Skip to content Skip to footer

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Α΄ Κόλιας ο Βυτινιώτης

Του Κόλια η μάννα κάθεται σε μια ψηλή ραχούλα,

Και με τον ήλιο μάλωνε και με το νιο φεγγάρι.

– «Ήλιε μου και τρισήλιε μου κοσμοτριγυριστή μου!

Ευτού, ψηλά που περβατείς και χαμπηλά που βλέπεις,

Μην είδες Κόλια πουθενά, τον Κόλια Βυτινιώτη»;

– «Εχές προψές που πέρναγε σε μια ψηλή ραχούλα,

Άκουσ’ αντρίκια κλάυματα, γυναικεία μυρολόγια.

Τον Κόλια τον επιάσανε κάτω στη Βρομοσέλλα[1],

Σ’ ένα σταυροπατέρα του, σ’ ένα σταυραδελφό του,

Σφικτά σφικτά τον δέσαν του μπέυ οι ανθρώποι.

Χίλιοι Τούρκοι τον παν μπροστά και πεντακόσιοι πίσω,

Κι στη δεξιά του τη μεριά παγαίν’ ένας αράπης».

Κι ο Κόλιας ετραγούδαγε στον δρόμο όπου πάνε.

Κι αράπης το κουβέντιαζε και τον παρηγοράει.

– «Άιντε, Κόλια μ’, μη σκιάζεσαι στο νου σου μην το βάνης,

Κ’ εγώ σε παίρνω απάνω μου, το κρίμα στο λαιμό μου»,

Κ’ ένα μικρό τουρκόπουλο του μπέυ πάει και λέει.

– «Μπέυ τον Κόλια φέρνουνε κι έρχεται τραγουδώντας».

– «Αν είν’ αλήθεια, βρε παιδί, πως φέρνουνε τον Κόλια,

Θα σου χαρίσω δυώ χωριά και θα σε λευτερώσω».

Κι ακόμα λόγος έστεκε και συντυχιά κρατιέται,

Κι ο Κόλιας εξανάφανε στη σκάλα κι αναιβαίνει.

– «Γεια σου χαρά σου, μπέυ μου!» – «Καλώς τονε τον Κόλια»!

«Ψήστε του Κόλια ’ναν καφέ για να μας ’μολογήση,

Πόσους τούρκους εσκότωσε και πόσους ταταραίους;»

– «Χίλιους τούρκους εσκότωσα, τρακόσιους ταταραίους

Και συ μουρτάτ’ εγλύτωσες απ’ τα δικά μου χέρια.

Για λύστε μου τα χέρια μου και ντώστε τα σκοινιά μου,

Και μάζεψε τα άτια σου και τα λαγωνικά σου,

Και αν με πιάσης κερατά, τότε να με σκοτώσης».

Β΄ Βασίλης ο Κατριμουστάκης

Το λένε οι κούκκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στους κάμπους

Το λέει και μια Νταριώτισσα[2] στου Χελωνά[3] στη ράχη.

Κατρί καλά σο’ λέγανε οι φίλοι και οι δικοί σου,

Τι εχάλευες, τι εγύρευες στην έρημη Βυτίνα;

«Μ’ εγέλασ’ η γυναίκα μου να πα στους εδικούς μου.

Κ’ εκεί μου είχανε προδοσιά γέροντες Βυτινιώταις.

Ο γερο-Μάρκος το σκυλί με τον Ξυλομαχαίρα[4],

Μολά-Γιωργάκης άπιστος κι ο σκύλος ο Φαρμάκης.

Πιάνουν και κάνουν μια γραφή, την στέλνουν του Μπιλάλη».

«Σ’ εσένα Καραμουσταφά, σ’ εσέναν κυρ Μπιλάλη,

Ώρα να ιδής το γράμμα μας, και λάβης τη γραφή μας,

Ευτού περνάει ο Κατρής, περνάει ο Βασίλης,

Σύλλαβέ τον τον κερατά και κόψ’ του το κεφάλι».

Τριά καραούλια έβαλε μέσα στ’ απάνω χάνι[5].

Το ’να τηράει του Χελωνά, τ’ άλλο τ’ απάνω Ντάρα,

Το τρίτο το καλλίτερο τηράει τους Πολέμους[6].

Και ο Κατρής ξανάφανε με μια ψαριά φοράδα.

– «Πολλά τα έτη Μουσταφά!» – «Καλώς τον το Βασίλη».

– «Βασίλη πούθεν έρχεσαι και πούθενε παγαίνεις»;

– «Από το δρόμο μ’ έρχομαι στο σπίτι μου παγαίνω».

– «Για πιάστε τον τον κερατά, κόψτε του το κεφάλι».

Και ο Γιαλελής[7] εφώναξεν από τον πύργο[8] μέσα

– «Παιδιά μην το σκοτώνετε τι ’ναι προσκυνημένος,

Έχει γυναίκα κ’ είναι νια, παιδιά κ’ είναι μικρούλια».

Κι αυτοί δεν τ’ αγροικήσανε, το κόψαν το κεφάλι,

Και του Βεζίρη το ’στειλαν να πάρουν το μπαξίσι.

Γ΄ Η Αρετή

Καλότυχα είναι τα βουνά, καλότυχοι και οι κάμποι,

Καλότυχ’ είν’ και η γι’ Αρετή με τους δικούς όπο’ ’χει.

Όπου ’χει τους εννι’ αδελφούς τα δεκοχτώ ξαδέρφια.

Συμπεθεριά της φέρνουνε πολύ μακρυά στα ξένα.

Και η μάννα της δεν ήθελε και ούλοι οι γέδικοί της.

Παρά ο Κώστας μοναχά, που ήτανε μπεζεριάννης.

«Μαννούλα μ’ να τη δώκωμε την Αρετή στα ξένα,

Που είμαι κ’ εγώ πραματευτής να ’χω το γυρισμά μου».

Μα ’ρθεν ο χρόνος δύστυχος, το καλοκαίρι μαύρο,

Πέθαναν οι εννι’ αδερφοί τα δεκαοχτώ ξαδέρφια,

Ψυχομαχάει και η μάννα της βαριά για να πεθάνη

Τον Κώστα καταριώτανε, τον Κώστα καταριέται.

– «Κώστα μου, πέτρα να γενής, Κώστα, μαύρο λιθάρι».

Πουλάκι επέρναϊγ τ’ άκουσε, του Κώστα πάει και λέει,

– «Κώστα η μάννα σου καταράει βαρειά κατάρα λέει,

’Πο πάντρεψες την Αρετή πολύ μακρυά στα ξένα».

Κι ο Κώστας όπου τ’ άκουσε στον Θεό περικαλιέται.

Βάνει το σάβαν’ άλογο και το σεντούκι σέλλα

Κι αμέσως εκαβάλλικε και πάει να την φέρη.

Την στράταν όπο’ πήγαινε στον Θεόν περικαλιέται.

– «Θε μου να ’βρω την Αρετή στη βρύσι να γιομίζη».

Κατά ’πο’ περικαλιότανεν επήγε και την ηύρε,

Κι από μακρυά την χαιρετάει κι από κοντά της λέει.

– «Γεια σου χαρά σου Αρετή»! – «Καλώς τονε τον Κώστα,

Κώστα μ’ αν ήρθες για κακό, να πάμε κατά που είμαι».

– «Άιντε να πάμ’, Αρέτω μου, να πάμε κατά που είσαι».

Στη στράταν όπ’ επάγαιναν, στη στράταν που παγαίνουν,

Πουλάκι εδιάη κ’ έκατσε στ’ αλόγου τα καπούλια.

Δεν εκιλάιδε σαν πουλί μηδέ σαν χιλιδόνι,

Παρά ’κιλάιδε κ’ έλεγεν ανθρώπινη λαλίτσα.

– «Δεν είναι κρίμα κι άδικο παράξενο μεγάλο,

Να περβατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμμένους»;

– «Κώστα, τι λέει το πουλί, Κώστα, τι λέει τ’ αηδόνι»;

– «Πουλάκ’ είναι κι ας κιλαϊδή, πουλάκ’ είναι κι ας λέη».

– «Κώστα, πού είν’ το μουστάκι σου κι ο ρούσσος ο μπερτσές σου»;

– «Αρέτω ’γων αρρώστησα, τώρα κοντεύει χρόνος.

Κ’ έπεσε το μουστάκι μου κ’ έπεσε κι ο μπερτσές μου».

Όσο ’πο’ μπήκαν στο χωριό στης εκκλησιάς την πόρτα,

– «Αρέτω, σύρ’ στο σπίτι μας κ’ εγώ ’ρχομ’ από πίσω,

Τι έχω τάμα στην εκκλησιά και πάω να τ’ αφήσω».

Βγαίνει στ’ αγνάντιο και τηράει το σπίτι δεν γνωρίζει.

– «Κώστα μου ποιο είν’ το σπίτι μας και ποια είναι και η αυλή μας»;

– «Βλέπεις εκείνη την αυλή με τα πολλά χορτάρια;

Εκείνο είν’ το σπίτι μας, εκείνη και η αυλή μας».

’Βρίσκει τις πόρτες ανοιχτές αυλές χορταριασμένες,

’Βρίσκει και τη μαννούλα της πολύ λιγουριασμένη.

’Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν όση κι’ αν έδυνάστη.

– «Αρέτω μου ποιος σε ήφερε και ποιος θέλα σε πάη»;

– «Μάννα μ’ ο Κώστας με ήφερε, κι’ ο Κώστας θα με πάη».

– «Αρέτω, πού είν’ ο Κώστας μας και τ’ άλλα σου τ’ αδέρφια;

Ο Κώστας μας επέθανε και ούλα σου τ’ αδέρφια».

– «Θε μου, για κάμε με πουλί, κάμε με χουχουβάγια,

Να περβατώ να χλίβωμαι στα έρημα τα σπίτια».

