Αν και η Εκκλησία θεωρεί ότι τα παιδιά πρέπει να βαφτίζονται μετά από σαράντα μέρες, μόλις δηλαδή σαραντίσουν, αυτό δεν τηρείται πάντα, σχεδόν σε όλη την Πελοπόννησο. Μέχρι τη βάφτιση τα αρσενικά παιδιά τα λένε «δράκους» και τα θηλυκά «δρακούλες».
Η βάφτιση των κοριτσιών συνοδεύεται συχνά από προλήψεις. Για παράδειγμα, τα δεύτερα ή τρίτα κορίτσια τα βαφτίζουν βράδυ, για να σταματήσει η γέννα θηλυκών παιδιών, όπως σταμάτησε η μέρα. Γι’ αυτό κλείνουν τις πόρτες και τα παράθυρα για να μην μπει κανείς και φωνάζουν ιερέα από άλλη ενορία, για να αλλάξει το γένος των παιδιών. Νονός πρέπει να είναι συγγενής της μητέρας, ο οποίος πρέπει την ώρα που κρατάει στα χέρια του το κορίτσι και γυρίζει γύρω από την κολυμπήθρα να αλλάξει τρεις φορές τα παπούτσια του. Ονομάζουν δε το κορίτσι Σταθού ή Σταθούλα, Σταμάτα, Σταυριανή, Στάμω, Στεκούλα ή με ένα όνομα που έχει αρσενική ρίζα και κατάληξη θηλυκή. Άλλες φορές πάλι τα βαφτίζουν Σάββατο, για να τελειώσει η γέννηση κοριτσιών, όπως τελειώνει η εβδομάδα, ή στις 24 Ιουνίου, την ημέρα της γέννησης του Ιωάννη του Προδρόμου, γιατί «γυρίζει ο ήλιος» από το βόρειο στο νότιο ηλιοστάσιο.
Στα παιδιά δίνουν το όνομα των παππούδων ή άλλων συγγενών, αν γεννηθούν όμως σε γιορτή αγίου, τότε παίρνουν το όνομά του. Επειδή πολλοί νομίζουν ότι το όνομα έχει σχέση με τη ζωή και την τύχη του παιδιού, συχνά το τάζουν. Όταν πρόκειται για ασθενικά παιδιά, τα βάζουν στην εκκλησία μετά το Ευαγγέλιο, τα πετάνε και όποιος πιάσει το παιδί γίνεται νονός. Αν πάλι ένα μωρό κινδυνεύει να πεθάνει, το βαφτίζουν βιαστικά στο σπίτι. Μάλιστα στις περιπτώσεις αυτές δίνουν ονόματα που παραπέμπουν στη ζωή, όπως Ζήσης, Πολυζώης ή Πολυχρόνης. Εάν το παιδί πάθει επιληψία, του δίνουν άλλο όνομα, συνήθως του Χριστού. Εάν πεθάνει κάποιος από τους γονείς ή και οι δύο και το παιδί είναι αβάπτιστο, το αγόρι παίρνει το όνομα του πατέρα και το κορίτσι της μάνας. Τότε δεν το φωνάζουν με το όνομά του, αλλά το αγόρι Δράκο και το κορίτσι Τσιούπα ή Μικρή.
Πολλοί πιστεύουν ότι για να είναι καλά τα ζώα τους, πρέπει ο νονός να κουρέψει πρώτος το παιδί. Από τις λίγες αυτές τρίχες κατασκευάζουν φυλακτό και το φοράνε στο λαιμό των ζώων.
11. Κύρια ονόματα
Τα ονόματα που δίνουν στα παιδιά τους είναι κυρίως ονόματα Αγίων της εκκλησίας, όπως Νικόλας, Δημήτρης, Παναγιώτης, Γιώργης κλπ., λίγα εβραϊκά, όπως Συμεών, Μιχάλης, Γιάννης, Αλισάβετη κλπ. Άλλα από ελληνικά αφηρημένα ονόματα ή επίθετα, όπως Αρέτω ή Αγάθη, Καλή, Δροσερή κλπ. Μερικά από πολύτιμους λίθους, όπως Ασήμω, Ασημάκης, Αργύρης, άλλα από δέντρα ή λουλούδια, όπως Μηλιά, Λεϊμονιά, Γαρούφω, Βελι…τα κλπ. Επίσης μετά το 1821 και αρχαία ελληνικά ονόματα.
