον εις τον πληθυντ. αριθμόν· προσποιήσεις, επιτηδειότητες εις το μιμείσθαι.
Μονόγκοφος, η, ο, βαδίζων πλαγίως πως και υποσκάζων.
Μονόγνωμος, η, ο, ομογνώμων, ομόφρων, σύμφωνος. Μόγνωμος παρά Θηρ.
Μονόμερος, η, ο, 1) κλίνων προς το έτερον μέρος· «εφόρτωσες μονόμερα» · 2) = Μονόγκοφος, χωλός, ότι κλίνει μάλλον προς το έτερον μέρος.
Μονομηνιάτικα, 1) επίρ. κατά τον αυτόν μήνα· «ο Παύλος κι ο Γκίκας είναι μονομηνιάτικα γεννημένοι»· 2) επίθετ. εντός του μηνός «μονομηνιάτικα πουλιά» λέγονται οι νεοσσοί των ορνίθων, οι εκκολαπτόμενοι εντός του αυτού μηνός, οι ου βιώσονται κατά την ιδέαν των πολλών. Διό φροντίζουσι να καθίζωσι τας κλώσσας περί τα μέσα ή περί τα τέλη του μηνός όπως λαμβάνωσιν ημέρας και από του επιόντος. Χρειάζονται δε αι όρνιθες προς εκκόλαψιν των ωών ημέρας 22.
Μονοχρονίτικα, επίρ., εντός ενός ή του αυτού έτους.
Μορογάρω και μορογαρίζω, ρ. αμετ., βραδύνω δαπανών μάτην τον χρόνον.
Μούλκι, το (τουρκ.), κτήμα ακίνητον· οίον αγρός, αμπελών, κήπος κλπ.
Μούρο, το, και μούρα, η, το συκάμινον και το της βάτου. «Ότι πάντων απλώς ούτω καλούντων αυτά, Αλεξανδρείς μόνοι μόρα ονομάζουσι. Μόρα δε τα συκάμινα και παρ’ Αισχύλω εν Φρυξίν επί του Έκτορος.
«Ανήρ δ’ εκείνος πεπαίτερος μόρων».
Εν δε Κρήσσαις και τα της βάτου:
«Λευκοίς τε γαρ μόροισι και μελαγχίμοις
και μιλτοπρέπτοις βρίθεται ταυτού χρόνου»
(Αθην. Β΄ 36)
Μούσκουρος, ο, πολιός την τρίχα, γέρων κίναιδος νεανισκευόμενος· 2) τράγος χροιάς λευκής.
Μουτζουνιάζω, ρ. μετ., διαλέγομαι προς τινά, έρχομαι εις αντιπαράστασιν.
Μπουρντάρης, α, ικο, 1) ρυπαρός, ακάθαρτος, πιναρός· 2) κλέπτης, φαύλος, κακοήθης.
Μουρνταρεύω, ρ. μετ., ρυπόω, και μεταφ. κλέπτω. «Τήρα να μη μας τα μουντρέψης».
Μουρχούτα, η, αγγείον πήλινον, τρυβλίον το μουχρούτιν του πτωχοδρόμου.
Μουσμούλα, η, πονηρός, ραδιουργός, ωτακουστής.
Μουσμουλεύω, ρ. αμ., περιέρχομαι κύπτων και παρατηρών πολλαχού και οσφραινόμενος ή και εσθίων τι. Λέγεται και επί ανθρώπων και επί ζώων.
Μουσουμπέτης, ο, διεστραμμένος, δύστροπος.
Μουστουλούκι, το, δώρον προς δεκασμόν και διαστροφήν της δικαιοσύνης.
Μουστρέζος, ο, (λατ. monstrum = τέρας), αναίσχυντος, φαύλος, αναιδής· Μουστρίν κατά Τραπεζουντίους.
Μουστρίζω, ρ. μετ., επαλείφω, ρυπόω, κηλιδόω· ιδία όταν εσθίωμεν ακορέστως λιπώδη.
Μουτουπάκι, το, άσυλον, οικία πλουσίου επισήμου ισχυρού μεταδοτικού και φιλανθρώπου.
Μουχτάρα, η, ωφέλεια, κέρδος απροσδόκητον μέγα από κληρονομίας, ουσία τυχαίας περιερχομένη εις τινα.
Μπαζός, ο και Παζός, ο, ελ. πυθμήν, πύνδαξ, ο, βάσις αγγείου ξυλίνου.
Μπαζώνω, ρ. μετ., κατασκευάζω τον πυθμένα αγγείου ξυλίνου.
Μπακανιάρης, α, ικο, ο πάσχων υπό σπληνίτιδος.
Μπαλίζω, ρ. ουδ., αποκάμνω, απαυδώ, πονώ.
Μπάντα, όν. άκλ. γέν. θηλ. (ιτ. banda) μέρος πλάγιον.
Μπάρεμου, επίρ. (τουρκ.), τουλάχιστον, γουν.
Μπάσταρδος, ο, και μπαστάρδι, το, (ιτ. Bastardo), νόθος· και Μπασταρδού, η, τίκτουσα νόθον.
Μπατινάδα, η, (ιτ. matinatta), κώμος, ο.
Μπαχαχαλίζω, ρ. αμ., περιπατώ αμβλυωπών και ψηλαφών μη δυνάμενος να βλέπω εναργώς.
Μπάχτι, το, (τουρκ.), τύχη καλή, εύνους, ειμαρμένον επ’ αγαθώ.
Μπαχούμης, ο, παχύς, εύσωμος· ίσως από του οσίου πατρός Παχωμίου πολυσάρκου όντος.
Μπεβάδα, η, (bevada = πιοτόν), οίνος κεκραμένος ύδατι προς κατάπαυσιν δίψης.
Μπεγεντάω, ρ., μετ., καταδέχομαι, αποδέχομαι.
Μπεγεντί, το, εκλεκτόν, εξαίρετον, έξοχον.
Μπεζέρι, (τουρκ.), δυσχέρεια, δυσκολία.
Μπεζερίζω, ρ. αμ., αποκάμνω, δυσφορώ, ενοχλούμαι.
Μπεκόνι, το (ιτ. beco = τράγος), παχύς, ευτραφής, ιδία παιδίον ή και νεογνόν ζώου.
Μπελεκόζα, η, κόρη υγιής και ευτραφής.
Μπελεντένιο, το, ύφασμα κατεσκευασμένον από βαμβακερού υφαδίου και σηρικού στήμονος· «προσκέφαλα, σεντώνια μπελεντένια»!
Μπερέττα, η, κάλυμμα της κεφαλής, πίλος.
Μπογάτσα, η, (ιτ. focaccia), άρτος αζυμίτης κυκλοτερής.
Μπογιά, η, των παπουτσίων, ελ. μελαντηρία, η, «το λογχωτόν» του Διοσκορίδου.
Μπλάζω, ρ. μετ., αυτό το αρχαίον εμπλάζω, περιτυγχάνω, συναντώ κατά τύχην. Λέγεται δε και επί των προσβαλλομένων υπό Νηρεΐδων· «Κάτι τον έμπλαξε κι αρρώστησ’ ο άνθρωπος». Διαμπλάσσω = περιπλανώμαι (Θηρ.).
Μποκρίλαις, η, τόποι πετρώδεις ή αμμώδεις ελάχιστα καλλιεργούμενοι ουχί δι’ αρότρου αλλά δι’ αξίνης.
Μπόλια, η, 1) το περιτόναιον· 2) το χειρόμακτρον, ο και σφουγγόπολαν άλλως λέγομεν· 3) περίδεμα της κεφαλής των γυναικών πάλαι ποτέ μετεχειριζομένων αυτό, ότε εις την εκκλησίαν μετέβαινον· 4) περίδεμα, της κεφαλής των ανδρών, ο και σαρίκ (τουρκ.) ελέγετο.
Μπερνταχίζω, ρ. μετ. (τουρκ.), ανεπιδιορθώ επικαλλύνων πράγμά τι.
Μπελντές, ο, πόλτος, ο από των κουμουντουρίων κατασκευαζόμενος.
Μπιτίζω, ρ. μετ. (τουρκ.), αποτελειώ, περατώνω καθόλου διεξάγων αισίως και επιτυχώς υπόθεσιν περί συμφωνίαν στρεφομένην.
Μπομπόλα, η και Χαραρού, η, είδος φαντάσματος ή στοιχειού, δι’ ου φοβίζουσι τα μικρά παιδία όπως ησυχάζωσιν. Αντικατέστησαν τας παρά τοις αρχαίοις έλλησιν, Αλφιτώ, Μορμώ και Γελλώ. «Θα σε φάη η Μποπόλα, πλάγιασε». Κατά Μεσσηνίους Καλαμοδόντα, η, κατά τους Αιγαιοπελαγίτας Μπάμπαλος, ο και Μπαμπάλα, η, δαίμονες κακοποιοί τοις παιδίοις, Μαροδόντα κατά Καρυτινούς.
Μπόρζι, το, (τουρκ.) χρέος, δάνεια· «το μπόρζι είναι σιδεροματσούκα»· απόφθεγ.
Μπορζιάζω, ρ. μετ., εμβάλλω τινά εις χρέη.
Μπόρα, η, (αλβαν.), βροχή ολίγη και περιοδική. «Το Μάρτη βρέχει όλο μπόρες». – «Εμείς δεν εβραχήκαμε γιατί μια μπόρα ήρθε μοναχά».
Μπονώρα, επίρ. και μπονωρούλια· πολλά πρωί το λυκαυγές. «Έλα μπονώρα να φύγωμε». Αμπονωρίς λέγουσιν οι Αιγαιοπελαγίται.
ΣΗΜ.: Ο Ν. Πεταλάς εν τω θηραϊκώ γλωσ. θεωρεί την λέξ. σύνθετον από της από προθέσ. και του ενωρίς – Μη είναι η γαλ. λέξις de bonne beure;
Μπορετό, επίρ., ενδεχόμενον, δυνατόν. «Μπορετό και το είπα».
Μπότι, το (ιτ. botte), υδρία, στάμνος, αγγείον καθόλου πήλινον προς εναπόθεσιν υγρών.
Μπότζια, τα, 1) εννέα χάλικες, δι’ ων παίζουσιν· 2) αυτή η παιδιά, «Παίζομε τα μπότζια;»
Μποστάλι, το, είδος υποδημάτων μέχρι γόνατος φθανόντων.
Μπουγεύω, ρ. αμετ., υπερπερισσεύω τας δυνάμεις· υπερσαρκώ, λέγεται και επί φυτών.
Μπουλασίκης, -ισσα, ευγενής, ελευθέριος, gentil homme.
Μπούνια, τα, 1) στεφάνη της κύλικος, «γεμάτο ως τα μπούνια»· 2) μεταφορ. μέχρι χειλέων. «Είμαι χορτάτος ως τα μπούνια».
Μπουνιά, η, (Λατ. pugnus), πυγμή, γρόνθος.
Μπουραζέρης, α. και Μπραζέρης, α. αδελφοποίητος, Σταυραδερφός, η, γίνονται δια του Ευαγγελίου υπό των αγυρτών ιερέων. Σταυροπατέρα καλούσι και Σταυρομάννα τους γονείς του αδελφοποιήτου οι αδελφοποίητοι. – Μπραζέρη καλούμεν και τον άγνωστον· «καλ’ ημέρα μπραζέρη!»
Μπουρί, το, (τουρκ.), οργή, θυμός διαρκής.
Μπουρώνω, ρ. αμετ., οργίζομαι, αγανακτώ, χαλεπώς φέρω.
Μπούρσα, η, (ιτ. borsa), το εν τοις ιματίοις πρόσθετον θηλάκιον, ή άλλως τσέπη.
Μπρατσάρω, ρ. μετ. (Abbraciare) λαμβάνω τινά υπό την προστασίαν μου.
Μπράτσο, το, 1) ο βραχίων· 2) ο πήχυς μείζων του της Κωνστ/πόλεως κατά 1/8.
Μύγα, η, 1) μυία, η, 2) στίγμα μέλαν φαινόμενον κατά την ρίζαν της ρινός. Αι μητέρες αι φέρουσαι τοιούτον στίγμα δεν αλλάσσουσιν, αλλά δωρούνται τα ωά τα εις επωάζουσαν όρνιθα χρήσιμα.
Μυιγιάζομαι, ρ. αποθ., υποτοπάζω, υποπτεύω, σύνοιδα εμαυτώ.
Μυλωνάς, ο, ο μυλωθρός· ο δε κύριος του μύλου, ελ. Μυλωνάρχης, ο.
Μυλωνού, η, σύζυγος του μυλωθρού, ελ. Αλετρίς, η.
Μύρια, τα αναρίθμητα. «Λέν’ τα μύρια για σένα» (επί κακώ).
Μυριόπλουτος, ο, ζάπλουτος.
Μυριόφτηνος, η, ο, λίαν ευθηνός, ευτελής.
Νάκα, η, ελ. νάκος, το, αίγειον δέρμα, φέρον κατά μήκος δύο ξυλάφια, εφ’ ων προσδείται, και χρησιμεύον παρά τοις χωρικοίς ως κοιτίς των βρεφών κοιταζομένων ή μεταφερομένων που.
Νάρθηκας, ο, ο Νάρθηξ έκειτο προ του καθ’ αυτό ναού, ενταύθα ίσταντο το πάλαι οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες. Εις το κέντρον του Νάρθηκος ήτο φρέαρ οκτάγωνον, ή κυκλικόν παριστών οτέ μεν κάνθαρον (είδος ποτηρίου), οτέ δε λεκάνην, οτέ δε φιάλην, ενταύθα οι πιστοί ενίπτοντο τας χείρας και το πρόσωπον εις σημείον καθαριότητος προ της εισόδου εις τον άγιον ναόν· πέριξ των αγγείων των εχόντων το ύδωρ ανεγινώσκετο η επιγραφή:
ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ
ήτις εύρηται εν τω της αγίας Σοφίας εν Κωνστ/πόλει ναώ και αναγινώσκεται επίσης εκ δεξιών και αριστερών.
(Επίτομ. λειτουργική υπό Ευαγγ. Κοφινιώτου, σελ. 10).
ΣΗΜ.: Συνιστώ εις άπαντας τους συναδέλφους μου ιερείς και εις αυτούς τους εν Πάτραις την προμήθειαν και ανάγνωσιν της ανωτέρω λειτουργικής, αφ’ ης ου μικράν αποκομίσονται την ωφέλειαν.
Νάτος! ιδού αυτός, ο δ. (Δοκίμ. Δ. Μαυροφρύδου, σελ. 14).
Νάχτι, το (τουρκ), τα μετρητά λεγόμενα και διδόμενα χρήματα ως φερνή τη νύμφη.
Νέθω, ρ, μετ. παρ’ άλλοις γνέθω, ελ. νήθω.
Νεκροσημαίνει, ρ. αμετ. και άλλως βαρεί λυπητερά ή χλιβερά η καμπάνα. Όταν ο κώδων σημαίνη επί νεκρώ, και ουχί καλών εις προσευχήν τους πιστούς.
Νεκρουλέας, επίρ., ως από της οσμής νεκρού. «Το αχαμνό κριάς βρωμάει νεκρουλέας».
Νεκρούφης, α, ικο, ομοιάζων προς νεκρόν, ανόητος, βλακώδης δια γήρας κλπ.
Νεκρουφιαίνω, ρ. αμετ., γίνομαι νεκρούφης, αλλοφρονώ, υπό οίνου, ή δια πενίαν κλπ.
Νεράιδα, η, 1) Νηρεΐς πνεύμα σατανικόν επιβλαβές, κατοικούν εν σπηλαίοις, εν πηγαίς, εν ποταμοίς και εν δάσεσιν. Ηκούσθη ποτέ τις λέγουσα:
«Ρίγαν’ αγριορίγανη
σφαραγγιά μονόκλωνη
σκόρδο μονοκόλινο
Κι άλλο ένα βότανο
Να το είξερ’ η μαννούλα σου
Ποτέ παιδί δεν έχανε».
2) Πάσα εξόχου ωραιότητος γυνή.
Νέραϊδος, ο, πνεύμα πονηρόν, αισχρουργούν μετά παραφρόνων γυναικών.
Νεροδιαγή, η, τόπος, δι’ ου ρέει το από πηγής εκχεόμενον ύδωρ.
Νεροποντή, η, πολυομβρία.
Νερουλήθρα, η, υγρόν σχηματιζόμενον εντός λεπτής μεμβράνης επί του περιτοναίου.
Νετάρω, ρ. αμετ. (nettare), περατώνω, αποτελειώ, εκκαθαρίζω λογαριασμ. κλπ.
Νεφρωμένος, η, ο, μεταφ. υγιής, εύρωστος, ισχυρός.
Νιάτα, τα, νεότης. «Τα νιάτα και τα γρόσια δεν κρυβόνται» – εύχρ. εν τω πληθυντ.
Νιζάμι, το, (τουρκ.), τάξις, επιταγή, νόμος.
Νινί, το, 1) βρέφος, νήπιον υποδεικνύμενον εις άλλο τοιούτον· 2) σηρικός σκώληξ.
Νιός, α, ο, νέος. «Καλός νιός, καλός γέρος». Επί γέροντος βεβιωκότος εν σωφροσύνη.
Νταβατούρι, το, φροντίς, μέριμνα, ανησυχία.
Νταγιαντάω, ρ. μετ. υποστηρίζω, υπομένω, αντέχω.
Νταίνω και Ανταίνω, ρ. αμ. (Αντάω). Εντυγχάνω, παρευρίσκομαι τυχαίως. «Άνταισα ή ένταισα κ’ εγώ στον καυγά».
Ντανές, ο, το εκλεκτότερον και καλλιώτερον εν τοις ομοίοις. «Επήρες ούλο τον ντανέ ντανέ». Εν Μεσσηνία ιδία ντανέδες καλούσι τα μεγαλείτερα και καθαρώτερα των σύκων. «Αν θες ντανέδες θα πληρώσης ακριβότερα».
Ντέβρι, το και γύρα, η περιοδεία, περιήγησις.
Ντεγράτσα, η, συμφορά, κίνδυνος, περίστασις δεινή.
Ντελέγκου, επίρ. ταχέως, ευθέως.
Ντζερεμές, ο, άδικος, και απροσδόκητος χρηματική ζημία ου μικρά.
Ντζερεφός, η, ο, αδύνατος, λεπτοφυής γυνή (λεχώ) μη έχουσα πολύ γάλα.
Ντερέκι, το, 1) ξύλον (πατερόν και κόρδα κοιν.) βαρύ· 2) μέγας υψηλός ανήρ, ος και Ντερέκας και Ντρούκας = αδελφός καλείται.
Ντίβι, το, υπερμεγέθης, μέγιστος.
Ντογρί, επίρ., κατ’ ευθείαν· και άλλως από του ιταλ. Ντρίτα.
Ντορής, εια, υ, ίππος χρώματος βυσσίνου ή υπερύθρου.
Ντολάτσια, τα, διευθύνσεις, στροφαί, βήματα.
Ντομάζα, η, γυνή ευτραφής και σωματώδης.
Ντόμπρος, α, ο, απλούς, αθώος, ευήθης· «ντόμπρο χριστιάνο» = βλαξ.
Ντορμπάρης, ο, χοιροβοσκός, συβώτης, ο.
Ντορμπαριό, το, αγέλη χοίρων, συβόσιον.
Ντούρμα, επίρ., ταχέως.
Ντούρος, α, ο. (λατ. durus), ισχυρός, αντέχων, σκληρός.
Ντουσέκι, το (τουρκ.), στρώμα, ίδ. ματαράτσι.
Ντούσικο, (τουρκ.), επίρ., ανέτως, ησύχως, αναπεπαυμένως.
