ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄
Α΄ ΜΥΘΟΙ
1. Μελίσσα και σφήκα
Η μελίσσα και η σφήκα ήσαν αδερφάδες γκαρδιακές και όμοιες στα πάντα. Όταν αρρώστησε κάποτ’ η μάννα τους βαριά, της επροσκάλεσε να πάνε να την ιδούνε, και να της πάνε και τίποτα στυλοτικό. Η δόλια μέλισσα έτρεξε ντούρμα[1] με προθυμία κ’ επήγε και την επεριποιήθη με το παραπάνω και την ευχαρίστησε. Η δε σφήκα ηύρε χίλιες προφάσεις και αιτίες, τάχα πως δεν εμπόρειγε κ’ κείνη, δεν άδειαζε κι άλλα χίλια δύο ψέμματα, και ούτε επήγε διόλου ούτε για τα μάτια του κόσμου που λένε, να ιδή την κατακαϋμένη μάννα, όπ’ εδερνότανε με το Χάρο. Κράζει πάλαι τη μελίσσα η μάννα της, σαν εκόντευε να πεθάνη και της ευχήθηκε με ούλη της την καρδιά. Να ’ναι γλυκιασμένη σ’ ούλη της τη ζωή· και γι’ αυτό η μελίσσα μαζώνει και φτιάνει το μέλι, και θρέφεται με τούτο. Τη δε σφήκα την εκαταράθηκε ξεσκούφωτη, να ’ναι πάντοτε πικραμένη, πεινασμένη κι αγλύκιαστη, και χαΐρι και προκοπή να μην ιδή ποτέ της. Και για τούτο οι σφήκες ούτε μέλι κάνουν σαν τις μέλισσες, ούτε στασιό πουθενά έχουν.
Η ευχή των γονέων θεμελιώνει,
Και η κατάρα ξερριζώνει.
2. Ποδάγρα και Πάνα (Αράχνη)
Εσυναπαντηθήκανε κάποτε η ποδάγρα και η πάνα, και σαν εχαιρετηθήκανε, είπαν αναμεταξύ τους: «Να πάμε κ’ εμείς να ζυγώσωμε πουθενά να ζήσωμε». Και η μεν ποδάγρα είπε: «Εγώ θα πάω στου τάδε φτωχού να πέσω μέσα» – η δε πάνα «στου τάδε άρχοντα». Με λίγες ημέρες αρρωστάει ο φτωχός από ποδάγρα, αλλά δεν εκατάπεσε στο στρώμα, παρά λέει της γυναίκας του. «Με πονούν τα πόδια μου, αρνατσιάζουν, με σουγλίζουν, αλλά δεν είν’ τίποτα, θα περάσουν, θα πάω στο χωράφι, σαν είν’ καλή μέρα να σπείρω». Το ίδιο έκαμε και την άλλη ημέρα και την άλλη και δεν εχουζουρεύτη ολότελα. Και η κυρά Πάνα σαν εδιάη κ’ εκείνη στου άρχοντα το σπίτι, αρχίνησε τη δουλειά της, άπλωσε πάνες σε πολλές μεριές (ιστούς αράχνης). Αλλά μόλις εφώτησ’ ο Θεός την ημέρα, εσηκώθη η κοπέλλα του άρχοντα, εσάρωσε, επήρε τις πάνες ολούθε παστρικά, το ίδιο έκανε καθ’ αυγή, κ’ έτσι δεν είχεν ησυχία ούτε η πάνα στ’ αρχοντικό, ούτε η ποδάγρα στου φτωχού. Αναγκαστήκανε το λοιπόν να φύγουνε από τα σπίτια και η μία και γη άλλη· και σαν εσμίξαν είπαν τα παράπονά τους, και αποφασίσανε να κάμουν αλλαξιά, η πάνα να πάη στου φτωχού, και η ποδάγρα στου άρχοντα. Για τούτο από τότες και στερνά παθαίνουν οι άρχοντες από ποδάγρα και πολλοί φτωχοί είναι γιομάτοι από πάνες από την αμορίλα τους που δε σαρώνουν.