Δ΄ Η Βδοκιά

Από τη μια άκρη του γιαλού στην άλλη του πελάγου

Αρρεβωνιάζει ο βασιλιάς και προξενεύει ο ρήγας.

Τρεις χρόνους γράφουν τα προικιά και τρεις τ’ απανοπροίκια.

Της τάζει ο πατέρας τις τρεις μούλες φορτωμένες (φλωρί)

Της τάζει και η μαννούλα της τ’ ατίμητο λιθάρι.

Της τάζουν τ’ αδερφούλια της χρυσό μήλο να παίζη.

Της τάζει και η νυφούλα της χρυσή ρόκα να νέθη.

Μα ’ρθεν ο χρόνος δύστυχος το καλοκαίρι μαύρο.

‘Φτωχήναν τα πεθερικά, τρων τα προικιά της νύφης.

Μα ’γίνη ο άντρας ’μπιστικός[9] κι’ ο πεθερός ντορπάρης[10]

Και η πεθερά η αρχόντισσα βαρελοκουβαλίστρα,

Και η νύφη η πολυπροικού λιναροκοπανίστρα.

Κι’ από την πείνα την πολλή εφάγαν το λινάρι.

Ζυγιάζουν κανταρίζουνε δεν σώνει το λινάρι,

Κόβουν τής νύφης τα μαλλιά κ’ έσωσαν το λινάρι.

Ψηλή φωνίτσαν έβαλεν όσην κι’ αν εδυνάστη.

– «Για πάρτε με και σύρτε με στης μάννας μου τη βρύσι,

 ’Πο’ ρχόνται οι σκλάβες για νερό, ερχόνται για να πλύνουν».

’Διάκαν’ οι σκλάβες για νερό, διάκανε για να πλύνουν.

– «Ώρα καλή σας λυγερές, ώρα καλή κοπέλλες.

Για πέστε της κυρούλας σας θέλει και άλλη σκλάβα;

Ξέρει· και υφαίνει καμπουχά ‘ξυφαίνει το βελούδο,

Ξέρει την τσάτσα τη ’Βδοκιά το πού είναι παντρεμένη».

Χρυσά παπούτσια φόρεσε, πάει να ιδή τη σκλάβα,

Απ’ το χέρι την έπιασε και την ξαναρωτάει.

– «Εσύ ’φαίνεις τον καμπουχά ξυφαίνεις το βελούδο;

Συ ξέρεις την τσάτσα ’Βδοκιά το πού είναι παντρεμένη»;

Στον αργαλειό την έβαλε, στέκεται την τηράει.

Τραγούδι εκείνη αρχίνησε σαν να ήταν μυρολόγι.

– «Κατακαϋμένε καμπουχά κ’ ερμαδιακό βελούδο,

Όταν μ’ αρρεβωνιάζανε σ’ έβαλα να σε δυάσω,

Κι’ όταν σ’ εκοντοτύλιγα ήρθανε και μ’ επήραν,

Και τώρα εκατάντησα να ’ρθω να σε ξυφάνω»!

Μα πήγαν κι αγκαλιάστηκαν μάννα και θυγατέρα.

Κ’ εγίν’ η μάννα κάλαμος και η κόρη κυπαρίσσι.

Φυσάει καιρός τον κάλαμο φιλεί το κυπαρίσσι».

Ε΄ Η Χάιδω (η παπαδιά)[11]

Εφέτ’ ο κούκκος ’λάλησε στο μεσιανό ταμπούρι.

Σαν πολεμάν μικρά παιδιά γυναίκες με τις ρόκες,

Σαν πολεμάει μια παπαδιά, η Χάϊδω η ξακουσμένη,

Μα είχε ντουφέκι μάντσιαρι[12] σπαθί μαλαματένιο.

Στα δόντια σούρνει το σπαθί στα χέρια το τουφέκι,

Και μέσ’ στη φουστανοποδιά βόλια με το μπαρούτι.

Άπλωσ’ η Χάιδω τα μαλλιά τα κάνει δυώ στριφτάρια,

Κ’ έκαμε τον κατήφορο και πέφτει στα ταμπούρια,

Μπραΐμ πασσάς εφώναζεν από το μετερίζι.

– «Πού πας μωρέ καλόγερε και συ σταυροπατέρα»;

– «Δεν είμαι εγώ καλόγερος μηδέ σταυροπατέρας.

Παρά είμαι η Χάιδω η ξακουστή στον κόσμο ξακουσμένη.

Και θα σε πιάσω ζωντανόν σεΐζι θα σε κάμω».

Ένα γιουρούσιν έκαμε στο μετερίζι φτάνει.

– «Έλα μωρέ παληότουρκα και συ παληομουρτάτη,

Να ιδής πού είν’ ο καλόγερος και ο σταυροπατέρας».

ΣΤ΄ Η Λελούδω

Γίραν’ τ’ απόσκια γίρανε, Λελούδω, στην αυλή σου.

Και συ, Λελούδω, νύχτωσες στο μύλο μην παγαίνης,

Γιατί είναι τούρκος μυλωνάς κι’ αράπης πασπαλιάρης.

Παίρνει το ’ξάγι φίλημα χούφτα τα μαύρα μάτια.

Κ’ εκείνη δεν τον άκουσε της μάννας της το λόγο.

Και τ’ άλογον εφόρτωσε, παίρνει και πάει στο μύλο.
Βρίσκει τον μύλον αδειανόν και το νερό κομμένο.

Τον μυλωνάν Αμπτούλ-αγά έτοιμον για να φύγη.

– «Γειά σου χαρά σου Αμπτούλ-αγά»! – «Καλώς την την Λελούδω».

Και τη Λελούδ’ αγκάλιασε και τη φιλεί στα μάτια.

Ζ΄. Η Ελένη του Προύντζου και ο ηγούμενος

Κωνάκι εδώ κωνάκι εκεί κωνάκι πάρα πέρα,

Κωνάκι και στου Καρδαρά στου Προύντζου το καλύβι,

’Πο’ ’κει κωνεύ’ ο ’γούμενος ο Ξεροκαστελλιώτης,

Για την Ελένη ερώταγε την ανιψιά του Προύντζου.

Η Ελένη λείπει για νερό, λείπει για το βαρέλι,

Κι’ ακόμα λόγος έστεκε και σιντυχιά κρατιέται,

Στο δρόμον όπ’ ερχότανε μικρό παιδί απαντάει.

Στέκει και το συχνορωτάει στέκεται και του λέει,

– «Το τίνος είναι τ’ άλογο που στέκει σελλωμένο»;

– «Του ’γούμενου είναι τ’ άλογο του Ξεροκαστελλιώτη».

Και το βαρέλι επέταξε στο ’γούμενο παγαίνει,

Στρωτή μετάνοια το ’καμε και του φιλεί το χέρι,

Στο γόνα του την έκατσε στα μάτια την κυττάζει.

– «Ελένη τι ’σαι κίτρινη και τι ’σαι μαραμμένη;

Μη σε μαλών’ η μάννα σου κι’ ο σκύλος αδερφός σου»;

– «Δε με μαλών’ η μάννα μου μήτε κι’ ο αδερφός μου,

Μόν’ με μαραίνει το παιδί, ’που μ’ έχεις ’γγαστρωμένη».

– «Σώπα Ελένη μην το λες και μην το κουβεντιάζης,

Κ’ εγώ ’χ’ άσπρα για το παιδί φλωριά να τ’ αναθρέψω».

Η΄ Ο Λάμπρος

Τρίτη τετράδη χλιβερή πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή εξημέρωνε να μη ’χε ξημερώσει,

’Πο’ ’βαλ’ ο Λάμπρος τη βουλή το γάμο για να κάμη,

Τρεις χρόνους τα πολέμαγε στους πέντε τα στεριώνει.

Την Κυριακή χαρούμενοι, Δευτέρα πικραμένοι

Βάνουν τη νύφη στο χορό, τη βάνουν να χορέψη.

Κι’ ο πεθερός τής έλεγε, κι’ ο πεθερός της λέει.

– «Νύφη μου για δεν προσκυνάς, για δε φιλείς τα χέρια;

Δε σ’ άρεσαν τα σπίτια μου με τους πολλούς οντάδες;

Δε σ’ άρεσαν και τ’ άλογα με τις ψαριές φοράδες;

Δε σ’ άρεσε το βρουκολιό με τα πολλά δαμάλια;

Δε σ’ άρεσε το ντορπαριό με τα πολλά γουρούνια»;

– «Λύκος να φάη τ’ άλογα, κουκούδι τα γελάδια,

Κ’ ένας κακός χοιρόλαιμος να κόψη τα γουρούνια

Μπροστά στον άντρα τον καλό μπροστά στο παλληκάρι».

Θ΄ Οι τρεις αϊτοί

Τρεις αϊτοί καθόντανε στον έρημον τον Λούρο,

Κ’ ελέγανε τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους.

Ένας κλαίει ’πο’ γέρασε δεν ’μπόρει να πετάξη,

Κι’ άλλος ’πο’ χασε τα πουλιά κι’ άλλα πουλιά δεν κάνει,

Κι’ άλλος ’που ’πιε πολύ κρασί κι’ άλλο κρασί δεν πίνει.

Γυρίζ’ ο γέρος και τους λέει και τους παρηγοράει.

– «Εσύ ’πο’ ’χασες τα πουλιά κι’ άλλα πουλιά θα κάμης,

Και σύ που ’πιες πολύ κρασί, πιέ κι’ άλλο για να γιάνης.

Εγώ να κλαί’ ’πο’ ’γέρασα δεν ’μπορώ να πετάξω,

’Πο’ ’πιανα τις αυγές λαγούς το γιόμα τα περδίκια,

Κι’ αυτό το κοντοδειλινό έπιανα ‘λαφομόσκια,

Και τώρα πώς ’κατάντησα δεν ’μπορώ να πετάξω».

Ι΄ Η Καραγιάνναινα

Ποια είν’ η Καραγιάνναινα πρώτη κοντζιαμπασίνα;

Να ’βγη στα αγνάντιο να της ’πω και να της ’μολογήσω.

