ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Α΄ ΠΑΡΑΠΟΥΛΗΤΑ (αινίγματα)
Τα κοινά αινίγματα καλούμεν παραπουλητά, διότι εν αυτοίς πωλείται τρόπον τινά ο ηττώμενος, ως μη δυνάμενος να εύρη την λύσιν απάντων των πρβαλλομένων αυτώ ή τουλάχιστον των πλειόνων αινιγμάτων. Γίνεται δε η δι’ αυτών συμπαιγνία ωδέ πως: Προτείνει τις παραπουλητόν και αιτείται την λύσιν. Όστις δ’ αν λύση τα πλείω εστίν ο νικητής ο αυτός ο πωλήσων τον ελάχιστα λύσαντα. Τοιούτος δε (ελάχιστα λύων) τυγχάνει πολλάκις εις η και πλείονες, οίτινες μη δυνάμενοι να λύσωσι το αίνιγμα αναγκάζονται να δίδωσι Κάστρον προς λύσιν· δηλ. ο προτείνων το αίνιγμα ποιείται και την λύσιν, αφού προηγουμένως είπη προς τον αγνοούντα αυτήν: «Δος μου Κάστρο να σου το ειπώ». – «Πάρε τ’ Ανάπλι»· π.χ. του λέγει εκείνος. – Επί τέλους δε πωλεί τον ηττηθέντα λέγων: «Πουλάω ένα γάιδαρον, ποιος τον θέλει;» – «Εγώ» λέγει τις, «εγώ» άλλος κλπ. και τέλος πάντων λαμβάνει δήθεν αυτόν ο προσθείς τα πλειότερα.
1. «Ανάμεσα σε δυώ βουνά κόρη σφάζεται».
Η ψείρα αποκτεινομένη δια των ονύχων.
2. «Από πάνω σκαφιδάκι κι από κάτω πλαστηράκι και στη μέση κοπελλιά».
Η χελώνη.
3. «Άσπρος εγεννήθηκα, μαύρος εγέρασα».
Τα κεράτια.
4. «Άσπρος κάμπος, μαύρα γίδια».
Τα γράμματα.
5. «Άψυχος ψυχή δεν έχει και στον ουραν’ αναιβαίνει».
Ο καπνός.
6. «Άψυχος ψυχή δεν έχει κ’ η ψυχή βροντολογάει».
Ο κώδων.
7. «Γαϊδουρίτσα φορτωμένη σε σπηλίτσα πάει και μπαίνει».
Το κοχλιάριον με φαγητόν.
8. «Εκεί που κοιμάτ’ ο γούβαλος χορτάρι δε φυτρώνει».
Ο μυλών.
9. «Ένα τεψάκι βούτυρο όλον τον κόσμ’ αλείφει».
Ο ήλιος.
10. «Έχω ένα πραματάκι στρογγυλό σαν κόσκινο, μακρουλό σαν άντερο».
Το φρέαρ.
11. «Έχω ένα πραματάκι κ’ έχει δυώ λογιών κρασάκι».
Το ωόν.
12. «Έχω ένα πραματάκι και πάει και πάει και πίσω δεν τηράει».
Η σφαίρα του πυροβόλου.
13. «Έχω ένα πραματάκι στρογγυλό σαν το πιπέρι, κ’ ασπρουλό σαν το φασούλι, μα τον άγιον Κωνσταντίνο δεν το βάν’ ο νους σ’ εκείνο».
Ο μαργαρίτης.
14. «Έχω μια καλή αδερφή περβατεί και κατουρεί».
Η γραφίς μετά μελάνης.
15. «Η Ρέμπω η θειά Ρέπω κι ανάμεσα στους τέσσερους κάθετ’ η λοποντίνα· κ’ η λοποντίνα μίλησε της άλλης σολωμίνας, για φέρτε τον ασπρόκωλο και τον αναβρακάτον».
Η σκάφη, η ξύστρα, η κρησάρα, το πλαστήρι κλπ. χρήσιμα εις την κατασκευήν του άρτου.
16. «Ίσιο ίσιο το αυλάκι και στραβό το σουληνάρι».
Το δοξάρι με την χορδήν.
17. «Κανάτι πήλινο, πήλινο τριπήλινο από γκρεμό γκρεμίζεται, πέφτει και ραγίζεται».
Ο όφις.
18. «Καράβι δωδεκάσφηνο, κάθε σφήνα κι όνομα».
Το έτος.
19. «Καρακάξα μακρυνούρα, γληγορο-μαγερευτούρα».
Το τηγάνι.
20. «Κλειώ κι αμπαρώνω και τον κλέφτη μέσα βρίσκω».
Ο ήλιος.
21. «Κοιλιά με κοιλιά το μακρύ κάνει δουλειά».
Ο πίθος του ελαίου και η εξάγουσ’ αυτό χειρ.
22. «Κόκκιν’ η νύφη, άσπρο τ’ άλογό της».
Το ποτήριον μετά του οίνου.
23. «Κόκκορης μπαινοβρακάτος και σιδερομουστακάτος, σύντ’ ανοίγη τα φτερά του, δεν τηράει τι ’ναι ’προστά του».
Η ψαλίς.
24. Κολοκύθι εφτάτρουπο, κάθε τρύπα κι όνομα».
Η κεφαλή και τα αισθητήρια.
25. «Κούτσουρ’ από το βουνό κυλάει κ’ έρχεται εδώ και γίνεται πρωτόγερος».
Η κυψέλη.
26. «Κούφιος έλατος, δροσιά γιομάτος».
Το βαρέλι με το νερό.
27. «Κριάτινο σουγλί και σιδερένιο τ’ αρνί».
Ο δάκτυλος και ο δακτύλιος.
28. «Κοψοκέφαλος νεκρός βασταίνει σκούζει το νερό, τι να κάμω εγώ; – σώπα συ, σε τρέφω ’γω».
Το κλήμα και η σταφυλή.
29. «Μια κυρά καταίβαινε, πέντε την αρπάξανε, στον τοίχο την πετάξανε».
Η κόρυζα.
30. «Ο γιος μ’ ο κοντοθόδωρας με τα πολλά ζωνάρια».
Το οινοδοχείον (βαγένι).
31. «Ο γιος μ’ ο κοντοθόδωρας τα ’λάφια καταιβάζει».
Το κτένιον.
32. «Ούλ’ ημέρα σούρα σούρα και το βράδυ κρεμασούρα».
Το επανοφόριον.
33. «Σαγίττα κοκκινόφτερη τη γης τρουπάει και βγαίνει».
Το ερυθρόδανον.
34. «Σέντε μέντε, σέντε κούτε, σαν εβγή το σέντε μέντε, τι το θες το σέντε κούτε;»
Η ψυχή και το σώμα.
35. «Σιδερένιο τ’ άλογο, βαμπάκερ’ η καρδιά του».
Ο λύχνος με το ελλύχνιον.
36. «Σκίζω νύζω το δεντρό, βρίσκω νύφη και γαμπρό, πεθερά και πεθερό».
Το κάρυον.
37. «Σκύβ’ ο τρίποδας και καβαλλάει ο μαύρος».
Ο τρίπους μετά της εψάνης.
38. «Τ’ αρμυρό τ’ ανάλατο το πατσιουρομύτικο».
Το ροβίθι.