(Πίνακας με κύρια ονόματα) 12. Η παντρεμένη γυναίκα αλλά και η χήρα από τους συγγενείς της αποκαλείται με το όνομά της, από τους συγγενείς του άντρα της όμως και από τους ξένους με το όνομα του άντρα της, π.χ. Λαμπρινίνα, Θανασού, Γληγόραινα, Βασίλαινα, Θοδωριά ή Νικολίχι, που σημαίνει η γυναίκα του άντρα που είχε το αντίστοιχο όνομα. Στη Μεσσηνία έβαζαν την κατάληξη – ιά, π.χ. Κωνστανινιά, Θοδωριά κλπ.
Β΄ Βάπτισις
9. Ει και κατά την εκκλησίαν δέον να βαπτίζωνται τα νήπια μετά τεσσαράκοντα από της γεννήσεως ημέρας, η βάπτισις τούτων γίνεται πανταχού σχεδόν της Πελοποννήσου εν διαφόρω ηλικία. Καταντά δε πολλάκις ή και υπερβαίνει το δεύτερον έτος από της γεννήσεως. Αλλαχού δε της Ελλάδος τελείται τη ογδόη μετά την γέννησιν ημέρα, όπερ ίσως εστίν απομίμησις της Εβραϊκής περιτομής τη ογδόη μετά την γέννησιν ημέρα γινομένης. Μέχρι λοιπόν του ιερού τούτου φωτισμού καλούμεν το μεν άρρεν Δράκον, το δε θήλυ Δρακού και Δρακούλα· η ονομασία αύτη, κατά τον κ. Θεόδ. Βενιζέλον, «προήλθεν εκ της περί όφεως γνώμης των Ελλήνων· διότι παρ’ αυτοίς ο όφις ην σύμβολον, πλην άλλων και υγιείας δια την εκ της αλλαγής του χιτώνος αυτού ανανέωσιν· διο δη και ην αφιερωμένος τω Ασκληπιώ τω Θεώ της ιατρικής, ων εξωθούσης ταύτης τα νοσήματα και φυλασσούσης το νεογνόν. Προς δε ο όφις ην σύμβολον και αγαθού τινος δαίμνος αποσοβούντος τα κακά και φυλάσσοντος τα ασθενή από κινδύνων, ου ένεκα το ερπετόν αυτό ην ιερόν άλλων τε Θεών και της Αθηνάς μάλιστα, ήτις ιδία τροφός και φύλαξ των παίδων ελέγετο· εφ’ ω γε και οι Αθηναίοι έτρεφον τα μικρά εν Χρυσηλάτοις όφεσιν, οιονεί ανατιθέμενοι την φυλακήν του νηπίου εις την δια του δράκοντος εκδηλουμένην Θεόν. Εξ αυτής λοιπόν της αιτίας φαίνεται ότι διέμεινε και παρ’ ημίν η αρχαία συνήθεια να ονομάζωμεν τα βρέφη Δράκους και Δρακούλας. Σημειωτέον δ’ οδού πάρεργον, ότι ως οι αρχαίοι τον όφιν εκάλουν, δι’ ην είρηται αιτίαν, οικουρόν όφιν και αγαθόν δαίμονα. Ούτω και ημείς τον εν τη οικία φανέντα όφιν φύλακα και καλό στοιχειό καλούμεν και εξ ευλαβείας δεν αποκτείνομεν αυτόν. Αν δε τις αποκτείνη τοιούτον έσται προς κακόν της οικογενείας, εν η ο οικουρός φονεύεται όφις. Πλην δε της του δράκοντος ονομασίας των αβαπτίστων παιδίων κρεμώσι περί των τράχηλον αυτών σκόροδον[1] ή πήγανον, άτινα ως παρά τοις αρχαίοις, ούτω και παρά τοις νυν βασκανίας φυλακτικά νομίζονται· μάλιστα δε την λίθον ίασπν, εχθράν των Εμπουσών, δι’ ων εξεφόβιζον τα παιδία»[2].
