Η εκπαίδευση ήταν σε μεγάλο βαθμό, υλικά και πνευματικά, εξαρτημένη από την Εκκλησία. Θα μπορούσε, συνεπώς, η Εκκλησία να παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην εξάπλωση της παιδείας. Όντως έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της γλώσσας, έστω και μόνο για τις ανάγκες των ιεροτελεστιών, μέσω των προαναφερθέντων ιερατικών σχολείων. Θα μπορούσε όμως να συμβάλει περισσότερο, αν ακολουθούσε το παράδειγμα του Κύριλλου Λουκάρεως. Δυσκολίες εξωτερικές δεν υπήρχαν. Οι Τούρκοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελούσαν εμπόδιο, γιατί δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν τι διδασκόταν στα σχολεία και δεν φοβούνταν την δημιουργία επαναστατικών κινήσεων μέσα από αυτά. Ο Νεόφυτος Βάμβας αναφέρει: «Είτε από αδιαφορία», λέει, «είτε ως αρχή η Υψηλή Πύλη ποτέ δεν εναντιώθηκε στην Αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα. Οι πιο πραγματικοί εχθροί σ’ αυτή την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους κόλπους μας…»
Το συντηρητικό στοιχείο της εκκλησίας θα προβάλει εμπόδια στους δασκάλους εκείνους που σπούδασαν στη Δύση και επηρεάστηκαν από το αναγεννησιακό πνεύμα που επικρατούσε εκεί. Επιστρέφοντας στην πατρίδα και, απομακρυνόμενοι από την σχολαστική παράδοση, στρέφονται στη διδασκαλία της φιλοσοφίας και των θετικών επιστημών, θεωρούνται αιρετικοί και καταγγέλλονται από την Εκκλησία με αφορισμό αν δεν αποκηρύξουν τη διδασκαλία τους. Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης αφορίστηκε το 1724, ενώ ο Στέφανος Δούγκας (1810) υπέγραψε ομολογία και δεν αφορίστηκε.
Η αρνητική επίδραση της εκκλησίας περιορίστηκε από την εμφάνιση τον 18ο αιώνα δύο νέων παραγόντων: των Φαναριωτών και των εμπόρων. Οι Φαναριώτες κατάγονταν από παλιές βυζαντινές οικογένειες και διέμεναν στη συνοικία Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, από όπου και το όνομά τους, και απέκτησαν μεγάλες περιουσίες μετά τον 17ο αιώνα. Έμαθαν τα πρώτα γράμματα με ιδιωτικούς δασκάλους και, στη συνέχεια, σπούδασαν σε πανεπιστήμια κυρίως της Ιταλίας. Όταν επέστρεψαν, κατέλαβαν υψηλές θέσεις στην τουρκική διοίκηση (δραγουμάνοι), αφού προηγουμένως είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη των Σουλτάνων. Η παιδεία ήταν μεταξύ των ενδιαφερόντων τους και, επηρεασμένοι από τα πνευματικά επιτεύγματα της Δύσης, συνέβαλαν στην εξάπλωση και τη βελτίωση της παιδείας με τη δημιουργία σχολείων, ιδίως, στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου είχαν τοποθετηθεί ως ηγεμόνες.
Το 1774 συνάπτεται μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η οποία, μεταξύ άλλων, επιτρέπει στα ελληνικά εμπορικά καράβια να κυκλοφορούν ελεύθερα με ρώσικη σημαία. Το γεγονός αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου και, συνακόλουθα, στην οικονομική άνοδο των Ελλήνων, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε ο σχηματισμός μιας κάποιας αστικής τάξης. Η νεοδημιούργητη αυτή τάξη, σταθεροποιούμενη προοδευτικά, αρχίζει να μετέχει άμεσα στη διοίκηση των κοινοτήτων και της Εκκλησίας και με διάφορους τρόπους στα εκπαιδευτικά δρώμενα. Με τη συμβολή και των Φαναριωτών, που είναι φορείς των νέων ιδεών, οι εκπαιδευτικές αντιλήψεις της εποχής αλλάζουν, γίνονται πιο νεωτεριστικές και, μακρόπνοα, στοχεύουν στην πολιτική χειραφέτηση και στην εθνική παλιγγενεσία. Ήταν διαδεδομένη, άλλωστε, η αντίληψη ότι η απαλλαγή από τον τουρκικό ζυγό θα πραγματοποιηθεί μέσω της αφύπνισης των συνειδήσεων και αυτή μέσω της παιδείας. Επομένως, η επένδυση τεράστιων χρηματικών ποσών εκ μέρους των εμπόρων στην εκπαίδευση συνιστά πράξη και επιλογή πολιτική και εθνική.