Τα δυώ παιδιά ν όπο’ ’στειλε στην ξενητειά τη μαύρη,

Πέστε της μην τα καρτερή και μην τα παντυχαίνη,

Τι ο Σαλαβριάς καταίβασε της χώρας το ποτάμι.

Φέρνει λιθάρια ριζιμιά δέντρα ξερριζωμένα,

Φέρνει και μιά γλυκομηλιά, τα μήλα φορτωμένη,

Κι’ ανάμεσα στους κλώνους της δύ’ αδέρφι’ αγκαλιασμένα.

Και μέσ’ στη μέση κολυμπάν σαν ψάρια πελαγίσια,

Και η μάννα τους που τ’ άκουσε έπεσε να πεθάνη

Χρυσή φελούκα ’τοίμασε και πάει για να τα βγάλη.

Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν όση κι’ αν εδυνάστη.

– «Πού είστε παιδάκια μ’ όμορφα, πού είστε παρηγοριά μου»;

Και τα παιδιά που τ’ άκουσαν στέκονται και της λένε,

– «Σύρε, μάννα, στο σπίτι σου και στ’ άλλα τα παιδιά σου,

Και ’μας να μη μας καρτερής, να μην μας παντυχαίνης».

ΙΑ΄ Η καλόγρια

Ποτέ δεν ετραγούδησα μηδέ τραγούδια ξέρω,

Και τώρα για τους φίλους μου και για τους εδικούς μου

Θα ειπώ τραγούδι χλιβερό και παραπονεμένο,

Να ’πα’ η φωνή μου σύγνοφο να ’πα’ η φωνή μ’ αντάρα.

Σαράντα κάστρια ξύπνησα κ’ εξήντα μοναστήρια.

Σαν ξύπνησα μιά καλογρηά μέσ’ από το κελί της.

Τσελοπατάει τα ρούχα της και κάνει το σταυρό της.

«Σύρε σταυρέ στις εκκλησιές, σύρε στα μοναστήρια,

Τι εγώ θα ‘πα να παντρευτώ να πάρω παλληκάρι,

Να κάθωμαι να το κερνώ μ’ ένα χρυσό ποτήρι,

’Κείνος να πίνη το κρασί κ’ εγώ να πλέγω μέσα».

ΙΒ΄ Η Ελένη

Ελένη ν ε… Ελένη ν εκομπόδενε,

Το Σαββάτο το ’ξυφαίνει,

Χάιδω μου και χαϊδεμένη,

Την Κυριακή, την Κυριακή στολίζεται.

Για να πάη στο πανηγύρι,

Μάλαμα και ντζοβαΐρι.

Κι’ όσοι άρχοντες, κι’ όσοι άρχοντες την είδανε,

Ούλοι τα φεσάκια ’γίραν,

Κι’ ούλοι τα παραστραβήναν.

Κ’ ένα μικρό, κ’ ένα μικρ’ αρχοντόπουλο,

Μήτε το φεσάκι γέρνει,

Μήτε το παραστραβαίνει.

Παίρνει και πάει, παίρνει και πάει στη μάννα του,

Τα ματάκια του σφουγγιόντας.

Το Θεό παρακαλιώντας.

Μάννα μια κό… μάννα μια κόρη όπου είδα ‘γω,

Που είδα ’γω στο πανηγύρι,

Μάλαμα και ντζοβαΐρι,

Εκείνη θα, ν εκείνη θα στεφανωθώ,

Ή εκείνη θέλα πάρω,

Ή θα πέσω να πεθάνω.

ΙΓ΄ Η περιστερούλα

– «Πού ήσουν περιστερούλα μου τόσον καιρό που λείπεις»;

– «Πήγα να μάσω λάχανα με τ’ άλλα τα κορίτσια,

Και οι κλέφτες μας αγνάντευαν από ψηλά λημέρια»,

– «Κορίτσια μαυρομμάτικα και γαϊταναφρυδάτα,

Για κοντοκαρτερείτε μας και μην παραβιαζόστε,

Κάτι να σας ρωτήσουμε, κάτι να σας ειπούμε,

Μην είναι τούρκοι στο χωριό μην είναι κι’ αρβανίτες»;

– «Δεν ξέρομε μπαρμπούλη μου, καν είναι καν δεν είναι.

Θαρρώ τι ’ν’ δυώ – τρεις – τέσσεροι, θαρρώ τι ’ναι πέντ’-έξι».

– «Και πού πουλάν γλυκό κρασί, κ’ έχουν και μαύρα μάτια»;

– «Σ’ εκείν’ τα σπίτια τα ψηλά τα χοριγαλειμμένα,

Εκεί πουλάν γλυκό κρασί, κ’ έχουν και μαύρα μάτια».

ΙΔ΄ Ο Βελή-Γκέγκας

Στης δέκα πέντε του Μαγιού στης είκοσι τ’ Αγούστου

Ο Βελή-Γκέγκας έπινε σ’ ενού παπά το σπίτι.

– «Παπά ψωμί, παπά κρασί, παπά καλό προσφάι,

Παπά τη δυχατέρα σου κρασί να μας κεράση».

– «Παιδιά μ’ η δυχατέρα μου λείπει στο μοναστήρι,

Λείπει να γένη καλογρηά ν’ αγιάση την ψυχή της».

– «Παπά σου κόβω τα μαλλιά, σου κόβω και τα γένεια».

Μα πήγε και την ήφερε πέρδικα πλουμπισμένη.

Στα γόνατα την έκατσε στα μάτια την κυττάζει,

Στα μάτια μοιάζει του παπά στα αφρύδια του δεσπότη,

Στο λυγερό της το κορμί μοιάζει σαν τουρκοπούλα.

ΙΕ΄ Ο Γιωργάκης

Ψηλό τετράκορφο βουνό ποτάμι ροβολάει,

Μα ήταν θελό, μα ήταν πυκνό, στη μέση ματωμένο.

Απ’ των κλεφτών τα κλάϋματα κι’ από τους λαβωμένους,

Τρεις λυγερές τ’ άκούσανε και πάνε για να πλύνουν.

Η μια πλένει τους άρρωστους γ η άλλη τους λαβωμένους,

Και του Γιωργάκ’ η αδερφή μυρολογάει και λέει,

– «Σηκώσ’ απάνω Γιωργακλή και συ μωρέ Γιωργάκη,

Τι σου ήφεραν τριά γράμματα σε τρεις μεριές καϋμένα,

Το ’να το στέλν’ η μάννα σου και τ’ άλλο γη αδερφή σου,

Το τρίτο το πικρότερου η αγαπητική σου».

– «Σηκώστε με να σηκωθώ, καθήστε με να κάτσω,

Και φέρτε μου τα γράμματα κοντά να τα διαβάσω».

Της μάννας τ’ επρωτάνοιξε κι’ άρχισε να δακρύζη.

ΙΣΤ΄ Ο Ηλιάζης

Δεν είναι ώρα για κλεψιά κι’ ώρα για ζωρμπαλίκι,

Τι εβγήκ’ ένας Δερβέναγας και κυνηγάει τους κλέφτες,

Και κυνηγάει τους κακούς σκοτώνει τους ζωρμπάδες.

Κι’ ο ’Λιάζης όπου τ’ άκουσε το πόσι του στραβαίνει,

– «Γ… τη μάννα του πασσά την κόρη του βεζύρη,

Και του παληο-δερβέναγα τη μεσιακή του κόρη.

Για πέστε του του κερατά να ’ρθη να μ’ ανταμώση».

ΙΖ΄ Η Κάντω κι ο Δερβίσσης

Ένας Δερβίσσης πέρναγε μέσ’ από το παζάρι,

Με το γιογκάρι παίζοντας και λιανοτραγουδώντας.

Κ’ η Κάντω τον αγνάντευεν από το παραιθύρι,

– «Πέρνα, Δερβίσση, πέρναγε, πέρνα και ξαναπέρνα,

Και στο καλό σου γύρισμα, πέρνα κι’ αναίβ, απάνω».

– «Σκιάζομαι, Κάντω μ’, σκιάζομαι, σκιάζομ’ από τον Βέυ».

– «Ο Βέυς πάει στο ντζαμί, πάει να προσκυνήση».

– «Από τι σκάλα ν’ αναιβώ, Κάντω μου, να ’ρθ’ απάνω»;

– «Το κυπαρίσσι το ψηλό, που ’ναι στο παραιθύρι,

Κείνο ’χει κλώνους να πιαστής σκαλούνια να πατήσης».

Το κυπαρίσσι αγκάλιασε κι’ απάνω αναιβαίνει,

Φιλεί την Κάντω σταυρωτά στα μάτια και στ’ αφρύδια.

Τα παλαμάκια βάρεσε της δούλας της μιλάει,

– «Ψήστε του Δέρβη έναν καφέ κι’ ανάφτε του μιά βέργα».

Κι’ ακόμα λόγος έστεκε και συντυχιά κρατιέται.

Κι’ ο Βέϋς ξαναγύρισεν απ’ το προσκύνημά του,

Βαρεί την πόρτα δυνατά φωνάζει και της δούλας.

– «Κρύψε με, Κάντω, κρύψε με, μη με σκοτώση ο Βέυς».

– «Δεν είσαι μήλο να σε φα, κυδώνι να σε κρύψω,

Δεν είσαι κορφομάντιλο στην τσέπη να σε βάλω».

IH΄ Η βασιλοπούλα και το ραφτόπουλο

Της γαλανής το φόρεμα της ρούσσας το φουστάνι

’Ξήντα ραφτάδες το ’ραφτάν κ’ εξήντα μαθητάδες.

Κ’ ένα μικρό ραφτόπουλο ράφτει και τραγουδάει.

«Φουστάνι χρυσοφούστανο και χρυσοκεντημένο

Να ’βλεπα την κυρούλα σου το βράδυ στο κρεββάτι».