Παράδοξος δ’ είναι η των θηλέων βάπτισις μετά πολλών προλήψεων και αγυρτειών συνοδευομένη. Βαπτίζουσι δηλονότι το δεύτερον ή και τρίτον τεχθέν κοράσιον εν εσπέρα, όπως ο τοκετός τούτων παύσηται, ως έληξεν η ημέρα. Όθεν κλείουσι τας θύρας και τα παράθυρα και απαγορεύουσι την είσοδόν τινος. Καλείται προς τούτο έτερος και ουχί ο εφημέριος εις την οικίαν ιερεύς, όπως αλλάξη και το γένος των παιδίων. Καλείται δε εκ των συγγενών της μητρός ανάδοχος, ος έστιν υπόχρεως, κατά την δοθείσαν αυτώ παραγγελίαν, φέρων εν αγκάλαις την βαπτισθείσαν κόρην να μεταλλάξη εν τη περί την κολυμβήθραν περιφορά τρις τα αυτού πέδιλα, εμβάλλων δηλ. τον δεξιόν πόδα εις το αριστερόν πέδιλον και τ’ ανάπαλιν. Δίδεται δε εις το κοράσιον το όνομα Σταθού ή Σταθούλα, Σταμάτα, Σταυρούλα, Σταυριανή, Στάμω (εν Κλειτορία), Στεκούλα (εν Ηραία), ή όνομα έχον την ρίζαν αρσενικού και την κατάληξιν θηλυκού ονόματος. Οίον Γεωργίτσα, (Γεώργιος), Κωνσταντίνα (Κωνσταντίνος). Βαπτίζονται δε άλλως τα τοιαύτα εν ημέρα Σαββάτου ίνα τελειώση ο τοκετός τούτων ως η εβδομάς· ή την 24 Ιουνίου εν η εορτάζεται το γενέσιον του Προδρόμου. Κατά ταύτην δε την ημέραν πιστεύεται κοινώς, ότι «γυρίζει ο ήλιος», ήτοι τρέπεται διευθυνόμενος από του βορείου εις το νότιον ηλιοστάσιον, και δια τούτο θέλει μεταβληθή και ο τοκετός των θηλέων εις άρρενα. Όνομα τίθεται συνήθως το του πάππου και είτα άλλων συγγενών. Ει δε ετέχθη το παιδίον εν εορτή αγίου, λαμβάνει ενίοτε το του αγίου όνομα, εφ’ ω και λέγεται, ότι «εγεννήθη με το όνομά του». Επειδή δε νομίζουσιν οι πολλοί, ότι και το όνομα συντελεί εις την ζωήν, έχουσι δε την ατυχίαν τινές να στερώνται των εαυτών τέκνων παρακαίρως, το επιγεννώμενον 1) το τάζουνε εις άγιον δια να ζήση και το ρίπτουν εις ναόν, εν καιρώ της λειτουργίας δηλ. μετά την ανάγνωσιν του ιερού Ευαγγελίου, οπότε λαμβάνει το βρέφος ο τυχών γινόμενος αυτώ ανάδοχος. Λαμβάνει δε τούτο το όνομα Στάθης και επί θηλέων Σταθού ίνα σταθή ζων, Ζήσης, Ζώης, Πολυζώης, Πολυχρόνης· τοιαύτα ονόματα δίδονται και εις ασθενή και ατέλεστα παιδία, ων επισπεύδομεν την βάπτισιν, δηλ. ως λέγομεν κοινώς τα νεκροβαφτίζομε. 2) Δίδεται υλικόν εις μητέρα, ης δεν απέθανε τέκνον όλως, και ράπτει ενδυμασίαν όλην, ην περιβάλλεται το ζων παιδίον, και ούτω παύεται ο περαιτέρω θάνατος.