Ντρίτσα, η, 1) σκιάδιον αχύρινον· 2) επίρ. ελιγμοί, ψευδολογίαι, υπεμφυγαί, «εγώ δεν ειξέρω ντρίτσα κάτσα, θα μου δώσης το πράμα;»
Ντζουλούφι, το, (τουρκ.), ελ. κίκκινος, ο.
Νυφοστόλι, το, κοιτών, εν ω διαιτάται τας πρώτας του γάμου ημέρας η νύμφη, ελ. παστάς.
Ξάγι, το, 1) το των μυλωθρών κόσκινον, δι’ ου λαμβάνουσι το δικαίωμα (αλεστικό) επί του αλέσματος· 2) αυτό το δικαίωμα «Ο Βασίλης ο καϋμένος δεν παίρνει λίγο ξάγι». (ιστορ. Κ. Παπαρηγ. τόμ. Δ΄, σελ. 151).
Ξαγιάζω, ρ. μετ., λαμβάνω τι κρυφίως, υφαιρώ (ως οι μυλωθροί το ξάγι). «Το ξάγιασες ως τόσο το μαγέρεμα». Το ρήμα παράγεται από του Ξάγι· διότι πολλάκις οι μυλωθροί λαμβάνουσιν εκτός του φανερού δικαιώματος και κρύφα· μετηνέχθη η σημασία του ρήματος εις το υφαιρείν· έστι δε καταχωριστέον και εν τοις λεξικοίς το ρήμα νομίζω.
Ξαγγλίζω, ρ. μετ. κτενίζω τινά δι’ αραιού κτενός (τσατσάρας)· και μεταφ. δίδω αιτίαν, υποκινώ, υπομιμνήσκω τι εν ου δέοντι».
Ξαγορευτής, ο, πνευματικός πατήρ, εις ον ομολογούμεν τας αμαρτίας ημών. Κατά δε Θηραίους Ξαοράρης, ο.
Ξαλέθω, ρ. αμ., περατώνω την άλεσιν κ’ έρχεται η σειρά άλλου· 2) αποκαθίστημι τα τέκνα μου και ιδία τα θήλεα εις γάμον.
Ξαμώνω, ρ. αμ., εκτείνων την χείρα απειλώ τινα, ότι πατάξω αυτόν· «εξάμωσε να βαρέση».
Ξαναγγρίζω, ρ. μετ. από του αρχ. Αγγρίζω, υπενθυμίζω τι πλαγίως ομιλών, διερεθίζω.
Ξανάκακα, επίρ., άνευ σκοπού, προνοίας, και προθυμίας.
Ξαναφαίνω, ρ. αμ., φαίνομαι εν απόπτω.
Ξαναχτάω, ρ. μετ. κτώμαί τι εκ νέου.
Ξανέροξα, επίρ., άνευ ορέξεως ή μετ’ ολίγης προθυμίας.
Ξαντερίζομαι, ρ. αποθ. (εντερεύω) γελώ καθ’ υπερβολήν τόσον, ώστε εβγάλω τα άντερά μου· η εκ=εξ=σημαίνει ενταύθα επίτασιν.
Ξανοίγω, ρ. αμετ. επί της ατμοσφ. όταν από κακοκαιρίας γένηται ευδία· 2) αναπτύσσομαι ηθικώς, επιδίδωμι· 3) εκτίθημι εαυτόν, εκτίθεμαι ενδυόμενος ολίγα ή ελαφρά ενδύματα· «μην ξανοίγεσαι να μην κρυώσης».
Ξαρταίνω, ρ. αμ. καθαίρω, πλύνω τα πινάκια της τραπέζης, και καθόλου τα της οικίας πράγματα.
Ξαστερώνω, ρ. αμ. 1) αιθριάζω· 2) επί υγρ. γίνομαι διαυγής. «Εξαστέρωσ’ ο μούστος, το λάδι» κλπ.
Ξαχναριάζω, ρ. μετ., αλλάσσω ή αντικαθιστώ την παλαιωθείσαν ή διατρηθείσαν κρηπίδα του σανδάλου.
Ξεβραχιονίζομαι, ρ. αποθ., αίρω τας χειρίδας του ιματίου μου, όπως προθυμότερον άρξωμαι του έργου.
Ξεδίνομαι, ρ. αποθ., επιδίδομαι εις ασέλγειαν, κυριεύομαι υπό των παθών, και Ξεδομένος, ο ασελγής.
Ξεζουμώνω, ρ. μετ., προ της εντελούς εψήσεως (μετά τους πρώτους κόχλους) λαχάνων τινών και οσπρίων, εκχέω τον ζωμόν, και εμβάλλω αυτοίς καθαρόν ύδωρ προς εξακολούθησιν της εψήσεως· 2) γηράσκω, παρακμάζω, όπερ εκφράζεται δια της παθητ. φωνής.
Ξεθερμίζω, ρ. μετ., πλύνω δια ζέοντος ύδατος τ’ ακάθαρτα πινάκια.
Ξεκόβω, ρ. αμετ. 1) εκλείπω, απομακρύνομαι, παύομαι φυτάν που· 2) ορίζω την τιμήν πράγματος πωλουμένου.
Ξεκουκουρώνω, ρ. ουδ. και μετ., διέρχομαι τον χρόνον (νυκτός ως επί το πολύ και εν υπαίθρω) επί μακρόν αγρυπνών και αναμένων τινά. «Μ’ έκαμες κ’ εξεκουκούρωσα καρτερώντας»· – και «Μας εξεκουκούρωσε με τα λόγια του».
Ξεκουρβουλώνω, ρ. μετ., ίδ. Ξεμπουντουλώνω.
Ξελακκώνω, ρ. μετ. 1) αφαιρώ τον χουν από του προς τη γη στελέχους δένδρου· 2) αποπειρώμαί τινος πυνθανόμενος τα κατ’ αυτόν απόρρητα.
Ξέλασι, η, λέγεται όταν λαμβάνωμεν εργάτας ή γεωργούς μετά των βοών αμισθί προς καλλιέργειαν κτήματος, ήτις θεωρείται ως εκδρομή τρόπον τινά.
Ξελαμπίνα, η, κλάδος ελάτης ξηρός άνευ φλοιού.
Ξελάστρα, η, 1) μέρος ανοικτόν και εκτεθειμένον, όπερ άλλως έδει είναι πεφυλαγμένον· 2) γυνή αναίσχυντος, απεριόριστος και ειθισμένη εις ύβρεις.
Ξελιγουριάζω, ρ. ουδ. και μετ., εσθίω τι προς αποφυγήν πείνης ή αδιαθεσίας· ή δίδω τοιούτον.
Ξεμεσημεριάζω, ρ. αμετ., κάθημαι ή μάλλον κοιμώμαι κατά την μεσημβρίαν.
Ξεμοναξιάζω, ρ. μετ., καιροφυλακτώ, ώστε να εύρω τινά μόνον. Ξεμοναχιάζω, (Άμφισ.).
Ξεμπουντουλώνω, ρ., αφανίζω, καταστρέφω άρδην.
Ξεμπουκάρω, ρ. ουδ. (bucca), εκρέω, εκχέομαι ραδίως, αιρουμένου κωλύματος.
Ξενερίζω, ρ. αμετ. επί το ευφημοτ. ουρώ. – Εκπλύνω παρά Θηραίοις.
Ξεννοιασίλα, η, αμέλεια, αδιαφορία. – Ξεγνοιασά παρά Θηραίοις.
Ξέννοιαστα, επίρ., αμελώς, ραθύμως.
Ξεννυχιάζω, ρ. μετ., τρέχω δρόμο ως κατόπιν τινός.
Ξενομώ και Ξενομίζω, ρ. αμετ. Λέγεται επί των ορνιθών των τικτουσών εν αλλοτρία οικία.
Ξενοψωμίζω, ρ. αμετ., εσθίω εκ των αλλοτρίων αποδημών προς τούτο. Ξεψωμίζω λέγουσι τούτο οι Σκύριοι και Κυμαίοι.
Ξεπαίρνω και Ξεκάνωρ, ρ. αμετ., λαμβάνων μέρος ανήκόν μοι ή έλαττόν τι, παραιτούμαι περαιτέρω απαιτήσεως κληρονομικής. «Εξεπήρ’ από τα πατρικά μου».
Ξεπανίζω ή παίρνω τις πάνες, ρ. μετ. καθαρίζω την οικίαν από τους ιστούς των αραχνών, 2) ίδ. Πανιάρα. – Ξεραχνιάζω, παρ’ άλλοις.
Ξέπασχα και Ξόλαμπρα, επίρ., μετά το Πάσχα.
Ξεπανισόξυλο, το ίδ. Πανιάρα.
Ξεπερδικώνω, ρ. αμετ., αναρρωνύω, ραΐζω· εκ μεταφ. από των νεοσσών της πέρδικος.
Ξεπεταρόνι, το, ο νεοσσός των πτηνών αρχόμενος να πετά.
Ξεπετάω, ρ. μετ., αναπτύσσω σωματικώς.
Ξέρα, η, ανομβρία (αναβρεξά, η) κατά Θηρ. – και καθόλου έλλειψις προϊόντων και οπωρών.
Ξεραΐλα, η, απορία, θαυμασμός. – «Τον είδ’ άξαφνα και μου ’ρθε ξεραΐλα».
Ξερόγελα, τα, βεβιασμένοι και ειρωνικοί γέλωτες· και ρήμ. Ξερογελάω.
Ξερόμανδρα, η και ξεροτοίχι, το, παρ’ άλλοις ξερολίθι, το, τοίχος άνευ πηλού εκτισμένος.
Ξερομαχάω, ρ. αμετ. 1) επί ξυλίνων αγγείων μενόντων κενών υγρού και εκ τούτου αραιουμένων μεταφ. επί ανθρώπων εχόντων τι και στερουμένων τούτου.
Ξεροσταλίζω, ρ. αμετ., αναμένω τινά μετ’ αγωνίας.
Ξερότοπος, 1) τόπος άνυδρος και επομένως στερούμενος κηπουρικών προϊόντων· 2) τόπος σκληρός.
Ξερότριμμα, το, η εν καιρώ ξηρασίας ή μετά μικρόν υετόν γινομένη αροτρίασις.
Ξερόψωμο, το, ξηρός και έωλος άρτος· και αναλελυμένως «ξερό ψωμί», όπερ σημαίνει και άρτον άνευ όψου.
Ξέσαφνος, η, ο, μέγας υπέρ φύσιν, κολοσσιαίος.
Ξεστυλώνω, ρ. μετ. 1) αφαιρώ τον υποβαστάζοντά τι στύλον· 2) μεταφ. το μέσ. σημαίνει ελάττωσιν των σωματ. δυνάμεων δι’ έλλειψιν καλής τροφής. «Εξεστυλώθ’ η καρδιά μου».
Ξεσυνερίζομαι, ρ. αποθ., συναμιλλώμαί τινι.
Ξευοδώνω, ρ. αμετ., λαμβάνω ευκαιρίαν, σχολάζω, σχολήν άγω.
Ξεφέρνω, ρ. αμετ., αόρ. εξήφερα· εκπίπτω, μεταπίπτω, δυστυχώ.
Ξέφερσι, η, έκπτωσις, δυστυχία, περάτωσις, τέλος· «ήρθες στην ξέφερσι».
Ξεφταλαγιάζω, ρ. μετ., ταράττω, ανησυχώ τινα αίφνης.
Ξέφτιος, α, ο, άσωτος, αφερέγγυος, εκ μεταφ.
Ξεφτισίδι, η από υφάσματος συρομένη κλωστή (το υφάδι).
Ξεχύνω, ρ. αμετ. εκβάλλω φυμάτια επί του προσώπου και κυρ. επί των χειλέων.
Ξέχωρα, επίρ., ιδία, κατά μέρος, δίχα, χωρίς.
Ξεχωρισμένος, η, ο (επί κακώ και ύβρει) · κακός, διεστραμμένος, φαύλος.
Ξηνταβελόνης, ο, φιλάργυρος εις άκρον, βδελυρός, γλίσχρος· (εξήκοντα βελόνας μεταχειρ. εις επιδιόρθωσιν των ρακών αυτού). – ελ. Κυμινοπρίστης, ο.
Ξίκι, επίρ. (τουρκ.), ελλιπώς.
Ξίκικος, η, ο, ελλιπής, άφολκος, ο.
Ξικοζυγιάζω, ρ., μετ., σταθμίζω ελλιπώς κακώς.
Ξινίλα, η, οξίνη, η.
Ξινίζω, ρ. αμετ., οξίζω και μεταφ. δυσαρεστούμαι, εχθαίρομαί τινα.
Ξινός, η, ο, όξινος· – «ξινό κρασί» = οξίνης οίνος· «γλυκό κρασί¨= χρηστός οίνος· – και μεταφορ. «ξινός άνθρωπος» = χαλεπός, σκληρός.
Ξινάρι, το, τέσσερα είδη διακρίνομεν· 1) το στενόν ή πετραξίνη· 2) το πλατύ ή αμπελοξίνι· 3) το ψευδό ξινάρι· 4) το σκαλιστήρι. – Δια του πρώτου σκάπτομεν τους αγρούς, κόπτομεν τα πρινάρια και καλλιεργούμεν γην. – Δια του δευτέρου σκάπτομεν τας αμπέλους, σκαλίζομεν αυτάς ως και τους οψίμους καρπούς και καθόλου καλλιεργούμενη γην ηροτριωμένην και παχείαν. – Το δε τρίτον αναπληροί πολλάκις και το πρώτον και το δεύτερον. – Το τέταρτο ερμηνεύει αυτό εαυτό ως μικρού μεγέθους και μικράν και εύκολον υπηρεσίαν προσφέρον. Ο Βυζάντιος συγχέει τα είδη ταύτα με τον τουρκ. Κασμάν (ίδ. την λέξ.) και με το λατ. τσεκούρι (ίδ. Λεξικ. της καθωμιλουμένης υπό Σ.Δ. Βυζ.).
Ξόλαμπρα, επίρ., ίδ. Ξέπασχα.
Ξυλοκαρπιά, η, ευφορία των δένδρων.
Ξυλοφάι, το, σιδηρούν τεκτονικ. εργ. φέρον κατ’ αμφοτέρας τας επιφανείας οδόντας, δι’ ου ομαλίζουσι τα ξύλα· λέγεται δε και άλλως Αρνάρι, το.
Ξυλοφαντίζω και Ξυλοφαντώ. Λέγεται όταν εγγίζη εν τω πέρατι ο περί το αντίον στήμων τετυλιγμένος προς ύφανσιν, και φαίνεται η επιφάνεια του αντίου, όθεν και το δίστιχον:
«Εξυλοφάντισε τ’ αντί;
Γεια χαρά τ’ ανυφαντή».
Ξύστρα, η, 1) όργανον σιδηρούν, δι’ ου ξύομεν καθαρίζοντες την σκάφην μετά το ζύμωμα· 2) όργανον, δι’ ου ξύοντες καθαρίζομεν τα οινοδόχα αγγεία.
Ξυστρί, το, η ξύστρα, δι’ ης ξύομεν τους ίππους, όλως διάφορος της ανωτέρω.
Ξυώ, ρ. μετ., ξυέμαι, μέσ. ξύω, ξύομαι.
Ξωκκλήσι, το, ναΐσκος έξω και ου μακράν πόλεως ή χωρίου. Λέγεται και άλλως Παρεκκλήσιον.
Ξωτικά, τα, αι νηρεΐδες.
Όγεσκε, επίρ. αρνήσ., Ουχί.
Όγκρος, ο, 1) φυμάτιον υπό το δέρμα των αιγών επί της εσωτερικής επιφανείας της επιδερμίδος· 2) σταγών μικρά, ποσότης ύδατος και καθόλου υγρού· «όγκρο λάδι δεν έχει το λαδικό».
Ογρατίζω, ρ. μετ. και αμ., ζημιούμαι, διαβάλλομαι, ζημιώ, διαβάλλω ή προξενώ εις τινα βλάβην· εν τη παθ. φωνή μόνος ο παρακ. εύχρηστος. «Είμαι ωγρατισμένος από τον υιό σου»!
Οϊντίζω, ρ. αμ. 1) Είμαι όμοιος προς τι. «Το φόρεμά σου οϊντίζει με το δικό μου». «Ωϊντίσαν τα αίματά τους και τους έπιασ’ η βλογιά». 2) Ομαλίζω, ποιώ τι όμοιον. «Οϊντισέ το το σανίδι να ταιριάξη».
Ολόρθος, η, ο, όρθιος. «Ολόρθος πύργος φαίνεται και χάμω κυπαρίσσι».
Ολονυχτίς, επίρ., δι’ όλης της νυκτός, παννυχί.
Ολοστίς, επίρ., όλον έν, διαρκώς, αδιαλείπτως, αδιακόπως.
Όμορφος, η, ο, Εύμορφος.
Ομορφίζω και ομορφιαίνω, ρ. ουδέτ. γίνομαι εύμορφος.
Ομούρι, επιμονή, αιτία σπουδαία.
Ομπλιγάρω (obbligare), υποχρεώ, επιφορτίζω, επιβαρύνω, ίδ. Κουπάρι.
Οντζιά, η, Ουγγία, ολίγον. «Μια οντζιά μου ’δωκες, τι να το κάμω και τούτο;»
Όπως και όπως, επίρ., αδιαφόρως, ουχί μετ’ ακριβείας.
Ορεκτικό, το, κινούν, διεγείρων την όρεξιν βρώμα και κυρίως ποτόν.
Όρη, τα, μόνον κατά πληθυντ. αριθμόν, εύχρηστον, «Παίρνω τα όρη σκούζοντας και τα βουνά ρωτώντας τον Θεόν περικαλιώντας», άσμ. και επί απαισίων «σε όρη σε βουνά σ’ έρημα λαγγάδια!» (να πέση δηλ. η χάλαζα). – «Όρη τα υψηλά» φρ. επί περενοούντος ημάς.
Ορνέκι, το (τουρκ.), δείγμα, υπόδειγμα, απομίμησις.
Οσπουργίτης. Ενταύθα η συνήθεια ετήρησεν ου μόνον την αρχαίαν λέξιν, αλλά και το ομηρικόν άρθρον. ος. ορθώς δε και αρχαϊκώς απαγγελλομένη η λέξις ήθελεν είσθαι ος πυργίτας· ωσαύτως ετήρησε την αρχαίαν απαγγελίαν του υ=ου. Η δε αμάθεια απέσπασε το ο και προσεκόλλησε το ς εις το όνομα· ως και τον ώμον λέγομεν κοινώς Νώμον· και την Ύδραν, Νύδραν, Νυδριώτην. Άλλοθι δε αφείλετο γράμματα η συνήθεια, ως την Νάξον, είπεν Αξιάν, από της ονομαστ. Η Νάξος.[3]
Ότιμος, η, ο, έτοιμος.
Ούγια, η (Όα ή ώα) 1) η παρυφή του υφάσματος απ’ αμφοτέρων των άκρων· 2) η εν τω μέσω πανίου σχημακιζομένη δια παχυτέρων κλωστών και λευκοτέρων (τίρπλης) σειρά, πού μεν πλατεία, πού δε στενή· όθεν «πανί με ούγιες» ή «πανί ουγιωτό».
Ου, επιφών. 1) θαυμασμού και εκπλήξεως. «Ου πόσ’ είναι!» «Ου πόσο χιόνι έρριξ’ έξω!» 2) επιτάσ. εν αγανακτήσει και οργή του λέγοντος· «ου να χαθής, καθώς εγίνης παληάνθρωπε!»
Ουλοένα, επίρ., ίδ. Ολοστίς.