Βασιλοπούλα τ’ άκουσεν από το παραιθύρι.

– «Τι λες, μωρέ ραφτόπουλο, τι λες μωρέ ραφτάκι;

Α(ν) δεν το ειπώ του μάστωρη ρόγα να μη σου δώση»!

– «Εσύ το λες του μάστωρη ρόγα να μη μου δώση;

Κ’ εγώ το λε του βασιλιά που σ’ έχω φιλημένη»!

ΙΘ΄ Ο χρυσός αϊτός

Ένας αϊτός, χρυσός αϊτός κ’ ένας χρυσός πετρίτης

Ολημερίς κυνήγαγε τριγόνια και μπιρμπίλια.

Και μιά ημερούλα του Μαγιού δεν πάει να κυνηγήση,

Μόν’ πικραμένος περβατεί, συλλογισμένος στέκει.

Κι’ άλλος αϊτός τον ρώταγε, και άλλος αϊτός του λέει.

– «Αϊτέ μου, για δεν κυνηγάς αηδόνια και μπιρμπίλια,

Μόν’ πικραμένος περβατείς, συλλογισμένος στέκεις;

Μην είν’ τ’ αυγά σου μελανά και τα πουλιά σου μαύρα»;

– «Δεν είν’ τ’ αυγά μου μελανά και τα πουλιά μου μαύρα,

Μόν’ κλαίω όπ’ εγέρασα δεν μπορώ να πετάξω».

Κ΄ Ο Γιαννάκης ο Νοταράς

(τ’ αρχοντόπουλο)

Τρία πουλάκια κάθονται στο κάστρο της Κορίνθου,

Το ’να τηράει την Κόρινθο, και τ’ άλλο την Αθήνα,

Το τρίτο το καλλίτερο μυρολογάει και λέει.

– «Κάτσαι, Γιαννάκη αφέντεψε σαν τ’ άλλα τ’ αρχοντόπλα,

Σαν του Ζαίμη τα παιδιά σαν τους Δεληγιανναίους».

– «Τι λες, τι λες, πουλάκι μου, κι’ αηδόνι της Κορίνθου,

’Πο’ χτες έλαβα γράμματα απ’ τον Καραϊσκάκη,

Ότι ο Φαβιές επέρασε και πάει στην Αθήνα

Με τετρακόσιους ταχτικούς χίλιους καβελλαρέους».

Και του σείζ’ εμίλησε και του σείζη λέει.

– «Σείζη σέλλωσ’ τ’ άλογο και βαλ’ του και το γκέμι,

Βαλ’ του και τη χρυσή χασιά τις ασημένιες σκάλες.

Και η τρουμπέττα βάρεσε να μαζωφτή τ’ ασκέρι,

Για την Αθήν’ εκίνησε στον πόλεμον να πάη.

ΚΑ΄ Ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος

«Βουνά της Αλωνίσταινας και της απάνω Χρέπας

Τι έχετ’ οπ’ επαχνιάσατε και είστε παχνιασμένα;

Μην είν’ τα χιόνια σας βαριά και τα νερά σας κρύα»;

– «Δεν είν’ τα χιόνια μας βαριά και τα νερά μας κρύα.

Μπραΐμ πασσάς μάς πλάκωσε με τους στραβαραπάδες

Τριάντα χιλιάδες ταχτικό και τριάντα Αρβανίτες.

Σκοτώσαν τη λεβεντουριά τους δυό καπεταναίους,

Σκοτώθη ο Ταμπακόπουλος και ο Σεντουκομίνης[13].

Κλαίνε η μαννάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

Κλαί’ η κυρά Κατερινιώ[14] κ’ η δυό της συννυφάδες».

ΚΒ΄ Έτερον του αυτού

Θέλτε ν’ ακούστε κλάυματα γυναικεία μυρολόγια;

Περάστ’ από τα Τρίκορφα και μέσ’ από την Πιάνα,

Κι από την Αλωνίσταινα κι αγνάντια στη Βυτίνα,

Κ’ εκεί θ’ ακούστε κλάυματα γυναικεία μυρολόγια,

Πώς κλαίνε και πώς χλίβονται η ταμπακονυφάδες.

Στα παραιθύρια κάθονται το διάσελλ’ αγναντεύουν,

Βλέπουν τ’ ασκέρι σκορπιστό κ’ ερχόταν ένας ένας,

Βλέπουν τον βλάγκον αδειανόν τον φέρν’ ο Ρεμπεστιέκος[15].

Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν η κυρά Νικολίνα,

– «Γιάννη μου πού είν’ αφέντης σου και πού είν’ ο καπετάνιος»;

– «Πίσω ’στάθη στ’ ασκέρι του που γίνηκ’ ένας ένας».

ΚΓ΄ Ο Μουχτάρ πασσάς

Τρία μπαϊρακάκια κίνησαν ’πο μέσ’ απ’ τη Λαμία,

Το ’να ήταν του Μουχτάρ-πασσά τ’ άλλο του Σιλιχτάρι

Το τρίτο το καλλίτερον ήταν του Σερασκέρι.

Κατά το Σούλι εκάμανε κατά το Σούλι πάνε,

Πάνε να πολεμήσουνε Σούλι το ξακουσμένο.

Μια παπαδιά τούς απαντάει, στέκεται και τους λέει.

– «Πού πας μωρέ Μουχτά-πασά, τσογλάνι των Τουρκώνε»;

– «‘Πο’ ’δω είν’ το Σούλι το κακό το Σούλι ξακουσμένο,

Που πολεμάν μικρά παιδιά γυναίκες με τις νάκες.

Που πολεμά η τζαβέλαινα με το παιδί στα χέρια,

Με τα φουσέκια στην ποδιά με το σπαθί στα δόντια»;

ΚΔ΄ Η Αγγέλω

Σαράντα πέντε Κυριακές

Κρίνε μ’ Αγγέλω δυο βολές.

Αγγέλω μωρή Αγγέλω

Κ’ εξήντα δυο Δευτέρες.

Δεν είδα την αγάπη μου

Κρίνε μ’ Αγγέλω κρίνε μου

Αγγέλω μωρ’ Αγγέλω.

Την αγαπητικιά μου.

Κ’ εψές την είδα στο χορό,

Κρίνε μ’ Αγγέλω δε μπορώ,

Αγγέλ μ…

Και στο χορό χορεύει.

Και με το μάτι μο’ ’καμε,

Και με τ’ αχείλη λέει.

– «Πού ήσουν εψές λεβέντη μου;

Πού ήσουν προ ψες καλέ μου»;

– «Εψές ήμουν στη μάννα μου

Προ ψες στην αδελφή μου,

Και τώρα μάτια μου γλυκά

Θα ’ρθω στην αφεντιά σου».

– «Καλώς να ’ρθης λεβέντη μου,

Καλώς να ’ρθης καλέ μου.

Θα ’χω περδίκια στον ταβά,

Θα ’χω λαγόν ψημένον».

ΚΕ΄ Ο νιός

Χαίρετ’ ο πεύκος στο νερό κι ο έλατος στο χιόνι,

Χαίρεται κ’ ένας νιός καλός σ’ έν’ όμορφο τραπέζι.

Τρία κορίτσια τον κερνάν, κ’ οι τρεις μαυρομματούσσες,

Η μια του δίνει με γυαλί κ’ η γι’ άλλη με το τάσι[16]

Κ’ η τρίτη ν η καλλίτερη με μαστραπ’ ασημένιο.

«Κέρνα με η κόρη κέρνα με, ώστε να ξημερώση,

Ώστε να σκάση αυγερινός, ώστε να βγη και η πούλια.

Εγώ να πίνω το κρασί και συ να πλέγης μέσα».

ΚΣΤ΄ Ο Πλιάτσικος

Κοίτετ’ ο Πλιάτσικος κοίτεται στον πλάταν’ αποκάτω

Με τα ποδάρια στο νερό, πάλαι νερό γυρεύει,

Κανείν δεν είχ’ ο έρημος να τον παρηγορήση,

Με τα πουλιά κουβέντιαζε και με τα χιλιδόνια.

– «Τάχας πουλιά θα γιατρευτώ, τάχας πουλιά θα γιάνω»;

Και τα πουλιά του λέγανε και τα πουλιά του λένε.

– «Σαν θες Πλιάτσικό μου να γιατρευτής σαν θέλεις για να γιάνης,

Σύρε πέρα στον Έλυμπο στον όμορφο τον τόπο,

Όπο’ ’χ’ εξήντα δυο κορφές κ’ εξήντα πέντε βρύσες,

Να πγης νερό να γιατρευτής να πγης νερό να γιάνης».

ΚΖ΄ Ο αγαπών μεμνηστευμένην

Χίλια φλωράκια ξόδεψα για μι’ αρρεβωνιασμένη.

Για να μου δώση το φιλί φίλο για να την πιάσω.

Κι’ ούλο βαντέδες μο’ ’κανε βδομάδα σε βδομάδα.

Μ’ επήρε το παράπονο και η εντροπή του κόσμου.

Κοντά στην κόρη εζύγωσα, κοντά στα μαύρα μάτια.

Και η κόρη ήτανε φρόνιμη φρόνιμα λόγια λέει.

– «Κάμε πέρα γαϊδάρου γιε και ξιχασμένου κλήρα,

Μη μου λερώσης το σαγιά μη μου τον κορνιαχτίζης,

Τι έχω άντρα τον σταυραϊτό κι αντράδελφο πετρίτη,

Την πέρδικα την μπλουμπιστή την έχω συννυφάδα».

ΚΗ΄ Η Παναγούλα

Τρία καράβ’ αράζανε κριμέζο φορτωμένα,

Κι ακόμα δεν αράξανε την Παναγού γυρεύουν,

Κι η Παναγ’ όπου τ’ άκουσε πολύ της κακοφάνη,

Παίρνει τα παπουτσάκια της κ’ εδιάηκε στη θειά της.

