Μέχρι το 1770 η Μάνη ήταν σχεδόν ελεύθερη, αφού απλά έδινε στην πύλη φόρο 4.000 γροσιών το χρόνο, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν πληρώθηκε ποτέ. Εκτός από τη φορολογική υποχρέωση ήταν ανεξάρτητη και είχε δική της διοίκηση.
Κάθε πόλη, κωμόπολη ή χωριό ή πολλά χωριά μαζί αποτελούσαν κοινότητα, της οποίας προΐστατο ένας άρχοντας ή καπετάνιος, που ήταν εκλεγμένος. Το αξίωμα είχε μάλλον στρατιωτικό χαρακτήρα, αφού αυτός διένεμε και τους φόρους. Κάθε καπετάνιος ήταν ανεξάρτητος από τους άλλους, σιγά – σιγά όμως περιφέρειες πολλών καπεταναίων αποτέλεσαν επαρχίες ή μεγάλες καπετανίες, στις οποίες διοικούσε ένας ανώτερος καπετάνιος, στον οποίο οι άλλοι υποδεέστεροι καπετάνιοι της περιφέρειας όφειλαν υπακοή. Ο αριθμός των καπετανάτων δεν είναι βέβαιος. Ο Νικήτας, ποιητής του 18ου αιώνα, διαιρεί τη Μάνη στην Άνω, Έξω και Μέσα Μάνη, με 9 καπετανάτα, ενώ ο Πουκεβίλ αναφέρει 12 πρωτεύουσες επαρχιών.
Το σίγουρο είναι ότι η Μάνη ήταν διαιρεμένη σε καπετανάτα και ότι άλλα χωριά υπάγονταν στον μπέη και άλλα όχι. Η διοίκησή τους ανήκε συνήθως σε ισχυρότατες οικογένειες, με βάση το “δίκαιο του ισχυρότερου”, οι οποίες προέβαιναν σε καταδυναστεύσεις και αυθαιρεσίες.
Εκπρόσωποι των ισχυρών αυτών οικογενειών αποτελούσαν το συμβούλιο, το οποίο συσκεπτόταν και αποφάσιζε για τις σπουδαιότερες υποθέσεις της χώρας. Ένα από τα καθήκοντά του ήταν και η εκλογή αρχικαπετάνιου ή μπας-καπετάν, κατά πλειοψηφία.
Μετά την ατυχή εξέγερση του 1770, χωρίστηκε η Μάνη από το σαντζάκι του Μορέως, προστέθηκε στη δικαιοδοσία του ναυάρχου ή Καπουδάν Πασά και αυξήθηκε ο φόρος υποτέλειας σε 15.000 γρόσια. Παράλληλα η Πύλη ανέλαβε να διορίζει τον αρχηγό των καπεταναίων, ο οποίος έφερε από τότε τον τίτλο του μπέη ή μανιάτμπεη. Στην ουσία όμως οι Μανιάτες και μετά από αυτό είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν ελεύθερα τον αρχηγό τους, τον οποίο αναγνώριζε η Πύλη.
Ο ηγεμόνας αυτός ήταν αρχικαπετάνιος, Έλληνας ως προς το γένος, με ισόβιο αξίωμα, που είχε το δικαίωμα να φέρει τον τίτλο ενωμένο με το όνομά του και συγκέντρωνε σχεδόν όλες τις εξουσίες. Αυτός ήταν ο ανώτατος διοικητικός άρχοντας, εισέπραττε τους φόρους, έστελνε στην Κωνσταντινούπολη το φόρο των 15.000 γροσίων, από αυτόν εξαρτάτο η αστυνομία και ήταν τέλος ο αρχηγός όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της Μάνης. Το γεγονός ότι ο ανώτατος διοικητής της Μάνης είχε ενωμένη με την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, όπως και οι καπετάνιοι, ήταν φυσικό σε μια χώρα στην οποία όλοι οπλοφορούσαν και στην οποία οποιοσδήποτε πολιτικός άρχοντας, όση πολιτική εξουσία κι αν είχε, δεν θα είχε κύρος εάν δεν μπορούσε να την υποστηρίξει οποιαδήποτε στιγμή με το σπαθί του.
Τη μόνη εξουσία που δεν είχε ο μπέης ήταν η δικαστική και ιδιαίτερα η ποινική, καθώς και όλοι οι καπετάνιοι, διότι και η αστική και η ποινική δικαιοσύνη αφηνόταν στους ιδιώτες, που τακτοποιούσαν τις υποθέσεις τους είτε με αυτοδικία είτε με οικογενειακά συμβούλια, που απαρτίζονταν από μέλη των οικογενειών και των δυο πλευρών. Αυτά είχαν απόλυτη εξουσία και μπορούσαν να επιβάλλουν και να εκτελούν μέχρι και την ποινή του θανάτου.
Εκεί όμως που είχε απόλυτη εξουσία ήταν στις συναλλαγές με ξένους εμπόρους. Ο διοικητής της Μάνης ήταν ο μόνος κύριος να πωλεί τα εμπορεύματα του τόπου και χωρίς την άδειά του δεν μπορούσε κανείς να συνάψει σύμβαση και κανείς ξένος να αγοράσει ελιές, μετάξι ή βελανίδια. Τα υπόλοιπα εμπορεύματα αγοράζονται και πωλούνταν ελεύθερα. Ως αιτία αναφερόταν η έλλειψη κεφαλαίων και η έλλειψη εμπορικών γνώσεων από το λαό. Κάποτε αυτό χρησίμευε και ως μέσο φορολογίας, από το οποίο ωφελείτο ο μπέης κυρίως, αλλά και ο καπετάνιος της επαρχίας, ο οποίος δικαιούτο το ένα τρίτο του κέρδους. Επομένως ο ηγεμόνας της Μάνης ασκούσε αληθινά κυριαρχικά δικαιώματα και απολάμβανε το σεβασμό του λαού. Ο Πουκεβίλ βέβαια αναφέρει ότι μόλις κάποιος γινόταν μπέης, γινόταν αντικείμενο μίσους και αποστροφής του λαού, αφού τον θεωρούσαν τυφλό όργανο του Καπουδάν Πασά. Αυτό δεν ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις, παρά μόνο σ