Ουρανοκαταίβατος, η, ο, καταβιβασμένος από του ουρανού, επομένως έξοχος, εντελής, άμωμος, επίσημος.
Όχτηκας, ο, ίδ. χτηκιό, το.
Όψιμος, η, ο, επί των σιτηρών και κυρίως επί αραβοσίτου, κέγχρου, καλαμβοκίου κλπ. α και Οψιμιές καλούμεν. «Τα όψιμα ή τις οψιμιές δεν ωφελεί το πότισμα, όσο η βροχή» · 2) επί των νεογνών των κτηνών και μάλιστα των ποιμνίων, όσα τίκτουσι βραδύτερον του ωρισμένου χρόνου. «Όψιμ’ αρνί» και «’ψιμαρνί». «Όψιμο κατσίκι» και «’ψιμοκάτσικο»· 3) παν ό,τι γίνεται βραδύτερον του προσήκοντος και οίον ωρισμένου χρόνου· ως «όψιμος γάμος», ο γινόμενος εν παρηκμακυία ηλικία του ανδρός· όθεν και παροιμία περί τούτου:
«Όψιμη παντρειά,
Πρώιμ’ αρφανά».
Πάγα, η (ιτ. paga), μισθός, σύνταξις υπαλλήλου· «ας είναι γέρος, έχει πάγα από».
Παθιάζω, ρ. αμ., προσβάλλομαι βαθμηδόν υπό νόσου, πάσχω.
Παθιακός, η, ο, επίνοσος. Παθερός κατά Θηρ.
Παίδα, η, τιμωρία, ταλαιπωρία (συγκεκομ. από του παιδεία). «Σώπα μη βλαστημάς, να ζήσουν τα παιδιά σου» – «Παίδα να τα κόψη τέτοια παιδιά». Και απόφθεγ. «Τα παιδιά ’χουν παίδα» = ταλαιπωρίαν.
Παΐρι, το (τουρκ.), δύναμις, βία, δυναστεία.
Παλάβρα, η (παλαιά) λήρος γεροντικός τρόπον τινά, ανοησία.
Παλάγγι, το, δυο ξύλα παχέα, εφ’ ων ερείδονται κατά το έδαφος οινοδόχα αγγεία, ελ. Φάλαγξ και Φαλάγγη, η.
Παλαγγιάζω, ρ. μετ., τίθημι τα οινήρ’ αγγεία επί των φαλαγγών.
Παλαιούθε, επίρ., παλαιόθεν.
Παλαμάρι, το, μέρος ανοικτόν, περίοπτον.
Παλαμίζω, ρ. μετ., τίθημι την χείρα επί του Ευαγ. ομνύων. «Παλαμίζει το βαγγέλιο, και αλήθεια δε λέει ο ασυνείδητος».
Παληομοσχιά, η, βλαστός της αμπέλου διετής ή τριετής χρήσιμος εις φυτείαν· η λέξις απλή (μόσχος) εστίν αρχαιοτάτη.
Παληορούτι, το, ίδ. ρουμπί.
Παμπώνω, ρ. μετ. (πομπεύω) εξαπατώ τινά επιτηδείως και φανερώς ίνα πεισθή εις τα υπ’ εμού ως αληθή λεγόμενα ψεύδη· ερμηνεύω τι εις τινα δολίως. «Πώς μ’ επάμπωσε δεν μπορώ να καταλάβω».
Παναίριος, α, ο (Παναίρετος) · εκλεκτός, εξαίρετος, έξοχος.
Πανιάζω, ρ. ουδ., πάσχω δείμα πανικόν· δηλ. υπό φόβου ή οργής ή επιτιμήσεως αυστηράς ωχριώ, γίνομαι ώσπερ πανίον λευκός.
Πανιάρα, η, 1) πανίον, μάλλον δε ράκος προσδούμενον μετά το έτερον άκρον ξύλου, και βρεχόμενον σύρεται επί του εδάφους καιομένου κριβάνου, καθαρίζον αυτόν και μετριάζον την θερμότητα, όπως εμβληθή το φύραμα. Και το μεν ξύλον μετά του ράκους καλείται ξεσπανισόξυλο, το (Πανιστής, ο κατά Θηρ.), η δε ενέργεια Ξεπανίζω· 2) επιτίμησις σφοδρά. «Τον επήραν με την πανιάρα, ει δε μη δεν έφεγε».
Πανταχούσα, η, επιστολή, κλήσις (αγωγή) και καθόλου έγγραφον σχοινοτενές.
Παντούρι, το, η ράχις μετά των συνημμένων αυτή δύο οστών της όρνιθος και των λοιπών πτηνών. «Το παντούρι της κόττας είναι το καλλίτερον μέρος αυτής.
Παπαλιά, η, τύψις, πληγή κατά κεφαλής δια της χειρός. «Του ’δωκε κάμποσες παπαλιές».
Πάπαλο, το, ίδ. Πάπουτσι.
Πάπουτσι, την λέξιν ταύτην μεταχειρίζονται αι τροφοί και μητέρες, όταν θέλωσι να είπωσιν εις τα μικρά παιδιά, ότι ετελείωσε το φαγητό τους και δεν έμεινε τίποτε πλέον, επομένως να αρκεσθώσιν εις ό,τι έφαγον. Την δε λέξιν Πάπαλα, ην αναγράφει ο Βυζάντιος εν τω Λεξικώ της καθωμιλ. μεταχειριζόμεθα εν Πελοποννήσω προς δήλωσιν ανθρώπου ανοήτου, βλακός, μωρού, κούφου. «Αυτός είναι πάπαλο, μην τον ξεσυνερίζεσαι».
Παραβόλα, η, η παρά τοις αγροίς τοις εσπαρμένοις μένουσα χέρσος, εν η βόσκονται τα ζώα.
Παραβολιάζω, ρ. μετ., επιτηρώ ζώα βοσκόμενα εν παραβόλαις.
Παρακεί και παρέκει και παραπέρα, επίρ. τόπ. και χρόνου. «Κάμε παρακεί να καθήσω κ’ εγώ». «Παρέκει ή παραπέρα θα σε πλερώσω».
Παραλιάζω, ρ. μετ., μένω επί πολύ εις ευήλιον τόπον· αφίνω τι εις τον ήλιον επί πολύ, επομ. εκλύω, παραλύω υπό της θερμότητος.
Παραλλάζω, ρ. μετ. διαφέρω, δεν ομοιάζω.
Παραμιλάω, ρ. αμ. πυρέσων ή κοιμώμενος παραληρώ, παραλέγω, αλλοφάσσω. Παραλαλώ παρ’ άλλοις.
Παραμιλητό, το, παραλήρημα.
Παραμματιού, επίρ., με κακό μάτι. Λέγεται κατά των υποβλεπομένων. «Μ’ έχει παραμματιού ο αδερφός μου χωρίς να του κάμω τίποτα».
Παραμουσουλεύομαι, ρ. αποθ. γεύομαί τινος άνευ ορέξεως, εξακολουθών εσθίων δια λαιμαργίαν. «Μην παραμουσουλεύεσαι, δεν πεινάς φαίνεται».
Παράνταλος, η, ο και άλλως Παραηλός, η, ο, ανόητος, βεβλαμμένος τας φρένας και το σώμα.
Παραπαίρνω, ρ. αμ. 1) επί βλαπτομένων υφασμάτων λαμβανόντων βαθείαν χροιάν· και μεταφ. επί των φύσει μελαγχροινών λέγμεν, «επαραπήρε στην μπογιά»· 2) θερμαίνω υπέρ το δέον (επί των τιλλομένων δια θερμού ύδατος πτηνών) «επαραπήρ’ η κόττα στο θερμό και δεν μαδιέται»· 3) σφάλλω, αμαρτάνω (κάμνω λάθος)· «επαραπήρα κ’ επροσπέρασ’ από το σπίτι».
Παράποδας, ο, στάχυς επιφυόμενος από της ρίζης των σιτηρών μετά τον πρώτον και κύριον, ος και δια τούτο Πρωτολάτης καλείται. Αναπτύσσεται δ’ ο παράποδας καταλαμβάνων και αφομοιούμενος πολλάκις τω πρωτολάτη, και μάλιστα εν υγρώ και δροσερώ έαρι.
Παρασημειώνω, ρ. μετ. ακρωτηριάζω τινά, βλάπτω καιρίως μέλος του σώματος. «Τον εβάρεσε και τον επαρασήμειωσε».
Παράσημος, η, ο, ελλιπής, ηκρωτηριασμένος, βεβλαμμένον σπουδαίως έχων μέλος του σώματος, χωλός, ή κυλλός μη αρτιμελής· σακκάτης (τουρκ.).
Παράστρατα, τα, εκτός του ευθέος δρόμου, μεταφορ. άτοπα, απρεπή.
Παρατιμής, επίρ., παρά την προσήκουσαν τιμήν, εν υποτιμήσει. «Τι το θες, επούλησα, αλλά τα ’δωκα παρατιμής».
Παρατρίβω, ρ. μετ. 1) κλω τον άρτον εις ενθέσεις πολλάς εν αγγείω πλήρει υγρού, ώστε δεν επαρκεί το υγρόν· «επαράτριψες και δε θα βραχή το ψωμί» · 2) πάσχω φλόγωσιν εν τοις μηροίς κατά τα κρύφια μέλη δια δρόμον ή πολλήν θερμότητα.
Παραφέντης, ο, αντιπρόσωπος αναπληρών τον Κύριον· ως λέγομεν και παρανουνός και παρακουμπάρος ο αναπληρών ή και πλησίον αυτών ιστάμενος και ενεργών αντί τούτων.
Παραφυλάω, ρ. μετ. καιροφυλακτώ, ενεδρεύω.
Παραχώρησις, η, (επί κακώ) «αυτό είναι παραχώρησι Θεού» = θεία εγκατάλειψις.
Παραχωρώ, ρ., μετ. Διανέμω την ουσίαν μου. «Ο Γιάννης επαραχώρησ’ ένα χωράφι στην εκκλησιά, και τ’ άλλα στα παιδιά του».
Παρθένα, η, Θεοτόκος Μαριάμ. «Παναγία μου παρθένα μου φύλαξέ μας».
Παρουσιαστικό, το, η παρρησία.
Πας (και παρ’ ημίν μπας) = πώς (Δωριστ.) επίρ. «Πας κ’ ήρθ’ ο τάδε;» – μήπως (Μαυρ. σελ. 170).
Πασαλείφω, ρ. μετ. αλείφω τι, τελειώ, αλλ’ ελλιπώς και μεταφ. δικαιολογώ.
Πασχίζω, ρ. αμετ. πειρώμαι, σπουδάζω περί τι, διενεργώ τι παντί σθένει. «Επάσχισα να μάθω τον υιό μου γράμματα, αλλά δεν εμπόρεσα».
Πατζαλιάς, ο, νέος μη ενδυόμενος κομψώς, αλλ’ αμελώς και ως έτυχε.
Πατικιάζω, ρ., μετ. συμπιέζω τι δια της χειρός όπως λάβη χώρον ολιγώτερον.
Πατόκορφα, επίρ., από κορυφής μέχρι ποδών.
Πάχνη, η, αχλύς· και άλλως Κατσιφάρα, η.
Παχνίζω, ρ. μετ. εμβάλλω εν τη φάτνη τροφήν των κτηνών.
Πέζο, το, βάρος. «Έχει πέζο πολύ το φόρτωμα».
Πέντε· 1) ο αριθμός· επί σκιμαλισμού. – «Να πέντε στα μάτια σου!» 2) το όνομα τούτου προτάσσει η συνήθεια προ πολλών επιθέτων εις επίτασιν· οίον, η πεντάμορφη του κόσμου· – άνθρωπος πεντάκαλος, πεντάφτωχος ο παρά τοις αρχαίοις πενιχρότατος. – Πεντάχαρος, ο, ασχημότατος, πενταπάστρικος, πεντάνοστο φαΐ, πεντάρφανος, πεντόβολα κλπ. Ίσως είναι σύνθετα από του πας.
«Ω αρφανέ πεντάρφανε, ’πο μάννα κι από κύρη,
Σαν το καράβι στο γιαλό χωρίς καραβοκύρη».
(Θηρ. γλωσ. Ν. Πεταλά, σελ. 152).
Πέπιλη, η (people), πλήθος αμύθητον ζωυφίων προσφυομένων τοις λαχάνοις.
Πεπανός, η, ο, ολίγον και εκλεκτόν εσθίων, λεπτοφυής· λέγεται περί ανθρώπων και περί ζώων.
Περγιαίνει, ρ., απρόσ., γίνεται μετριότης ψύχους δια της θερμότητος του ηλίου. «Μη βγαίνης έξω, άφσε να περγιάνη» · – «επέργιανε δεν είναι ψύχρα».
Πεπελιάζω, ρ. αμετ., προσβάλλομαι από πέπελην, ίδ. την λέξ.
Περαταριά, η, πέραμα, πορθμείον.
Περικοπά, επίρ. επιτόμως, δια συντετμημένης ή μάλλον δι’ ευθείας οδού, δι’ ατραπού διέρχομαι. «Εβγήκα περικοπά» και «περικοπώτερα».
Πέρκαλα, επίρ. και επίθ. «Δεν το ’καμες καλά», – «καλά και πέρκαλα». – «Δεν είναι καλά τα παιδιά σου» – «Καλά και πέρκαλα».
Πέρπελο, το, (υπέρ πολύ)· τα πολλά. Λέγεται και επί μεγάλης φερνής ως εν τη παροιμ.
«Τα πέρπελλα χαθήκανε
Κ’ η κακαϊδή ανεμένει».
Ότι οι μέλλλοντες να έλθωσιν εις γάμον δέον ν’ αφορώσιν εις ηθικάς αρετάς της συζύγου, και ουχί εις την μεγάλην φερνήν.
Περώνι, το, 1) ήλος μέγας· ο μικρός καλείται καρφί. Εισί δε πολυειδείς· οίον πατόκαρφα, ταβανόκαρφα, πεταυρόκαρφα κλπ. 2) μεταφ. λύπη, ενόχλησις, ανησυχία. «Ο λόγος σου εκάθισε περώνι στην καρδιά μου».
Περωνιάζω, ρ. μετ. επί υγρασίας· διαπερώ, φθάνω απ’ άκρου έως άκρου. «Η βροχή με περώνιασε ίσια με το κόκκαλο». – «Με περώνιασε το κρύο κ’ έφυγα». 2) μεταφ. διερεθίζω, φέρω εις αγανάκτησιν και οργήν· οίον διαπερών δια περωνίου. «Τι φταίω; τα λόγια του μ’ επερώνιασαν και τον εβάρεσα».
Πεταυρώνω, ρ. μετ. προσηλόω πέταυρα εις…
Πεταχτάρα, η, είδος άρτου προχείρου και ταχέως κατασκευαζομένου.
Πεταχτός, ο, είδος χορού.
Πετονιά, η, σχοινίον λινόν λεπτόν προς δεσμόν διαφόρων πραγμάτων χρήσιμον.
Πετσοκόβω, ρ. μετ. τεμαχίζω· ιδία επί του βάμβακος και των μαλλίων ξαινομένων.
Πήγανον και Απήγανον, το, Πήγανον, το.
Πήχτρα, η, υγρόν ουχί εντελώς πεπηγμένον.
Πίγκα, επίρ., πλήρες μέχρι στεφάνης· «γιόμισ’ το ποτήρι πίγκα» και «πίλα».
Πιθάρι, το, ο πίθος.
Πίκα, η, άμιλλα, επιμονή, φιλοτιμία.
Πικαρίζομαι, ρ. αμετ. αμιλλώμαι, διερεθίζομαι, επιμένω.
Πιλάτος, ο, χαλεπός, δύστροπος, δυσχερής. «Αυτός είναι πιλάτος».
Πινιάζω, ρ. αμετ. πληρούμαι πίνου, ρυπούμαι· «επίνιασαν τα μαλλιά μου από την αλουσίλα».
Πίνος, ο, ρύπος των απλύρων μαλλίων των προβάτων, ελ. πίνος.
Πινιάτα, η, τρυβλίον, πινάκιον πήλινον.
Πισόκωλα, επίρ., έχω προς τινά τα νώτα εστραμμένα.
Πισοτάντανο, το, νόσος των ίππων.
Πλαδαρός, η, ο, χαύνος, μαλθακός εκ πολυσαρκίας (Κλειτόριοι).
Πλάκα, η, 1) πλαξ λιθίνη κλπ. 2) άβαξ· 3) μεταφ. θάνατος. «Αυτό που μου έκαμες δεν θα μου το βγάλη η πλάκα».
Πλάνος, ο, δέλεαρ, το. «Ολίγος πλάνος πιάνει το μεγάλο ψάρι» παροιμ.
Πλανάω, ρ. μετ. δίδωμί τινα ολίγον, μεταδίδωμι. «Έφαγε τα μήλα και δεν επλάνεσε κανέναν».
Πλαστήρι, το, σανίς, εφ’ ης πλάθομεν το φύραμα, φέρουσα ουράν, ή λαβήν, ελ. Πλάθανος, πλαθάνη, η.
Πλάστης, ο, ξύλον κυλινδρικόν, δι’ ου πλάθουσι τα φύλλα πίττας κλπ., ελ. πλαστήριον, το.
Πλαταρώνω, ρ. μετ. επιφέρω εις τα βρέφη νάρκωσιν κατά τας ωμοπλάτας δια χορόν. -ομαι, πάσχω νάρκωσιν δια ψύχος κλπ.
Πλατσαρίζω, ρ. αμετ. πατώ ή πηδώ εντός πλημμυρούντος ύδατος.
Πλένω, ρ. μετ. ελ. πλύνω. Πλην του ενεστώτ. και παρατατ. εις άπαντας τους άλλους χρόνους και εις αμφοτέρας τας φωνάς φέρει εν τη συνηθεία το ρήμα τούτο αλώβητον σχεδόν και καθαρόν τον αρχαϊκόν τύπον· οίον έπλυνα, θα πλύνω, έχω πλυμένον, επλύθηκα κλπ.
Πλόχωρος, η, ο, ευρύχωρος. – Απλόχωρος παρά Θηραίοις.
Πλυματεύομαι, ρ. αποθ. μεταχειρίζομαι ολίγον δι’ έλλειψιν. «Δεν έχομε κρασί, παρά όσο που πλυματευόμασται».
Ποδαρικό, το, ίδ. αναρραχός.
Ποδοβολητό, το, κτύπος, κρότος ακουόμενος από διαβάσεως πολλών υποζυγίων· κατά Θηραίους Ποδόλατον.
Ποκάρι, το, υποκοριστικό του πόκος, ο.
ΣΗΜ.: Τα μεν κατά Λάκωνας αρνοπόκια, δηλ. μαλλία των αμνών, ημείς καλούμεν αρνόκουρα, τα. Τα δε των προβάτων, όσα μεν εν μέρει κείρονται κατά το έαρ καλούμεν κωλόκουρα, τα. Τα δε δι’ όλης κουράς αυτών περί τας αρχάς του θέρους γινομένης ονομάζονται ποκάρια, τα. Των δε αιγών καλείται τρίχα ή τραγόμαλλον και δια ξεν. λέξ. Κοζιά.
Πολήμι, το, δεξαμενή έμπροσθεν του ληνού (ομοία πολλάκις φρέατι) προς υποδοχήν του γλεύκους, ελ. υπολήνιον. Αλλαχού της Ελλάδος καλείται αποδοχάρι και Πολήβι, το.
Πολυκάνω, ρ. αμετ. χρονίζω, διαμένω που επί πολύ.
Πολυχρονάω, ρ. μετ. εύχομαί τινι μακροβιότητα. «Ο Θεός να πολυχρονάη τον κ. Β.Σ.».