39. «Τ’ αρνάκι μου το μπέμπελο στην μπεμπέλ’ αναιβαίνει και τρώει μπεμπελόφυλλα, πίνει νερό, ψοφάει».
Το εν τη εστία πυρ σβεννύμενον δι’ ύδατος.
40. «Τέντα τέντα τετωμένη κι αργυροκαλιγωμένη»
και άλλως
«Τέντα τέντα τεντωτή, τεντωτή καμαρωτή».
Ο ουρανός μετά των αστέρων.
41. «Το καϋμένο το ταρκάσι[1] που θα πάη να ξεχειμάση, που σπυρί μαλλί δεν έχει και του κούκκου τη φωνή έχει».
Ο βάτραχος.
42. «Το φείδι τρώει τη θάλασσα κ’ η θάλασσα το φείδι».
Το ελλύχνιον και το έλαιον.
43. «Τρογύρω στο σπιτάκι μου συμπεθεριό περνάει».
Η υδρορροή.
44. «Τσαρούχι παληοτσάρουχο στη θάλασσ’ απαλαίνει».
Η γλώσσα ή η σηπία.
45. «Τούτη ράχη κείν’ τη ράχη κόκκινο τραγί βελάζει».
Το εν τη εστία πυρ.
46. «Φράγγα γδένεται, φράγγος ντένεται».
Η ηλακάτη και ο άτρακτος.
47. «Χαλκωτού και χαλκωτό κι από μέσα στο μαλλί είναι μια καρδιά καλή».
Το κάστανον.
48. «Χαχαλάκια πουρναράκια ’κει στο βράχο κολλημένα».
Ο πώγων.
49. «Χίλιοι μύριοι καλογέροι σ’ ένα μπάλωμα δεμένοι».
Η ροιά.
50. «Χιλιόκουμπα χιλιόδεμα χίλια να ειπής δε θα το βρης».
Τα μιτάρια.
Β΄ ΛΟΓΟΠΑΙΓΝΙΑ
1
«Το βράχο βράχο πήγαινα
του βλάχου τα σφακτά ’τρωγα
με την αναβραστή σκαστή χουλιάρα».
2
«Το βράχο βράχο πήγαινα
και το ριζοπόταμο,
κ’ έτρωγα βλαχόσφακτα,
κ’ έτρωγα βλαχόσφακτα,
κ’ έτρωγα βλαχόσφακτα».
3
«Της αρίδας το λουρί
το αριδιλόρουλο».
4
«Άσπρη πέτρα ξέξασπρη
κι από τον ήλιο ξεξασπρότερη».
5
«Από πίσω απ’ την ασφάκα
κάποια πάπι’ αυγά ’κλωθε». (τρις)
6
«Θειά βορβού θειά βορβού!
θειά ζαμπικοφουκαρού!
πού είν’ ο μπάρμπας μ’ ο βορβάς,
ο ζαμπικοφουκαράς;
– Πήρε το βορβοτσέκουρο,
και πάει στο βορβόλογγο,
να κόψη βορβοπάλουκα,
να φράξη το βορβόκηπο,
μην μπουν τα βορβογέλαδα,
και φάν’ τα βορβολάχανα».
7
«Ποτήρι διπλοτριπλοπλουμπιστό,
ποιος σ’ εδιπλοτριπλοπλούμπισεν,
όπου είσαι διπλοτριπλοπλουμπισμένο;
– «Ο γιος του διπλοτριπλοπλουμπιστή,
και γι’ αυτό είμαι διπλοτριπλοπλουμπισμένο»·
αν είχα κ’ εγώ τα σύνεργα του γιού,
του διπλοτριπλοπλουμπιστή,
θα σου διπλοτριπλοπλούμπιζα
καλλίτερ’ από τον γιο
του διπλοτριπλοπλουμπιστή».
8
«Ετούτ’ το ποτηράκι,
έχει μέσα κρασάκι,
και μέσα στο κρασάκι
είν’ έν’ αγκαθάκι,
κι απάνω στ’ αγκαθάκι
κάθετ’ ένα πουλάκι·
κιλαϊδεί και λέει
τίρι τίρι το ποτήρι,
στην υγειά του νοικοκύρη,
όποιοςτο πιή και δεν το ειπή,
μπάτσες, κλώτσους και ραβδές,
κι όξ’ απ’ του νοικοκύρη τις αυλές».
9
(Το αυτό κατά Αιγαιοπελαγίτας)
«Αυτό το ποτηράκι,
έχει ένα πουλάκι,
κελαδεί και λέγει.
Σεϊδενιά, μπεϊδενιά,
Σεϊδομπεϊδοκουκουνιά,
δόσε μου σέιδενα μπέιδενα
σεϊδομπεϊδοκούκουνα».
– «Κάτσε να ’ρθη ο γιος,
της Σεϊδενιάς μπεϊδενιάς,
Σεϊδομπεϊδοκουκουνιάς,
να σου δώση σέιδενα μπέιδενα,
σεϊδομπεϊδοκούκουνα».
– «Όποιος το ειπή και δεν το πιή,
μπάτσους, κλώτσους κ’ έξω
από του (δείνα) το σπίτι».
10
«Μια αλπού αλπαλποδεμένη,
κι’ αλπαλπονουρλοκομποδεμένη».
– Μωρή αλπού αλπαλπονουρδεμένη,
κι αλπαλπονουρλοκομποδεμένη,
ποιος σ’ αλπαλπονουρλοκομπόδενε,
όπου είσαι αλπαλπονουρλοδεμένη,
κι αλπαλπονουρλοκομποδεμένη».
«- Ο γιος του αλπαλπονουρλοκομποδετή,
και γι’ αυτό είμ’ αλπαλπονουρλοδεμένη,
κι αλπαλπονουρλοκομποδεμένη».
Αν είχα κ’ εγώ τα σύνεργα του γιού,
του αλπαλπονουρλοκομποδετή,
αν δεν σ’ αλπαλπονουρλόδενα,
και δε σ’ αλπαλπονουρλοκομπόδενα,
καλλίτερα από τον γιο του αλπαλπονουρλοδετή,
κι από τον γιό του αλπαλπονουρλοκομποδετή.
Όποιος το πιή και δεν το ειπή,
μπάτσες, κλώτσους και ραβδί,
κι όξ’ απ’ του νοικοκύρη την αυλή».
11
«Έκαμα να βγω,
κ’ έπεσα»
ήτοι
«Έκαμα έν’ αυγό κ’ έπεσα».
12
«Πούπουλα στη ράχη σου!»
ήτοι
«Πού πουλάς τη ράχη σου;»
13
«Δέντρο στη ράχη του σκυλλιού,
δεν εφύτρωσ’ ακόμα».
ήτοι
«Δεν τρως (τρώγεις) τη ράχη του σκυλλιού».
14
«Ίσκα τα γένεια σου».
15
«Αμπάρι[2] σιτάρι έχει.
Αμπάρι κριθάρι έχει.
Αμπάρι αραποσίτι έχει».
ήτοι
«Αν πάρη (δηλ. αν αγοράση) σιτάρι, έχει.
Αν πάρη κριθάρι, έχει» κλπ.
16
«Γελάδα λιαρονούρα,
και λαμπαδονούρα,
κάνει μουσκάρι λιάρο,
λιάρο λιαρονούρικο,
το τρώει λύκος λιάρος λιάρος,
λιαρονούρης και
λιαρολαμπαδονούρης».
