Skip to content Skip to footer

Μάνη – Μανιάτες Εθιμικό Δίκαιο

Στη Μάνη, την ορεινή και άγονη αυτή χώρα, ζούσαν συνωστισμένοι και στερημένοι οι κάτοικοί της, τους οποίους η φτώχεια ήταν φυσικό να σπρώχνει προς την ένοπλη δράση, την πειρατεία και τη ληστεία. Αποτέλεσε σπουδαία εστία έμπειρων πολεμιστών και καταφύγιο των καταδιωγμένων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας αλλά και ορμητήριό τους σε εποχές επαναστατικών κινημάτων.

Οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας έγραφαν: «Προς νότο είναι τα βουνά της Μάνης, εις τα οποία λέγουν πως είναι 365 χωριά, των οποίων οι εγκάτοικοι είναι άνθρωποι γενναίοι, φιλελεύθεροι εις άκρο, εγκρατείς, σκληραγωγικοί και αληθινά απόγονοι των παλαιών εκείνων Λακεδαιμονίων».

Ένα ποίημα που παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον για τα στοιχεία που μας δίνει για τη Μάνη, το διασώζει ο Μάουρερ στο βιβλίο του Ο ελληνικός λαός, τόμος Ι, σελ. 148-159. Γράφτηκε από κάποιον Νικήτα, που έζησε στα μέσα του 18ου αιώνα. Έχει τον τίτλο Η ιστορία της Μάνης όλης, ηθών χωρίων και ιντράδων αυτής δια στοίχων πολιτικών. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν Μανιάτης, όμως σε πολλά σημεία αποδοκιμάζει και σατιρίζει τα τόσο αυστηρά ήθη και έθιμα της Μάνης.

Έτσι οι κάτοικοι της περιοχής διατήρησαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους και παράλληλα ανέπτυξαν μια περήφανη νοοτροπία και έναν στρατιωτικό τρόπο ζωής. Αυτό έκανε τους Μανιάτες να είναι όχι μόνο ο φόβος και ο τρόμος των γειτόνων τους, αλλά και να ακολουθήσουν δικούς τους νόμους, παραμένοντας πιστοί στα ήθη και στα έθιμα των προγόνων τους, αφού επηρεάστηκαν λιγότερο απ’ όλους τους Έλληνες από την πρόοδο που συντελούνταν αλλού.

Τα όπλα ήταν πάντα το θεμέλιο στο οποίο στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά η μανιάτικη ζωή, γεγονός που οφειλόταν στην πλήρη σχεδόν έλλειψη κρατικής εξουσίας και στην αδυναμία παροχής προστασίας από την πλευρά του νόμου.

Ο Μανιάτης – μετά τον εαυτό του – δεν αναγνώριζε κανέναν άλλον ως αφεντικό, εκτός από τον ντόπιο μπέη του, στον οποίο υπάκουε περισσότερο από συνήθεια, παρά από εξαναγκασμό, μόνο σε ζητήματα δημόσιας τάξης. Κάθε οικογένεια ζούσε ανεξάρτητη και κανείς δεν επενέβαινε στο σπιτικό του άλλου.

Ο πληθυσμός ήταν με βάση την κοινωνική θέση χωρισμένος σε δύο τάξεις: τους φαμέγιους και τους μπουλουξήδες ή νικλιάνους. Κάθε μπουλουξής, δηλαδή καπετάνιος, στρατιωτικός αρχηγός, είχε γύρω του τους φαμέγιους (υποτακτικούς) του και σαν αρχηγός τούς οδηγούσε στα διάφορα πλιατσικολογήματα ή σε κάθε είδους επιχείρηση, όπως οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των οικογενειών.

Οι μπουλουξήδες είχαν μεγάλα προνόμια, κατοικούσαν σε πύργους, ενώ οι φαμέγιοι σε χαμοκάλυβα.

Κάθε αρχηγός είχε έναν δικό του πύργο και τους υποτακτικούς του. Και οι μπουλουξήδες και οι φαμέγιοι οπλοφορούσαν, όμως πραγματικά ελεύθεροι ήταν μόνο οι πρώτοι.

Οι κληρικοί ανήκαν στην πρώτη τάξη και έμπαιναν κι αυτοί στην εκκλησία με τα πιστόλια τους. Εξάλλου σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στα πλιάτσικα και στα κούρσα, οι παπάδες συμμετείχαν.