Πομπόγρηα, η γραυς άσεμνος και παμπόνηρος· οίον, εκπομπευθείσα.
Πονόμματος, ο, οφθαλμία, η, φλόγωσις των οφθαλμών.
Πορεύω, ρ. αμετ. έχω πόρον ζωής, εισόδημα. «Πώς πορεύει αυτός είναι θαύμα».
Πούργα, η, 1) υπουργία, υπηρεσία δημοσία μικρά· 2) καθαρτήριον, ελ. συρμαία.
Πουρνάρι, το, υποκορ. του πρίνος, πρινάριον.
Πουρνοκόκκι, το, ελ. πρίνου άνθος.
Πράσι-απόπρασι, (πιπράσκω). Την φράσιν ταύτην μετεχειρίζοντο εν ιδιωτ. εγγράφοις (πωλητηρίοις) επί τουρκοκρατίας, δηλούντες, ότι απώλεσεν ο κύριος παν δικαίωμα κατοχής ή κυριότητος επί του πωληθέντος πράγματος ως και οι κληρονόμοι αυτού.
Πρεδεύω, ρ. αμετ. προοδεύω. «Ο λύκος έχει τ’ όνομα και η αλπού πρεδεύει» παροιμ.
Προ-άλλαις, της, επίρ., έναρθρ. αναφερόμενον εις το εγγύς παρελθόν. «Της προάλλαις ήσαν εδώ τ’ αδέρφια μου» – ελ. χθιζά τε και πρώιζα (Όμηρ.).
Προζύμι, το, η ζύμη. Οι Ιθακήσιοι τηρήσαντες την αρχαίαν απαγγελίαν του υ=ου λέγουσι το προζούμι. – Τα δε εν τοις γάμοις προζύμια αναπιάνουσι κατά την εσπέραν της τετάρτης ημέρας της εβδομάδος, μάσσει δε το φύραμα κόρη.
Προκάνω, ρ. αμετ. Προλαμβάνω, επιμελούμαι, πράττω τι πρότερον άλλου.
Προκαρίζομαι, ρ. αποθ. νομίζω τι εδικόν μου, οικειοποιούμαι.
Πρόκουφο, το. Καλούμεν σκεύος, όπερ συσταθμίζομεν μετ’ άλλου πράγματος ελαφρού, μη δυναμένου ίνα σταθμισθή ιδία. Είτα δε σταθμίζομεν μόνον το πρόκουφον και αφαιρούντες το βάρος αυτού από του πρώτου ποσού μανθάνομεν το βάρος του ελαφρού.
Προσάναμμα και Ξάναμμα, το, εύπρηστος ύλη ξύλων λεπτών και ξηρών, δι’ ης ανάπτομεν την πυράν. Ανακάρωμα, το, κατά Σικινίους, ελ. έναυσμα.
Πρόσβαρα, επίρ., μετά περισσού βάρους· «οκά είναι και πρόσβαρα».
Προσκλαίγομαι, ρ. αποθ. επισκήπτομαι, οικτίζομαι, αποδύρομαι.
Πρόσκλοσσαις, η, ελ. Πρόκροσσαι· λέξις αρχαιοτάτη τηρηθείσα εν τη συνηθεία.
Προσκομιδή, η, τόπος ιερός, εν τω ιερατείω, ένθα θύει ο ιερεύς ιερουργών και μένουσι και τα ιερά σκεύη· οίον, το άγιον ποτήριον κλπ.
Προσκομίζω, και προσκομάω. Θύω τω Κυρίω ιεροπρακτών.
Προσπέφτω, ρ. μετ. ικετεύω, προσπίπτω τινί ταπεινούμενος.
Πρόσποδα, τα. Τα προς τους πόδας άκρα των πέπλων και των στρωμάτων. «Εγώ θα κοιμηθώ στα πρόσποδα».
Προσφορά, η και Πρόσφορο, το και Λειτουργιά, η. Ο εν τω μυστηρίω της θείας ευχαριστίας χρήσιμος άρτος ενσφράγιστος. – Βλογιά, η, κατά Θηραίους.
Προφαντό, το, 1) πρωτόλεια, απαρχαί επί οπωρών. – «Τι προφαντά μας ήφερες;» – «Σας ήφερα κεράσια κλπ.» 2) νήπιον ασθενές.
Πρωιμάδι, το, η προ του συνήθους χρόνου ωριμάζουσα σταφυλή, προ των άλλων, και τοιαύτη είναι η γλυκερήθρα παρ’ ημίν.
Πύρινος, η, ο, μεταφ. ζωηρός, δραστήριος, θερμουργός, επιτήδειος μετά ταχύτητος.
Πυρώνω, ρ. μετ. και αμετ. 1) τίθημί τι απέναντι της πυράς προς θέρμανσιν ή αποξήρανσιν (δια να στεγνώση). «Πύρωσέ το το μαντίλι να στεγνώση». 2) Πυρακτόω, πυρόω. «Επύρωσε το γυαλί, βγάλ’ το παρέξω από τη φωτιά», 3) μεταφ. άρχομαι μεθύσκεσθαι. «Επύρωσε το σίδερο και γι’ αυτό τραγουδάνε».
Πυρρογένης, ο και άλλως κοκκινογένης, ο και κοκκινότριχα, η, έχων τρίχα ερυθράν, ίδ. Κόκκινος.
Πυρρός, η, ο, ελ. Πυρρός. «Ήρθες πυρρός πυρρός σαν τα κάρβουνα».
Ράβδα, η, μεγεθ. μεγάλη ράβδος, βακτηρία.
Ραβδίζω, ρ. μετ. ρίπτω δια ράβδου (τέμπλας κοιν.) τους καρπούς δένδρου. «Ερραβδίσαμε την καρυά μας».
Ραμαζόνα, η (Αμαζών). Ετηρήθη η λέξις εν τη συνηθεία από του περί Αμαζόνων μύθου· και σημαίνει γυναίκα εύσωμον, υψηλήν, θαρραλέαν, πολύλογον, πολυφάγον κλπ., εύχρηστ. και εν ειρωνεία και εν ύβρει. – Αμαζόνα λέγουσιν οι Αιγαιοπελαγίται.
Ράσον, το, 1) μάλλινος επενδύτης λευκός ή μέλας των ιερέων και καθόλου των ανδρών· λευκός δε πάντοτε των γυναικών με χειρίδας βραχείας μέχρι του αγκώνος διηκούσας· 2) ύφασμα καθόλου μάλλινον χρήσιμον πολλαχώς.
Ράτα, η, εκδρομή, περιοδεία μικρά. «Έβγα μια ράτα εις το χωριό».
Ρέγουλα, η, δίαιτα, εγκράτεια, μετριότης περί τα βρώματα. «Έχει ή κάνει ρέγουλα και για τούτο δεν αρρωστάει».
Ρεντές, ο (τουρκ.), τρίπτης μικρός, δι’ ου τρίβουσι τον φλοιόν οπωρών προς κατασκευήν γλυκύσματος· και άλλως τριφτάκος, ελ. κνήστις, η, κνηστήρ, ο, 1) αι ουλαί, τα στίγματα τα εναπολειπόμενα ιδία εις το πρόσωπον από της ’βλογιάς. «Τον έκοψ’ η ’βλογιά και τον έκαμε ρεντέ».
Ρεντεφούντης, ο, κενόδοξος, αλαζών.
Ρεντζέλα, η, ροή υγρού ουχί κατά σταγόνας αλλά κρουνηδόν ρέοντος.
Ρεντζελάω και ρεντζελίζω, ρέω ολίγον κατ’ ολίγον σχηματίζων ρεντζέλαν.
Ρετσίνι, το, ρητίνη, η, από των πιτυών και πευκών καταρρέουσα· η των πευκών εστίν ευχρηστοτέρα και αποτελεσματικωτέρα εμβαλλομένη τω οίνω.
Ρετσινιά, η, δέρμα προβάτου ή αιγός, εν ω ετέθη ρητίνη· μεταφ. δε καλείται και η ελαττωματική ψυχικώς και σωματικών γυνή. «Του εκόλλησ’ η ρετσινιά και πάει». Επί ανδρός συζευχθέντος αναξίαν λόγου γυναίκα.
Ρεύω, ρ. αμετ. από του ρέω με δίγαμμα και ουχί από του ρέπω, ως λέγει ο κ. Ι.Χ. Σιμόπουλος (εφημ. Φιλομ. φύλ. 146), σημαίνει δε 1) πάσχων καταβάλλομαι υπό μακράς νόσου. «Έρρεψε από την αρρώστια». «Να ρέψη σαν τον Άρειο». 2) Αικίζω, μαστιγόω. «Τον έρρεψε στο ξύλο» · «θα σε ρέψω στο ξύλο, αν σε πιάσω», ο ρεμένος επί κατάρας.
Ρέψι, το ιμάτιον, ή ύφασμα παλαιόν, σεσηπός, ευκόλως διαλυόμενον.
Ριζικάρω, ρ. αμετ. διακυβεύω, διακινδυνεύω.
Ριζικό, το, μοιραίον, πεπρωμένον, αυτή η τύχη· και ρίζικο αμφίβολον.
Ριντζιαντζής, ο (τουρκ.), παρεμπίτων μεσίτης προς συνδιαλλαγήν και φιλίωσιν εριζόντων. «Έστειλε ριντζιατζήδες, αλλά ποιος τον ακούει».
Ριντζιάς, ο, παράκλησις, προσλιπάρησις. «Ένα ριντζιά θα σου κάμω». Δεν περνάει ο ρ.
Ρίχτισσα, η, μάγισσα, η, την μαντικήν δια των αστέρων και δι’ επωδών μετερχομένη γυνή, απατεών, αγύρτις.
Ρόγα, η (λατιν. roga), μισθός υπηρέτου.
Ρογατάρικα, τα, ίδ. ρογιάζω.
Ρογί, το, ελαιοδοχείον πήλινον, άλλο είδος το Λαδικό, όπερ μεταλλινόν εστι.
Ρογιάζω, ρ. μετ. τίθημι τινά υπό την υπηρεσίαν τινός επί μισθώ· «ρογιάζω το παιδί μου, τον αδερφό μου κλπ.», ρογιάζομαι μέσ., γίνομαι υπηρέτης, δούλος επί μισθώ ωρισμένω· και ρογατάρικα, τα, πρόβατα, α ποιμαίνει τις επί μισθώ, και ουχί αφεντικά· ίδ. φαγούρα.
Ρογίζω, ρ. μετ. παρέφθαρται από του αρχαίου ροδανίζω επί ταλασιουργία.
Ροδάμι, το, οι κατά το έαρ νεαροί βλαστοί των πριναρίων.
Ρόκα, η (ιτ. roca), εργ. ελ. ηλεκάτη· 1) ξυλάριον ή καλάμιον, περί ο τυλίσσεται έριον ή βάμβαξ· 2) χόρτον, λάχανον καλλιεργούμενον εν τοις κήποις· ομοιάζει κάπως μακεδονήσι. Λέγεται δε και ρούκα και χρησιμεύει ως σαλατικόν.
Ροκανίζω και ροκανάω, ρ. μετ. 1) κατεργάζομαι τι δια της ρυκάνης (εργαλ. τεκτον.) 2) μεταφ. τρώγω σκληρόν βρώμα, εφ’ ω ακούγεται ήχος τις (τριγμός).
Ροκώνω, ρ. μετ. 1) εμφράσσω, κλείω οπήν ή χαραγήν ξυλίνου αγγείου δι’ εμβολής ψιάθου, λίνου, βάμβακος ή πανίου όπως εμποδίσω το δ’ αυτής εκχεόμενον υγρόν· «ερροκώσαμε το βαρέλι και δεν τρέχει»· 2) μεταφ. κορέννυμαι.
Ρόντα, η, περίπολος, η.
Ρούγα, η, συνοικία· και τουρκιστί Μαχαλάς.
Ρουγκαυλιάζω, ρ. αμετ. αναδίδωμι παρακαίρως βλαστούς, σπερμογονώ, βλαστάνω αώρως. «Τα λάχανα ερρουγκαυλιάσανε και δεν εφάγαμε».
Ρούγκαυλο, το, ο κωνοειδής καρπός της ελάτης (περιρρεόμενος υπό πίσσης).
Ρουθούνι, το, ρώθων, ο, και άλλως Κάμουθρον, το, φρ. «Του μπήκε στο ρουθούνι» = κατενοχλεί τινί».
Ρουμπί, το (ρύπος, υποκορ. ρυπίον και χυδ. ρουμπί το υ=ου) και άλλως Κουρέλι, το, από του κείρω, ράκος ή τεμάχιον πανίου διερρωγός και πεπαλαιωμένον και ρυπαρόν, ή και όλον ιμάτιον τοιούτον· και ρήμ. Κουρελιάζω. Και όνομ. Κουρελιάρης και Κουρελής, ο αμφιεννύμενος ράκη. Κουρέλης, ο, δε παρωνύμιον· ως τα της αρχαίας γλώσσης ευμενής, επίθετ. ευμένης, κύρ. όνομα κλπ. «Εγώ ρουμπιά και κουρέλια δεν φορώ, δεν έφτασα έως εκεί, δοξασμένος ο Θεός! «Το φόρεμά μου κοντεύει να κουρελιαστή, δεν το πιάνεις με δυο βελονιές»! Το ρουμπί καλεί και άλλως η συνήθεια και ρούτα, η, από το ρέω, μεταφ. εξ ου και παληορούτι, το, ο πεπαλαιωμένος και τετριμμένος χιτών, και παληορούτα, η, σχεδόν άχρηστος γυναικείος· όθεν και το δημώδες αστείον απόφθεγμα:
«Όπο ’χει ρούτα και παιδί,
στο χορό να μην εμπή».
Περί μητρός λεγόμενον εχούσης οικογένειαν και ανάγκην όπως εργάζηται ράπτουσα και επιδιορθούσα τα ρακώδη ιμάτια αυτής και της οικογενείας και μη δαπανάται ορχουμένη και άδουσα. Άλλως ο θέλων να συγχορεύση, ανάγκη ίνα η καλώς και κοσμίως ημφιεσμένος δια να μη επισύρη τον γέλωτα και την χλεύην των θεατών και συγχορευτών του, ως συμβαίνει ενίοτε, και εξ ου φαίνεται έλαβε την αρχήν του το ανωτέρω διδακτικόν παράγγελμα.
Ρουμπώνω, ρ. μετ. (ρυπόω) κατά δε τους Στερεοελλαδίτας Κομπώνω. Λέγεται παρ’ ημίν επί του κόκκυγος και των χελιδόνων μόνον. «Μ’ ερούμπωσ’ ο κούκκος την έπαθα»! – «Μ’ ερρουμπώσαν’ τα χελιδόνια, ντέρτι θα περάσω»!
ΣΗΜ.: Ότε κατά το έαρ επανακάμπτουσιν αι χελιδόνες και ο κόκκυξ και η τρυγών κλπ. από θερμών εις ευκραή κλίματα, μεγάλην προσοχήν και σπουδήν δεικνύουσιν οι ημέτεροι χωρικοί, ίνα κατά πάσαν πρωίαν, πριν η εξέλθωσι της οικίας φάγωσι ψωμί, και είτα εξέλθωσι και ακούσωσιν άδοντα ή ίδωσι περιιπτάμενα τα ειρημένα πτηνά. Μεγάλην δε λύπην αισθάνονται, και λίαν επιζήμιον θεωρούσιν, αν νήστεις ίδωσι τας χελιδόνας και ακούσωσιν άδοντα τον κόκκυγα, οπότε δηλ. ρουμπώνονται, και νομίζουσι τούτο προάγγελον ζημίας και δυστυχίας. Διό φέρεται το επόμενον δίστιχον:
«Το χελιδόνι χλιβερό
Κι ο κούκκος φυραδιάρης».
Επειδή ο μεν υπό χελιδόνων ρουμπωθείς, πιστεύεται, ότι πολλά υποστήσεται λύπας κατά το έτος εκείνο· ο δε υπό του κόκκυγος, ότι αν ήθελε σταθμίση ελαττωθήσεται κατά πολύ (θα φυράση). Την δε πρωίαν της α΄ Μαΐου, ανάγκη έκαστος να φάγη σκόρδον, ίνα μη ρουμπώση αυτόν όνος βρωμώμενος. Ολίγοι τινές γέροντες ρουμπώνουσι και παρ’ ημίν και την τρυγόνα. Οι δε στερεολλαδίται τακτικώς ρουμπώνουσι και ταυτην. Διό φέρεται και παρ’ εκείνοις το παρ’ ημίν άγνωστον επόμενον δίστιχον:
«Τριγονίτσας κόμπωμα.
Τριών χρονώνε σκόνταμμα».
Κατά την ιδέαν των πολλών, έχων και μαντικήν χάριν ο κόκκυξ προλέγει καταμετρών δια των κελαδημάτων αυτού πόσα έτη μέλλει να ζήση ο άνθρωπος. Διό ερωτώσιν αυτόν ούτω:
«Κούκκο μου κουκκάκι μου
Κι αργυρο-κουμπάκι μου
ήθελα να σε ρωτήσω
πόσα χρόνια θε να ζήσω;»
Είτα ακούων αναμετρεί τα κελαδήματα του κόκκυγος ο ερωτών.
Ρούντα, τα, μαλλία, έρια (προς ταλασιουργίαν) βραχέα (κοντούλια).
Ρούντζα, η, κατήφεια, σκυθρωπότης· «άμα με είδε, έρριξε μια πιθαμή τη ρούντζα».
Ρουντζώνω, ρ. αμετ., σκυθρωπιάζω, γίνομαι κατηφής.
Ρουτιάζω, ρ. αμετ. (ρέω), γίνομαι πολύ υγρός και τείνω εις διάλυσιν. Λέγεται επί νοτισθείσης ή θερμανθείσης χιόνος, αρχομένης ίνα λύηται· «ερρούτιασε το χιόνι και δεν πατιέται».
Ρούπι, το, 1) 1/8 του πήχεως· 2) ως μέτρον το διάστημα μεταξύ των δακτύλων λιχανού και αντίχειρος εντεταμένων. Αγκυνόστομα κατά Θηραίους· 3) το ¼ του τουρκικού γροσίου ήτοι δέκα παράδες.
Ροφέτι, το (τουρκ.), γενεά, καταγωγή. «Αυτός είν’ κακό ροφέτι».
Ροφιάζω, ρ. αμετ. από του ροφέω, μεταφ. προσβάλλομαι υπό του ψύχους. «Κλείσε την πόρτα γιατί μ’ ερρόφιασε το κρύο»· – ήτοι με ερρόφησεν.
Ροχαλιάρης, α, ικο, συνεχώς αποπτύων σιέλους,
Ροχαλίζω, ρ. αμετ., ρέγχω επί κοιμωμένου και ρέγχοντος.
Ρόχαλο, το, πτύαλον, ο πυκτός σίαλος.
Ρόχος, ο, ροχάλισμα του ψυχορραγούντος· «εσήκωσε ρόχο ο άρρωστος, θα πεθάνη».
Ρώγα, η, 1) η ρώγα της σταφυλής· σημ. Λέγεται παρ’ ημίν το εξής απόφθεγμα:
«Της αγιάς Μαρίνας ρώγα
Και τ’ άγιο ’λιός (Ηλιού) σταφύλι,
Της Παναγιάς τον Άγουστο
Πάνε με το κοφίνι».
δηλ. πολλαχού της Ελλάδος ωριμαζουσών εντελώς των σταφυλών μέχρι της 15 Αυγούστου, πληρούσι τούτων τους κοφίνους· 2) η θηλή του μαστού δια το ομοιόμορφον· 3) τα άκρα των δακτύλων.