17
«Η μάννα μας ψωμοπουλίστρα,
κ’ εμείς ψωμί λιμάζομε». (τρις)
18
«Εκκλησίτσα μου βολιμωτή,
βολιμοκοντιλοπελεκητή,
ποιος σ’ εβολιμοκοντιλοπελέκαγεν,
όπου είσαι βολιμοκοντιλοπελεκημένη»;
– «Ο γιος του βολιμοκοντιλοπελεκητή,
και είμαι βολιμοκοντιλοπελεκημένη
κλπ.» (ίδ. αριθ. 7 και 10)
19
«Παραμύθι μύθι,
το κουκκί και το ρεβίδι,
που μαλώναν’ οι γιοβραίοι,
για να ψάρι για να χέλυ,
για το κόκκινο τσεμπέρι.
Τράμπα ’δω τράμπα ’κει,
τράμπ’ αμπάνω στη μηλιά.
Κόψε μήλο δροσερό,
δο μ’ κ’ εμένα το μισό,
να το πα στο χρυσικό,
να το φτιάση δαχτυλίδι,
δαχτυλίδι πυργωτό,
πυργωτό καμαρωτό,
να ’χη ανώγεια και κατώγεια,
κ’ εκατό παραιθυράκια·
ν’ αναιβαίνω στο ’να στ’ άλλο,
στο μικρό και στο μεγάλο,
να βαρώ τον ταμπουρά μου,
να μαζώνωντ’ οι κοπέλλες,
του παπά οι δυχατέρες».
20
«Χαίρου η μάννα τον υιό σου,
κι αδερφή τον αδερφό σου,
όσο να ’ρθη η μουρμουρίστρα,
κ’ η κρεββατοψιθυρίστρα (η νύφη).
Γ΄ ΕΥΧΑΙ
1. «Να χαίρεσαι τα ιερά σου, να χαίρεσαι το πετραχήλι σου». (Εις ιερέα).
2. «Έχε την ευχή μου».
3. «Τ’ Αβράμ και του Ισάκ τα καλά να ’χης» = ελλην. «Αμαλθείας κέρας».
4. «Χώμα να πιάνης μάλαμα να γίνεται στα χέρια σοι».
5. «Σε λιθάρι να μη σκοντάψης ποτέ».
6. «Να ζήσης να σε χαιρώμαστε».
7. «Να μην αβασκανθής». = ελ. «Απέστω φθόνος»· και άλλως: «Νεμέσεως μη βάλοι βέλος».
8. «Με το καλό να πας και με το καλό να γυρίσης» (εις αναχωρούντα) = ελ. «Αγαθή τύχη». – «Συν δαίμονι».
9. «Οι ημέρες μου χρόνοι Σας».
10. «Να είσαι καλά». = ελ. «ευ πράττε».
11. «Στο καλό!» = «Χαίρων άπιθι».
12. «Καλό σου κατευόδιον!» = ελλην. επ’ αισίοις σοι.
13. «Στην ώρα την καλήν». = ελλην. επ’ αισίοις σοι.
14. «Σιδεροκέφαλη». (εις λεχώ).
15. «Καλά σαράντα». (εις λεχώ).
16. «Να χαίρεσαι τα νιάτα σου».
17. «Να χαίρεσ’ ό,τι αγαπάς».
18. «Ο Θεός να σου δώση πολύ καλό».
19. «Ο Θεός να σε πολυχρονάη».
20. «Να ζήσης ίσια με τα βουνά».
21. «Ο Θεός συγχωρήσαι την ψυχή σου».
22. «Ζωή σε λόγου σου». (εις πενθούντα).
Δ΄ ΚΑΤΑΡΑΙ
1. «Να ’χης την κατάρα μου».
2. «Να χαθής»! ελ. = «εκφθείρου»!
3. «Στάχτη και μπούλμπερη να γένης».
4. «Να μη σ’ εύρ’ ο χρόνος»! = ελ. «Μη ες ώρας ίκοιο»!
5. «Να μη σ’ εύρ’ η αυγή» – ή «να μην ξημερωθής».
6. «Να μη σ’ εύρη το βράδυ» – ή «να μη βραδυάσης»!
7. «Να κοπή η ζωή σου, οι μέρες σου».
8. «Να φα το κόλλυβό σου»!
9. «Να σε φιλήσω κρύον»!
10. «Μάρμαρο να γένης»!
11. «Να σε πιάση το συγηνικό» (συγγενικό = σεληνιασμός) – και άλλως «Σίδερο στη μέση σου».
12. «Να σε δείρ’ η ζάλη».
13. «Να πας στον τάδε».
14. «Να πας στο διάβολο».
15. «Να σε πάρ’ ο διάβολος και να σ’ αλέσ’ ο μύλος» = ελ. ω κάκιστ’ απολούμενε!
16. «Να πάρ’ ο άνεμος» = «Τούτους γαρ άπαντες άνεμος λήψεται και αποίσει καταιγίς» (Ησαΐας).
17. «Κακό χρόνο να ’χης». – «Κακόν καιρό να ’χης».
18. «Κακή σου ημέρα» και εντον. «Την κακή σου την ημέρα και τα μαύρα σου τα σύκα σ’ ένα μπάλωμα δεμένα και στα μάτια σου χωμένα».
19. «Κακό σου σαρανταήμερο».
20. «Την κακή σου φάσα, λάχανα και πράσα».
21. «Περίδρομος να σε κόψη».
22. «Κόρακας να σε κόψη» – «Να βγάλης τον περίδρομο».
23. «Κάρναξ»!
24. «Αγωγή να σε κόψη» (Καλαβρυτ.).
25. «Αγωγιάσ’ από μπροστά μου» (Καλαβρυτ.).
26. «Να στραβωθής» – «Να βγουν τα μάτια σου» – «Να σε σούρνουν με το σκοινί».
27. «Αξαφνιά να σου ’ρθη».
28. «Να μην ιδής γλύκιασι ποτές».
29. «Το αχ και τ’ αϊλλοί να μη σε λείψη».
30. «Χαΐρι και προκοπή να μην ιδής».
31. «Χαράμι να σου γένη».
32. «Να περβατήσης με μαύρα ταγάρια».
33. «Να πέση αστραπή να σε κάψη».
34. «Φωτιά να σε κάψη».
35. «Να ξεραθής και να μαραθής». «Να ξερομαραθής».
36. «Να ιώσης και να παγώσης».
37. «Να μουντσωμένε, να!»
38. «Μίλα μου που να σου μιλήση ο παπάς στ’ αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι».
39. «Άρρατος να γένης από μπροστά μου».
40. «Να πας στ’ ανάθεμα».
41. «Να πας πίσω τον ήλιο και πίσω το φεγγάρι».
42. «Να πας ήλιος του ηλιού».
43. «Να σε σηκώσουν οι τέσσεροι».
44. «Να μη σε δεχτή η γης».
45. «Οι άνθρωποι να σε θάφτουν και η γης να σε ξερνάη».
46. «Λύκος να σε φάη Σαββατιανός».
Ε΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
1. «Γεια Σας!» = ελλην. «Χαίρετε!» «Καλώς ώρισες» = ελ. «Και συ γε» – «Ως ευ παρέστης».
2. «Στην υγειά σας» = «Προπίνω υμίν».
3. «Πολύχρονος» – «Πολλ’ οι χρόνοι Σας» (επί πολλών εγγάμων ανδρών).