10. Το βαπτιστικόν όνομα παραλάσσεται υπό των γονέων ενίοτε α) Όταν το παιδίον προσβληθή υπό επιληψίας μετονομάζουσιν αυτό ετέρω ονόματι και μάλιστα το του Χριστού, Χρίστος. β) Όταν αποθάνη ο έτερος των γονέων ή αμφότεροι και απολειφθή αβάπτιστον τέκνον λαμβάνει, ει μεν εστίν άρρεν το του πατρός όνομα, ει δε θήλυ το της μητρός εν τω βαπτίσματι. Καλείται δε και τότε κατ’ εναλλαγήν του ονόματος εκείνο μεν Δράκος, αύτη δε Τσιούπα ή Μικρή, όπως μη προξενή λύπην το όνομα απαγγελλόμενον. γ) Όταν υπηρέτρια φέρη το αυτό όνομα τη δεσποίνη αυτής ή τη δεσποινίδι, τότε εκείνημεν καλείται Μικρή, αύτη δε ακούει από του κυρίου ονόματος αυτής. Παρά τοις πολλοίς πιστεύεται, ότι ίνα ευ έχωσι τα κτήνη αυτών, οφείλει ο ανάδοχος τέκνου αυτών να κείρη τούτο πρώτος· από δε των ολίγων τούτων τριχών κατασκευάζουσι περίαπτον, όπερ αναρτώσιν εις τον λαιμόν των κτηνών των.
Γ΄ Ονόματα κύρια
11. Τα παρά τοις νεοτέροις έλλησιν ονόματα ανδρών τε και γυναικών λαμβάνονται το πλείστον από ονομάτων αγίων της εκκλησίας ελληνικήν αρχήν ως επί το πολύ εχόντων· οίον Νικόλας, Δημήτρης, Παναγιώτης, Γιώργης κλπ. Ολίγα δε από της εβραϊκής δια την θρησκείαν· οίον Συμεώς, Μιχάλης, Γιάννης, Αλισάβετη κλπ. Άλλα από ονομάτων ελληνικών αφηρημένων ή και επιθέτων· οίον Αρέτω, Μπίστη (πίστις), Αγάθη, Καλή, Δροσερή κλπ. Τινά από μετάλλων ή πολυτίμων λίθων· οίον Ασημάκης, Ασήμω, Αργύρης, Αργυρή, Χρύσω, Σμαράγδω, Ρουμπίνα, Ζαφείρω, και τινά από δένδρων, ανθέων και πόλεων· οίον Μηλιά, Λεϊμονιά, Γαρούφω, Βελιότα, Βενέτα, Αλεξάντρα. Ου προ πολλού δε λαμβάνονται και αρχαία ελληνικά ονόματα, ενώ προ του 1821 ασεβές εθεωρείτο να φέρη τις όνομα αρχαίου έλληνος, και εκ τούτου σπανιώτατα απαντά επί τουρκοκρατίας τοιούτον. Όπως δε παρά τοις αρχαίοις υπεκορίζοντο τα ονόματα και ελέγετο επί παραδείγματι ο Αλέξανδρος, Αλεξάς· ο Ερμόδωρος, Ερμάς· ο Θεόδωρος, Θευδάς· ούτω και η καθωμιλημένη αρχαίζουσα και κατά τούτο λέγει τον Δημήτριον, Μήτρον, Μιμήκον, Μίμην, Μήτσιον, Μίκον· τον Γεώργιον, Γιώργην, Γιώργον, Γιωργάκην, Γιώργαν, Γιωργιόν, Γιωργίκον, Γιωργαλάν (εν Δάρα του Νάσων), Γιωργέντιον (εν Βαλτεσινίκω του Κλείτορος)· τον Παναγιώτην, Πάνον, Γιώτην, Νώτην κλπ. Ο επόμενος αλφαβητικός πίναξ εμπεριέχει εθιζόμενα ονόματα κύρια των νεωτέρων ελλήνων.
Α
Αγάθη, η και Αγάθω, η σκωπτ.
Αγγελής, ο. Αγγέλω, η
Αλισαβέτη, η
Αλεξάντρα, η
Αλέξης, ο. Αλέξω, η
Αλεφάντω, η
Ανάστος, ο και Αναστάσης, ο
Αναστάσω και Αναστασιά, η και Τασιά, η
Ανθούλα, η
Αννιώ, η και Άννα, η και Αννέτα, η
Αντρέας και Αντριάς, ο και Αντρίκος, ο
Αντριάνα, η
Αντώνης, ο. Αντώνα, η
Αργύρης, ο. Αργυρή, η – ρω.