Ρογιάζω, ρ. ουδ. Πληρουμένων οίνου των εν τω στομάχω κελυφών των ραγών, αισθάνομαι στενοχωρίαν (φούσκωμα). Συμβαίνει δε τούτο όταν φάγη τις σταφυλάς και αμέσως πίεει οίνον· ως λέγεται.
Ρώνης, ο, πολυφάγος, αδηφάγος, λαίμαργος. «Ούλο το ’φαγες ρώνη!»
Σαβανοκαρτέρης, ο, επίνοσον έχων το σώμα, επιθάνατος.
Σαγίζομαι, ρ. αποθ., περιβάλλομαι, περικαλύπτομαι σάγω.
Σάγισμα, το, ύφασμα από τριχών αιγών (κοζιάς), χρησιμεύον ως στρώμα ή σκέπασμα ή και περιβόλαιον (καππώτα).
Σάικος, η, ο (τουρκ.), ασφαλής, ακέραιος, στερρός, βέβαιος· και ρήμ. Σαϊκώνω.
Σακκί, το και συνηθέστ. Σακκούλα, η, ο, Σάκκος· – καιρ. Σακκιάζω, εμβάλλω τι εις τον σάκκον.
Σαλαχάω, ρ. μετ. αυτό το αρχαίον Σαλαγέω, εις αω εκφερόμενον ως συνήθως ποιεί η συνήθεια, εις τα εις εω της αρχαίας, περιορίσασα τούτο εις την οδηγίαν ή επισκοπήν των ζώων και εις φωνάς και επικροτήσεις των οδηγούντων αυτά. «Σαλαχάτε τα ζώα, γιατί ενυχτώσαμε». «Σαλάχα τις κόττες από τα δεμάτια».
Σάλιαρης, αρα, ικο, σιαλώδης, ο μη δυνάμενος καλώς απαγγέλλειν, ον και Φλιαφλιάν άλλως καλούμεν.
Σαλιάρα, η, επενδύτης μικρών παιδίων μόνον εις τα έμπροσθεν από του λαιμού κρεμάμενος, όπως μη σαλιάζωνται.
Σελιέρα, η, αλατοθήκη (η περιέχουσα λειοτριμμένον άλας).
Σαλτάρω, ρ. αμετ., πηδώ, ανέρχομαί που.
Σάλτο, το, πήδημα.
Σαραντάρι, το, δυο δραχμαί διδόμεναι ιερεί, όπως ιεραργών εκτάκτως μνημονεύη ζώντος ή τεθνεώτος.
Σαρανταλείτουργο, το, καλούνται ούτω τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν γινόμεναι λειτουργίαι υπέρ ζώντος ή αποθανόντος. Εν τισι μέρεσι της Ελλάδος και μάλιστα εν Λακωνία παρασκευάζουσι μικρά προσφοράκια (πανηγυάρια προς λειτουργίαν) τεσσαράκοντα εν μια ημέρα και πέμπουσιν εις τεσσαράκοντα ιερείς διαφόρων χωρίων και ούτως εν μια ημέρα τελείται το σαρανταλείτουργο παρ’ εκείνοις.
Σάχτη και Στάχτη, η, ίδ. Θράκα.
Σβώλος, ο ελ. βώλος, η, έλαβεν εν τη συνηθεία η λέξις προτασσόμενον, σ, ως και εις πολλάς άλλας λέξεις, σκόνη, κόνις· ως εγίνετο και παρά τοις αρχαίοις έλλησι· σπίλαξ, πίλαξ, σμύρνα, μύρνα κλπ. (Δοκίμ. Δ. Μ. σελ. 65).
Σγούμπα, η, κυφότης, η, ύβος, ο – και ρημ.
Σγουπίζω, -ιαίνω, βαδίζω κύπτων, γίνομαι κυφός.
Σγουμπός, η, ο και άλ. Καμπούρης (κάμπτω), κυφός, «γυρός ώμοισι» (Οδυσ. τ. 246).
Σελεβερδίζω, ρ. αμετ., βαδίζω χωλεύων, χωλαίνω.
Σελεβερδός, η, ο, υποσκάζων, χωλός.
Σεμπρεύω, ρ. αμετ., γίνομαι σέμπρος.
Σεμπριακός, η, ο, ανήκων εις σέμπρον.
Σέμπρος, α, (Λατ.), γεωργός, ω δίδομεν τους αγρούς ημών προς σποράν και το ήμισυ του σπόρου, όπως διανείμωμεν εξ ίσου την συγκομιδήν.
Σερπετός, η, ο, ταχύς, δραστήριος μετά τινος θρασύτητος και αναιδείας· turbulent.
Σημαδιάρης, α, ικο, και άλ. σεσημειωμένος· ηκρωτηριασμένος, φέρων έλλειψιν σωματικήν σπουδαίαν.
ΣΗΜ.: Σημαρδιάρικ’ αυγό λέγομεν το μικρότερον του συνήθους ή ατελές (άτραχτο), όπερ θεωρείται ως κάκιστος οιωνός, επαπειλών δυστύχημα εις την οικογένειαν, εις ην αν ευρεθή. Κατ’ αντίθεσιν προσημαίνει και μέλλουσαν ευτυχίαν κατά τα σημεία, άπερ φέρει, ίδ. Παράσημος.
Σιακάς, ο, αστειότης, δοκιμή, απόπειρα.
Σιαματάς, ο, ταραχή, ανησυχία, τύρβη.
Σιδεροστιά, η, σιδηρούς τρίπους, εφ’ ου επιτίθεται η εψάνη, όταν μαγειρεύωμεν.
Σκάλα, η (Λατ.) 1) κλίμαξ, μεταφ. πρόοδος, επίδοσις. «Επήρε την απάνω σκάλα»· = μεταβολήν, προς ευτυχίαν από δυστυχίας. «Ο Θεός φτιάνει σκάλες κι’ άλλους αναιβάζει κι άλλους καταιβάζει»· 2) η σκάλα του αλόγου, ελ. αναβολεύς, ο.
Σκαλιθρίζω και Σκαλιθράω, ρ. αμετ., σκάπτω επιπολαίως δια των ονύχων· μεταφ. περιζητώ τι ανακινών τα πράγματα.
Σκαντζόχερας, ο, ακανθόχοιρος δια χόρτων και ιδία εντόμων κλπ. τρεφόμενος· κατά τον κ. Αποστολίδην, προσβαλλόμενος υπό όφεων και πληγάς υο’ αυτών λαμβάνων κατά το πρόσωπον δεν δηλητηριάζεται· έχει μάλιστα ηδείαν αυτού τροφήν τούτους. Αρέσκεται να διαιτάται παρά ταις φωλεαίς των εχιδνών, προς ας μάχεται και νικά αβλαβής και τρώγει ταύτας. Κατά τον αυτόν κ. Αποστολίδην είναι αμείλικτος των μυών διώκτης.
Σκαρπέλλο, το, γλυφείον, σμίλη, σμιλίον, εγκοπεύς.
Σκαρπίνι, το, είδος σανδαλίων.
Σκάρτσα, η, ακαθαρσία, ρυπαρότης δι’ έλλειψιν πλύσεως γινομένη ιδία επί των χειρών και ποδών.
Σκαρτσιάζω, ρ. αμετ., έχω σκάρτσαν.
Σκαρτσιάρης, α, ικο και Σκαρτσίλος, έχων σκάρτσαν, ρυπαρός, άπλυτος.
Σκάρτσο, (ιτ. Scarso), ελλιπές· «είναι σκάρτσο από την οκάν».
Σκαρφίζομαι, ρ. αποθ., υπονοώ, υποπτεύομαι, προνοώ.
Σκαρούχι, το, και σούρβον (Λατ. Sorbum), το ούον, ή όον.
Σκαρουχιά, η, δένδ. η όα.
Σκαμάγκι, το, βάμβαξ ηραιωμένος δια του δοξαρίου και συνεστραμμένος εις κύκλον περί εαυτόν, αφ’ ου λαμβάνουσιν μέρος αι γυναίκες, όπερ περιτυλίσσουσιν εις την ηλακάτην· καλούσι δε τούτο ξερόκιασμα. Το Σκαμάγκι καλούσιν οι Σίφνιοι Τουλούπαν.
Σκεντζές, ο, (τουρκ.) 1) στρέβλωσις, βάσανος, στενοχωρία· 2) τεμάχιον σανίδος διανοιγομένης εις σχήμα οξείας γωνίας κατά το έτερον άκρον, και προσηλουμένης επί τραπέζης, όπως κρατή τας κατεργαζομένας υπό των τεκτόνων σανίδας· και ρήμ. Σκεντζεύω, στενοχωρώ.
Σκεπαρνιά, η, μέγα σκέπαρνον φέρον αμφοτέρωθεν ακήν.
Σκεπή, η, η στέγη παντός οικοδομήματος.
Σκέπη, η, λεπτότατον σηρικόν ύφασμα διαφόρων χρωμάτων. Του πορφυρού χρώματος μετεχειρίζοντο ου προ πολλού καλύπτραν του προσώπου της νύμφης.
Σκερός, η, ο, αντί σκιερός· κατά μεταφ. έννοιαν, ευδόκιμος, εμποιών αγαθήν αίσθησιν. «Σκερός παπάς, σκερή νύφη, σκερό σπίτι».
Σκιάς, ο, κακός, φρικαλέος, κακούργος.
Σκιβαρίζομαι, ρ. αποθ., συστέλλομαι, αιδούμαι. «Γυναίκα ξεδιάντροπη δε σκιβαρίζεται».
Σκοινοκέφαλος, η, ο, ισχυρογνώμων, σκληροτράχηλος, απειθής.
Σκορδαληά, η, ίδ. Εληάδα.
Σκόρτσα, η, φλοιός· ημείς καλούμεν το δέρμα του χοιριδίου, όπερ αντί να εκδάρωμεν, εμβάπτομεν εις θερμόν ύδωρ και μαδώμεν και είτα εσθίομεν μετά του κρέατος και το δέρμα.
Σκουληκαντέρα, η, σκώληξ κρυπτόμενος τω πηλώ. Εξερχόμενος της γης προμηνύει βροχήν κατά την κοινήν ιδέαν.
Σκουντούφλα, η, σκυθρωπότης, κατήφεια, ίδ. Ρούντζα.
Σκουντουφλιάζω, ρ. αμετ., γίνομαι κατηφής, ήτοι Σκουντουφλιάρης, α, ικο.
Σκουντράω, ρ. μετ. σκουντριέμαι ρ. μέσ. ωστίζω, συνωστίζομαι.
Σκούρος, ο, είδος εντόμου πολύ μείζονος της μελίσσης και χροιάς μελαίνης μετά τινων στιγμάτων κιτρίνων.
Σκροπαλευράς, ο, η-ρού· πολυτελής, άσωτος, πολυδάπανος, μη ειδώς οικονομίαν.
Σκροπίδι, το, σκορπιός.
Σκυλιάζω, ρ. αμετ., αγανακτώ, οργίζομαι, δυσφορώ.
Σμήζομαι, ρ. αποθ. 1) οσφραίνομαι, οσμώμαι· 2) μεταφ. μανθάνω πλαγίως.
Σμερδός, η, ο, 1) δύσκολος, χαλεπός, κακός, 2) το από δύο ειδών τικτόμενον ζώον και ιδία χοιρίδιον.
Σμίχτης, ο, έχων μικρόν ποίμνιον και συνενών τούτο μεθ’ ετέρου ποιμένος μικρόν ωσαύτως έχοντος.
Σουβή, η, καταλαλιά, κακολογία. «Τον έφαγ’ η σουβή του κόσμου».
Σούγλα, η, και σουγλί, το, οβελός, δι’ ου οπτώμεν το κρέας, από του λατ. Supula.
«Άναψε φωτίτσα μου
Να ψήσω την κοττίτσα μου
Να φα κ’ εγώ να φας και συ
Να φάη κι ο φίλος πο’ ’ρχεται
Με το σουγλί στον νώμο».
Σούγελο, το (τουρκ.), υδραγωγός.
Σουρνοβαλίζω, ρ. μετ. και αμετ., σύρω τι αμελώς και απροσέκτως. Λέγεται και επί των καθ’ Όμηρον ελκεσιχίτωνας φερόντων, δηλ. ιμάτια ποδήρη.
Σούρνω, ρ. μετ. 1) σύρω, οδηγώ· κατά την αρχαίαν απαγγελίαν του υ=ου και προσθήκη του ν· και όνομα Σούρτης, ο οδηγός καθόλου και κυρ. των ποιμνίων (τουρκ.) Κεσέμι, το, φέρων τον μέγιστον και κάλλιστον κώδωνα και προπορευόμενος του ποιμνίου. – Σούρτης δε και το ξενικόν Μάνδαλον της θύρας· 2) φεύγω, απέρχομαι. «Σούρε, σούρε γλήγορα»· 3) σύρω τι έλκω όπισθεν· 4) διασύρω, κατηγορώ, κακολογώ τινα. «Γιατί σούρνεις τ’ όνομά μου;» 5) περιλαμβάνω, αριθμώ. «Ο Γενάρης σούρνει 31 ημέρες»· και Σούρτα, η, ιμάτιον ποδήρες· 6) «Σούρνω από τη μύτη» φρ. σημαίνουσα, ότι έχω τινά υπό την διαταγήν μου τυφλώς υπακούοντα.
Σούρτα, η, ίδ. Σούρνω.
Σούρτης, ο, ίδ. Σούρνω.
Σούσουρο, το, ψιθύρισμα, ταραχή.
Σουρτίζω, ρ. μετ. (σύρω) 1) δαπανώ πωλών πράγμα ουχί καλής ποιότητος· 2) τρέχω κατόπιν οδηγού ως συρόμενος τρόπον τινά. «Εσουρτίσαν τα πρόβατ’ από πίσω μου κ’ εμπήκαν στ’ αμπέλι».
Σουρτούμενα – πετούμενα, φρ. επί ποικίλων και ανομοίων ομού κειμένων ή συνακολουθούντων.
Σοφίζομαι, ρ. μετ. επινοώ, εφευρίσκω· (επί κακώ). «Κύτταξε τι εσοφίστηκε να κάμη, τι τον εσόφισ’ ο διάβολός του!»
Σοφράς, ο (τουρκ.) συνήθως χαμηλή κυκλοτερής ή τετράγωνος τράπεζα, εφ’ ης δειπνούμεν ή αριστώμεν περικαθήμενοι σταυροπόδι επί το τουρκικώτερον.
Σπάλλα, η, η ωμοπλάτη, εφ’ ης γίνεται μεγάλη οστεομαντεία, το Πάσχα ή και την εορτήν του αγίου Γεωργίου, ίδ. Λαμπριάτης.
Σπερνό, το (εσπερινόν θύμα) σίτος εψόμενος και είτα συμφυρόμενος μετά καρύων και αμυγδαλών, σταφίδων κλπ. φέρεται εις τον ναόν εις μνήμην αγίων και τότε λέγεται Σπερνό ή υπέρ αποθανόντων και λέγεται Κόλλυβο.
Σπινώνω, ρ., μετ. (σπίνος ή σπινός), σμικρύνω, ελαττόω το φως του λύχνου σύρων προς τα εντός το ελλύχνιον, όπως αναδίδη μικράν φλόγα.
Σποριά, η, τμήμα αγρού καλλιεργουμένου χωριζόμενον υπό του γεωργού δι’ αύλακος.
Σπορίτης, ο, επιβήτωρ κριός ή τράγος.
Σπουργίτη, ο, ίδ. οσπουργίτης.
Σπούρνη, η, ίδ. Θράκα.
Σταλίκι, το, ξύλον επίμηκες, εφ’ ου ερειδόμενοι οι λέμβον ή ποταμηγόν (σκάφην) διευθύνοντες στρέφουσιν αυτήν κατά το δοκούν, ελ. Στάλιξη, η και σταλίς, η.
Στάλακας, ο, το από της στέγης των οικιών δια της υδρορρόης υέτειον ύδωρ.
Στάλος, ο, ο χρόνος και ο τόπος, ένθα εν ώρα θέρους αναπαύονται κατά την μεσημβρίαν υπό σκιάν τα ποίμνια μη βοσκόμενα.
Σταξιά, η, σταγών, στάξις, η.
Στασιό, το, στάσις, ηρεμία. «Δεν έχει στασιό πουθενά».
Σταυραδερφός, η, -δέρφι, αδελφοποίητος.
Σταυρομάννα, η, σταυροπατέρας, ο, ίδ. μπουραζέρης.
Σταυρός, ο, 1) σταυρός κατά την εκκλησίαν· 2) τύπος του σταυρού προσευχή, «σήκω να κάμην το σταυρό σου να κοιμηθής» · 3) απόφασις αμετάκλητος· «έκαμες όρκο και σταυρό να μη γυρίσης πλιά».
Σταυροπόδι, επίρ. μετ’ άρθρου ενίοτε· με εσταυρωμένους (κεκλιμένους) τους πόδας. «Κάθημαι σταυροπόδι» = ελ. κάθημαι συγκάπτων τους πόδας.
Σταυροστράτι και σταυροδρόμι, το, ένθα διασταυρούνται αι οδοί, ελ. τετραόδιον, το.
Σταυρώνω, ρ. μετ. 1) ευλογώ τινα ευχόμενος δια του σταυρού. «Σταύρωσέ μου, παπά, τα μάτια μου». 2) Ποιώ το σημείον του σταυρού επί τινος κοιμωμένου μάλιστα. «Σταύρωσε πρώτα το παιδί, και στερνά σήκωσέ το». 3) Συναντώ επίτηδες τον αποφεύγοντά με διασταυρών την οδόν· «ελάκκησε, αλλά ’γω τον εσταύρωσα και του βγήκα μπροστά» · 4) στενοχωρώ, επιβάλλω τινί την θέλησίν μου. «Μ’ εσταύρωσε, τι να κάμω; καλά και σώνει θα μου το δώσης το φέσι και το ’δωσα».
Στειλιάζω, ρ. μετ. εμβάλλω το στέλιον εις αξίνην, πέλεκυν ή σκέπαρνον. Στελιώνω κατά Στερεολλαδίτας· ελ. Στελειόω.
Στειλιάρι, το, ξύλον κυλινδρικόν αναλόγου μεγέθους εντιθέμενον εις αξίνην κλπ. και καθιστών ταύτην χρησίμην προς εργασίαν, ελ. στέλιον, το.
Στερνός, η, ο, ύστερος, τελευταίος· 1) επί ευχής. «Καλά στερνά να μας δώσ’ ο Θεός»! όπερ οι λόγιοι λέγουσιν άλλως «τέλος αγαθόν». 2) Στερνό και ακλούθι (ακόλουθον τοκετού) καλούσι το μετά την γέννησιν του βρέφους καταπίπτον από της μήτρας περικάλυμμα τούτου. 3) Στερνοί ονομάζονται προσέτι αι αλγηδόνες αι προερχόμεναι από της συστολής της μήτρας μετά τον τοκετόν.
Στομαχικό, το, κατάλληλον, ή αρμόζον τω στομάχω, ορεκτικόν.
Στουπίρω, ρ. αμετ. (stupire ή stupidire), εκθαμβούμαι, εκπλήττομαι.
Στραχώνω, ρ. μετ. κλείω την αστράχαν, ίδ. την λ.
Στραβοστομίζω, και στραβοστομάω, ρ. αμ. φοβούμαι καθ’ υπερβολήν, υπερεκπλήττομαι· όπερ και άλλως λέγομεν· «μένω ανοιχτό το στόμα».
Στοβοχειλιάζω, ρ. αμετ. δυσαρεστούμαι, δυσφορώ, λέγεται επί των παιδίων ιδία των προδιατιθεμένων ίνα κλαύσωσιν.