4. «Στερεωμένος» – οι.
5. «Χαρούμενη» ή «Χαιράμενη» (επί γυναικός).
6. «Στις χαρές σου» (επί νεανίσκου).
7. «Καλή μοίρα» (εις δεσποινίδα).
8. «Στην τελεία σου χαρά» (εις μεμνηστευμένον) – ή «Στα τέλεια σου».
9. «Καλά στερνά».
10. «Γεια σου» ή «όλο ’γείας» (επί πταρνυμένου).
11. «Με τις υγείες σου» (επί πιόντος).
12. «Καλώς σας ηύραμε» (επί φιλοξενίας).
13. «Καλώς ωρίσατε» (απόκρισις).
14. «Ώρα καλή σας» – «Καλή ώρα σας».
15. «Καλ’ ημέρα σας».
16. «Καλή ’σπέρα σας».
17. «Καλή νύχτα» – «Καλονυχτίστε» – «Καλό ξημέρωμα».
18. Ευρισκομένων των τριών ιερομονάχων, ενός ιερέως, μιας Οθωμανίδος, ενός Οθωμανού, ενός Εβραίου και ενός Φράγγου, προσαγορεύομεν αυτούς ιδία έκαστον ωδέ πως:
«Ευλογείτε, τρεις πατέρες».
«Προσκυνούμε δέσποτά μου».
«Καλ’ ημέρα σας κυρά μου».
«Σελάμ – αλέκιμ αγά μου».
«Στην πομπή σου Γιακουμή μου».
«Μπον τσιόρνο σου σινιόρε»!
ΣΤ΄ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ
1. «Ακριβά πούλαγε και δίκηα ζύγιαζε».
2. «Βάλ’ εληά για το παιδί σου
και συκιά για τη ζωή σου» (Μεσσήνιοι).
ΣΗΜ.: Η μεν συκή αναπτύσσεται και καρποφορεί ταχέως· η δε ελαία βραδύτερον. (Μεσσήν. κλπ.).
3. «Ανάχλα ανάχλα λάχανα και πλακωτά κουκκάκια».
ΣΗΜ.: Τα λάχανα έψονται ευκολώτερον, όταν δεν πιέζωνται, τουναντίον δε τα όσπρια.
4. «Τ’ αλάτι λυ’ το λάχανο και το κουκκί το λάδι».
ΣΗΜ.: Τα λάχανα έψονται ευκολώτερον συρριπτόμενα τοις αλσίν εις την χύτραν, τα δε όσπρια συρριπτόμενα τω ελαίω.
5. «Το σιτάρι το ’χει ο Θεός χωρισμένο στη μέση το σπειρί, για να μοιράζουνε ίσια τ’ αδέρφια αναμεταξύ τους και οι ζευγολάτες με τους σέμπρους».
6. «Ένας μήνας πέντε κόμποι, πέντε μήνες ένας κόμπος».
ΣΗΜ.: Η ανάπτυξις των εν τοις αγροίς εσπαρμένων σιτηρών και καθόλου η βλάστησις γίνεται βραδέως κατά τους χειμερινούς μήνας και ταχύτερον κατά τους εαρινούς.
7. «Ένας μήνας θρέφει τους έντεκα».
ΣΗΜ.: Λέγεται δια την συγκομιδήν των προϊόντων υγρών τε και στερεών.
8. «Ούλ’ η βδομάδα είν’ του γαμπρού και η Κυριακή είν’ της νύφης».
ΣΗΜ.: Όταν τελουμένου του γάμου, επέλθη βροχή την Κυριακήν, αιτία κατά την ιδέαν των πολλών εστίν η νύμφη· διότι κόρη εν τη πατρική οικία ήσθιε δήθεν το φαγητόν από της εψάνης και ουχί από πινακίου. Αν δε βρέχη κατά τας άλλας ημέρας αίτιός εστιν ο γαμβρός, ως κλαψιάρης δια την γινομένην υπ’ αυτού εν τω γάμω δαπάνην.
9. «Ο λαγός και το περδίκι κι ο καλός ο νοικοκύρης το Γενάρη χαίρονται».
ΣΗΜ.: Οι μεν δύω πρώτοι χαίρουσι δια την χιόνα, εν η εντρυφώσιν, ο δε δια την άφθονον προμήθειαν των χρειωδών εν ώρα χειμώνος, ουδενός δεόμενος.
10. «Στο μύλο βάστα ρόκα και στον πόταμο κομμάτα».
ΣΗΜ.: Αι προς άλεσιν σιτηρών εις μυλώνα μεταβαίνουσαι γυναίκες δέον ίνα έχωσι μεθ’ εαυτών ηλακάτην όπως εργάζωνται, ωσαύτως και αι προς πλύσιν ιματίων εις ποταμόν μεταβαίνουσαι δέον να έχωσι περισσήν δια τον κόπον.
11. «Φάει αυγό να μάτα βγω» (λέγει η βλογιά).
ΣΗΜ.: Μεταξύ των διαιτητικών παραγγελμάτων εις τους ευλογιώντας τάσσεται και η απαγόρευσις ωού· ου ος αν γεύσηται, πριν ή παρέλθωσι τουλάχιστον τεσσαράκοντα από της αναρρώσεως ημέραι, προσβληθήσεται και δεύτερον υπό βλογιάς και τρίτον ενίοτε.
12. «Σαββάτω γιό μη χαίρεσαι και τρίτη δυχατέρα».
ΣΗΜ.: Επικρατεί ιδέα παρά τω λαώ ότι ο εν Σαββάτω γεννηθείς ή αποθανείται μετ’ ου πολύ, ή βιούς αποβήσεται κακός· και όντινα καταρασθή βλαβήσεται σπουδαίως· όθεν επίφοβος ο Σαββατογεννημένος.
13. «Σαββάτω κόβουν σάβανα».
14. «Το Σαββάτο κόβουν ρούχα
και την Τρίτη μηδέ τρίχα».
ΣΗΜ. α΄: Κατά τινας δεν κόπτουσιν αι γυναίκες νέον φόρεμα εν Σαββάτω, ουδέ τελειώνουσι το ραπτόμενον, ίνα μη αποθανήται ο περιβληθησόμενος τούτο.
ΣΗΜ. β΄: Αν συμπέση η της Χριστού γεννήσεως εορτή εν ημέρα Σαββάτου, αποθανούνται πολλοί (θα κοπούν πολλά σάβανα) κατά το έτος εκείνο.
15. «Σαββάτο να είναι, μάστωρη, κι ας είν’ και χίλιες ώρες».
ΣΗΜ.: Λέγεται υπό των μαθητών των τεχνιτών δια την επερχομένην Κυριακήν, ενή αναπαυθήσονται.
16. «Σαββάτο το βραδύ βραδύ
σχολάνε και οι γραμματικοί».
17. «Καλώς την την Παρασκευή, όπου φέρνει το Σαββάτο».
18. «Σαββατιανό κατάπιασμα πομπή της εβδομάδος».
19. «Σαββάτο μη μακρυδιαστής, Τρίτη μην κομποδέσης».
20. «Ανάθεμα που δούλεψε
τούτα τα τριά Σαββάτα,
το κριατινό το τυρινό
και των Αγιο-Θοδώρων».
(Λέγουσι δήθεν αι ψυχαί εν τω Άδη).
