Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι πηγές Δικαίου που χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες κριτές ήταν:
α) Η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου, με τις παραφράσεις της σε απλή γλώσσα, ο Νομοκανών του Μανουήλ Μαλαξού, είτε στην αρχική του μορφή είτε σε διάφορες παραλλαγές και διάφορες άλλες νομοκανονικές συλλογές.
Όσον αφορά την Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου, ήταν το σπουδαιότερο νομικό πόνημα του Νεότερου Ελληνισμού, το οποίο συνεγράφη στη δεκαετία του 1340 στη Θεσσαλονίκη, κατά την εποχή των Ζηλωτών, από έναν λόγιο της πόλης, ο οποίος ζώντας την κοινωνική αναταραχή, τη βία και τις δύσκολες συνθήκες εκείνης της εποχής, συνέγραψε αυτό το βιβλίο για να βοηθήσει στην καλύτερη λειτουργία της κοινωνίας και την απονομή δικαιοσύνης. Βασίστηκε στον Πρόχειρο Νόμο του αυτοκράτορα Βασιλείου, τον οποίο συμπλήρωσε με διατάξεις από τα “Βασιλικά” και από τις Νεαρές του Ιουστινιανού. Το βιβλίο αυτό είχε τον τίτλο Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος και χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον 14ο αιώνα έως την εποχή του Όθωνα.
Ο Μάουρερ αναφέρει ότι ήταν πολύ χρήσιμο στην πρακτική εφαρμογή του. Η επικράτησή του εξηγείται, διότι χρησιμοποιείτο από τον κλήρο, τον οποίο οι Τούρκοι αναγνώρισαν μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και του επέτρεψαν σιωπηρά να τηρεί το παλιό δίκαιο, δηλαδή τον Αρμενόπουλο, που επιβλήθηκε έτσι ως εκκλησιαστικό δίκαιο σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας και μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Είχε τόσο μεγάλη ισχύ, που ακόμη και οι προεστοί, θέλοντας να δώσουν κύρος στο άγραφο δίκαιο των εθίμων, τόνιζαν ότι το εθιμικό δίκαιο, με βάση το οποίο αποφάσιζαν, συμφωνούσε με τον Αρμενόπουλο ή το αντίστροφο.
Οι πηγές αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τα εκκλησιαστικά δικαστήρια.
β) Το εθιμικό δίκαιο, που σε ορισμένες μάλιστα περιοχές του ελληνικού χώρου αποτυπώθηκε και γραπτά. Αυτό xρησιμοποιήθηκε από τους προεστούς.
γ) Οι κανόνες που έθεταν είτε οι αποφάσεις των εκκλησιαστικών παραγόντων και των προεστών ή μόνον των προεστών, είτε οι συνελεύσεις του λαού, με πρακτικό που το υπέγραφαν ιερείς και λαϊκοί.
ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Όσον αφορά το εθιμικό δίκαιο, οι συνθήκες ήταν τέτοιες, ώστε δεν μπόρεσε να διαμορφωθεί παντού ένα σταθερό και μόνιμο εθιμικό δίκαιο, αλλά αυτό άλλαζε ανάλογα με την εποχή ή τις περιστάσεις. Άλλοτε πάλι παραβιαζόταν από τον κατακτητή ή μειωνόταν η αξία του από το τουρκικό δίκαιο ή τέλος υποτασσόταν ολότελα στην τουρκική αυθαιρεσία. Το φαινόμενο της παραλλαγής και των διαφορών των νομικών αρχών και συστημάτων, όσον αφορά το εθιμικό δίκαιο, οφείλεται:
- Στους διάφορους ξένους κατακτητές που παρέμειναν σε ορισμένες περιοχές και χρονικές περιόδους, π.χ. Φραγκοκρατία στις Κυκλάδες, διαδοχική κυριαρχία Φράγκων, Βυζαντινών, Τούρκων, Βενετών και πάλι Τούρκων στην Πελοπόννησο κλπ.
- Στο διαφορετικό νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά την Τουρκοκρατία σε διάφορες περιοχές, διότι όσες ευνοήθηκαν με προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων, κατόρθωσαν να διατηρήσουν σε μεγαλύτερη έκταση το προϋφιστάμενο δίκαιο.
- Στην ύπαρξη ή όχι σε ορισμένη περιοχή οθωμανικών αρχών, γεγονός που ήταν σε άμεση συνάρτηση με την έκτασή της.
Το γεγονός ότι οι αποφάσεις των ελληνικών λαϊκών δικαστηρίων (προεστοί / κοινοτάρχες) εφάρμοζαν το εθιμικό δίκαιο αλλά οι αποφάσεις μπορούσαν να ανατραπούν από τον καδή, περιόριζε την ισχύ της τοπικής αυτοδιοίκησης και την εφαρμογή των τοπικών εθίμων.
Αρχικά το εθιμικό λαϊκό δίκαιο ήταν προφορικό, επειδή όμως αυτό δημιουργούσε προστριβές ανάμεσα στους διαδίκους και αβεβαιότητα, σε πολλές περιοχές οι κάτοικοι ζήτησαν την επίσημη καταγραφή του, π.χ. οι κάτοικοι της Σαντορίνης κατά τα τέλη του 18ου αιώνα.
Το εθιμικό δίκαιο των Ελλήνων ίσχυε θεωρητικά και για τα τουρκικά δικαστήρια, ήταν μάλιστα ένα από τα προνόμια που ιδιαίτερα οι νησιώτες τόνιζαν ότι τους είχε χαρίσει η Πύλη.
ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Το τουρκικό δίκαιο στηριζόταν:
• στα Κανούν,
• τα Ααντέτ,
• και τα Ουρφ.
Το δίκαιο αυτό εφαρμοζόταν στις διαφορές μεταξύ Τούρκων στα τουρκικά δικαστήρια, αλλά με τους ίδιους νόμους δικάζονταν και οι Έλληνες που ζητούσαν να βρουν το δίκιο τους από τον καδή.
Το τουρκικό δίκαιο είναι κράμα θρησκευτικής και πολιτικής νομοθεσίας. Η θρησκευτική πλευρά της νομοθεσίας είχε ως βάση της τρεις πηγές:
• το Κοράνιο, δηλαδή την προφορική παράδοση και τα γραπτά του Μωάμεθ.
• την Ιντσμαά, που περιέχει τις προσθήκες των μαθητών και των πρώτων διαδόχων του προφήτη.
• τις αποφάσεις των ιμάμηδων και των διδασκάλων του Ισλάμ. Το σύνολο αυτών των διατάξεων ονομάζεται Σερί, που σημαίνει νόμος και περιέχει όχι μόνο θρησκευτικούς αλλά και αστικούς νόμους, που συγκεντρώθηκαν από εμπνευσμένους ιμάμηδες, σύμφωνα με το πνεύμα του Ισλάμ, κατά τους πρώτους μήνες μετά την Εγίρα.
Όσα θέματα δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτή την αστικοθρησκευτική νομοθεσία, ρυθμίζονται από το Κανούν, που περιέχει τους θεμελιώδεις νόμους του κράτους.
– Υπάρχει επίσης η παράδοση, το Ααντέτ, που εφαρμόζεται όπου δεν υπάρχει ο σχετικός Νόμος (Σερί).
• Οι διατάξεις του Κανούν και του Ααντέτ δεν έχουν ισχύ μπροστά στο Ουρφ, δηλαδή τη θέληση του ηγεμόνα.
Το τουρκικό δίκαιο εφαρμοζόταν αναγκαστικά και στους Έλληνες, γιατί έπρεπε σε όλους τους κατοίκους του κράτους να ισχύει το ίδιο νομικό, ποινικό και αστυνομικό σύστημα. Μόνον οι καθαρά θρησκευτικοί νόμοι ίσχυαν αποκλειστικά για τους πιστούς του Ισλάμ, ενώ οι διατάξεις του νόμου (Σερί), οι σχετικές με το αστικό και το ποινικό δίκαιο, εφαρμόζονταν και για τους Έλληνες.
Οι ελληνικές όμως δικαστικές αρχές εφάρμοζαν το ελληνικό δίκαιο κατά την εκδίκαση των υποθέσεων. Αυτή η τακτική είχε απόλυτη σχέση με την προσπάθεια της Εκκλησίας και των κοινοτικών αρχών, όχι μόνο να αποτρέπουν τους ενδιαφερόμενους να προσφεύγουν στα οθωμανικά δικαστήρια, αλλά και να επεκτείνουν, όσο τους ήταν δυνατόν, τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων τους σε ευρύτερο κύκλο υποθέσεων. Τα εφαρμοζόμενα όμως νομικά έθιμα, για την επίλυση κυρίως των αστικών διαφορών, δεν έπρεπε να έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την οθωμανική νομοθεσία. Σε περιπτώσεις μάλιστα που ήταν εφαρμοστέο το δίκαιο του κυρίαρχου, έπρεπε να βρεθούν τρόποι ώστε να αποφευχθεί η εφαρμογή του.
Για την επιτυχία αυτού του σκοπού οι εκκλησιαστικές και οι κοινοτικές αρχές κατέβαλλαν μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια, που απέβλεπε στην επιβολή, κατά το δυνατόν, του ελληνικού ως εφαρμοστέου δικαίου.
Έτσι, εκεί που ίσχυε η οθωμανική νομοθεσία, η διαμόρφωση των εθίμων έπαιρνε τέτοια μορφή ώστε να συμπολιτεύεται με αυτήν. Το έθιμο π.χ. της πρωτοκόρης ήταν δύσκολο να διατηρηθεί με την αυστηρή αρχική του μορφή στις περιοχές που είχε εφαρμογή το μουσουλμανικό δίκαιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής, το οποίο έδινε ίσα κληρονομικά δικαιώματα σε όλα τα τέκνα του ίδιου φύλου. Γι’ αυτό το εθιμικό δίκαιο κατά τόπους παρουσιάζει και διαφορετική εξέλιξη.
Επίσης, στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή των χριστιανών ο κατακτητής προσπάθησε να επιβάλει την εφαρμογή του οθωμανικού δικαίου. Το συμφέρον του τουρκικού δημοσίου σε αυτή την περίπτωση ήταν προφανές, γιατί έπαιρνε όλη την περιουσία του αποθανόντος, αν δεν υπήρχαν συγγενείς μέχρι ορισμένου βαθμού. Την εφαρμογή αυτή του μουσουλμανικού δικαίου με τις επιζήμιες οικονομικές συνέπειες, κατόρθωσαν οι υπόδουλοι να την εξουδετερώσουν σε αρκετές περιφέρειες και να επιβάλουν τα τοπικά τους έθιμα. Έτσι π.χ. στην Κορώνη, Μεθώνη και Ανδρούσα, η περιουσία του αδιαθέτως αποθανόντος διανέμεται μεταξύ επισκόπου, Εκκλησίας και πτωχών.