Στρέγομαι, ρ. στέργω, αποδέχομαι, συναινώ.
Στρόπος, ο, σχοινίον λινόν φέρον κόμβον κατά το άκρον, ελ. Στρόφος, ο.
Στρόφος, ο, νόσος επί του λαιμού των ζώων. «Στρόφος να σε κόψη, τι κάνεις έτσι;»
Στρώση, η, 1) σάκκος μέγας προς απόθεσιν πραγμάτων κλπ. 2) η κατά τον κ. Αινιάνα στρωματιά, η, δηλ. μάλλινος σάκκος πληρούμενος στοιβής, εφ’ ου εφαρμόζονται τα κατειργασμένα ξύλα του σαγμαρίου.
Στυλώνω, ρ. μετ. Στυλόω· και μεταφ. ευτονώ, γίνομαι εύθυμος μετά το φαγητόν ή μετά λόγον ευάρεστον, «Μ’ εστύλωσε το φαΐ, το γιατρικό, ο λόγος σου κλπ.» και Στυλωτικό φάρμακον.
Συγγενολόγι, το, ο νεποτισμός, δηλ. η προτίμησις και εις θέσεις διορισμός των συγγενών εκ μέρους ισχυρού, αρξάμενος παρά των παπών της Ρώμης και παραδεχθείς και παρά του Ναπολέοντος κλπ., η δε λέξις Νεποτισμός γίνεται από του λατιν. neposotis, ο έγγονος (υιός υιού ή θυγατρός).
Συγκαλόκαιρα, επίρ., διαρκούντος του θέρους· «Συνέμπαζε τα ξύλα συγκαλόκαιρα για να ξεραίνωνται».
Συγκαταβαίνω, ρ. αμετ. 1) καταβαίνω μετ’ άλλου ομού. «Συγκαταβαίνουν πίνουνε, συναναιβαίνουν τρώνε» · 3) μεταφ. ολιγοστεύω, ελαττόω την τιμήν πράγματος.
Συμπάω, μετ. ωθώ τους δαυλούς υπό την πυράν και μεταφ. συντρέχω, αναγκάζω.
Συναύλακα, επίρ., πλησίον άλλου κτήματος διαχωριζομένου δια κοινού αύλακος.
Συναυλακάρης, ο, όμορος, γείτων, έχων κτήμα διαχωριζόμενον δι’ αύλακος.
Συναχώνομαι, ρ., αμετ., πάσχω από κατάρρου.
Συνεμπάζω, ρ., μετ. συγκομίζω, προμηθεύομαι εγκαίρως τα χρειώδη, «Του σταυρού τον μήνα συνεμπάζουνε για το χειμώνα».
Συντάβληστρο, το, ξύλον επίμηκες δι’ ου ωθούμεν τους δαυλούς εις τον κρίβανον· μεταφ. βοηθός επί δυσχερούς έργου.
Συνταβλιώ, και συγκροτάω· εξάπτω την πυράν· 2) συντρέχω, υποβοηθώ.
Συσταρίζω, ρ. μετ. αποκαθίστημι.
Συφάμελος, η, ο. Πανοίκιος, πανέστιος.
Συφερτικός, η, ο, συμφέρων, ωφέλιμος.
Συφουλλιάζω, ρ. μετ. συγκλείω, συνενόω τα έμπροσθεν άκρα του ιματίου περί το στέρνον. «Συφουλλιάσου, μην είσαι ’ξαστηθιασμένος». Φράξου, λέγουσι τούτο οι Αιγαιοπελαγίται.
Συχάλικο, το, πλήρες χαλίκων έδαφος.
Σφαλτός, η, ο, σφάλλων, αμαρτάνων, φρενόλειπτος, ελλιπής τον νουν.
Σφαράγγι, το, ο ασπάραγος.
Σφαραγιά, η, ασπαραγωνία.
Σφουγγάτο, το, έδεσμα κατασκευαζόμενον από κρομμύων, βουτύρου και ωών.
Σφούγγιο, το, ελ. μυλήκορον.
Σφραγίδα, η και χυδ. σουφραγίδα, η, 1) ξύλινος τύπος, δι’ ου σφραγίζομεν τον άρτον (την προσφοράν ή λειτουργιάν), ω χρήται ο ιερεύς εν τω μυστηρίω της θείας ευχαριστίας προς θυσίαν· 2) δακτύλιος ή απλούς λίθος φέρων επιγραφήν ή προτομήν, ον και αντίκαν καλούμεν από του λατ. antiqua (αρχαία).
Σπαργανίζω, ρ. αμετ. τίκτω, επί το ευφημότερον αντί των παρ’ ημίν γεννώ ή παιδοκομάω. Το ρήμ. όλως άγνωστον παρά Πελοποννησίοις εύχρηστόν εστι παρά Στερεοελλαδίταις.
Σφραγίζω, ρ. μετ. τίθημι σφραγίδα, 2) μάσσω λειτουργιάν.
Σώσιμο και Στραγγίδια, τα, ο τελευταίος οίνος, ον Αποκαμούσι, το, καλούσιν οι Ηλείοι. «Το κρασί είναι σώσιμο, δεν είν’ καλό».
Τάβλα, η (λατ. tabula) 1) σανίς από διαφόρων δέντρων· 2) μάλλινον ύφασμα τετράγωνον χρησιμεύον παρά τοις χωρικοίς ως τράπεζα, δεχομένη τα προς βρώσιν παρατιθέμενα· 3) εστίασις, συμπόσιον. «Σήμερα είχαμε τάβλα στου πεθερού μου».
Ταβλώνω, ρ. μετ. εστιώ τινα. Ταβλίζομαι κατά τον Πτωχοπρόδρομον, ίδ. ατακ. Κορ. τόμ. Α΄, σελ. 178.
Ταλιαρίζω, ρ. μετ. (tagliare = κόπτειν) τέμνω, τύπτω, αικίζω.
Ταμάχι, το (τουρκ.), πλεονεξία, απληστία.
Ταμαχιάρης, ο, πλεονέκτης, άπληστος.
Τανάλια, η, ηλάγρα, η.
Ταντανιάζω, ρ. αμετ. αποξηραίνομαι υπό του ψύχους, πάσχω ξεροτάντανον.
Τάντανον, το, 1) ψύχος δριμύ αποξηραίνον, ή αιμοδιάζον ημάς· 2) ασθένεια των ίππων, ήτις και ξεροντάτανον λέγεται.
Τάξι, η, 1) η τάξις· 2) τα έμμηνα των γυναικών. «Η γυναίκα που δεν έχει την τάξι της δεν έχει και καλήν υγείαν».
Τάραμα, το, ζύμη, και καθόλου φύραμα εμπεριέχον πολύ ύδωρ, και κλίνον μάλλον εις το υγρόν ή εις το στερεόν.
Ταρραμονή, η και Ταρρός, ο, καταιγίς, πολυομβρία. «Έκαμε τις προάλλες μια ταρραμονή, όπου Θεέ Δημητρίου». «Τα γίδια ψοφάνε από τον ταρρό».
Τάχτι, το, τόπος υψηλός, περίοπτος, άποπτος.
Τέλεια, 1) επίρ. ουδόλως, παντάπασιν· 2) όνομ. ουδέτ. κόσμος στολισμός της νύμφης· «η νύφη ακόμα είναι με τα τέλεια στο κεφάλι»· 3) ευχή εις τους μεμνηστευμ. «Στα τέλεια σας!»
Τελεύω, ρ. μετ. και αμετ. 1) καταβάλλω τινά δι’ αικισμού. «Τον ετέλεψε στο ξύλο»· 2) αποκάμνω, απαυδώ, καταβάλλομαι. «Ετέλεψ’ από την αρρώστια».
Τεμπελίκι, το, (τουρκ.), τα προς οδοιπορίαν χρειώδη, α φορτίζομεν επί του ζώου, εφ’ ου θέλομεν ιππεύσει. – ελ. αποσκευή.
Τεμπηχιάζω, ρ. μετ. προαγγέλλω, προδιατάσσω, προκηρύσσω. «Σ’ ετεμπήχιασα να μαζώξης τα ζωντανά σου, γιατί παν στ’ αμπέλια». «Ετεμπηχιάσανε στην εκκλησιά ταχιά να πάνε να σιάξουν τον δρόμο».
Τεσιλίμι, (τουρκ.) επίρ., τετελεσμένον, έτοιμον· «ως τη δευτέρα θα το ’χω τεσιλίμι το γελέκι σου».
Τερμπηγές, (τουρκ.), έθος, τάξις, περιορισμός.
Τζάπα, η και Τζαπί, το (ιτ. Zappa), η αξίνη. «Δεν είσαι για γράμματα, πιάσ’ την τζάπα».
Τζεράνη, η, καπνός (από των καιομ. ξύλων) και το πράγμα το υπό τούτου μελανθέν.
Τζερανιάζω, ρ. μετ. μελαίνω, ρυπόω τι δια του καπνού.
Τζεράνω, η και Τζερανιασμένη γυνή πελιδνή, ίδ. και Βάμμω, η.
Τζερβέλο, το, μυελός, εγκέφαλος. «Μου χάλασε το τζερβέλο ο λόγος σου» = μ’ εζάλισε, μ’ εσκότισε.
Τζιλιχρός, η, ο, ισχνός, όμοιος τη Κίχλη. Νομίζω ότι η λέξις εσχηματίσθη από την λέξ. Κίχλη κατά φραγγικήν απαγγελίαν του χ = c. Διό η συνήθεια λέγει Τζίχλαν την Κίχλην. Τζιριγλός κατά Θηραίους.
Τζιντζιλονόμος, ο, μεταχειριζόμενος ολίγην και εκλεκτήν τροφήν, δύσκολος ο μη στέργων τη τυχούση τροφή.
Τζετζεντού, η, ειδ. πτηνού μικρού· όπερ κελαδεί κατά τον Μάρτιον ιδία και Απρίλιον· ερμηνεύουσιν οι πολλοί το κελάδημά του ούτω:
«Τζετζεντού τζετζεντού!
Βάλτε το πανί στ’ αντί
Τι έφθασ’ η τρανή λαμπρή
Και η μακρυά σαρακοστή».
Τζιτάρι, το, 1) άψητος άρτος, ωμός ουχί εντελώς αλλ’ ολίγον ωπτημένος· 2) μικρόν παιδίον, νήπιον ή και ασθενές.
Τζουρούλι, το, τεμάχιον μικρόν, κομμάτιον.
Τζουρουλιάζω, ρ. μετ. τέμνω εις λεπτά και πολλά τεμάχια και ιδία τον άρτον.
Τοίγαρις, μορ. απορημ. = μη, μήπως.
Τόμους, μόρ. χρον. και υποθετ. «Τόμους σ’ άκουσα εσηκώθηκα». «Τόμους θέλης, έρχομαι μαζί σου».
Τουλούπα, η, μαλλία συνεστραμμένα περί εαυτά εις σχήμα κυλίνδρου όπως εντεθώσιν εις ηλακάτην και νησθώσιν.
Τουλουπιάζω, ρ., μετ. κατασκευάζω τολύπην, ελ. τολυπεύω.
Τουρλού – τουρλού (τουρκ.) επίρ., παντοειδείς φύρδην μίγδην.
Τρακάδα, η, τα τακτικώς επιτιθέμενα καυσόξυλα. Την δε σωρείαν λίθων καλούμεν Αρμακάν, ή Τρόχαλον· και την των στρωμάτων και παπλωμάτων κλπ. Γιούκον.
Τρακάρω και Τρακαρίζω, ρ. μετ. ερίζω προς τινα, φιλονικώ. «Τα τρακαρίσαμε στα γιομάτα».
Τράμπα, η, αλλαγή εν εμπορία πράγματος αντί πράγματος και ιδία επί ζώων. «Έκαμα τράμπα τ’ άλογό μου, επήρα ένα μουλάρι και δέκα τάλληρα».
Τραμπάλα, η, είδ. παιδιάς. – Εμπήγνυταί που στερρώς ξύλον καθέτως, έχον οξείαν την κορυφήν. Επί δε τούτου τίθετ’ οριζοντίως έτερον εν τω μέσω τετρημένον ούτως, ώστε εφαρμοζόμενον επί του καθέτου να κινήται περιστρεφόμενον και αποκλίνον οτέ μεν εντεύθεν, οτέ δε εκείθεν, εφ’ ου κάθηνται οι παίδες διασκελίζοντες ή πρηνείς πίπτοντες επ’ αυτού (με την κοιλιά) είς ή και πλείονες εκατέρωθεν και ωθούσι προς τα εμπρός ή και άνω και κάτω το οριζόντιον ξύλον, και ούτω τραμπαλίζονται λέγοντες:
«Τράμπα τραμπαλλίζομαι,
Πέφτω και ραγίζομαι.
Και βαρώ το γόνα μου,
Και με κλαί’ η Παγώνα μου.
Και βαρώ το νύχι μου,
Και με κλαί’ η νύφη μου».
Οι πρηνείς πίπτοντες παίδες βλέπουσιν αντιθέτως των του ετέρου άκρου.
Τραμπαλλίζομαι, ρ. αποθ., ίδ. Τραμπάλλα.
Τραναίνω, ρ. αμετ. και μετ. 1) αναπτύσσομαι, ηλικούμαι, προάγομαι. «Τώρα πλιά ετράνηνες, μην κάνης τρέλλες». – «Ο ανιψιός μου ετράνηνε, δεν καταδέχεται να μου γράψη»· 2) προστατεύων και υπερασπίζω τινά υλικώς και ηθικώς καθιστώ ισχυρόν και ενίοτε θρασύν. – «Ώσπου τον τράνηνα τον υιό μου, μ’ αλησμόνησε». «Ετράνην’ ο φίλος που καταδέχεται να ειπή καλ’ ημέρα!»
Τρανός, η, ο, παρήλιξ, μέγας και επί ηλικίας και επί ηθικής δυνάμεως και πλούτου.
Τραφιάζω, ρ. μετ. ρίπτω εν τράφω και καλύπτω χώματι και ιδία ενταφιάζω κακόν άνθρωπον. «Τον ετραφιάσανε και πάει στην οργή του Θεού».
Τράφος, ο, δωριστ. η τάφρος.
Τρέμουλα, η, τα υποκρεμάμενα υπό περιάπτων κοσμήματα δι’ αλύσου.
Τρικόμπι, το, ινίον.
Τριτάρικο, το. Όταν δίδωμεν γεωργώ τον αγρόν ημών προς σποράν, ίνα εν καιρώ αποδώση ημίν το τρίτον του εισοδήματος.
Τριτοήμερα, επίρ., κατά την τρίτην ημέραν. «Θερμαίνεται τριτοήμερα».
Τριτώνω, ρ. αμετ., τριτεύω.
Τριφτάδες, η (τρίβω) τα ρενιστά του κ. Αινιάνος, η ρανιστέδες των Αμφισσέων, ας κατασκευάζομεν ημείς ωδέπως: – Εμβάλλουσι δηλ. εις άλφιτα αναλόγως ολίγον ύδωρ εν τη ζυμωτική σκάφη και μάσσοντες ταύτα τρίβουσιν, οπότε σχηματίζονται κόκκοι από του φυράματος ίσοι σχεδόν με ρεβίθια. Είτα δε βάλλουσι τούτους εν κοσκίνω αραιώ και πιέζοντες τρίβουσιν αυτούς. Εξέρχονται δε τότε του κοσκίνου μικρότεροι κόκκοι, ους έψουσι και ροφώσι μετ’ οίνου κιρνώντες. – Καλούσι δε τινες Μπιρμπιλιόναις και ντρόμιζαις. – Ο μακαρίτης Θεόδ. Κολοκοτρώνης έλεγε περί αυτών. «Φτιάστε βλάχικον καφέ, που πυρώνει και τυλώνει». – Εν τη επαρχία Καλαβρύτων και αλλαχού αντί τούτων συνειθίζουσι τας λεγομένας χυλοπήττας πολύ λεπτάς κεκομμένας, ας μεταχειρίζονται τον χειμώνα μετ’ οίνου.
Τριψιάνα, η, (τρίβω) 1) ψιχία από της τραπέζης πίπτοντα· 2) άρτος κεκλασμένος εις ψωμούς ή ενθέσεις (μπουκιές), ήτοι τεμάχια μικρά εμβαλλόμενα εις ζωμόν ή γάλα.
Τρουμπέτα, η, 1) η σάλπιγξ· 2) μεγάλη φωνή, ευκρινής. «Το θες να στο ειπούν με την τρουμπέτα».
Τρουπής, ο (τρύπα), λωποδύτης, κλέπτης επιτήδειος λίαν. Τρουπιάς, ο, λέγεται υπό των Ακαρνάνων.
Τρυγάω, ρ. αμετ. επί των αμπέλων και μελισσίων· 2) εύχρ. κατά το γ΄ πρόσωπ. μεταφ. «Με τρυγάει μια λιμόκαψ’ από καιρό».
Τσακόπιασμα, το, ελ. ρύσιον.
Τσιαλιχτάω, ρ. αμετ. μόν. κατ’ ενεργ. φωνήν· σπουδάζω περί τι, φροντίζω, μεριμνώ, επιμελούμαι. – «Ετσιαλιχτήσαμε και το σώσαμε τ’ αμπέλι».
Τσιαχτιλής, ο, επιμελής, σπουδάζων περί τι.
Τσιαρές, ο (τουρκ.), τρόπος, μέσον, ευκολία.
Τσίβαρο, το, πίτυρον, και κοιν. πίτουρα.
Τσιγγούνης, α, ικο, φιλάργυρος, λίαν φειδωλός, κυμινοπρίστης.
Τσιληπουρδάω, ρ. αμετ., Σιληπορδέω.
Τσιμπίδα, όργαν. εν τη εστία, δι’ ου εξάπτομεν την πυράν, συλλαμβάνοντες δαλούς, άνθρακας κλπ. ελ. πυράγρα ή πυρολαβίς· και καρκίνος, μεταφ. από του σχήματος. – Διάφορος όλως και το σχήμα και την χρήσίν εστιν η Μασιά (τουρκ.), ομοιάζουσα με ισοσκελές τρίγωνον φέρον μακράν ουράν προς την βάσιν, ίδε Μασιά.
Τσιντσικώνω, ρ. ουδ., θυμούμαι, οργίζομαι δεικνύων την οργήν μου δια σιωπής.
Τσιοκανίζω και Τσυκίζω, ρ. μετ. συνεγγίζων κτυπώ, συγκρούω τι προς άλλο· ως γίνεται κατά το Πάσχα δια των κοκκίνων ωών, και εν τοις συμπίνουσι και συγκρούουσι πλήρη οίνου τα ποτήρια. «Έλα να τα τσυκίσωμε, ευοίβα!»
Τσιώνω, η, Κίων, ο, αυτή η αρχαία λέξις κατά ξενικήν απαγγελίαν του κ=c λίθος εμβαλλόμενος ως όριον εν ομόροις αγροίς.
Τσιωνάρω, ρ. αμετ., ίσταμαι ως κίων, ως στήλη.
Τυλιγάδι, το (τυλίσσω), κάλαμος συνήθως ωρισμένου μήκους, δι’ ου προπαρασκευάζουσιν αι γυναίκες το προς ύφανσιν νήμα. Αντυλιάδη, καλούσι τούτο οι Θηραίοι.
Τυλίχτρα, η. Δύο διχαλωτά ξύλα (όμοια προς γ) εμβεβλημένα παραλλήλως εις επίπεδον μέρος κατωφερές ολίγον, πήχυν όλον και πλέον τι αλλήλων αφιστάμενα, εφ’ ων τίθεται το αντίον, περί ο ειλίσσεται ο στήμων δια τεχνικής εργασίας των γυναικών.