21. «Ούλα να παν κι ούλα να ’ρθουν,
κι ούλα να διαγυρίσουν,
των ρουσαλιών το Σάββατο
να πάη να μη γυρίση».
ΣΗΜ.: Πιστεύουσιν οι πολλοί, ότι αι εν τω Άδη ψυχαί απολύονται λαμβάνουσαί τινα ελευθερίαν από του Σαββάτου των απόκρεων, μέχρι του Σαββάτου της Πεντηκοστής, οπότε αύθις ποριορίζονται (τω Σαββάτω των ρουσαλιών[3]).
22. «Παρασκευή και Σάββατο τα νύχια σου μην κόψης,
την Κυριακή μη χτενιστής, αν θέλης να προκόψης».
23. «Παρασκευή τον άντρα σου Τετράδη τα παιδιά σου».
ΣΗΜ.: Γυναίκές τινες (εκ ραθυμίας μάλλον ή άλλης αιτίας) δεν εργάζονται κατά τας δύω ταύτας ημέρας χάριν της υγείας του συζύγου και των τέκνων. Μαρτύριον άλλως αλάνθαστον της οκνηρίας των.
24. «Παρασκευή τα κόκκινα, Τετράδη τα γεράνια».
ΣΗΜ.: Η αμάθεια απέδωκεν εις τας ημέρας δυνάμεις και ιδιότητας, ας ούτε φυσικώς ούτε λογικώς έχουσιν αύται· Πιστεύεται π.χ. ότι τα μεν κόκκινα (νήματα ή υφάσματα) δέον να βάφωνται την Παρασκευήν, όπως γίνωνται όμοια τω εκχθυέντι αίματι του Κυρίου Ιησού σταυρωθέντος. Τα δε γεράνια (κυανά) να βάφωνται την Τετάρτην. Τινές δε θεωρούντες τας δύω ταύτας ημέρας αποφράδας δεν ταξιδεύουσι κατ’ αυτάς· την μεν Παρασκευήν ως ημέραν πένθους δια την σταύρωσιν του Κυρίου, την δε Τετάρτην, διότι κατ’ αυτήν εγένετο το συμβούλιον των Εβραίων. – Εν Πελοποννήσω αποφράς ημέρα νομίζεται η Τρίτη.
25. «Η γυναίκα όντας να παντρευτή και το μουλάρι όντας να σαμαρωθή φαίνονται οι πληγές τους».
26. «Να είχα μάννα στο ’ξύφασμα
κι αδερφή στο κομπόδεμα».
ΣΗΜ.: Λέγουσι τούτο δια την απαιτουμένην συνεργασίαν και βοήθειαν.
27. «Το κέντησμα είναι γλέντησμα και η ρόκα είναι συριάνι,
κι ο πικραμένος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη».
28. «Το λέει το λέει το χαρτί, το μολογάει το γράμμα,
ποτέ δεν είναι η μητρυιά σαν την καϋμένη μάννα».
29. «Το κούνα κούνα λε’ η μητρυιά και του παιδιού το να να,
μα δεν το λέει πονετικά σαν πως το λε’ η μάννα».
30. «Απ’ ούλα τα μυρωδικά κάλλιο μυρίζ’ ο φούρνος,
κι απ’ ούλα τα πετούμενα κάλλιο λαλ’ η κανάτα».
ΣΗΜ.: Ο μεν κρίβανος μυρίζει δια τα οπτώμενα εδέσματα και τον άρτον. Το δε εν τη κανάτα εγχεόμενον βάκχειον υγρόν φέρει ενίοτε την ευθυμίαν και τα άσματα.
31. «Το ροδάκινο στο χέρι και η κόρη στο νυχτέρι».
ΣΗΜ.: Λέγεται δια το μέγεθος των νυκτών αρχομένων να αυξάνωσιν από της εποχής, καθ’ ην ωριμάζουσι τα ροδάκινα.
32. «Κάποια τσερλού κάποια π… το Μάρτη νυχτονέθει».
ΣΗΜ.: Ότε δηλ. καταπαύουσι τα νυχτέρια δια την ελάττωσιν των νυκτών.
33. «Έφαγες κολοκύθι; Κάτσε νυκτέρεψε».
34. «Αφίνουν το δραπάνι, και σπέρνουν το ραπάνι».
35. «Το Μάη πίνουν το νερό, το Θεριστή (Ιούνιον) το ξίδι».
ΣΗΜ.: Οι χωρικοί νομίζουσιν, ότι αν πίωσι νήστεις ύδωρ τας πρωίας του Μαΐου, και όξος τας πρωίας του Ιουνίου, δεν θέλουσιν ασθενεί καθ’ όλον το έτος.
36. «Όπ’ ακούς Μαριά και Γιάννη,
βάνε ψάρια στο τηγάνι».
ΣΗΜ.: Κατά την εκκλησίαν, συμπιπτουσών των θεομητορικών εορτών και της του Προδρόμου εορτής εν νηστευσίμοις ημέραις δηλ. Τετάρτη ή Παρασκευή, επιτρέπεται να εσθίωμεν ιχθύν και έλαιον και να πίνωμεν οίνον. Άλλως εστίν απηγορευμένον.
37. «Απόψε τίμα με, ταχιά κάμε σαν θέλεις».
ΣΗΜ.: Λέγεται επί των εορτών καθόλου, εν αις η κατάπαυσις πάσης εργασίας άρχεται από της εσπέρας της προτεραίας της εορτής.
38. «Τρεις τα γέννα, τρεις τα Φώτα
κι έξι τα μεγάλα πάσχα».
ΣΗΜ.: Παύουσι την εργασία τρεις ημέρας κατά τα Χριστούγεννα, τρεις τα Θεοφάνεια και εξ κατά το Πάσχα.
39. «Ο Μάης έχει τ’ όνομα κι ο Θεριστής την πείνα».
ΣΗΜ.: Ενίοτε δια σιτοδείαν υπερτιμώνται τα σιτηρά κατά τον Ιούνιον.
40. «Λείπ’ ο Μάρτης από τη σαρακοστή;»
ΣΗΜ.: Το πάσχα είναι κανονισμένον υπό της εκκλησίας να τελήται μεταξύ της 24 Μαρτίου και 24 Απριλίου, ώστε ο Μάρτιος ευρίσκεται αείποτε εν τη τεσσαρακοστή ή όλο ή εν μέρει.
41. «Του Μαρτιού τα Σάββατα
τ’ Αυγούστου τις Δευτέρες».
ΣΗΜ.: Επικρατούσι τα δρύματα ίδ. την λέξ. εν τω γλωσσαρίω.
42. «Ερωτήσανε μια φορά τη χουχουβάγια (γλαύκα)».
– «Γιατί ’ναι το κεφάλι σου μεγάλο»
– «Γιατί ’μια γερόντισσα».
– «Γιατί ’σαι κολοβή;»
– «Γιατί ’μια πουλακίδα».
43. «Χίλιοι βλάγγοι χίλια γρόσια,
κ’ ένας βλάγγος ποδαλός (ποδαργός ελλην.)
χίλια τα ’χει μοναχός».
44. «Η αρναδίτσα τέσσερους μήνας)
και η γουρουνίτσα πέντε·
κ’ εγώ η καλή νοικοκυρά (η γαλή)
εξήντα πέντε ημέρες» (προς τοκετόν).
45. «Αρνί κατσίκι τρίημερο,
γουρούνι δωδεκάημερο,
μουσκάρι σαραντάημερο,
και πάλαι κρίμα έναι».