Τα αγόρια τα δεκαοκτώ τους χρόνια θεωρούνταν άντρες, αλλά παντρεύονταν μετά τα εικοσιπέντε. Ο πατέρας πάντρευε την κόρη του, χωρίς να ρωτήσει ποτέ τη γνώμη της. Μια από τις χαρακτηριστικές ιδιορρυθμίες του εθιμικού δικαίου ήταν ότι ο γαμπρός και όχι η νύφη ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει προίκα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχει αίσιο τέλος το συνοικέσιο ήταν να δηλώσουν οι γονείς του γαμπρού ότι είχαν τακτοποιήσει το γιο τους, ώστε να μπορεί να ανοίξει σπίτι. Ο γαμπρός είχε υποχρέωση να δίνει στον πατέρα της νύφης ένα ποσόν, περίπου τρία τάλιρα, και τρία έως τέσσερα κατσίκια. Αυτό το συμβολικό δώρο δινόταν για να μπορέσει ο γαμπρός να δει την κοπέλα, επομένως το έφερνε με την πρώτη του επίσκεψη στο σπίτι της νύφης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία της απόδοσης προίκας ήταν τέτοια, που να μοιάζει με δημόσιο πλειστηριασμό των κοριτσιών, αφού γινόταν προσπάθεια τα ωραιότερα κορίτσια να δίνονται στους πιο εύπορους που έδιναν περισσότερα, ενώ τα άσχημα αφήνονταν σε αυτούς που πρόσφεραν τα λιγότερα. Οι οικογένειες λειτουργούσαν πατριαρχικά, με απόλυτη εξουσία του πατέρα και σεβασμό προς τους ηλικιωμένους.

Τα αγόρια ώσπου να γίνουν επτά χρονών έμεναν κοντά στη μητέρα τους. Από την ηλικία αυτή και μετά αναλάμβανε ο πατέρας την ανατροφή τους, που στόχευε κυρίως να γίνουν καλοί πολεμιστές. Γι’ αυτό οι πατεράδες δεν έλεγαν έχω «τόσους γιους», αλλά «έχω τόσα τουφέκια». Από την ηλικία των εννέα ετών τα έβαζαν να φρουρούν τον πύργο, για να συνηθίζουν στον πόλεμο.

Οι γυναίκες έμεναν στο σπίτι, επέβλεπαν τα κορίτσια τους και καλλιεργούσαν τα χωράφια. Δεν ήταν όμως καθόλου σπάνιο να πολεμάνε με τους άντρες τους, στις συμπλοκές μεταξύ τους και στο πλιάτσικο. Όταν η γυναίκα χήρευε, είχε την ευκαιρία να κληρονομεί τον άντρα της και δεν ξαναπαντρευόταν.

Το αντρόγυνο σπάνια χώριζε, εκτός εάν συμφωνούσε η κοινότητα ότι το ζευγάρι δεν μπορούσε να ταιριάξει ή όταν ο άντρας είχε παρατήσει το σπίτι του πάνω από επτά χρόνια. Ωστόσο, αν μετά την πολύχρονη απουσία του η γυναίκα αποφάσιζε να ξαναπαντρευτεί, τη θεωρούσαν «άτιμη» και αν τυχόν ξαναγύριζε ο άντρας της, θα ζητούσε να εκδικηθεί τον σφετεριστή.

Αν η γυναίκα δεν έκανε παιδιά, ο άντρας με τη συγκατάθεση τού πεθερού αλλά και της ίδιας της γυναίκας του ξαναπαντρευόταν, αλλά είχε υποχρέωση να της δίνει εκατό οκάδες σιτηρά το χρόνο. Στο γάμο του ερχόταν και η πρώτη του γυναίκα και πολλές φορές μάλιστα έμενε κι εκείνη μαζί με το νέο ζευγάρι, για να αναθρέψει τα παιδιά.

Όταν το αντρόγυνο πέθαινε χωρίς να αφήσει διαθήκη και δεν υπήρχαν ούτε παιδιά, τότε το σπίτι το έπαιρναν οι συγγενείς.

Οι διαθήκες γίνονταν τις πιο πολλές φορές προφορικές και σπανίως γραπτές. Μια από τις τελευταίες επιθυμίες του ετοιμοθάνατου ήταν συνήθως να δώσει η οικογένεια τόπο στην οργή για τις προσβολές που της έγιναν και να μη ζητήσει εκδίκηση.