– «Δε στο είπα ’γω θειακούλα μου»;

– «Μωρ’ τι έχεις Παναγούλα μου»;

– «Δε στο είπα ’γω θειακούλα μου πραματευτή δεν παίρνω,

Μόν’ θέλ’ άντρα περήφανο να είναι και παλληκάρι»;

ΚΘ΄ Η βασιλοπούλα και η φυργάδα

Βασιλοπούλ’ αρμάτωνεν ολόχρυση φυργάδα,

Βάνει πανιά μεταξωτά, κατάρτια φιλντισένια,

Βάνει και τριά μουτσόπουλα γνωρίζουν τους αέρες.

Το ’να γνωρίζει την αυγή, τ’ άλλο το μεσημέρι,

Το τρίτο το καλλίτερο τα τριά του μεσανύχτου.

– «Γι’ αναίβα βρε μουτσόπουλο ν απάνω στο κατάρτι,

Να ιδής το τι καιρός λαλεί, το τι καιρός διαβαίνει»;

Παιζογελώντ’ αναίβαινε, κλαίγοντας καταιβαίνει.

– «Το τι ’δες βρε μουτσόπουλο, ευτού ψηλά π’ αναίβης»;

– «Εκείν’ όπου είδα ’γω, κυρά, ο Θεός να μας γλυτώση.

Είδα στην Άρτα κ’ έβρεχε, στην Βαρβαριά κι αστράφτει».

Λ΄ Ο Γιάννος

Κάτω στην κρύα βρύσι και στην κρυόβρυσι,

Εκεί κοιμάτ’ ο Γιάννος τ’ Αντρονίκ’ ο γυός,

Κομμένος και σφαμένος κι’ ανεγνώριμος

Τούρκοι τον παραστέκουν και ρωμηοί του λεν.

– «Γιάννο δεν είχες μάννα, μάννα κι αδελφή»;

– «Θαρρώ πως είχα μάννα, μάννα κι αδελφή.

Και η δόλια μ’ η γυναίκα να την ’πο’ ’ρχεται.

Με δυο παιδιά στα χέρια κι άλλο στην κοιλιά.

Και δυο μαύρα λιθάρια τα στήθη δέρνοντας».

– «Δε σου είπα ’γω βρε Γιάννο, μην πιάνης πόλεμο»;

– «Σώπα μωρή γυναίκα μη μ’ εντρόπιασες».

ΛΑ΄ Η Πατρινιά και ο Αντριανοπολίτης

Ούλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά

Το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό

Περβατεί στους κάμπους με τον αϊτό.

Περβατεί και λέει και κιλαϊδεί,

– «Βρ’ Αντριανοπολίτη πραματευτή

Και Μεσολογγίτη ξεφαντωτή,

Πού την εδιαλέγεις ευτούν’ την νιά,

Την ξανθομαλλούσα την πατρινιά»;

– «Απ’ την πόλι ερχόμουν κι απ’ τα νησιά,

Κι απ’ το μαχαλά της επέρασα,

Τα βασιλικά της επότιζε,

Και τα βάρσαμά της ερρέντιζε.

Μου ’κοψε κλωνάρι και μου ’δωσε,

Μου είπε κ’ ένα λόγο και μ’ άρεσε».

– «Ξένε σαν με θέλεις και μ’ αγαπάς,

Στείλε συμπεθέρους στη μάννα μου

Και προξενητάδες στ’ αδέρφια μου».

– «Έστειλα, κυρά μου, κι απόστειλα,

Και τους συμπεθέρους εδιώξανε,

Τους προξενητάδες εδείρανε».

ΛΒ΄ Ο Φλώρος

Ξύπνα καϋμένη Αναστασιά, ξύπνα καϋμένη χήρα,

Ξύπνα κι άναψε τη φωτιά κι άναψε το λυχνάρι,

Κ’ έλα κοντά μου κάθησαι στα γόνατά μου γίρε,

Μπέλτα την επερνάγαμε ετούτ’ τη μαύρη νύχτα,

Γιατί ’ν ο Φλώρος άρρωστος βαριά για να πεθάνη,

Και μπαιζοβγαίνουν οι γιατροί τα γιατρικά στα χέρια,

Σαν μπαιζοβγαίν’ η μάννα του τα χέρια σταυρωμένα,

– «Για πες μου, πες μου, Φλώρε μου, το τι ’ν γιαρρωστιά σου»;

Να πα στην πόλι για γιατρό μπέλτα να σε γιατρέψη.

Να πα να βρω λαγού τυρί κι απ’ άγριο γίδι γάλα,

Να φτιάσω στρούγγα του λαγού ν’ αρμέξω τ’ άγριο γίδι,

Μπέλτα κ’ εσηκωνόσουνα εμένα για να θάψης».

ΛΓ΄ Ο φυλακισθείς κεραστής

«Ποιος ήταν ’πο’ τραγούδαγεν εψές το βράδυ βράδυ»;

– «Αφέντης μ’ ετραγούδαγε με την κυρά μ’ αντάμα.

Μα είχαν κ’ εμένα κεραστή και τους κερνώ και πίνουν,

Κι από το συχνοκέρασμα κι’ απ’ τα πολλά τραγούδια

Εσφάλλαρε το χέρι μου κ’ έπεσε το ποτήρι.

Μηδέ σε πέτρα βάρεσε, μηδέ σε γκαλτερίμι,

Μον’ στης κυράς μου την ποδιάν έπεσε κ’ ερραγίστη.

Κι αφέντης μ’ ο κακόγνωμος με την κακογνωμιά του

Στη φυλακή μ’ επέταξε να κάμω τριάντα ημέρες,

Κ’ επαραπέσαν τα κλειδιά και κάνω τριάντα χρόνους.

Λεφτοκαρυάν εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα,

Και λεφτοκάριν έφαγα και λευτεριά δεν είδα.

Μόν’ μια λαμπρή μια Κυριακή μια ’πίσημον ημέρα,

Αναταράχτ’ η φυλακή κι ο τοίχος ερραγίστη,

Κι αφέντης τότ’ ερώτησε κι αφέντης ερωτάει.

– Ποιος ήταν ’π’ αναστέναξε κ’ η φυλακ’ εταράχτη;

Αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευθερώσω,

Κι αν είν’ από τους δούλους μου φλωριά να του χαρίσω».

ΛΔ΄ Οι άσπρες κοπελλούδες

Τώρα που πήρε το δροσιό,

Μπήκαν οι γιάσπρες στο χορό

Σαν τις βαρκούλες στο γιαλό

Μα μπήκε μια, μα μπήκαν δυο

Μπήκε η αγάπ’ όπ’ αγαπώ.

Σ’ άλλο χεράκ’ επιάστηκες,

Κ’ εμένα μ’ απαράτησες.

Φεγ’ απ’ αυτού κ’ έλα από ’δω,

Κ’ έλα σ’ εμέν’ που σ’ αγαπώ.

Μη σφίξουν τα δαχτύλια σου,

Κ’ εβγούν τα δαχτυλίδια σου,

Κ’ ερθής βράδυ και μου το ειπής

και μου το παραπονευτής.

ΛΕ΄ Οι καλόγεροι

Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις αγιονορίτες

Καράβιν εστεριώσανε σ’ ένα βαθύ λιμάνι.

Μηδέ τόσο μικρό ήτανε μηδέ τόσο μεγάλο.

Χίλιων τετρακοσιών πηχών κ’ εξήντ’ οργυιές του πλάτου.

Μα είχε κατάρτια προύντζινα κι’ αντένες ασημένιες

Είχε και τριά μουτσόπουλα γνωρίζουν τους αέρες.

Στην πρύμνη βάνουν το σταυρό, στην πλώρη το βαγγέλιο,

Την Παναγιά τη δέσποινα στο μεσιανό κατάρτι.

Φέρνει τριακόσιους άρχοντες και εξήντα καλογέρους.

ΛΣΤ΄ Ο Κωνσταντίνος ο στρατιώτης

Ο Κωνσταντής ο μορφονιός κι ο μορφοκωνσταντίνος

Το Μάη αμπέλια ν έβανε, το Μάην επαντρεύτη,

Το Μάη του ’ρθε μια γραφή στον πόλεμον να πάη.

Νύχτα σελλώνει τ’ άλογο, νύχτα το καλλιγώνει,

Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια,

Και τα καλιγοσφύρια του ήσαν μαλαματένια.

Η γυναίκα του τον ερωτάει, η γυναίκα του του λέει.

– «Εσύ μισεύεις, Κωνσταντή, κ’ εμένα πού μ’ αφήνεις»;

– «Πρώτα σ’ αφήνω στον Θεόν και δεύτερα στους άγιους.

Και παραδευτερώτερα στην εγλυκειά μου μάννα!

Τ’ ακούς μαννούλα τι σου λε’ και τι σου παραγγέλνω;

Όμορφα τη γυναίκα μου και τη δική σου νύφη,

Τριαντάφυλλο να την βαστάς και μήλο να την παίζης,

Και μαντζουράνα φουντωτή να την ριζοποτίζης.

Λαγούς να σφάζης την αυγή κι αρνιά το μεσημέρι,

Και το ηλιοβασίλεμα περδίκια να ’τοιμάζης».

Κι ο Κώστας εσκαπέτησε σε μια ψηλή ραχούλα.

Και στο σκαμνί την έκασσε, αντρίκια την ξουρίζει,

Τραγόκαππα της φόρεσε, μακρύ ραβδί της δίνει.

– «Το βλέπεις ’κείνο το βουνό που είναι ψηλ’ από τ’ άλλα;

Όπ’ έχει πάχνη στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα;

Εκεί χιλιάζουν πρόβατα, κ’ εκεί μουριάζουν γίδια.

Αν δε χιλιάσης πρόβατα κι αν δεν μυριάσης γίδια,

Στους κάμπους να μην καταιβής, σε βρύσι μην ποτίσης».