ΣΗΜ.: Λέγεται περί των εξ ανάγκης εσθιομένων νεογνών των ζώων τούτων.
46. «Μι’ αδερφή παντρεύ’ οχτώ, μια ξαδέρφη δεκοχτώ».
ΣΗΜ.: Ότε δια τας αρετάς της μεγαλειτέρας αδελφής αποκαθίστανται και αι άλλαι αδελφαί ή εξαδέλφαι καλώς και αισίως λέγεται το απόφθεγμα· ει και πολλάκις αι αδελφαί δεν ομοιάζουσιν, ουχ ήττον η καλή φήμη συντρέχει μεγάλως.
47. «Μωρή πουτάνα μυγδαλιά π’ ανοίγεις το Γενάρη,
δεν καρτερείς την άνοιξι ν’ ανοίξουμ’ ούλ’ αντάμα».
ΣΗΜ.: Αι αμυγδαλαί παρ’ ημίν ανθίζουσι κατά τον Ιανουάριον ενίοτε ή Φεβρουάριον.
48. «Να, κουρούνα, το δόντι μου και δος μου σιδερένιο,
να ροκανίζω τα κουκκιά να τρω τα παξιμάδια».
ΣΗΜ.: Λέγεται υπό των παιδίων των ριπτόντων οδόντα καταπίπτοντα κατά το έβδομον έτος της ηλικίας αυτών, ρίπτουσι δε τούτον συνήθως επί στέγης οικίας.
49. «Η γνώσι μερικών ανθρώπων αρχινάει από τα νύχια των ποδιών και φτάνει στο κεφάλι· και μερικών αρχινάει από το κεφάλι και φθάνει στα νύχια».
ΣΗΜ.: Δια του αποφθέγματος τούτου εκφράζει λίαν ευφυώς ο λαός την μεταβολήν της σκέψεως ανθρώπων τινών, οι οποίοι εν νεότητι φαίνονται μωροί και ασύνετοι, προϊούσης δε της ηλικίας καθίστανται φρόνιμοι και συνετοί. Τουναντίον δε συμβαίνει εις άλλους.
50. «Όταν λαλή κόττα, είναι κακό δια την οικογένειαν εις την οποίαν ανήκει αύτη. – Διο προς αποσόβησιν του επικρεμαμένου κακού ή σφάζουσιν αμέσως την όρνιθα ή μεταφέρουσιν αυτήν και απολύουσιν εν τριόδω, όπως απωλεσθή και στρέξη εις το κεφάλι της».
51. «Όταν αρουλιέται (ωρύηται) σκυλί τινος και μάλιστα την νύκτα, προμηνύεται ο θάνατός τινος των της οικίας του κυρίου του κυνός. Όθεν φονεύεται ούτος υπό του κυρίου δια να στρέξη στο κεφάλι του και σωθή ο κύριος».
52. «Όταν κλωστή αράχνης υποκρέμαται από του φατνώματος ή καθόλου από της στέγης της οικίας, προμηνύεται αποδημία του οικοδεσπότου. – Ωσαύτως και όταν αισθάνηται ούτος κνησμόν υπό τον πόδα προμηνύεται ταξείδιόν του, ή όταν εκβάλη τα πέδιλα και επιπεσόν μείνη το έτερον επί του ετέρου».
ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΚΑ
53. «Τον παλαιόν καιρό ακούμπαγε ο ουρανός στη γης και στη θάλασσα, και τον εγλύφανε τα βόιδια. Είπε τότ’ ο ουρανός στη θάλασσα: «Δος μου ύψο, να σου δώσω βάθο»· κ’ έτσι εψήλωσ’ ο ουρανός κ’ εβάθυν’ η θάλασσα».
54. «Χαρά στα μάτια που να ιδούν δυών ημερών φεγγάρι».
55. «Ορθό φεγγάρι; – Δίπλα ο γεμιντσής (ναύτης). – (Σημείον ευδίας). – Δίπλα φεγγάρι; – Ορθός ο γεμιντσής». – (Σημείον κακοκαιρίας)».
56. «Όταν σκοτιδιάζη το φεγγάρι (γίνεται έκλειψις σελήνης), θα χαθούνε οι τούρκοι».
57. «Όταν έχη αλώνι το φεγγάρι (κύκλον νεφελώδη), την άλλ’ ημέρα θα βρέξη ή θα σηκωθή άνεμος».
58. «Όταν είναι πολύ φεγγάρι τη λαμπρή (δεν είναι πολύ φθίνουσα η σελήνη κατά το πάσχα) θα είναι ακρίβεια στα γεννήματα (υπερτίμησις των σιτηρών)».
60. «Τ’ Αγούστου και του Γεναριού το φεγγάρι φωτάει σαν ημέρα».
61. «Παρασκευή και Σάββατο ποτ’ άφεγγο δε μένει».
ΣΗΜ.: Κατά την κοινήν ιδέαν εν ταύταις ταις δύω ημέραις πρέπει να είναι υποφώσκουσα νέα ή παλαιά σελήνη και ουδέποτε χάσι φεγγαριού.
62. «Παρασκευή και Σάββατο καθώς να ξημερώση, την Κυριακή το δειλινό μπέλτα = (ίσως) και ξαστερώση».
63. «Γενάρη μήνα κλάδευε και μη ρωτάς φεγγάρι».
ΣΗΜ.: Συνήθως εν τοις ορεινοίς δήμοις της Πελοποννήσου άρχεται ή μάλλον γίνεται κατά τους μήνας Οκτώβριον, Νοέμβριον, Ιανουάριον, Φεβρουάριον και Μάρτιον κατ’ εκλογήν εκάστου. Πάντοτε δε μετά την πανσέληνον, διότι επηρεάζει τρόπον τινά πολύ την καρποφορίαν τούτο, και μάλιστα κατά τον Ιανουάριον, όθεν και έτερον απόφθεγμα διατάσσει:
«Το γεναριάτικο φεγγάρι είναι για κλάδο».
Κατά τον Ιανουάριον ωσαύτως γίνεται η εκκοπή κλημάτων προς φυτείαν αμπέλου ως και η υλοτομία οικοδομησίμων ξύλων και μετά την πανσέληνον.
64. «Ο Φλεβάρης αν φλεβίση,
καλοκαίρι θα μυρίση·
ει δε μη και ξεφλεβίση,
σκύλινα θενά βρομήση».
ΣΗΜ.: Λέγεται τούτο, όταν πνεόντων βορείων ανέμων, μένη μακρόν η χιών άλυτος· πνεόντων δε νοτίων υπάρχει ολιγωτέρα χιών.
65. «Μάρτης γδάρτης και παλουκοκαύτης,
τα παληόβοϊδα τα γδέρνει,
τα δαμάλια τα παιδεύει».
ΣΗΜ.: Λέγεται, όταν και κατά τον Μάρτιον εξακολουθή δριμύς χειμών, δι’ ον και τα κτήνη δαμάζονται υπό της πείνης ή και θνήσκουσι, και τα καυσόξυλα δαπανώμενα εκλείπουσιν, εφ’ ω αναγκάζονται οι άνθρωποι προς θέρμανσίν των να καίωσι τα προς φραγμόν χρήσιμα (παλούκια).
66. «Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές,
παρά Μάρτης στις αυλές».