Αρέτω και Αρετή, η
Ασημάκης, ο. Ασήμω, η
Αστέρω, η
Αυγερινός, ο
Β
Βαγγέλης, ο (Ευάγγελος)
Βαγγελία, η (Ευαγγελία)
Βασίλω και Βάσιω, η
Βγενύσιος, ο (Διονύσιος)
Βγενυσούλα, η (Διονυσία)
Βγένω και Βγενική, η (Ευγενία)
Βενέτω, Βενετσάνα, η
Βενετσάνος, ο (εν Λακωνία)
Βελιότα, η (από του άνθους)
Βελούδω, η (από του υφάσματος)
Βελισσάρις, ο
Βενιζέλος, ο
Γ
Γαρούφω και Γαρουφαλιά, η
Γιάννης, Γιάννος και Γιάνκος, ο
Γιαννάκης και Γιαννάκος, ο
Γιαννούλα, η
Γιωργούλα, η. Γιωργίτσα, η
Γιωβάννης, ο
Ντζανής, ο
Ντζάνες, ο
Ντζωάννης, ο
Δ
Δάφνη, η
Δεσποινή, Δέσπω και -ούλα, η
Δημήτρης, ο ίδ. ανωτ. παρ. 11
Δημητριός, ο
Δημήτρω, η και -ούλα, η
Διαμαντής, ο
Διαμαντίνα, η (εν Ζακύνθω)
Διαμάντω, η
Δροσερή, η
Ε
Ελένη και μεγεθ. Ελένω, η και Ελενιώ, η
Ερήνω, η αντί Ειρήνη και Ρηνιώ, η
Ζ
Ζαμπέλλα και Ζαμπιώ, η (εν ταις νήσοις)
Ζαμπιά, η και Ζαμπέττα, η
Ζαφείρης, ο
Ζαφειρίτσα, η
Ζαφείρω, η
Ζαχαρίας και Ζάχος, ο
Ζαχαρούλα, η
Ζαχάρω, η
Ζάχαρη, η (εν ταις νήσοις)
Ζαχαρία, η (εν ταις νήσοις)
Ζαχαριώ, η (εν ταις νήσοις)
Ζήσης, ο (εν τη Στερεά Ελλάδι)
Ζωή και Ζωίτσα, η
Ζώης και Πολυζώης, ο
Η
Ηλίας και Λιάς, ο και Λιάκος, ο
Ηλιοφώτα, η
Ηλιογέννητη, η
Θ
Θανάσαρος, ο μεγεθ. και σκωπτ.
Θανάσης και Νάσιος, ο
Θανάσης και Θάνος, ο
Θανάσω και Θανασούλα, η
Θιοφάνης, ο
Θιοφάνη και Φανιώ, η
Θεωνιά και Θεώνη (η Θεονόη του κ. Δ. Πανταζή)
Θοδώρα, η
Θοδωρής, ο
Θόικος, ο
Θοδόσις, ο
Θωμαή, η
Θωμάς, ο
Κ
Καλή, η
Καλομοίρα, η
Καλούδα και Καλλιώ, η (εν Θήρα)
Κανέλλος, ο. Κανέλλα, η
Κατερίνα, η. Κατίγκω, η
Κατερινιώ και Κατέρω, η
Κόλιας και Κολιός ίδ. Νικόλαος, ο
Κοντύλω, η
Κρουστάλλω, η
Κυπαρίσσης και
Κυπάρισσος, ο (εν ταις νήσοις)
Κυπαρίσσω, η
Κυριακή και -ούλα, η
Κυριαζής, ο
Κυριακός, ο
Κωσταντής, ο
Κωσταντίνα, η
Κώτσιος, ο = Κωσταντίνος
Λ
Λαμπρινός και Λάμπρος, ο
Λαμπρινή, η
Λεϊμονιά, η
Λελούδω, η
Λεούσα, η
Λευτέρης, ο
Λευτεριά, η
Λινάρδος, ο
Λουκάς και Λούκας, ο
Μ
Μαγδαλινή και Μαγδάλω, η
Μαλαματένια και Μαλάμω, η
Μανώλης, ο
Μαργαρίτα, η
Μαργαρίτης, ο
Μαριά και Μαριώ και Μαριγώ, η
Μαρίνα, η. Μαρίνης, ο
Μαρίνα, η
Μαριόρα και Μαριορή, η και
Μαριούτσω, η σκωπτ.