Τυλώνω, ρ. μετ. (τύλος), εξογκώνω, χορταίνω ή κορέννυμι· και μεταφ. αικίζω σφοδρώς. «Την ετύλωσα, δεν πεινάω». «Τον ετυλώσανε ξύλο».
Τυφλοπάνα, η και Τυφλομύιγα, και τυφλοπανίτσα, η παρ’ άλλοις· είδος παιδιάς, ελ. ψηλαφίνδα.
Υποθεσιάρης, ο, μεθ’ ου έχομεν υπόθεσιν ιδία δίκην, διάδικος, αντίδικος.
Υφάδι, το, το δια της κερκίδος διαπερώμενον μεταξύ του στήμονος νήμα εν τω ιστώ (αργαλειώ) συναποτελούν την οθόνην ή πανίον· ελ. Κρόκη, η, μίτος, ο, ροδάνη, η.
Υφαίνω, ρ. μετ., λέξις απαντώσα και παρ’ Ομήρω, περισωθείσα ως και πολλαί άλλαι εν τη καθωμιλημένη.
Ύψωμα, το, 1) τόπος υψηλός, λόφος περίοπτος, 2) το από εσφραγισμένου άρτου (προσφοράς ή λειτουργιάς) τεμάχιον αγιαζόμενον υπό ιερουργούντος ιερέωςδια της προσεγγίσεως τη ιερά κύλικι. Το κατά την μεγάλην πέμπτην (εβδομάδα των παθών του Κυρίου γινόμενον) εστί το ιερώτατον πάντων ύψωμα κατά την ιδέαν των πολλών, εμβαλλόμενον και εν περιάπτοις, ίδ. την λέξ. Απλογιέμαι.
Φαγάς, ο, φαγού, η, φαγανιάρικο, το, φάγος, πολυφάγος, γαστρίμαργος, λαίμαργος· συντιθέμενον μετ’ ονόματος μεταπίπτει εις την δευτέραν κλίσιν και μεταβάλλει πως ένννοιαν· οίον, αδερφοφάγος, ο αδικών αδελφόν σφετεριζόμενος το ανήκον εκείνω μέρος. Χωματοφάγος ο πλεονεκτών και μετακινών όρια.
Φάγνα, η, τροφή των αλόγων ζώων και κυρ. των υποζυγίων.
Φαγούρα, η, 1) ελ. κνησμός, ξυσμός, αδαγμός. 2) Όταν ποιμήν τις αποδέχεται να ποιμάνη ωρισμένον αριθμόν θρεμμάτων τινός, καρπούμενος τούτων και αποτίνων τω κυρίω των κτηνών συμφωνηθείσαν ποσότητα βουτύρου, ή τυρού, ή χρημάτων, και εν επί των δέκα· η δεκάτη αύτη καλείται φαγούρα. Είναι δ’ υπόχρεως ο ποιμήν να επιστρέψη τω κυρίω τα θρέμματα εν καιρώ όσα και οίας ηλικίας παρέλαβεν αυτά το πρώτον. Διό λέγονται ταύτα άψοφα ή αφεντικά, προς διαστολήν των διδομένων επί μισθώ του ποιμένος, άτινα ρογατάρακα ονομάζονται. Όταν δε τα θρέμματα ταύτα δίδωνται επί διαμονή τω ποιμένι μετά του κυρίου καλούμεν αυτά μισιακά.
Φανέστρα, η, η επί στέγης οικίας οπή προς τε φωτισμόν των οικούντων και έξοδον του καπνού, και ανάβασιν επί της στέγης εν καιρώ πυρκαϊάς· παρ’ άλλοις λέγεται Φεγγίτης, ο.
Φανός, ο, η φλοξ του καίοντος λύχνου· «πολύ φανό έβαλες στο λυχνάρι», ίδ. και Λάμπαδος, ο.
Φαρακλός, η, ο, ίδ. Καραφλός.
Φαράσι, το (τουρκ.), όργ. δι’ ου ρίπτομεν τα σκουπίδια.
Φαρμακλήθρα, η, είδος αγριολαχάνου πικρού, ολίγον διαφέροντος του ραδικίου.
Φαρμασσόνος, ο, ασεβής, καλός, δυσπρόσιτος· ο μασσόνος.
Φαρμουντάδα, η, επιδεξιότης, επιτηδειότης.
Φαρμουντός, η, ο, επιδέξιος, επιτήδειος, υγιής, πρόθυμος.
Φαρσί, επίρ., απροσκόπτως, ταχέως, απταίστως, «διαβάζει φαρσί».
Φαρσωμένος, η, ο, ευτραφής, εύσωμος, υγιέστατος.
Φάτσα, η (faccia)· 1) τοίχος από λαξευτών και κανονικών εκτισμένος λίθων· 2) παρρησία, θάρρος. «Του το είπε φάτσα, δεν τον εντράπη»· 3) αγορά, πλατεία.
Φακίδα, η, στίγματα επί του προσώπου υπομέλανα, διάφορα όλως των εληών, ελ. φακός, ο.
Φακιδιάρης, α, ικο, ο έχων φακίδας.
Φαφαδι(τι)άζω, ρ. αμετ., γίνομαι απαλός δι’ υγρού τινος, οίον ύδατος, γάλακτος κλπ.
Φειδάς, ο, εχιολέκτης· ούτοι επιδεικνύοντες τους όφεις πωλούσι το φειδόχορτον ή φειδοβότανον.
Φειδοτόμαρο, το, σύφαρ, το, η λεβηρίς· σημ. οι πολλοί θεωρούσι τούτο ως φάρμακον κατά του χρονίου πυρετού· καίουσι δηλ. τούτο μέχρις ου απανθρακωθή. Είτα δε λειοτριβούσι και πίνουσι μεθ’ ύδατος την κόνιν.
Φέρμα, το, 1) τόπος, δι’ ου συγκαταρρέουσιν ύδατα ορμητικώς πως· «έχει φέρμα η στράτα εκεί, και δι’ αυτό κόβεται» 2) εν τω πληθυντ. αριθμώ σημαίνει και τρόπον, ήθος, συμπεριφοράν. «Τα φέρματά του δεν είν’ καλά».
Φέρσα, η, ταινία, χωρίς της επιδερμίδος μετά του λίπους ή και του κρέατος του χοίρου.
Φινίρω, ρ. μετ., τελειώνω, περατώνω, καταστρέφω (finire).
Φίνο, το (fino), λεπτόν, εκλεκτόν, αρίστης ποιότητος.
Φλετουράω, ρ. αμετ., πετώ, κινούμαι ελευθέρως. Λέγεται επί ζωηρών νηπίων.
Φόκος, ο (fuoco), 1) πυρ, πυρά· 2) μεταφ. διερεθισμός, διαβολή.
Φόρτσα, η (forza), ορμή, βία, δύναμις, έφοδος.
Φορτσάρω, ρ. μετ., δίδω εις τι ορμήν.
Φούντα, η (λατ. funda), ελ. θύσανος, ο.
Φουντανέλλα, η, ελ. βοθρίον.
Φουντάρω, ρ. μετ. (funtare), παρουσιάζω αίφνης και παρ’ ελπίδα.
Φούντο, το (fondo), βάθος, καταστροφή.
Φούρια, η (furia), βία, ορμή.
Φουριόζος, α, ικο, ορμητικός, βίαιος, θυμώδης.
Φουρμαγιέλα, η, είδος τυρού (κεφαλοτυριού) κατασκευαζομένου κυρίως εν τη Επαρχία Καλαβρύτων (εν αγίω Βλασίω μάλιστα) υπό των ποιμένων εις μικρούς σπονδύλους και είναι περίφημος δια την ταχύτητα και γλυκύτητά του.
Φουρλατίζω, ρ., αμετ., περιτρέχω, περιέρχομαι αγανακτών κατά τινος και οργιζόμενος.
Φρέσκος, α, ο, (fresco), νωπός, νέος, έγκαιρος.
Φρίζω, ρ. αμετ., φρίσσω-ττω.
Φρόντε, το, άκλιτ. (fronte = μέτωπον), περιφρόνησις. «Μας κάνει το φρόντε» = περιφρονεί ημάς, στρέφων άλλοθι το μέτωπον τρόπον τινά.
Φροξυλάνθι, το, ίδ. φροξυλιά,η.
Φροξυλιά, η (αφρός ξύλον) (ελ. ακταία) κληθείσα ούτω δια το πολύ της εντεριώνης, δι’ ην καθίσταται και το ξύλον αυτής κούφον και εύθραυστον. Ο καρπός αυτής είναι το φροξυλάνθι, εύχρηστ. εις την ιατρικήν, λατ. σαμπούκο.
Φρουμάζω, ρ., αμετ., επί των ζώων· αυτό το αρχαίο φριμμάσσομαι.
Φτουράω, ρ. αμετ., επαρκώ, ειμί άφθονος, περισσός.
Φτούριος, α, ο, άφθονος, επαρκών, περισσός.
Φυκέντρα, η, το βούκεντρον, φέρον νυν επί μεν της ετέρας άκρας δρέπανον προς καθαρισμόν του αρότρου από του χώματος, ξυόνι λεγόμενον· επί δε της ετέρας μικρόν ήλον οξύν κεντρί καλούμενον. Οι δε Κρήτες ονομάζουσι τούτο νύμμα, το.
Φύρα, η, εξάτμισις, ελάττωσις, ολιγόστευσις φυσική, παρ. χαρ. Σταθμίζει τις νωπόν τυρόν οκάδ. εκατόν και πάσσει τούτον άλατι και εντίθησιν εν ασκώ ή εν κάδδω· μετά παρέλευσιν δε δύο ή και τριών μηνών αν σταθμίση τούτον, θέλει ευρεθή ελάσσων ο τυρός, ήτοι αι εκατόν οκάδ. ευρεθήσονται εβδομήκοντα πέντε.
Φυρνάω και φυραίνω, ρ. αμε., ελαττούμαι φύσει, ολιγοστεύω, εξατμίζομαι, ίδ. ανωτέρω την λέξ. Φύρα.
Φυσικάρις, α, ικο, ευγενής, αιδήμων, ηθικός άνθρωπος· το αντίθ. αφύσικος = αγροίκος κλπ.
Φύτρο, το, η εν αρχή των σπειρομένων σιτηρών βλάστησις.
Φώλος, ο, το μένον εν τη φωλεά ωόν, όπως τίκτωσιν αι όρνιθες. Φωλείτης κατ’ άλλους. Κατά δε Στενημαχίους ελληνίζοντας (καίτοι επιδούλους) Προσφώλι, το ελλην. Προσφώλαιον.
Φωτάω, ρ. αμετ. 1) παρέχω φως. «Το λυχνάρι δε φωτάει, ρίξτε του λάδι». «Φώτα μου κοντότερα να βλέπω» · 2) επί της υποφωσκούσης ημέρας. «Εφώτησε, σηκωθήτε, ανάψτε τη φωτιά». «Θε μου δε φωτάς πλιά;» (επί μακράς νυκτός ή και επί μη έχοντος ύπνον). 3) Διανοίγω τον νουν, συνετίζω, εμπνέω. «Ο Θεός μ’ εφώτησε και δεν του εμίλησα». «Ακούς τι τον εφώτησ’ ο διάβολός του;»
Φωτίκια και Λαδίκια, τα. Πλήρης ενδυμασία, ην χαρίζεται ο ανάδοχος τω αναδεκτώ αυτού άμα τω βαπτίσματι. Και φωτίκια μεν καλούνται δια τον φωτισμόν, ον δια του θείου βαπτίσματος λαμβάνει ο χριστιανός κατά την εκκλησίαν, ή και δια το καθαρόν και λευκόν το πλείστον των καινών ιματίων. Φώτισμα δε καλείται και το βάπτισμα. «Όσοι προς το φώτισμα προέλθετε» κλπ. Λαδίκια, δε ότι αμφιεννύμενος ταύτα ο βαπτιζόμενος πληροί ή μάλλον ρυποί δια του ελαίου, δι’ ου αλείφεται εν τω μυστηρίω τούτω.
Φωτολογάω, ρ. αμετ., έχω ή εκπέμπω φως άπλετον. «Η εκκλησιά φωτολογάει, φαίνεται ότι εκάμανε ανάστασι», ελ. Φεγγοβολώ.
Χαβάνι, το (τουρκ.), ορειχάλκινον ιγδίον, ούτινος ο ύπερος Χαβανόχερο, το, λέγεται.
Χαβάς, ο (τουρκ.), ήχος άσματος, λέγεται και άλλως επί το ελληνικώτερον νηχός.
Χαβδαλιάζω, ρ. αμετ., κάθημαι περί την πυράν πολύ διεστηκότας έχων τους πόδας.
Χαβδαλιάρης, ο, ος τις χαβδαλιάζει συνεχώς.
Χαζηρεύω, ρ. μετ. ετοιμάζω, παρασκευάζω, λέξ. νοθογενής από του χαζήρ (τουρκ.).
Χαζήρ, επίρ. 1) παρ’ ολίγον, μικρού δειν. «Μ’ έσπρωξες και χαζήρ να πέσω». 2) Λαμβάνεται και ως επίθετον· ως «Σουρπούλια να είσαι χαζήρι (έτοιμος) άμα σε φωνάξω να σηκωθής».
Χάζι, (τουρκ.), επίρ. και όνομ. 1) διάχυσις πνεύματος, διατριβή. «Έκανα χάζι το χορό» – «Το χάζι που κάμαμε στο γάμο, δεν είναι να λέγεται» – «Εκείν’ τα χάζια!» 2) αρέσκεια, ευχαρίστησις. «Δεν πηγαίνω, γιατί δε με κάνουν χάζι».
Χαϊμός, ο, απώλεια, καταστροφή. «Χαϊμός κόσμου» φρ. επί θεομηνίας· και μονολεκτ. «κοσμοχαλασμός».
Χαιράμενος, η, ίδ. εν τοις χαιρετισμοίς.
Χαΐρι, το (τουρκ.), επίδοσις, πρόοδος.
Χαλάζι, το 1) η χάλαζα· 2) το άλλως.
Χαλαζιάρικο, το (κρέας). Ούτω καλείται το χοίρειον κρέας, όπερ φέρει συμφυή λευκά στίγματα ή μάλμον σφαιρίδια προσεοικότα τη χαλάζη, δι’ α και αηδές εστι και δυσκόλως παρά των χωρικών και σπανίως αγοραζόμενον εσθίεται. «Το χαλαζιάρικο κρέας είναι άνοστο». – Η λέξις εστίν αρχαιοτάτη, διότι χάλαζαν εκάλουν οι αρχαίοι έλληνες και νόσον τινά (θρόμβους σχηματιζομένους εντός του κρέατος) των χοίρων, ίδ. το Λεξικ. εν λέξ. Χάλαζα.
Χάλινος, ο. (Λέγεται μόνον επί των μιταρίων, οργάνων υφαντικών) αι κλωσταί αι σχηματίζουσαι τα μιτάρια, και συνδέουσαι τα δύο ξυλάρια, δι’ ων αποτελούνται ταύτα.
Χαλινώνω, ρ., μετ., περιορίζω τινά· οίον δια χαλινού, εξαπατών καθησυχάζω τινά, ναρκόω. «Τον εχαλίνωσε και τον σούρνει όπου θέλει». «Τον έχει χαλινωμένον και δε μιλάει».
Χαλίνωμα, το, ζώον, κτήνος καθόλου· 2) μεταφ. άνθρωπος περιωρισμένων γνώσεων, ευήθης· οίον ομοιάζων αλόγω ζώω χαλινουμένω.
Χάλι, το, (τουρκ.), κατάστασις, διάθεσις οικτρά. «Θε μου, ιδές το χάλι μου και λυπήσου με». «Τι το θες, ο άνθρωπος ευρίσκεται σε χάλι» = εις δεινήν θέσιν, εις επικίνδυνον.
Χαλάλι (τουρκ.) επίρ., επαξίως, προσηκόντως, δικαίως. Το αντίθετ. «Χαράμι» (τουρκ.).
Χαλασοχώρης, α, σπάταλος, πολυέξοδος, σχεδόν άσωτος, καταστροφεύς.
Χαλικουριάς, ο, τόπος (αγρός) εν γένει κεκαλυμμένος υπό χαλίκων.
Χαλιουρίζω, ρ. αμετ. 1) Λέγεται επί των νηπίων αρχομένων μετά εξ ή οκτώ από της γεννήσεως αυτών μήνας να διαρθρώνωσι φωνάς τινας. «Το παιδί αρχίνησε να χαλιουρίζη, άφησέ το, μην το κρατής ολοένα στα χέρια». 2) Περιέρχομαι αμελών το έργο μου και αφίνων να παρέρχηται εις μάτην ο καιρός. «Τι χαλιουρίζεις, δεν πιάνεις τη δουλειά σου τώρα;»
Χαλκιάς, ο, σιδηρουργός καθόλου.
Χάλκωμα, το, 1) ο χαλκός· 2) αγγείον χαλκούν καθόλου. «Χαλκώματα να γανώσωμε!» κήρυγμα στιλβωτών συνεπαρχιωτών μου.
Χαμαλίκα, η, το επώμιον στρώμα των αχθοφόρων. Προνώμι, κατά Θηραίους.
Χαμοδράκι, το. Τα πυρά εν καιρώ νυκτός φαινόμενα εν ελώδεσι τόποις, εν νεκροταφείοις, και ένθα εισί πτώματα ζώων κλπ., αφ’ ων αναπτύσσονται και αναφλέγονται φωσφορικαί ύλαι. Τα πυρά ταύτα κινούνται ενίοτε κατά τα σχηματιζόμενα ρεύματα του αέρος. Εκ τούτου η αμάθεια και δεισιδαιμονία ενόμισαν αυτά φαντάσματα, στοιχειά· και ωνόμασε Χαμοδράκια, ήγουν Δράκοντας από της γης αναφυομένους. Λέγ. και Σμιδράκια.
Χαραγή, η, η του μυλίου (μυλοπέτρας) δια σφυρίου ξέσις προς ανωμαλίαν· 2) μεταφ. πείνα, όρεξις. «Είμ’ από χαραγής, φέρτε να φάμε».
Χάρακας, ο, σπιθαμιαία και τι πλέον τετραγωνική σανίς λεπτή, εφ’ ης επικολλώνται δι’ ιχθυοκόλλας κλωσταί αφιστάμεναι αλλήλων όσον έτερος στίχος από ετέρου εν τη γραφή. Είτα εμβαλλομένης (της σανίδος) υπό φύλλον χάρτου σύρεται ο όνυξ του δακτύλου επί εκάστης κεκολλημένης κλωστής, και εξέχουσα γίνεται ορατή ευθεία γραμμή, εφ’ ης έγραφον πρότερον μέχρις εσχάτων οι μαθηταί εν τοις γραμματοδιδασκαλείοις και τοις ελλην. σχολείοις, ως ήδη φαίνονται αι γραμμαί επί του ταχυδρομ. χάρτου.
Χαραρού, η, ίδ. Μπομπόλα.
Χαράτσι, το (τουρκ.), ο επί τουρκοκρατίας αποτινόμενος κεφαλικός φόρος, ος και χρέη άλλως ελέγετο· οίον, «εγώ δεν πληρώνω χρέη, μου το χάρισαν».
Χαρατσώνω, ρ. μετ. 1) υποβάλλω τινά εις την απότισιν του χρέους (Χαράτσι)· 2) φορολογώ τινα ακουσίως, λαμβάνω έρανον ή συνδρομήν παρά φιλαργύρου και δυστρόπου εις το να δώση. «Τέλος πάντων τον εχαρατσώσαμε τον φίλον».