ΣΗΜ.: Η καλοκαιρία του Μαρτίου εστίν επιβλαβής τη γεωργία και κτηνοτροφία εις το ημέτερον κλίμα».[4]
68. «Ο Μάρτης πότε κλαίει,
πότε γελάει».
ΣΗΜ.: Ενώ δηλ. βρέχει ή χιονίζει, αίφνης επέρχετ’ ευδία και αιθριάζει ο ουρανός και λάμπει θερμαίνων ο ήλιος, ως εν ώρα θέρους, και τανάπαλιν. Γίνεται δε τούτο, κατά την ιδέαν των πολλών, διότι ην ποτε χρόνος, καθ’ ον είχον οι μήνες κοινόν δοχείον (βαγένι) πλήρες οίνου. Συνέθεντο δε αλλήλοις, ίνα έκαστος τούτων έχη ίδιον κρουνόν (πείρον) και λαμβάνη ανέτως δι’ αυτού, οπόταν βούληται, οίνον. Διό κατεσκεύασαν δώδεκα κρουνούς κατά το έμπροσθεν του δοχείου κατ’ ευθείαν κάθετον, και είτα επλήρωσαν. Έλαχε δ’ ο τελευταίος κρουνός τω Μαρτίω, ος έπινεν αφθόνως και τακτικώς από τούτου αντλών, ενώ των άλλων φυσικώ τω λόγω ετελείωναν βαθμηδόν και κατά τάξιν, κατερχομένου του δαπανωμένου οίνου, και στειρευόντων των άνω κρουνών. Όθεν συνομόσαντες αικίζουσιν αυτόν έκτοτε, όταν έρχεται η σειρά του εν τω ενιαυτώ ίνα υπηρετήση· και εκ τούτου τυπτόμενος μεν κλαίει (βρέχει), αφιέμενος δε γελά (αιθριάζει).
69. «Από Μάρτ’ υποκάμισο
κι απ’ Άγουστο σιεγγούνι» (επανοφόριον).
Από Μάρτη καλοκαίρι
κι από Άγουστο χειμώνας» (Καλαβρυτ.).
70. «Όξω ψύλλοι ποντικοί,
μέσα Μάρτης και χαρές».
ΣΗΜ.: Τη 1 του μηνός τούτου καθαρίζονται αι οικίαι. Προσδούσι δε τότε περί το προκάριον της χειρός των παιδίων κλωστήν ερυθρού και λευκού χρώματος συνεστριμμένην, ην Μάρτην καλούσι, όπως μη καύση και μαυρίση αυτά ο καυστικός ήλιος. Όθεν και το επόμενον σχετικόν απόφθεγμα.
71. «Όποια ’χη κόρη ακριβή,
του Μαρτιού ήλιος μην την ιδή».
72. «Έκλασ’ ο Μάρτης,
έσβυσ’ η φωτιά».
ΣΗΜ.: Δια την προσέγγισιν του έαρος.
73. «Στην μπομπή σου Μάρτη μου
τ’ αρνοκάτσικά μου τα ξεχείμασα».
ΣΗΜ. α΄: Λέγεται παρά τοις πολλοίς, ότι ποιμενίς γραία, υγιές και ακμαίον έχουσα το ποίμνιόν της μέχρι σχεδόν του τέλους Μαρτίου, ος τότε ηρίθμει την αυτήν ποσότητα ημερών μετά του Φεβρουαρίου και των άλλων μηνών, έλεγε το ανωτέρω απόφθεγμα κομπορρημονούσα και τον κύριον Μάρτιον καθυβρίζουσα. Ούτος δε οργισθείς εδανείσθη από του συναδέλφου Φεβρουαρίου τρεις ημέρας, (και εκ τούτου έμεινεν ούτος κουτσός), καθ’ ας προεκάλεσε χειμώνα δυσήμερον και δριμύτατον, εξού και η γραία κατεστράφη και το ποίμνιονβ όλον μεταβληθέν εις λίθους ως και τα ποιμενικά αγγεία φαίνονται εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Αι δε ημέραι αυταί εισιν η 29, 30 και 31 και καλούνται σήμερον της γρηάς οι ημέρες, και επικρατεί συνηθέστατα κατ’ αυτάς καιρός ανώμαλος, χιονώδης, ή βροχερός, ή καθόλου ψυχρός, συννεφώδης και ανεμώδης και σπανίως σπανιώτατα ευδία.
ΣΗΜ. β΄: Και εν χώραις μεμακρυσμέναις αφ’ ημών απαντώσιν όμοιαι περίπου παραδόσεις. Π.χ. εν χώρα της κεντρ. Ασίας «Μπαρέκ Μπελοτσί» καλουμένη = Βελουχιστανικόν ποίμνιον, υπάρχουσι, κατά τον περιώνυμον περιηγητήν έλληνα κ. Π. Ποταγόν, παρά ταις υπωρείαις του προς δυσμάς αυτών όρους πέτραι μορφήν ζώων έχουσαι και μια (πέτρα) επί της κορυφής του όρους μορφήν γυναικός επ’ ώμων παιδίον φερούσης· η δε παράδοσις έχει ως ακολούθως:
«Διηγούνται, ότι Βδελουχιστανίς ποτε πωλούσα το εκ του ποιμνίου της γάλα, ήλμεγεν εντός αυτού, όπως αυτό αυξήση και το εαυτής. Ο δε Θεός οργισθείς μετέβαλε το ποίμνιον και εκείνην ως είχε φέρουσαν παίδα επ’ ώμων εις λίθους, δηλαδή τη Νιόβη των Σοδόμων αναλόγους· το αυτό ποιεί και παρά Καφριστανοίς γυνή τις υπό του θείου εις λίθον μεταβληθείσα». (Περιήγησ. Ποταγού, Τόμ. Α΄, σελ. 402).
74. «Αν βρέξ’ Απρίλης δυώ νερά
κι ο Μάης πέντε δέκα,
να ιδής το κοντοκρίθαρο
πώς στρίβει το μουστάκι,
να ιδής και τις αρχόντισσες,
πώς ψιλοκλησαρίζουν,
να ιδής και τη φτωχολογιά,
πώς ψιλοκοσκινάει».
75. «Μάης άβρεχος
μούστος (γλεύκος) άμετρος».
ΣΗΜ.: Παρ’ ημίν ανθίζουσιν αι άμπελοι κατά τον Μάιον περίπου. Όθεν εάν δεν επέλθωσι βροχαί, γίνεται αφθονία οίνων.
76. «Τον Μάη βρέχει
αν βρέξη και ο Γενάρης».[5]
(Τεκμήριον ευφορίας).
77. «Μάης πενταδείλινος
και πάλαι δείλι θέλει».
ΣΗΜ.: Λέγεται δια το μέγεθος των ημερών.
78. «Τον ποντισμένον τον καιρό
τον Αλωνάρη (Ιούλιον) βρέχει».
79. «Πάν’ τα σύγνοφα τη Μάνη
πάντεχε νερό δεν πιάνει».
ΣΗΜ.: Όταν πνέωσι βόρειοι άνεμοι, (ωθούντες τα νέφη προς νότον), σπανίως επέρχεται βροχή παρ’ ημίν.
80. «Παν τα σύγνοφα την Πάτρα
πάντεχε νερό γιομάτα».
ΣΗΜ.: Οι νότιοι άνεμοι συσσωρεύοντες τα νέφη προς το βόρειον ημισφαίριον προκαλούσι συνεχείς βροχάς εις τας επ’ αυτού χώρας.