Μάρκος, ο
Μαυραειδής, ο
Μήτρος, ο ίδ. Δημήτρης
Μηλιά, η
Μετάξω, η
Μιχάλης, ο και Μίχος, ο
Ν
Νάσιος, ο ίδ. Θανασάς, ο
Νεράντζω, η (εν Ορχομενώ)
Νικόλας, Νίκος και Νικολός, ο. Νάκος, ο
Νικολέτα, η και Νικολίτσα, η
Ντζιανέττα, η
Ντσόγια, η
Ντίνα, η = Κωνσταντίνα, η
Ντίνος, ο = Κωνσταντίνος, ο
Ξ
Ξακουστή, η και Ξάκω, η
Ξάνθης, ο
Ξανθή, η
Ξιάρχος, ο
Ο
Όνθω, η
Όρσα, η
Π
Παγώνα, η
Παγώνης, ο (εν Μεσσηνία)
Παναγιώτα, -ίτσα, -ούλα, η
Παναγής, -άγος, – ούλης, ο
Πάικος, Πάνος, Πανούτσος, ο
Παναγιώτης Γιώτης Νώτης, ο. Πάικος, ο
Πεπώ, η ’μπαπαντή
Παντελής, ο. Παντελίτσα, η
Παρασκευάς, ο. Παρασκευή, η
Πέτρος, ο. Πετρούλα, η
Πολύδωρας, ο
Πολυζώης, ο
Πολυχρόνης, ο
Προκόπης, ο
Ρ
Ρήγας, ο
Ρηνιώ, η ίδ. Ερήνω
Ρόιδω, η -ούλα, η
Ρουμπίνα, η
Ρώδης, ο
Σ
Σοφία, η. -ούλα, η
Σμαράγδω, η
Σουσάννα, η
Σπύρος,ο
Στάικος, ο
Στάθης, ο. Σταθού, η. -ούλα, η
Σταμάτα, η. -ούλα, η
Σταμάτης, ο
Σταμέλος, ο
Στάμω, η (εν Κλειτορία)
Στασινός, ο
Σταυριανή, η
Σταυρούλα, η
Σταύρος, ο
Στειλιανός, ο
Στεκούλα, η (εν Ηραία)
Σωτείρα, η
Σωτήρος, ο
Τ
Ταρσούλα, η. Ταρσία, η
Τασιώ και Τασιά ίδ. Αναστάσω, η
Τασιός και Αναστάσιος, ο
Τριαντάφυλλη, η
Τριαντάφυλλος, ο
Τριάντος, ο. Τριάντω, η
Τσισεύγενη, η και Τρίσω, η
Φ
Φίλης, ο
Φίλιππας, ο
Φιλιππίνα, η
Φλώρος, ο
Φροσύνη και Φρόσω, η
Φωτάκος και Φώτης, ο
Φωτεινή, η. Φωτεινός, ο
Φώτω, Φωτούλα και μεγεθ. Φωτάρα, η
Χ
Χάιδω και Χαϊδούλα, η
Χαράλαμπος, ο. Χαραλάμπω, η
Χριστίτσα, η. Χρίστος, ο
Χρόνης, ο και Πολυχρόνης, ο
Χρυσαυγή, η
Χρυσούλα, η
Χρύσω, η
Εκ των ανωτέρω ονομάτων τα εις ω λήγοντα θηλυκά. 1) Προσεγγίζουσί πως αναλογούντα προς τα της αρχαίας ελλην. γλώσσης Αττικά, καθ’ α και κλίνονται, φυλάττοντα εις απάσας τας πτώσεις το ω, εις δε τον πληθυντ. αριθμόν μεταπίπτουσιν εις την πρώτην κλίσιν· οίον, η Θανάσω της Θανάσως κλπ. πληθυντ. η Θανάσαις των Θανάσωνε κλπ. 2) Τα δε εις ου ομοιάζουσί πως τοις αρχαίοις ιδιοκλίτοις, καθ’ α και κλίνονται, οίον η Σταθού, της Σταθούς κλπ., ο Ιησούς του Ιησού κλπ.