Τα χίλιασε, τα μύριασε, τα ’καμε τρεις χιλιάδες.

Βάνει τα σκολαρίκια της βραχιόλια των γιδιώνε,

Βάνει τα δαχτυλίδια της βραχιόλια των σκυλιώνε,

Και ροβολάει τα πρόβατα κάτω στον ποσισιώνα.

Κι’ ο Κώστας εξανάφανε στον κάμπο καβελλάρης.

– «Γεια σου χαρά σου μπιστικέ». – «Καλώς τον τον λεβέντη».

– «Το τίνος είν’ τα πρόβατα τ’ ασημοκουδουνάτα,

Το τίνος είν’ και τα σκυλιά τ’ ασημοβραχιολάτα»;

– «Της ερημιάς της σκοτινιάς του Κώστα του στρατιώτη».

Στο σπίτι του ν εδιάηκε, τη μάννα του ρωτάει.

– «Μάννα το πού ’ν ’ η νύφη σου, η δόλια μου γυναίκα»;

– «Τρεις ημερούλες σήμερα στη μάννα της εδιάη».

Κι ο Κώστας δε χασοημεράει στην πεθερά παγαίνει.

– «Ώρα καλή σου πεθερά». – «Καλώς τονε τον Κώστα».

– «Το πού είναι η γυναίκα μου και η εδική σου κόρη»;

– «Κώστα μου σαν με ρώτησες να σου το ’μολογήσω.

Η μάνα σου την έστειλε πρόβατα να φυλάξη».

ΛΖ΄ Ο κατηραγμένος υιός

Μάννα με γυόν εμάλωνε, μάννα με γυό μαλώνει.

Και τον εκαταριότανε βαρειά κατάρα λέει.

Του λέει τ’ αρκούδι να τον φάη να τον μακελλοκόψη.

Κ’ εκείνος πίκα το ’βαλε στ’ άγρια βουνά παγαίνει,

Φέρνει τ’ αρκούδια βρουκολιό μπροστά σαν τα γελάδια.

Μα τα ήφερε, τα μάντριασε και τα ’κλεισε στην μάντρα,

Κ’ εφώναξε της μάννας του να βγη να ιδή κυνήγι.

– «Έβγα μαννούλα μου, να ιδής τ’ αρκούδια πώς τα φέρνουν,

Να ιδής θερία βρουκολιό αρκούδια σαν γελάδια».

Βγαίνει και η μάννα του να ιδή, την κόβουνε τα γέλια.

– «Γυέ μου τ’ αρκούδι το κουτσό οπού θέλα σε φάη,

Δεν το ’πιασες, δεν το ήφερες, δεν το ’βαλες στην μάντρα».

Κ’ εκείνος πίκα το ’βαλε και στα βουνά παγαίνει

να ’βρη τ’ αρκούδι το κουτό στην μάντρα να το βάλη.

Εκεί δα και το πέτυχε σε μια λουμίνα μέσα,

Τραβάει το τουφέκι του του μαύρου δεν του πιάνει,

Βγάνει και το σπαθάκι του μέσα στη μέσ’ εκόπη.

– «Με την ευχή σου, μάννα μου, τώρα να με γλυτώσης».

Τ’ αρκούδι απάνω το ’πεσε και τον μακελλοκόβει.

ΛΗ΄ Ο Ντοβλεντής και η βλαχοπούλα

Αφήνω γεια στα σπίτια μου και γεια στους εδικούς μου,

Κ’ εγώ θα πα στα Γιάννινα στου Ντοβλεντή τα σπίτια,

Να μου χαρίση τη ζωή, σκλάβα να μη με πάρη.

– «Ώρα καλή σου Ντοβλεντή». – «Καλώς τη βλαχοπούλα,

Καλώς το βλαχομάλαμα, καλώς τη βλαχοπούλα»,

Και του Αντρέα μίλησε και του Αντρέα λέει.

– «Αντρέα στρώσε τον οντά και σιάξ’ και το κρεββάτι,

Στρώσε παπλώματα χρυσά, στρώσε χρυσά σεντόνια

Τι ’ρθε το βλαχομάλαμα, ήρθεν η βλαχοπούλα».

– «Εις το ίρντζι του βρε Ντοβλεντή σ’ εμέν’ τη βλαχοπούλα

Πο’ ’μεν’ το ’χει το σόι μου, το ’χει το φυσικό μου.

Για να φυλάω πρόβατα, για να φυλάω γίδια,

Για να κοιμάμαι στο κλαρί κι απάνω στο πουρνάρι,

Κι όχι χρυσά παπλώματα, μεταξωτά σεντόνια,

Σ’ αφήνω γεια βρε μπέυ μου και πάω στη δουλειά μου».

ΛΘ΄ Η τρεις αρχόντισσες

Κινήσαν τρεις αρχόντισσες και τρεις καλές κυράδες

Πάνε να συριανίσουνε στης Τρομπολιτσάς τον κάμπο,

Πάνε να μάσουν λάχανα, να μάσουνε μυρώνια.

Και η μια την άλλη ελέγανε, και η μια την άλλη λένε.

– «Τι σκούζεις μαύρε κόρακα, τι σκούζεις, τι φωνάζεις;

Να μη διψάς για αίματα, για τούρκικα κουφάρια;

Πέρασ’ από τα Τρίκορφα κι αγνάτια στο Βαλτέτσι,

Κ’ εκεί χορταίνεις αίματα και τούρκικα κουφάρια».

Μ΄ Ο καϊμακάμης

Του καϊμακάμη το σπαθί

Κολοκοτρώνης το φορεί

Και στη μέση του το βάνει

Πάρα πήρε σάλτο κάνει.

Έλληνες τα τουφέκια σας,

Τούρκοι τα τομπελέκια σας,

Δώστε τα τούρκοι τ’ άρματα,

Να μη γενήτε κάρματα.

– «Το αίμα μας το χύνομε,

Τ’ άρματα δεν τα δίνομε».

– «Θα τα δώστε, θα τα δώστε,

Τις καντούλες να γλυτώστε».

ΜΑ΄ Η νοικοκυρά στ’ αμπέλι

Μπαίνω μέσ’ στ’ αμπέλι σαν νοικοκυρά,

Να κι ο νοικοκύρης έρχεται νοντά.

Έλα νοικοκύρη να τρυγήσωμε,

Κόκκινα σταφύλια να πατήσωμε,

Ξήντα δυο βαρέλες να γιομίσωμε.

ΜΒ΄ Ο Μπελούλης

Αφουγκραστήτε να σας πω

Τι γίνεται στο Ζεμενό,

Με τους στραβαραπάδες

Και τους κλέφταιες τους ληστάδες.

Στο Ζεμενό τους κλείσανε.

Τον πόλεμο αρχινήσανε,

Και στο Ζεμενό τους κλειούνε,

Και τον πόλεμ’ αρχινούνε.

Και ο Μπελούλης νόμιζε,

Πάντα να φύγ’ ελόγιαζε.

Κλέφτες τους φωνάζουν ούλοι,

– «Πού παγαίνεις βρε Μπελούλη;

Μη σκιάζεσαι τους χωρικούς,

Δαδιώτες κι Αποκορωνιούς.

Δεν είναι φανταρία

Να πέση με αντρεία».

Κι ο σαλπιχτής εσάλπιζε,

Την προσβολήν εβάρεσε,

Βλέπουνε τους στρατιώτες

Και χτυπούνε με της λόγχες.

– «Συχώρα με Μπελούλη μου,

Κ’ εσύ βρε συντροφούλη μου,

Νταβέλη και Φουντούκι,

Κι ούλο μας το μπουλούκι.

Ο Τσύρος ο υπολοχαγός,

Αυτός εστάθη τρομερός,

Και στον Άδη καταιβαίνει,

Τους στρατιώτας περιμένει».

ΜΓ΄ Ο Γ. Κοντοβουνίσιος

Μωρ’ περδικούλα του Μωριά καταίβα παρακάτω,

Κάτι να σ’ ερωτήσωμε, και κάτι να σου ειπούμε.

Να πας να ειπείς της κλεφτουριάς και του Κοντοβουνίσιου

Να κάτσ’ ο Γιώργης φρόνιμα, να κάτσ’ ο Γιώργης χάμω.

Δεν είν’ ο περσινός καιρός, δεν είν’ του Κυβερνήτη,

Τώρα μας ήρθε βασιλιάς από τη Βαβαρία,

Πιάνει τους κλέφτες ζωντανούς τους Κολοκοτρωναίους.

Τον πρώτ’ από τη Ρούμελη το Θοδωράκη Γρίβα,

Στο Παλαμήδη κάθεται στ’ Ανάπλι ρεστωμένος,

Παράξενο τους φαίνεται που βλέπουν Βαβαρέζους,

Δεν βλέπουνε λεμπεσουριά, δε βλέπουνε και Λιάπη.

ΜΔ΄ Του κυρ Αντριά το κάτεργο

Να ήμουν ροϊδιά, να ήμουν κιτριά, να ήμουν νεραντσοπούλα,

Να φύτρωνα στα πέλαγα π’ αράζουν τα καράβια.

Ούλα τα κάτεργα ’ρθανε κι ούλα λιμάνι επιάσαν,

Του κυρ Αντριά το κάτεργο δε θέλει να λιμιώση.

– «Δε σε φοβούμαι κυρ βοργιά, στο νου μου δε σε βάνω,

Γιατί έχω τριά μουτσόπουλα γνωρίζουν τους αέρες.

Το ’να γνωρίζει την αυγή, τ’ άλλο το μεσημέρι,

Το τρίτο το καλλίτερο τα τριά του μεσονύχτιου.

Γι’ αναίβα βρε μουτσόπουλο απάνω στο κατάρτι,

Να ιδής το τι καιρός λαλεί, το τι καιρός διαβαίνει»;

Παιζογελώντ’ αναίβαινε, κλαίγοντας καταιβαίνει.