81. «Με είδες χιόνι κ’ εκρύωσες,
σε είδα κ’ εζεστάθηκα».
ΣΗΜ.: Λέγομεν τούτο οι ορεινοί, όταν το πρώτον και αίφνης ορώμεν λευκανθείσας τας κορυφάς των ορέων δια της χιόνος.
82. «Άγιος Δημήτρης έρχεται
τα χιόνια φορτωμένος».
(Προεισαγωγή του χειμώνος).
83. «Ηρώτησάν ποτε ποιμένα πότε άρχεται ο δριμύς χειμών; – Εκείνος απεκρίνατο,
Μπρος πίσω του Χριστού
τα Νικολο-βάρβαρα».
Δηλ. στον Δ/βριον κατά τας εορτάς του αγ. Νικολάου, της αγ. Βαρβάρας και των Χριστουγέννων.
84. «Πάγος συγνοφιά, βαρύς χειμώνας».
85. «Όταν γαλή τον πόδα λείχουσα νίπτη το πρόσωπον αυτής, προμηνύεται χειμών και καταιγίς· μάλιστα δε όταν υψώνη τον πόδα υπεράνω του ωτός.
86. «Χαρά στα Φώτα (Θεοφάνεια) τα στεγνά,
και τη λαμπρή όντας βρέχη»
και άλλως
«Τη γέννησιν την άβρεχη,
τα φώτα χιονισμένα
και τη λαμπρή βρεχούμενη,
τα πάντα ’φτυχισμένα».
87. «Η αγιά-τριάδα βαστάει
το χαλάζι στην ποδιά της».
ΣΗΜ.: Το απόφθεγμα τούτο λέγεται διότι ενίοτε κατά τον Μάιον ή Ιούνιον, οπότε εορτάζεται κατά την εκκλησίαν η πεντηκοστή, καταπίπτει χάλαζα ου μικράς φέρουσα ζημίας.
88. «Δεν υφαίνουσιν αι γυναίκες την 1ην του Μαΐου ίνα μη τάχα (δια τον κρότον του ιστού) καταπέση χάλαζα κατά τον μήνα τούτον.
89. «Ο σεισμός ενίοτε προμηνύει βροχήν».[6]
90. «Όταν ο σεισμός γίνεται πρωί, προμηνύεται πείνα (αφορία). Όταν δε μετά την ανατολήν του ηλίου, προμηνύεται χόρτασι (ευφορία)».
91. «Όταν αστράφτη (ΒΔ) τη νύχτα, θα βρέξη την άλλ’ ημέρα».
92. «Όταν ο ήλιος κατά τας χειμερινάς ή εαρινάς ημέρας είναι καυστικός, ή περιβομβούσι πτερυγίζουσαι μέλισσαι ή μυίαι προμηνύεται βροχή!»
93. «Ρίχνει πάγο;
πάζωνε» (κατασκεύαζε οινηρά αγγεία).
ΣΗΜ.: Ο πάγος δεν είναι τόσον επιβλαβής εις τας αμπέλους όσον η χάλαζα, διό λέγεται αφ’ ετέρου,
94. «Ρίχνει χαλάζι;
χάλαγε» (τα οινοδοχεία).
95. «Ο διάβολος έχει πολλά πόδια».
ΣΗΜ.: Λέγεται τούτο, όταν αμφιταλαντευόμενοι δυσπιστώμεν εις φήμην περί παραδόξου, ασυνήθους, ή απροσδοκήτου πράγματος αληθεύοντος ενίοτε επί τέλους.
96. «Την τετάρτην της μεσοπεντηκοστής δεν εργάζονται τινές γυναίκες, όπως μη βλάπτωσιν οι ποντικοί τα πράγματα της οικίας».
97. Να μην παίρνης,
Βλάγκο άλογο,
Ρούσα γυναίκα,
Μπάλιο γουρούνι,
Αλωνιστιώτη φίλο,
Ζυγοβυστινό νουνό
και Μιλιανίσιο κρασί».[7]
98. «Ερωτήσανε μι’ αλπού γδαρμένη ζωντανή, πώς περνάει; – Καλλίτερ’ από το σώγαμπρο, είπε».
[1] Η λέξις ταρκάσι εστίν ελληνική γνησία, αναγραμματισθείσα αντί κατά σάρκα. Λέγομεν δε άλλως και επίρρημα «κατάσαρκα εγδύσαν τον τάδε» και ταρκάσακα και όνομα Ταρκάσι, εννοούντες ρακένδυτον ή γυμνόν. «Βρε ταρκάσι τι φαντάζεσαι πως είσαι;» – ήτοι γυμνέ μέχρις σαρκός.
[2] Αμπάρι, το, εστίν η αποθήκη των σιτηρών.
[3] Ο 62 κανών των αποστ. της εν Τρούλλω ς΄ Οικουμεν. Συνόδου, έχει ώδε πως: «Τας ούτω λεγομένας Καλάνδας και τα λεγόμενα Βοτά και τα καλούμενα Βρουμάλια, και την εν τη α΄ του Μαρτίου μηνός ημέρα επιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ της των πιστών πολιτείας περιαιρεθήναι βουλόμεθα. Αλλά μην και τας των γυναίων δημοσίας ορχήσεις, ως ασέμνους… κλπ.». Τον ανωτέρω κανόνα ερμηνεύωνο Βαλσαμών λέγει «…Καλάνδαι λέγονται αι πρώται δέκα ημέραι του μηνός, νόνναι αι δεύτεραι, και ειδοί αι τρίται. Εκλήθησαν δε ούτως από τινων τριών Ρωμαίων μεγιστάνων ανδρών… – Τοιαύτη πανήγυρις αλλόκοτός εστι και τα Ρουσάλια, τα μετά το άγιον Πάσχα από κακής συνηθείας εν ταις έξω χώραις γινόμενα. Τα Βοτά και τα Βρουμάλια εορταί ήσαν, ελληνικαί, η μεν τελουμένη χάριν του ψευδωνύμου Θεού του Πανός εφορώντος τα βοτά ήτοι πρόβατα κλπ. ζώα, η δε χάριν του Διονύσου επιλεγομένου και Βρούμου. (Σύνταγμα των θ. και ιερ. καν. των αγ. αποστ. και οικουμεν. και τοπ. Συνόδ. και αγ. πατέρων κλπ. υπό Γ. Ράλλη και Ποτλή, τόμ. Β΄, σελ. 448).
[4] Οι Γάλλοι λέγουσι: “Mieux vaut voir Chien enrage· / que cha ud soleil en Janvier”. Δηλ. «Καλλίτερα το ’χω να ιδώ κύνα λυσσώδη, παρά θερμόν ήλιον τον Ιανουάριον.
[5] Quand il tonne en Janvier / Agrandis tes greniers. Δηλ. «Όταν κατά τον Ιανουάριο βροντά (βρέχη ραγδαίως), μεγάλωσε τας αποθήκας σου.
[6] Διαρκουσών των δονήσεων σεισμού, όσα βήματα κάμη τις, τόσαι αμαρτία του λύονται (λέγουσιν οι αγροίκοι).
[7] Μιλιανός (άνω και κάτω) πεδιάς αμπελόφτος κατά τον δήμον Νάσων της Μαντινείας.

3 Comments
Comments are closed.