Στη Μάνη, επειδή τα όπλα είχαν απλώσει την κυριαρχία τους σε όλη την έκταση του δικαίου, φυσικό ήταν να εμποδίσουν παντού τη δημιουργία οποιουδήποτε άλλου κανόνα. Το μόνο δίκαιο που επικρατούσε ήταν το δίκαιο του ισχυρότερου και ίσχυε το δικαίωμα της εκδίκησης, αφού θεωρούσαν πως «το αίμα μόνο με αίμα μπορούσε και έπρεπε να εξιλεωθεί».

Κάθε προσβολή, κάθε έγκλημα και ιδιαίτερα κάθε φόνος, έδινε στους συγγενείς του δολοφόνου το δικαίωμα να αμυνθούν. Και οι δύο οικογένειες ξεκινούσαν μια εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους, την οποία συνέχιζαν και οι απόγονοί τους ως συνεχιστές όλων των οικογενειακών δικαιωμάτων (βεντέτα).

Ο κυνηγημένος κλεινόταν συνήθως στο οχυρωμένο σπίτι του ή στον πύργο του, όπου όμως τον παρακολουθούσαν αδιάκοπα οι εχθροί του για πολλά χρόνια. Υπήρχαν παραδείγματα ανθρώπων που πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στους τοίχους των σπιτιών τους, από το φόβο μήπως τους αφήσουν στον τόπο οι εχθροί τους, που καιροφυλακτούσαν. Η εκδίκηση πολλές φορές μεταφερόταν από γενιά σε γενιά και θύματα ήταν και μικρά αθώα παιδιά, κατά προτίμηση αγόρια.

Η μόνη περίπτωση να λήξει η βεντέτα ήταν να νικήσει κάποιος την περηφάνια του και να παραδοθεί με τη θέλησή του στην εξουσία των αντιπάλων του, εκλιπαρώντας χάρη. Η ταπεινωτική αυτή πράξη εθεωρείτο ως η μεγαλύτερη εκδίκηση, μεγαλύτερος θρίαμβος και από τον θάνατό του. Τότε η αντίπαλη οικογένεια τον υποδεχόταν με δάκρυα και αγκαλιάσματα και όλοι τον θεωρούσαν στο εξής μέλος της οικογένειάς τους, στη θέση του σκοτωμένου, τον οποίο και υποκαθιστούσε σε όλα τα δικαιώματα και τα καθήκοντά του. Μετά όμως από ένα τέτοιο βήμα απέφευγε ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε επαφή με τους δικούς του συγγενείς εξ αίματος.

Στην περίπτωση δε που ξεσπούσε συμπλοκή ανάμεσα στους συγγενείς του και στην οικογένεια στην οποία αποκλειστικά πλέον ανήκε κάποια νέα συμπλοκή, ήταν υποχρεωμένος να πολεμήσει εναντίον τους. Κάθε δισταγμός και αναποφασιστικότητα, οποιαδήποτε ενοχή, τον ντρόπιαζε ακόμα και στα μάτια των συγγενών του.

Όσο όμως μεγάλη κι αν ήταν η εμπάθεια στους οικογενειακούς πολέμους, περιοριζόταν μόνο στους άντρες. Οι γυναίκες έμεναν αμέτοχες, αφού και οι δυο πλευρές τις θεωρούσαν πρόσωπα που δεν έπρεπε να θίγουν. Γι’ αυτό και ενώ οι άντρες ασχολούνταν με τον πόλεμο, οι γυναίκες καλλιεργούσαν τα χωράφια, αναλαμβάνοντας έτσι τη συντήρηση ολόκληρης της οικογένειας, γεγονός που οδηγούσε στο να απολαμβάνουν ασύγκριτα μεγαλύτερη εκτίμηση απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι οικογενειακοί πόλεμοι μπορούσαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να τελειώσουν συμβιβαστικά, αν τα μέρη συμφωνούσαν να υποβάλουν την υπόθεση στην κρίση αμερόληπτων διαιτητικών δικαστών. Στους δικαστές δινόταν ενυπόγραφη συγκατάθεση και από τις δυο πλευρές να αποφασίσουν. Οι δικαστές φρόντιζαν να συνοδεύσουν την απόφαση με ποινική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, αν ένα από τα δύο μέρη δεν ακολουθούσε τη διαιτητική απόφαση, ήταν υποχρεωμένο, με εντολή της άλλης πλευράς, να διαπράξει έναν ή περισσότερους φόνους. Η συμφωνία αυτή, που ήταν ιδιότυπη, ήταν αντίστοιχη προς τη ζωή και τις συνήθειες των ανθρώπων, αφού εδώ ίσχυε αποκλειστικά το δίκαιο του ισχυρότερου και η εκτίμηση και η επιρροή του καθενός υπολογιζόταν μόνο με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση της δύναμής του. Έτσι, ενώ οπουδήποτε αλλού όλη η λειτουργία της αστικής ζωής εκδηλωνόταν, κυρίως, μόνο με την προσπάθεια για αύξηση της περιουσίας, στη Μάνη όλοι οι υπολογισμοί αφορούσαν την απόκτηση δύναμης απέναντι στους εχθρούς.