3. Παπάς, σκαντσόχε(οι)ρας, αλπού και λύκος
Σ’ ενού παπά τ’ αμπέλι εμπήκαν μια φορά ζούδια, ένας λύκος, μι’ αλπού κ’ ένας σκαντσόχερας κ’ ετρώγανε σταφύλια. Εκεί άξαφνα βλέπουν τον παπά και ξαναφαίνει μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι, κ’ ερχότανε φεβρί. Λακκάνε το λοιπόν και οι φίλοι κι όπου φύγη φύγη. Επηδήκαν σ’ έναν τράφο (τάφρον) πρώτο ο λύκος κ’ έφυγε δεύτερη’ η κυρά Μάρω κ’ έπεσε μέσ’ στον τράφο η χυδεμένη, πηδάει και ο σκαντσόχερας και πέφτει κ’ εκείνος ο κουρούνης μέσα. «Τι κάνομε τώρα; λε η κυρά Μάρω, εγώ ξέρω δυώ πράγματα να γλυτώσωμε, με το ’να ’γω και με τ’ άλλο συ». «Κ’ εγώ ξέρω ένα και μισό, είπ’ ο σκαντσόχερας, με το ένα να γλυτώσης εσύ και με το μισό εγώ. Ξύσε, της λέει, με τα νύχια σου στο πλάγι του τράφου, και φτιάσ’ ένα σκαλοπάτι· στάσ’ εκεί εσύ ορθή και βόηθα με να πεταχτ’ όξω ’γω· εσύ στερνά να πέσης χάμω να κάμης το ψόφιο. Σαν σε ιδή ο παπάς θα σ’ αχουδιάξη, θα σε βαρέση, εσύ τίποτα, το καμώτο· και ή θα σ’ αφήση να φύγη ή θα σε πετάξη όξω». Κ’ έτσι εγίνη. Ήρθ’ ο παπάς λαχανιάζοντας κι αφρισμένος, τηράει βλέπει την αλπού, την αχουγιάζει, τίποτα. Καταιβαίνει μέσ’ στον τράφο, και την αρπάζει από το πόδι, και της δίνει μια κι όξ’ από το αμπέλι. Τότε το ’βαλε στα πόδια η κυρά Μάρω κ’ εγίνη άρρατη.
Η αλληλοβοήθεια χρησιμωτάτη.
4. Σιτάρι και καλαμπόκι
Εκαυχιώτανε κάποτε το καλαμπόκι, ότι είναι τόσο καλό, ώστε ζουν απ’ αυτό και ζώα και πουλιά και πολλές φορές άνθρωποι. Τ’ άκουσε το σιτάρι και του λέει, «Βρε μερμυγκοκέφαλε, τι ’περφανεύεσαι; Εσένα σε τρώνε τα γουρούνια, τα πουλιά και η φτώχια και η ξυπολυσιά, κ’ εμένα με τρώει το αρχοντολόγι»! Τότε του λέει και το καλαμπόκι. «Βρε παληοτσουλουφρί, που σε φτιάνουν ψάνη και σου καίνε τα γένεια, και σε τσουλουφράνε, τι λες πώς είσαι, εσύ θα βρίσης;». – Το λοιπόν εντροπιάστη το σιτάρι και λυπημένο για τις βρισιές επήγε παραπονούμενο στη μάννα του. «Τι έχεις, παιδάκι μου, του είπ’ εκείνη, οπού είσαι λυπημένο, για πες μου τι έπαθες;». Και της εμολόγησε τις βρισιές που του είπε το καλαμπόκι. «Για να πας πίσω, του λέει, και να το χαιρετίσης με τρόπο γλυκό· «ώρα καλή σ’, αδερφέ μου, που από σέναν ζουν τα ζώα, τα πουλιά και η φτώχια». Κι’ έτσι έκαμε και το ’βγαλε σε καλό. Τότε και το καλαμπόκι τ’ αποκρίθηκε. «Καλό στην τιμή της εκκλησιάς, όπου μ’ εσένα λειτουργούν οι παπάδες, τρώει τ’ αρχοντολόγι, καλό στην τιμή της τάβλας». Κι έτσι έμειναν αγαπημένοι για πάντα.
Αρχή της φιλίας είναι ο έπαινος, και αρχή της έχθρας η κατηγορία.