Τα σχολεία δεν εξαρτώνται πλέον οικονομικά μόνο από την Εκκλησία, αλλά από πολλές και γενναίες χορηγίες που προσφέρει το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, η Εκκλησία χάνει τον πρώτο ρόλο που είχε τα προηγούμενα χρόνια, αν και, σαν θεσμός, παραμένει ισχυρός.
Στα νησιά του Αιγαίου, που παρουσιάζουν έντονη ανάπτυξη στο εμπόριο και την ναυσιπλοΐα, από τα 40 σχολεία η ίδρυση ενός ή δύο τοποθετείται τον 16ο αιώνα, δύο ή τρία τον 17ο, ενώ τα υπόλοιπα είναι τον 18ο αιώνα. Από αυτά τα 15 έχει ιδρύσει η Εκκλησία και τα 25 οι Κοινότητες με τη βοήθεια πλούσιων χορηγών. Στη Θεσσαλία από τα 32 σχολεία μόνο τα 5 ιδρύονται τον 16ο και 17ο αιώνα από την Εκκλησία, ενώ τα άλλα 27 ιδρύθηκαν τον 18ο αιώνα.
Στην Πελοπόννησο έχουν επισημανθεί 114 σχολεία περίπου έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα 49 ιδρύθηκαν πριν από την Καποδιστριακή περίοδο, εκ των οποίων τα 7 τοποθετούνται στους 16ο και 17ο αιώνα με Εκκλησιαστική πρωτοβουλία, ενώ τα 42 δεν είναι παλαιότερα του 18ου και 19ου αιώνα και την πρωτοβουλία της ίδρυσής τους μοιράζονται η Εκκλησία με τις Κοινότητες, ενώ τα χρηματοδοτούν πλούσιοι Πελοποννήσιοι της διασποράς.[1] Τέλος στην Ήπειρο κατά τους 17ο και 18ο αιώνα λειτουργούσαν 30 περίπου κοινά σχολεία.[2]
Αντιπροσωπευτική από κάθε άποψη είναι η εικόνα, την οποία προσφέρει η Σμύρνη λίγο πριν από τον Αγώνα. Στο σύνολο των 120.000 κατοίκων, γύρω στις 40.000 είναι Έλληνες και έχουν σε λειτουργία 6-8 κοινά σχολεία και δύο ανώτερα. Το πρωτοποριακό είναι το Φιλολογικό Γυμνάσιο, το συντηρητικό, η Ευαγγελική Σχολή. Το Γυμνάσιο είχε 300 περίπου μαθητές, η Ευαγγελική Σχολή γύρω στους 200 και όλα τα κοινά σχολεία άλλους 1.000.
Ο Κοραής θα σημειώσει «ο έρωτας της παιδείας έχει διαδοθεί και έχει εξαπλωθεί με όλα τα συμπτώματα μιας νόσου μεταδοτικής». Το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση παίρνει καθολική έκφραση και προσπαθεί να αγκαλιάσει όχι πλέον τον ελληνικό χώρο, αλλά ολόκληρο τον Ελληνισμό.
Τον Ιούλιο του 1810 ιδρύεται στο Βουκουρέστι, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Ιγνατίου, φιλολογική εταιρεία με κύριο έργο τη μέριμνα για την πρόοδο των παιδιών που φοιτούν στα σχολεία. Τον Σεπτέμβριο του 1813 ιδρύεται στην Αθήνα η Εταιρεία των Φιλομούσων, με ποικίλους πνευματικούς σκοπούς, ανάμεσα στους οποίους είναι και η εκπαίδευση. Τον επόμενο χρόνο, το 1814, ιδρύεται στη Βιέννη ομώνυμη εταιρεία, από τους κύριους σκοπούς της οποίας είναι και η εκπαίδευση.
[1] Σβορώνος, 1984, σελ. 330-36.
[2] Βρανούσης Λ ., Σφυρόερας Β., 1997, σελ. 267-269.