Οι Μανιάτες έφταναν στο σημείο να υπογράφουν και συμβόλαιο για συμφωνίες που προέβλεπαν ως ρήτρα τον φόνο σε περίπτωση δανεισμού χρημάτων ή προσβολής χωρίς ικανοποίηση. Ακόμα και στην περίπτωση που ο άντρας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές απαιτήσεις του πεθερού ώστε να του παραδοθεί η νύφη, ήταν υποχρεωμένος να του παρέχει για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του ή στην πιο συνηθισμένη περίπτωση, να διαπράξει με εντολή του έναν ορισμένο αριθμό φόνων. Ο φόνος δηλαδή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια «χρηματική υπόθεση» και έτσι εξηγείται πώς ήταν δυνατόν να χρησιμοποιείται σχεδόν καθημερινά η «απαίτηση διάπραξης φόνου», αφού από τους Μανιάτες δεν έγινε ποτέ αποδεκτή η ιδέα της απόδοσης δικαιοσύνης μέσω της χρηματικής αποκατάστασης.

Καμιά φορά όμως γινόταν και φόνος χωρίς να έχει δοθεί το σχετικό δικαίωμα της βεντέτας. Ο φονιάς τότε μπορούσε να σωθεί μόνο αν παραδινόταν στους συγγενείς του νεκρού, οι οποίοι τότε του χάριζαν τη ζωή. Πολλές φορές μάλιστα ο ίδιος ο πατέρας του νεκρού, αν δεν είχε άλλο παιδί, υιοθετούσε τον φονιά!

Στη Μάνη δικαστήρια δεν υπήρχαν και οι αποφάσεις για ζωή ή για θάνατο παίρνονταν από τα οικογενειακά συμβούλια. Για τις διαφορές ανάμεσα στα ανδρόγυνα αποφάσιζαν οι επίσκοποι.

Ένα άλλο ιδιότυπο έθιμο με μεγάλο ενδιαφέρον ήταν ο «σκοπελισμός», γνωστός από την αρχαιότητα. Εάν κάποιος χρώσταγε χρήματα δηλαδή και δεν τα έδινε, τότε ο δανειστής έστηνε στα υποθηκευμένα κτήματα στήλες, ώστε να γνωστοποιηθεί σε όλους η υποθήκευσή τους. Οι Μανιάτες σώριαζαν στα κτήματα που έπαιρναν από τους οφειλέτες τους πέτρες σε σχήμα πυραμίδας, σε διάφορα μέρη του κτήματος, για να γνωστοποιούν την κατοχή τους. Έτσι και ο ιδιοκτήτης αλλά και κάθε τρίτος έχαναν το δικαίωμα να νέμονται το κτήμα.

Το ίδιο γινόταν και στην περίπτωση υποθήκης σπιτιού, στο οποίο οι δανειστές έβαζαν από μια πέτρα στις τέσσερεις γωνίες, γεγονός που σήμαινε κατάσχεση. Σ’ αυτό το είδος της κατοχής ιδιοκτησίας, την οποία αποκτούσε ο πιστωτής χωρίς άλλη ενέργεια, αν ο οφειλέτης δεν μπορούσε να πληρώσει, συνηθιζόταν ο δεύτερος να ειδοποιείται με έναν ή τρεις πυροβολισμούς ότι θα αντιμετωπισθεί ως εχθρός και θα αρχίσουν επιθέσεις εναντίον του, αν τολμούσε να οικοδομήσει το κτήμα ή να μα