Χαρμπαλατίζω, ρ., μετ., διασκεδάννυμι, διασκορπίζω, σπαταλώ.
Χαροκόπος, ο. Όστις αγαπά τας ηδονάς της ζωής και εξαιρέτως τας συμποσιακάς (κατά Κορ.), επομένως πολλά δαπανών, ως εν τη παροιμία. «Τ’ ακριβού το βιός σε χαροκόπου χέρια».
Χασκαρίζω, ρ. αμετ. (χάσκαξ), γελώ μεθ’ υπερβολήν. ελ. Καγχάζω, Κραμβαλάζω. – Χαχαρίζω λέγουσιν οι Αιγαιοπελαγίται και κυρ. οι Κρήτες.
Χαρχάρα, η, λέξ. πεποιημένη· το φάρμακον, το αφέψημα το προς θεραπείαν πάσχοντος λαιμού λαμβανόμενον.
Χαρχαρίζω, ρ. αμετ. 1) μεταχειρίζομαι την Χαρχάραν (ίδ. την λέξ.)· 2) λέγεται επί οξέος κόχλου εψάνης, ότι άρχεται να ελαττούται το εν αυτή μετά εδέσματος βράζον ύδωρ· επί δε παχυτέρου κοχλασμού λέγομεν: «Χοχλάζει ο τέντζερης».
Χαστουκιά, η, ράπισμα.
Χατάς, ο (τουρκ.), ανησυχία, ταραχή, έρις, συμπλοκή.
Χαταλίκι, το, μικρά ζημία εξ απροσεξίας προερχομένη.
Χατήρι, το (τουρκ.) χάρις, ευεργεσία. «Για χατήρι σου πολύ εκαρτέρεσα τον φίλον» – Χαριζόμενός σοι τον φίλον περιέμεινα.
Χατηριάτικα, επίρ., κατά χάριν ουχί κατά το δίκαιον, επομ. μεροληπτικώς.
Χαχαλαρίδης, α, ικο, έχων λεπτούς (ως χάχαλα) και αδυνάτους τους πόδας.
Χάχαλο, το (καίω, κάω) στέλεχος πρίνου (ή και όλον πρινάριον) δια του πυρός ή δια του ηλίου περικαέν και αποξηραθέν, μη έχον φύλλα· τούτο και άλλως Κάψαλο, το, λέγομεν.
Χεράδα, η, το άλλως μάτο· δεμάτιον λαχανικών.
Χεριά, η και χεροβολιά, η, όσον δύναται να περιλάβη η χειρ – κλήματα, χόρτον.
Χερόβολο, το, οι δια του δρεπάνου τεμνόμενοι αστάχυες υπό του θερίζοντος, ή και χόρτος, πληρούνται την χείρα αυτού, άτινα συμπεριδούνται δια τεσσάρων ή πέντε ασταχύων υπό του θερίζοντος, τούτό εστι το χερόβολον ή το παρά τοις αρχαίοις δράγμα. – 20 – 24 – 28 – 30· τοιαύτα δράγματα συνδούμενα δια της αμάλλης (δεματικού) συναποτελούσι το δεμάτιον, ελ. ούλος, ο.
Χερικό, το, επιχείρησις, έναρξις έργου και καθόλου ενέργεια. Λέγεται επί τε των νηθουσών μετ’ επιτηδειότητος γυναικών και επί των κρεοπωλών. «Το ’χει το χερικό του και είναι νόστιμο το κρέας».
Χεροδύναμος, η, ο, δυνατός εις τας χείρας, ελ. κραταιόχειρ.
Χεροδίνω, ρ., αμετ., δίδω την χείρα μου προς τινά χαιρετίζων αυτόν, ελ. δεξιάν εμβάλλω.
Χερούλι, το, υποκορ. του χειρ· 1) χειρ παιδίου, νηπίου· 2) η λαβή του αρότρου, ελ. εχέτλη· 3) η λαβή παντός αγγείου.
Χερ-χέρι, επίρ. ταχέως, παραυτίκα, ευθύς· κατά το ιταλ. mano in mano.
Χηνάρι και Χηνί, το, 1) ο νεοσσός των χηνών· 2) πολιός, λευκός την τρίχα, ο άλλως αγουρογερασμένος. «Ο καϋμένος εγίνη χηνάρι από τη στενοχώρια του την πολλή, 2) υποκορ. θωπεία εις παιδίον «έλα χηνάρι μου καλό ’ς μου το».
Χιανέτης, ο (τουρκ.), διεστραμμένος, αιρετικός, πονηρός, χαιρέκακος.
Χιλάλι, το (τουρκ.), δι’ ου καθαρίζομεν τα ώτα, ελ. ωτογλυφίς, κατασκευάζεται συνήθως ή από ξύλου σκληρού ή από μετάλλου.
Χιλιάζω, ρ. αμετ. επί υπερβολής και επαναλήψεως οχληράς και φορτικής, συμπληρών τρόπον τινά τον αριθμόν χίλια. «Εχίλιασαν οι στράτες μου και τίποτα δεν έκαμα».
Χιλιοστράτι, το, πολλαί και επαναληπτικαί αφίξεις.
Χλιαίνω, ρ. μετ. 1) θερμαίνω υγρόν τι μετρίως επί της πυράς ή και εις τον ήλιον. «Το γάλα να τ’ αφίνης στη φωτιά ώσπου να χλιαίνη, γιατί αλλοιώτικα κόβει»· 2) μεταφ. αλλάζω συνεχώς τόπον κινούμενος ατάκτως. «Δε χλιαίνει γωνιά πουθενά».
Χιλιομοδού, η (χίλια μόδια). Ειρων. αγρός λεπτόγεως καλλιεργούμενος και μη παράγων καρπόν ανάλογον.
Χλιαρομετράω, ρ., μετ. μεταγγίζω υγρόν τι από τινος αγγείου εις έτερον δια μικρού τοιούτου. «Τι κάθεσαι και χλιαρομετράς, γύρισέ το να πέσει μια κοπανιά», ελ. «Δοίδικι αρύττομαι».
Χορίγι, το, καλείται παρ’ ημίν καθόλου η άσβεστος, και ουχί μόνον η ετοίμη προς κτίσιμον, ως λέγει ο κ. Βυζάντιος εν τω λεξ. της καθωμ.
Χοριγοκάμινο, το και ασβεστοκάμινο, το, η κάμινος, εν η κατασκευάζεται η άσβεστος.
Χορομπούλια, τα, παιδιαί, αταξίαι των παιδίων.
Χουγιάζω και αχουγιάζω, ρ. μετ. 1) φωνάζω την νύκτα όπως απομακρύνωνται επιβλαβή θηρία από του ποιμνίου· ή καθόλου εξανίσταμαι κατά τινος· 2) επιτιμώ τινι οργιζόμενος.
Χουζουρεύομαι, ρ. μέσ. αναπαύομαι, τρυφώ και ενεργ. χουζουρεύω.
Χουζούρι, το (τουρκ.), ανάπαυσις, ησυχία, τρυφή.
Χουλιάρα και κουτάλα, η (κοτύλη), 1) μέγα κοχλιάριον, δι’ ου ανακυκώμεν το φαγητόν μαγειρεύοντες, και μεταγγίζομεν αυτό (κενώνομεν) από της εψάνης εις τα πινάκια· 2) μεταφ. άνθρωπος πονηρός, ραδιουργός. «Αυτός είναι μια κουτάλα παστρική, όπ’ ανακατώνει τη θάλασσα», ελ. Κύκηθρον.
Χουνέρι, το (τουρκ.), ζημία, βλάβη ανεπανόρθωτος.
Χουνεσιάρης, ο, αστείος, ευτράπελος.
Χούνη, η μικρά και βαθεία κοιλάς, ην κατά διάλεκτον οι Ηλείοι Χώνην καλούσι.
Χούρχουλη, η (λέξ. πεποιημ.) η οπή του μυλώνος, δι’ ης ηχόεν μετά ροίζου και αφρόεν εξέρχεται το ύδωρ το καταπίπτον και κινούν την μηχανήν (φτερωτήν) αυτού.
Χουσμέτι, το (τουρκ.), υπηρεσία, μικρά εργασία, αποστολή εις υπηρεσίαν.
Χούφτα, η, η δια των δύο χειρών κοιλαινομένων και προσεγγιζουσών αλλήλαις σχηματιζομένη κοιλότης. Η δε της ετέρας χειρός κοιλότης απλόχερη, η, λέγεται.
Χράπι, το. Λεπτόν και αραιόν ύφαμα, λελυμένον σχεδόν υπό του χρόνου· ή και οθόνη υφασμένη δια λεπτοτάτου στήμονος και υφαδίου.
Χρηματάω, ρ. αμετ. και μετ. 1) Ειμί, υπάρχω. «Εχρημάτησε γραμματικός του Κολοκοτρώνη ο Φωτάκος», 2) ευλαβούμαι, σέβομαι, φοβούμαί τινα. «Δε χρηματάει άνθρωπο, αφότου εμπήκε στη θέσι».
Χριστός, 1) επιφώνημα λεγόμενον προς βήχοντα σφοδρώς και αιφνιδίως, ενώ τρώγει, «Χριστός παιδί μου, επινίγικες; 2) αντιχαιρετισμός ιερέως προς λαϊκόν πίνοντα. Έχων δηλ. εν χειρί ο λαϊκός ποτήριον πλήρες οίνου ή οινοπνεύματος, παρόντος ιερέως, επικαλείται την ευλογίαν αυτού λέγων. «Ευλόγα το» ή «ευλογείτε»· ο δε ιερεύς τότε αποκρίνεται «Χριστός», δηλ. ο Χριστός να ευλογήση και το ποτόν και τον πίνοντα αυτό.
Χριστός και η Παναγιά! Ελ. «Ηράκλεις. Άπολλον!» φράς. επί αιφνιδίων και απροσδοκήτων, απαισίων κακών, δι’ ης σπεύδομεν να μεταβάλωμεν τρόπον τινά ταύτα επί το αισιώτερον· παρ. χάρ. επί ασθενείας, επί θανάτου αιφνιδίου, και καθόλου επί δυστυχήματος, όπερ εξαίφνης εξαγγέλλεται ημίν. «Έπεσ’ ο Γιάννης από την καρυά κ’ εβάρεσε στο κεφάλι και ή ζη ή δε ζη». «Χριστός και η Παναγία καλέ, αλήθεια;» κλπ.
Χύμα, επίρ. ταχέως, συντόμως. «Τα είπαμε σήμερα χύμα τα γράμματα στην εκκλησιά γιατί έκανε κρύο».
Χυνόπωρος, ο και χυνόπωρο, το, το φθινόπωρον.
Χώβολη, η, τέφρα, σποδός.
Χωλευρής, ο, άνθρωπος ασθενούς κράσεως, επίνοσος· έλκει ίσως την αρχήν η λέξις από του χωλεύω.
Χωματίζομαι, ρ. αποθ. αμ. κυλίομαι επί του χώματος. Λέγεται επί των κυλιομένων κατά γης ζώων και κυρίως επί των ορνίθων. «Αφήστε την κλώσσα να χωματισθή».
Χωνί, το, 1) η χώνη· 2) η κάμινος των χαλκέων, σιδηρουργών, χρυσοχόων κλπ. κυρίως το μέρος, δι’ ου φθάνει ο αήρ από των φυσητήρων (φυσερών) επί των ανθράκων, η λέξ. Ομηρ.
Χωραναθρεμμένος, η, ο, ανατραφείς υπό του χωρίου κοινώς. Επομένως ασήμου και ποταπής καταγωγής, ίδ. Πρωτόγερος.
Ψαθολούρι, το, είδος εξανθηματικής νόσου.
Ψαλίδω, η, γυνή πολύλογος, φλύαρος, υβριστική.
Ψάνιος, α, ο, ευκόλως εψόμενος, βράζων (ου μόνον επί των οσπρίων, αλλά και του κρέατος). «Ψάνια φακή, ψάνιο κριάς». Έτι δε και ψάνιος άνθρωπος ο προώρως γινόμενος πολιός. Οι Κυμαίοι περιέσωσαν γνησιωτέραν την αρχαίαν λέξιν λέγοντες «Ψανός», ελλην. Εψανός.
Ψαριαίνω, ρ. αμετ. γίνομαι πολιός την τρίχα.
Ψαρύς, υιά, ύ, ψαρός, υπόλευκος, φαιός. «Ψαρύ άλογο, ψαρυιά φοράδα». Λέγεται δε καταφρονητικώς και περί πολιού γέροντος αναισχύντου και νεανισκευομένου. «Δεν ντρέπεται ο γεροψαρύς (ή γερόψαρος) τέτοια που κάνει;»
Ψιλοπετσούσης, α, ικο, ο έχων λευκήν και καθαράν την όψιν του προσώπου.
Ψιχαλεύω, (ψίχα-ψιχίον), ρ. αμετ. επαναλαμβάνω μετά μικράν διακοπήν το εσθίειν ευρισκόμενος εν συμποσίω. Εσθίω μετ’ ολίγης ορέξεως. «Για ψιχαλεύτε τίποτα, να πιούμε καμμιά φορά».
Ψιχάλα, η, ψεκάς, ολίγη βροχή· η αλβανιστί Μπόρα.
Ψιχαλίζω, ρ. αμετ. εύχρ. κατά το γ΄ πρόσωπον μόνον· βρέχω ολίγον και περιοδικώς, ελ. Ψεκάζω, ίδ. την λέξιν Μπόρα.
Ψιψιρίζω, ρ. αμετ. (λέξ. πεποιημ.), ψιθυρίζω.
Ψιψιριτό, το, ο ψιθυρισμός.
Ψοφίμι, το, θνησιμαίον, πτώμα ζώου, ουχί ανθρώπου· διότι τούτο λέγεται Λέσι, ή κουφάρι, το 2) αχαμνός, άπαχος, κρέας μη έχον ουδόλως πιμελήν. «Το λέσι εδιάης κ’ επήρες καϋμένε!»
Ψυχικάρης, α, ικο, ο μεταδιδούς εξ ιδίων προς ψυχικήν σωτηρίαν εαυτού, ο ελεών πτωχούς και χρείαν έχοντας.
Ψυχικό, το, 1) παν προς ψυχικήν σωτηρίαν δίδεται πένησι κλπ. 2) ο στόμαχος, ος και καρδιά λέγεται. «Με πονεί το ψυχικό μου», «με πόν’ η καρδιά μου»· 3) παρά τοις Λάκωσι δηλοί αμνηστείαν, υπόσχεσιν δηλ. να μη πράξωσιν εξ αμοιβής φόνον· ήτοι να μη πάρουν το αίμα πίσω, ως λέγουσι κοινώς.
Ψυχοβγάλτης, τρα, αιτιών τι παρ’ ημών φορτικώ τω τρόπω, επαίτης, εργάτης, δανειστής κλπ. επαχθής, φορτικός.
Ψυχομοίρι, το, 1) το εις ναόν ή σχολείον ή μοναστήριον από των οικείων κτημάτων αφιερούμενον προς ψυχικήν σωτηρίαν· 2) τα διανεμόμενα εν καιρώ μνημοσύνου υπέρ της ψυχικής σωτηρίας τινός κόλλυβα, άρτος, κρέας, τυρός, οίνος κλπ.
Ψομοζιώ, ρ. αμετ. αποζώ, ζω πενόμενος.
Ώρα, η, 1) η ώρα εις εξήκοντα λεπτά διαιρουμένη· «μια ήμισει’ ώρα απέχει η Βυτίνα από την Αλωνίσταινα» · 2) ο χρόνος καθόλου. «Δεν είναι ώρα για κλεψιά κι ώρα για ζωρμπαλίκι» άσμ. 3) ιδιοτροπία, στιγμαί οργής, θυμού, δυσαρεσκείας κλπ. «Ο φίλος είναι στην ώρα του, μην του μιλάτε». «Αυτός έχει ώρες»· 4) επί χαιρετισμού «ώρα καλή σας» ή και άλλως «καλή ώρα σας» · 5) φράσ. «ώρα και καλή δεν τον ξανάειδαμε» = έκτοτε· 6) ευχή επί αναχωρούντος· «ώρα καλή, ώρες καλές» = Κατευόδιον! 7) εις επίρ. σημασίαν· πάραυτα, αμέσως· «ώρα να ιδής το γράμμα μας και λάβης τη γραφή μας» άσμ.
Ωργισμένος, η, ο, διεστραμμένος, κακός, κατηραμένος. «Αυτός είν’ ωργισμένος (φέρων εν εαυτώ οργήν του Θεού), δεν είν’ άνθρωπος», «ωργισμένο ζωντανό» επί κακών ζώων.
Ωρηόπλουμπος, η, ο, κάλλιστα πεποικιλμένος, κεκτημένος. Λέξις νοθογενής σύνθετος από του ελλην. ωραίος και του Λατιν. plumo = ποικίλλω.
Ωριάρης, α, ικο, έχων ώρας καλάς και κακάς και διάγων κατά ταύτας, οτέ μεν φρονίμως και επιεικώς φερόμενος, οτέ δε θρασυνόμενος και ατακτών (ίδ. και ώρα), 3) Λέγεται ου μόνον επί ανθρώπων, αλλά και επί αλόγων ζώων.
[1] Η κατασκευή των ανεμοδουρών γίνεται ιδία εν Αγίω Κοσμά χωρίω της Κυνουρίας, ένθα και η των υφαντικών κτενών.
[2] Τα φυλαχτάρια ταύτα περιέχουσι σκόρδον μονοκόλινον, πυρίτιδα, ύψωμα, (ίδ. την λέξιν)· εγκαίνια ναού, αγ. λείψανα, τρίχας άρκτου, λιβανωτόν κλπ. – Χαϊμαλί, το· (τουρκ.) καλούμεν ιδία το περιέχον μόνον εικόνα αγίου, ή τίμιον ξύλον (από του σταυρού δηλ. του Κυρίου Ιησού, ή άγ. λείψανα. Φυλαχτό δε και φυλαχτάρι, το εγκλείον και ετέρας ύλας, ως τας ανωτέρω σημειωθείσας, εις ας η αμάθεια και δεισιδαιμονία απέδωκαν ιαματικήν δύναμιν, ή και αποσοβητικήν των εναντίον δυνάμεων. Τοιαύτα περίαπτα φέρουσι και παιδία και ζώα μικράς ηλίκίας κατά της βασκανίας (ίδ. εφημ. Φιλομ. φύλ. 314, σελ. 916). Όμοια τούτοις ήσαν εν χρήσει και παρά τοις αρχαίοις έλλησι και παρ’ Αιγυπτίοις. Και παρ’ Εβραίοις, ως βλέπομεν εν τη Γραφή παραλαβούσιν ίσως ταύτα παρά των Αιγυπτίων, μεθ’ ων επί μακρόν συνεβίωσαν εν Αιγύπτω.
«Και εμβαλείτε τα ρήματα ταύτα εις την καρδίαν υμών και εις την ψυχήν υμών και αφάψετε αυτά εις σημείον επί της χειρός υμών και έσται ασάλευτον προ οφθαλμών υμών».
(Δευτερονόμ. ΙΑ΄ 18)
Περί του ιδιωτ. βίου των αρχαίων ελλήνων υπό του Θ. Βενιζέλου, σελ. 96, παρ. 118.
[3] Εις την ερμηνείαν της λέξεως ταύτης μοι έδωκε νύξιν ο εν Πάτραις αξιότιμος ιατρός κ. Γιαννόπουλος κατά την εκεί βραχείαν διατριβήν μου, ην ουδέποτε επιλησθήσομαι δια πλείστους λόγους.
16 Comments
Comments are closed.