«Το τι ’δες βρε μουτσόπουλο ευτού ψηλά π’ αναίβης»;

– «Παιδιά μου μεταλάβετε και ξομολογηθήτε,

Είδα στην Πόλι κ’ έβρεχε στου Γαλατά χιονίζει,

Και η βουρλισμένη θάλασσα καράβια καταπίνει».

ΜΕ΄ Ο Τσαμαδός κι ο γιορτιαστής

Πανηγυράκι γίνεται κάτω στον άγιον Πέτρο.

Σαράντα μίλια πάει χορός κ’ εξήντα το τραπέζι,

Κι ο νιός όπου το γιώρτιαζε, κι ο νιός που το γιορτιάζει,

Σφάζει τα χίλια πρόβατα, τα πεντακόσια γίδια,

Και τα γουβαλομούσκαρα ταμάμου πεντακόσια.

– «Φάτε και πίτε, βρε παιδιά, κ’ έχετε και την έννοια,

Να μην περάσ’ ο Τσαμαδός, χαλάει το πανηγύρι».

Κι ακόμα λόγος έστεκε και συντυχιά κρατιέται,

Κι ο Τσαμαδός ξανάφανε στον κάμπο καβελλάρης,

Δεντρί φέρνει στα χέρια του, ίσκιο του κεφαλιού του,

Και στα περικλωνάρια του ανθρώπους κρεμασμένους.

Μα πήγε κ’ εξαπέζεψε στο μαρμαρένι’ αλώνι.

– «Ώρα καλή σας, βρε παιδιά». – «Καλώς το παλληκάρι».

– «Ποιος έχει ατσάλινη καρδιά και σιδερένια μπράτσα,

Να βγη να πολεμήσωμε στο μαρμαρένι’ αλώνι»;

Κανείς δεν αποκρίθηκεν απ’ τους πανηγυριώτες,

Ο γιορτιαστής που γιώρτιαζε εκείνος αποκρίθη.

– «Εγώ ’χ’ ατσάλινη καρδιά και σιδερένια μπράτσα,

Να βγω να πολεμήσουμε στο μαρμαρένι’ αλώνι».

Μα βγήκαν κ’ επολέμαγαν τα δυο τα παλληκάρια.

Εκεί που πιάν’ ο γιορτιαστής τα όρνια κριάς χορταίνουν,

Κ’ εκεί που πιάν’ ο Τσαμαδός το αίμα πάει ποτάμι.

Κι ο Τσαμαδός του μίλησε, στέκεται και του λέει.

– «Κοντοκαρτέρει γιορτιαστή, κάτι να σ’ ερωτήσω,

Το πούθ’ εν’ η μάννα σου και πούθεν η συριά σου»;

– «Η μάννα μου μ’ έν’ η αστραπή κι αφέντης μου το βόλι,

Κ’ εγώ είμαι τ’ αστροπόβολο όπου χαλάει τον κόσμο».

ΜΣΤ΄ Ο Κωσταντάκης και η ξανθή

Ξανθή κόρ’ εκοιμώτανε στ’ αντρός της τις αγκάλες,

Και ώρες ώρες το ’λεγε κι ώρες ώρες του λέει.

– «Βαριά κοιμάσαι Κώστα μου, βαριά είσαι διπλωμένος,

Κ’ η συντροφιά σ’ εμίσεψε κ’ η συντροφιά σου πάει».

– «Πολύ με βιάζεις λυγερή, πολύ με βιάζεις κόρη.

Θαρρώ πως άλλον αγαπάς, άλλον άντρα να πάρης».

– «Ανίσως κι άλλον αγαπώ κι άλλον άντρα να πάρω,

Σπαθί βαστάς στη μέση σου, κόψε μου το κεφάλι,

Να ματωθούν τα ρούχα σου και η φουστανοποδιά μου».

ΜΖ΄ Ο πραματευτής και η Γουργάρα

Ένας πασσάς ροβόλαγε στης Γουργαριάς τον κάμπο,

Βλέπει τον κάμπο κ’ είν’ πλατύς, τον κάμπο και τ’ αρέσει.

Βάνει ζευγάρια ’ξήντα δυο, ζευγίτες ’ξήντα πέντε,

Βάνει και κρασοπούλισσα μικρή Γουργαροπούλα,

Όσοι διαβάτες κι αν περνούν, ούλοι κρασί να πίνουν.

Περνάει κ’ ένας πραματευτής της Πόλης μπεζεριάνης,

– «Γουργάρα φέρε μας κρασί, βάλε ρακί να πιούμε.

Γουργάρα το κρασί έν’ πικρό και το ρακί φαρμάκι,

Γουργάρα το κορμάκι σου μυρίζει σαν το μόσχο.

Δώδεκα χρόνους έκαμα στην Πόλι μπεζεριάνης,

Χίλια φλωριά καζάντισα και πεντακόσια γρόσια,

Πάρ’ τα Γουργάρα μια βραδιά να κοιμηθούμ’ αντάμα».

– «Μετά χαρά σ’ αφέντη μου κι ο λόγος σου να γένη».

Και της κοπέλλας της μιλάει, τη λούζει, την χτενίζει.

– «Κοπέλλα στρώσε τον οντά, σιάξε και το κρεββάτι,

Βάλε πάτους βασιλικό και πάτους μαντσουράνα,

Βάλε και στο προσκέφαλο πέντε δραμάκια μόσχο.

Θα πέσ’ ο νιός να κοιμηθή με τη Γουργάρ’ αντάμα».

Κι από τον μόσχον τον πολύν κι από τη μυρωδιά του

Ο νιός αποκοιμήθηκε και την αυγ’ εσηκώθη.

Παίρνει νερό και νίβεται, μαντίλι και σφουγγιέται.

– «Γουργάρα δος μου τ’ άσπρα μου, δος μου και τα φλωριά μου».

– «Εγώ χωράφι σο’ ’δωκα να σπείρης, να θερίσης,

Σαν είν’ τα βόιδια σ’ άμωρα τ’ αλέτρια τσακισμένα»;

ΜΗ΄ Η πέρδικα

Πού ήσουν πέρδικα καϋμένη

Που ’ρθες το βράδυ βρεμένη;

– «Ήμουνα ψηλά στα πλάγια,

Και μ’ εβρέξαν τα χορτάρια».

– «Τι έκανες ψηλά στα πλάγια,

Που σ’ εβρέξαν τα χορτάρια»;

– «Έτρωγα το Μάη χώμα,

Κ’ είμαι κόκκινη στο στόμα,

Και το θεριστή σιτάρια

Κ’ έχω κόκκινα ποδάρια».

ΜΘ΄ Η Κωνσταντίνα

Πέντε χρόνους μέσ’ στα ξένα Κωνσταντίνα μου!

Κι άλλους πέντε στα νησιά,

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Πέρασ’ απ’ τη γειτονιά σου Κωνσταντίνα μου!

Μου ’δωσες μια μαχαιριά,

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Σου είπα πέτα την την ρόκα Κωνσταντίνα μου!

Και μη φτιάνης πλιά προικιά,

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Σέναν το ’χ’ η ομορφιά σου Κωνσταντίνα μου!

Τι τα θέλεις τα προικιά;

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Άσπρο είν’ το πρόσωπό σου, Κωνσταντίνα μου!

Σαν την κόλλα το χαρτί,

η Κωνσταντίνα μου να ζη.

Κόκκινο είν’ το μάγουλό σου, Κωνσταντίνα μου!

Σαν το μήλο στη μηλιά,

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Και λιγνό είναι το κορμί σου, Κωνσταντίνα μου!

Και λυγίζει σαν λυγιά,

Κωνσταντίνα σ’ αγαπά.

Ν΄ Το πράσινο δεντρί

Ποιος είδε πράσινο δεντρί;

Μαυρομματούσσα μ’ και ξανθή,

Να ’χη γαλάζια φύλλα;

Μαύρ’ ’μάτια, μαύρ’ αφρύδια.

Και στην κορφή μαλάματα,

Κορίτσια με τα κλάϋματα.

Μα είχε και στη ριζούλα του,

Καϋμό που είχ’ η καρδούλα του,

Βρύσι με κρύο νεράκι,

έσκυψα να πιώ λιγάκι.

Μου ’πεσε το μαντίλι μου,

Κλαύτε ’δικοί και φίλοι μου,

Τ’ ωρηόν το κεντησμένο,

Μια χαρά ήταν το καϋμένο.

Όπου μου το κεντούσανε,

και μου το τραγουδούσανε,

Τρι’ απάρθενα κοράσια,

Σαν του Μάη τα κεράσια.

Η μια ήταν απ’ του Γαλατά

Σφίξ’ τον τον νου σου δυνατά,

Η γιάλλη απ’ το Νιοχώρι,

Του Χατσή-Μιχάλ’ η κόρη.

Η τρίτη η καλλίτερη

Ήταν η ομορφήτερη,

Ήτανε η Κατερίνα,

Κ’ ήταν άσπρη σαν την χήνα.

Κι αν το ’βρε νιός να το χαρή,

Μαυρομματούσσα μ’ και ξανθή.

Κόρη να μην το λυώση,

Πίσω ’μέναν να το δώση.

ΝΑ΄ Η μηλίτσα

Μηλίτσα που είσαι στον κρεμό,

Κρίνε μ’ αγάπη μ’ δεν μπορώ.

Τα μήλα φορτωμένη,

Γεια σου μικροπαντρεμένη.

Τα μήλα σου λιμπίζομαι.

Και τον κρεμό φοβάμαι,

Όλο ’σένα συλλογάμαι.

Σαν τον φοβάσαι τον κρεμό

Κρίνε μ’ αγάπη μ’ δεν μπορώ

Έλα το μονοπάτι,

Τι γλυκειά που είν’ η αγάπη.

ΝΒ΄ Το κορίτσι του γέρου

Μέσ’ στην απάνω γειτονειά, στην παρακάτω ρούγα,

Εκ’ εκαθότανε μια γρηά αντάμα μ’ ένα γέρο.