5. Αμπελουργός και αλπού
Έκρυβεν ένας στο αμπέλι του παγίδα για να πιάση τ’ αγρίμια που του έτρωγαν τα σταφύλια. Εκεί επέρασε μι’ αλπού και τον ερώτησε τι κάνει εκεί; «Χώνω ένα πεθαμμένο» είπε ο αμπελουργός. «Και γιατί δεν κλαίνε;» του λέ’ η αλπού. «Αύριο θα κλαίνει» της είπ’ εκείνος. Τη νύχτα επήγε γη αλπού να φάη σταφύλια στ’ αμπέλι, και καθώς επάτησ’ απάνω στην παγίδα επιάστη, κι’ άρχισε να κλαίη. Πάει κι ο αμπελουργός την αυγή να ιδή την παγίδα, βλέπει την κυρά Μάρω κ’ έκλαιγε κ’ έβγανε μαύρα δάκρυα. «Δε σου είπα ’γω, της λέει, αύριο θα κλαίνε;».
Πολλάκις οι άνθρωποι ίστανται εν αγνοία προ του κινδύνου, εις ον μετ’ ολίγον εμπίπτουσιν.
6. Λύκος και καμινάρης
Έπεσε μια φορά ένας λύκος μέσα σ’ ένα κεραμιδοκάμινο άδειο. Ο καμινάρης σαν τον είδε αδράχνει ένα ξύλο και στεκάμενος απ’ όξω σου τον αρχινάει βάρει εδώ, βάρει εκεί, τρογύρω μέσ’ στο καμίνι. Εκεί που τον εκυνήγαγε το ήφερ’ η αμαρτία και κάπως κάνει ο άνθρωπος και παραπατάει και πέφτει μέσ’ στο καμίνι. Τότε του λέει ο λύκος. «Να σε κάμω τώρα κοψίδια, για να ιδής με ποιον τα βάνεις;». Ο άνθρωπος τα ’χρειάστη κι αρχίνησε να τον καλοπιάνη και να του λέει, «μουργάκο μου, μουργάκο μου, εγώ σ’ αγαπάω, μη με πειράξης». «Άφτα ’φτούνα δεν περνάνε, να σε ξεμπερδέψω τώρα;». «Αμάν έφταιξα», του λέει ο καμινάρης κ’ έτρεμε σαν το βρούλ’ από το φόβο του. Εκεί έσκυψε κατά τον τοίχο για να φυλαχτή· ο δε λύκος πηδάει κατ’ απάνω του κ’ επετάχτ’ όξω από το καμίνι, κ’ έτσι ήρθ’ η ’γειά του καμινάρη.
Ο χαρακτήρ του ανθρώπου εν κινδύνω εκδηλούται ευκολώτερον.
7. Η φοραδίτσα, ο γερο-νικολός (λύκος) και η κυρά Μάρω (αλώπηξ)
Μια φορά είχε βεργινάδα και την άφινε μέσα στ’ αχούρι κ’ επήγαινε να βοσκήση εκείνη. Της έλεγε ουλουένα να προσέχη, ενόσω αυτή λείπει, να μην ανοίγη κανενού, και να μη βγαίνη όξω. Ο γερο-νικολός έμαθε για τη βεργινάδα· σηκώνεται και πάει απ’ όξω από τ’ αχούρι και της φωνάζει με τη χοντρή φωνάρα του. «Φοραδίτσα, φοραδίτσα, άνοιξέ μου την πορτίτσα να σου ρίξω κρυό νερό και δροσερό χορτάρι», όπως της έλεγε η μάννα της και της άνοιγε. – «Ποιος είσαι συ; Δε σ’ ανοίγω, πήγαινε στη δουλειά σου», τ’ αποκρίθ’ η βεργινάδα. Έφυγε το λοιπόν ο γερο-νικολός περίλυπος, και πάει να συμβουλευτή την κυρά Μάρω και της εμολόγησε τα πάντα. – «Ω συφορά σου, του λέει εκείνη, με τέτοια γλώσσα και φωνή που έχεις εσύ επήγες να σ’ ανοίξη η φοραδίτσα; Τρέχα να πας στο γύφτο να φτενέψη τη γλώσσα σου, και τότε να πας να φωνάξης της φοραδίτσας και να κάμης τη δουλειά σου». – Σηκώνεται το λοιπόν ο γερο-νικολός και πάει στο μάστωρη και του λέει: «Ή μου φτενεύεις τη γλώσσα, ή αλλοιώτικα θα σου φάω το γάιδαρό σου». – «Μπα με τις χαρές σου γιέ μου, να τη σιάξωμε ντούρμα». – Και τω όντι την έβαλ’ απάνω στ’ αμόνι τη γλώσσα του γερο-νικολού και την εκοπάνισε και την εφτένεψε και την έσιαξε. Στερνά παγαίνει πάλαι ο γερο-νικολός στη φοραδίτσα και της μιλάει μ’ ευγενική φωνή κι αρχοντικιά γλώσσα: «Φοραδίτσα, φοραδίτσα κλπ.» κ’ εγελάστ’ εκείνη και τ’ άνοιξε και την έφαγε την καλή σου και πάει.
