
Η βδέλλα ή αβδέλλα είναι υδρόβιο σκουλήκι που προσκολλάται και απομυζά αίμα. Η λέξη προέρχεται από το «βδάλλω» που σημαίνει αρμέγω. Οι αβδελάδες έμπαιναν σε λίμνες ή έλη με γυμνά πόδια. Οι βδέλλες κολλούσαν πάνω τους και έπρεπε γρήγορα να τις βγάλουν από τα πόδια τους και να τις βάλουν σε βάζα με νερό, προς πώληση. Τις χρησιμοποιούσαν από την αρχαιότητα, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα οι γιατροί συνιστούσαν αφαίμαξη με βδέλλες. Θεωρούνταν ιδανικές για υπερτασικούς αλλά τις χρησιμοποιούσαν και για ωτίτιδες, πονοκεφάλους. Κάθε βδέλλα απορροφούσε περίπου 15ml αίμα. Το επάγγελμα αυτό ξεκίνησε από την αρχαιότητα και έφτασε μέχρι το 1950 περίπου, όταν οι βδέλλες αντικαταστάθηκαν από τα φάρμακα.
