
Ο γιαουρτάς ήταν συχνά το ίδιο πρόσωπο με τον γαλατά. Το πρωί πουλούσε το γάλα και όσο περίσσευε το έβραζε, το μοίραζε σε πήλινα δοχεία, έβαζε την μαγιά και τα σκέπαζε με μάλλινο ύφασμα. Σε 3 ώρες περίπου, είχε πήξει και είχε γίνει γιαούρτι. Το έβαζε σε μια τσίγκινη ή ξύλινη προθήκη την «μόστρα» και κάθε απόγευμα έβγαινε για να το πουλήσει. Όπως και πολλά άλλα επαγγέλματα έσβησε και αυτό με την πρόοδο της τεχνολογίας.