Ο μύθος διδάσκει ότι οφείλομεν να υπακούωμεν εις τας συμβουλάς των φρονίμων γερόντων.
8. Ο Χάρος και ο κουμπάρος του
Ένας μια φορά έκαμε κουμπάρο τον Χάρο, και τον επαρακάλεσε να μην του πάρη την ψυχή, μ’ άλλα λόγια να μην πεθάνη. – «Αϊ, κουμπάρε μου, του λέει ο Χάρος, αυτό και μόνο δε γίνεται· μια ημέρα θα πεθάνης και συ, όπως ούλοι οι ανθρώποι. Μόνον θα σου κάμω μια χάρι για κάμποσο καιρό να ωφεληθής. Πάρε τούτο το κεραμίδι, και να πηγαίνης στους αρρώστους που σε προσκαλούν, να ξης λίγ’ απ’ αυτό μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό, και να το δίνης τ’ αρρώστου να το πίνη και θα γιατρεύεται, κ’ έτσι θα κερδίζης πολλά χρήματα. Αλλ’ άμα πηγαίνης στον άρρωστο να κυττάζης, αν κάθωμαι στο κεφάλι του, να φέγης χίλια σύνορα, να μη δίνης γιατρικό, και να λες ότι ο άρρωστος ζωή δεν έχει, θα πεθάνη. Αν δε βλέπης ότι κάθωμαι στα πόδια, να δίνης το γιατρικό, κι ας λέν’ οι γιατροί ό,τι θέλουν, εσύ τη δουλειά σου». – Κ’ έτσι εκέρδισε ο κουμπάρος τα ελέη του Θεού. Με καιρό αρρώστησε κι ο ίδιος ο κουμπάρος, κ’ έπιε τη σκόνι του Χάρου, αλλ’ άξαφνα βλέπει τον Χάρο και του εκάθισε στο κεφάλι του· λέει της γυναίκας του να στριφογυρίση το στρώμα, ώστε να παν τα πόδια εκεί που ήταν το κεφάλι· αλλ’ ο Χάρος ευρισκότανε ουλοένα στο κεφάλι του κουμπάρου. Ως το ύστερο του λέει ο Χάρος. «Κουμπάρε μου, σου δίνω διορία ένα μήνα να ετοιμαστής γιατί θάρθω να σε πάρω». Όταν εκόντευε να βγη ο μήνας λέει της γυναίκας του ο φίλος: «Για κρύψε με μέσ’ στο κασσόνι να μη μ’ ευρή ο Χάρος, να ιδούμε δε θα γλυτώσω;». – Τον έβαλε πρωί η γυναίκα στο κασσόνι, σαν ετελείωνε και ο μήνας. Αλλά με λίγο που εσκέπασε το κασσόνι, κ’ εσυγύραγ’ η νοικοκυρά το σπίτι της, φτάν’ ο Χάρος και πάει και κάθετ’ απάνω στο κασσόνι· και ρωτάει την κουμπάρα «τι εγίνηκε ο κουμπάρος;». «Πάει στο χωράφι, κουμπάρε μου, του λέει, δεν είναι εδώ». – «Βρε χριστιανή μου, λέει ο Χάρος, έλα βγάλ’ τον από ’δω μέσα, γιατί θα βρωμήση, εγώ την επήρα την ψυχή του»· είπε το λόγο και εγίνηκε άφαντος. Ανοίγει κ’ εκείνη το κασσόνι και βρίσκει τον άντρα της πεθαμμένον.
Δεν πιάνετ’ ο Χάρος φίλος.
«Παν γεννητόν και φθαρτόν».
[1] Τάχιστα, λέξ. αλβανική.

3 Comments
Comments are closed.