12. Η ύπανδρος γυνή ως και η υπό χηρείαν διατελούσα παρά μεν των συγγενών των γονέων αυτής καλείται από του κυρίου ονόματος αυτής, παρά δε των του ανδρός ως και παρά των ξένων καθόλου καλείται από του ονόματος του ανδρός δια των επομένων καταλήξεων προσαρτομένων τη ρίζη του ονόματος τούτου· ίνα, αίνα, ου ιά, ίχι, οίον Λαμπρινίνα, Κωστίνα, Γιωργού, Θανασού, Γληγόραινα, Βασίλαινα, Θοδωριά, Νικολίχι κλπ. η του Λαμπρινού σύζυγος, ή του Κωστή, ή του Γιώργου, ή του Θανασά, ή του Γληγόρη, ή του Βασίλη, ή του Θοδωρή, ή του Νικόλα σύζυγος. Παρά δε Μεσσηνίοις, Αχαιοίς και τισι κωμοπόλεσι και αυτής της Γορτυνίας συνήθης προς τούτο ιδία κατάληξις εστίν η ιά, οίον η παρ’ ημίν Θοδωρού ή Κωσταντίναινα, λέγεται παρ’ εκείνοις Θοδωριά, Κωσταντινιά, κλπ. Παρά δε τοις σημερινοίς Αθηναίοις εύχρηστός εστιν η κατάληξις ιχι, όλως άγνωστος εν Πελοποννήσω· οίον Νικολίχι ή του Νικόλα σύζυγος, Νικόλαινα παρ’ ημίν.
Εκ των ειρημένων καταλήξεών τινες υπήρχον εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς και προ του μεσαιώνος περίπου. Αναγινώσκομεν παραδ. χάρ. την ακόλουθον περικοπήν παρά συγγραφεί της Βυζαντίδος. «Απήντα δε και η ευγενής γραυς Στρατηγοπουλίνα, ή του Ιωάννου του Δούκα και βασιλέως αδελφιδή, Κωνσταντίνω δε το Στρατηγοπούλω τω και ύστερον τυφλωθέντι παρά του υιού και βασιλέως συνοικήσασα».[3] Το δε οικογενειακόν παρωνύμιον επί γυναικών συνοδεύεται πάντοτε δια της συνήθους και προσφιλούς ιδία τοις Πελοποννησίοις καταλήξεως οπούλα, οίον ο Λαμπρινός επήρε Ταμπακοπούλα. Και συνοικίαι καλούνται έτι από της κυριωτέρας ή μάλλον πολυπληθεστέρας οικογενείας· ως «εις τα Κολιέικα επουλάγανε σύκα σήμερα». «Εις τα Ζαγκλέικα πέφτουνε τουφέκια, τι τρέχει»;
[1] Ίδε εν τω επιτασσομένω γλωσσαρ. την υποσημείωσ. εν τη λ. Απλογέμαι.
[2] Τα εν τοις εισαγωγικοίς τούτοις περικλειόμενα ελήφθησαν επί λέξεως παρά της σπουδαίας συγγραφής του κ. Θεοδ. Βενιζέλου, παρ’ ης και πολλά άλλα ηρανίσθημεν, ως φαίνεται εν ταις υποσημειώσεσιν ημών. Τα περί Δράκου και οικουρού όφεως κλπ. αληθεύουσι πιστευόμενα ομοίως και παρ’ άπασι τοις χωρικοίς της Πελοποννήσου. Περί του ιδιωτ. βίου των αρχαίων ελλήν. υπό Θεοδ. Βενιζέλου, σελ. 96, παρ. 118.
[3] Γεωργ. Ποχυμ. Περί του Μιχαήλ και του Ανδρονίκου Παλαιολόγου, Βιβλίον ΙΓ΄, Τόμ. Γ΄.