Μα είχαν κ’ ένα κακό σκυλί, κ’ εν’ όμορφο κορίτσι.

Κορίτσι κρυφοκόριτσο και κρυφογγαστρωμένο.

Στο παραθύρι κάθεται, τους μήνες λογαριάζει,

Ποιον μήνα εγγαστρώθηκε, ποιο μήνα θα γεννήση.

Σεπτέμβρι, Οκτώβρι, δροσερέ Νοέμβρι και Δεκέμβρι,

Γενάρη γέννα του παιδιού, πρώτη γιορτ’ εν’ του χρόνου.

Φλεβάρης φλέβες άνοιξε τις φλέβες των βυζιών μου,

Για να βυζάσω το παιδί και να το αναθρέψω,

Και να το στείλω στο σχολειό γράμματα για να μάθη,

Να τ’ ορμηνέψ’ ο δάσκαλος με το χαρτί στο χέρι.

ΝΓ΄ Το μαντιλάκι

«Να είχα νεράντσι να ’ρινα στο πέρα παραιθύρι,

Να τσάκιζα το μαστραπά ’πο’ ’χει το ντσοβαίρι.

Για σέν’ το λε’ αγάπη μου που είσαι στο παραιθύρι,

Το μαντιλάκι όπου κεντάς εμένα να το στείλης.

Να μην το στείλης μοναχό, να μην το στείλης βράδυ».

Και η κόρη το παράκουσε και μοναχό το στέλνει,

Στα γόνατά του τ’ άπλωσε και το ξαναρωτάει,

– «Για πες μου μαντιλάκι μου, αν μ’ αγαπά’ η κυρά σου».

– «Σύντας σε συλλογίζεται, σύντας σε βάνει ο νους της,

Σαν θάλασσα βουρλίζεται, σαν κύμα δέρν’ ο νους της,

Σαν το ψαράκι στο γιαλό βροντοχτυπάει η καρδιά της».

ΝΔ΄ Οι λεϊμονιές

Σαράντα πέντε λεϊμονιές, μα την Παναγίτσα!

Στον άμμο φυτεμένες,

γεια σας μικροπαντρεμένες.

Και με νερό και με δροσιά, μα την Παναγίτσα!

Και πάλαι μαραμμένες,

γεια σας μικροπαντρεμένες.

Και μια δική μου λεϊμονιά, μα την Παναγίτσα!

Στην πέτρα φυτρωμένη,

γεια σου μικροπαντρεμένη.

Δίχως νερό, δίχως δροσιά, μα την Παναγίτσα!

Και πάλαι φουντωμένη,

γεια σου μικροπαντρεμένη.

Κάνει το φύλλο μάλαμα, μα την Παναγίτσα!

Και το λεϊμόνι ασήμι,

κάμε κόρη ελεημοσύνη!

Κι όποιος το κόψη, κόβεται, μα την Παναγίτσα!

Κι όποιος το φάη πεθαίνει,

γεια σου μικροπαντρεμένη.

Εγ’ ας το κόψω κι ας κοπώ, μα την Παναγίτσα!

Κι ας το φάω κι ας πεθάνω,

άλλη αγάπη εγώ δεν πιάνω.

ΝΕ΄ Τ’ αηδόνι

Μου παράγγειλε τ’ αηδόνι, βάι το πουλί,

Να του πλέξω μια φωλιά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Με μπιρσίμι, με μετάξι, βάι το πουλί,

Με βενέτικα φλωριά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Πού να το ’βρω το μπιρσίμι, βάι το πουλί

πού να τα ’βρω τα φλωριά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Το μπιρσίμ’ είναι στην Πόλι, βάι το πουλί,

Τα φλωριά στην Βενετιά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Πέντε χρόνια ήμουν στα ξένα, βάι το πουλί,

Κι άλλα πέντε στην Φραγγιά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Κι έπιασα μια παραμάννα, βάι το πουλί,

Να μου πλένη τα σκουτιά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Κι οι κακιές γειτόνισσές μου, βάι το πουλί,

Μου είπαν πως την αγαπά,

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Κ’ εγώ, μα την Παναγίτσα, βάι το πουλί,

Δεν αγάπησα καμμιά

Μήδε τούρκα ουδέ ρωμηά.

Παρά μια παπαδοπούλα, βάι το πουλί,

που ήταν άσπρη και παχειά

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Μα ήταν άσπρη σαν το χιόνι, βάι το πουλί,

Άσπρη άσπρη παχουλή

βρ’ ωχ αγάπη μου γλυκειά.

ΝΣΤ΄ Ο άπιστος εραστής

Απόψε, κυρά μου, απόψε στον οντά μου και στα παράθυρά μου,

Περνάει, μικρούλα μου, περνάει ’να κοριτσάκι

Κλαίγωντας στο σωκάκι.

Του κραίνω, ματάκια μου, του κραίνω, δε μου κραίνει,

Μόν’ κάθεται και κλαίει.

– Το τι έχεις, μικρούλα μου, το τι έχεις κοριτσάκι,

Που κλαις μέσ’ στο σωκάκι;

– Το τ’ έχω, λεβέντη μου, το τι έχω τ’ καλό ’χω,

Το ιταίρι μου δεν το ’χω.

Πού μίσεψεν, έλαμ’ εδώ, πού μίσεψ’ ο καλός μου,

Τα μάτια και το φως μου,

Και πάει, τα μάτια μου, και πάει στη μέσα Μάνη

Μηδέ ήταν μήδ’ εφάνη.

Μηδέ, βάι λεβέντη μου, μηδέ γράμμα μου στέλνει.

Μηδέ μου παραγγέλνει.

Παρά να ζης να ζης, παρά ’να μπουλετάκι

Γραμμένη την αγάπη.

Θέλεις, αχ πουλί μου, θέλεις κόρη παντρέψου

Θέλει καλογερέψου.

Θέλεις, βάι πουλί μου, θέλεις τα μαύρα βάλε

τα μοναστήρια πάρε.

ΝΖ΄ Ο μαγεμένος εραστής

Εσείς πουλιά του Μάη και της άνοιξις,

Εσείς πάντα περνάτ’ από τον τόπο μου.

Γράμμα ’χω να σας δώσω, γράμμα και γραφή.

Για πέστε της καλής μου, της αγάπης μου,

Να μη με παντυχαίνη, να μη με καρτερή.

Τι εμένα μ’ επαντρέψαν μέσ’ στην Αρμενία,

Μο’ ’δώκανε γυναίκα μάντισσας παιδί.

Μαγεύει τα πουλάκια και δεν κιλαϊδούν,

Μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν.

Μαγεύει τις βαρκούλες και δεν τρέχουνε

Εμάγεψε κ’ εμένα και δεν έρχομαι.

Σύντας κινάω να ’ρθω χιόνια και νερά,

Σύντας γυρίζω πίσω ήλιος ξαστεριά.

ΝΗ΄ Ο νιός και το μήλο

Απ’ την πόλι καταιβαίνω

Και σε περιβόλι μπαίνω,

Βρίσκω και δενδρά περίσσια

Λεϊμονιές και κυπαρίσσια.

Μα ’βρα μια μηλιά στη μέση,

Και βεργολυχνάει να πέση.

Κάνει μήλα κ’ είν’ μεγάλα,

Σκουλικιάρικα και μαύρα.

Πάει κι ο νιός να κόψη μήλο,

Κ’ έβαλε φωνή το φύλλο,

– «Φεύγα νιέ μην κόψης μήλο,

Τι μαραίνεται το φύλλο,

Τα ’χ ’ αφέντης μετρημένα,

Και η κυρά λογαριασμένα

Με της Πόλις το στατέρι

Με του βασιλιά το χέρι».

ΝΗ΄ Ο νυχτοπάτης

Το βλέπεις τ’ άστρι το λαμπρό που πάει κοντά στην πούλια;

Κείνο ρωτάει κ’ έρχομαι τη νύχτα και σουρπούλια,

Να σε πετύχω μοναχή σφιχτά να σ’ αγκαλιάσω

Να παύση του κόσμου η σουβή κ’ εγώ να ησυχάσω.

Το κρίμα να ’χ’ η μάννα σου και τ’ άδικο οι γειτόνοι

Και τον αφορισμ’ ο παππάς, που δεν μας στεφανώνει.

ΝΘ΄ Τ’ Ανάπλι

Ούλες οι χώρες χαίρονται κι ούλες βαρούν παιχνίδια,

Ανάπλι για δε χαίρεσαι, για δε βαρείς παιχνίδια;

– «Το τι καλό ’χω να χαρώ, παιχνίδια να βαρέσω;

Μεριά με δέρν’ ο πόλεμος, μεριά και του πελάγου,

Μεριά κι ο Γιαννιτσάραγας με το σπαθί στο χέρι».

– «Ανάπλι δος τα τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου».

– «Το πώς να δίνω τα κλειδιά και πώς να παραδώσω;

Πο ’γω είμ’ Ανάπλι ξακουστό κι Ανάπλι ξακουσμένο».

Ξ΄ Η κυρά και η σκλάβα

Κάτω στους κάμπους τους πλατειούς, κάτω στα μπεζεστένια,

ρούσα μου μαλλιά πλεμένα.

Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της, τη δέρνει, τη μαλλώνει,

Και πολύ τη βαλαντώνει.

– «Δείρε με, η τούρκα, δείρε με, δείρε με και μάλλωσέ με,

και πολύ βαλάντωσέ με».

– «Το βράδυ να ’ρθη αφέντης μου, κι αν δεν το μαρτυρήσω,

Όρκο βάνω να μη ζήσω».

– «Το τι ’δες, σκλάβα, τι θα ειπής και το τι θα μαρτυρήσης,

Π’ όρκο κάνεις να μη ζήσης»;

– «Ότ’ είδαν τα ματάκια μου, κείνο θε να μαρτυρήσω,

Κι όρκο κάνω να μη ζήσω.

Εψές βράδυ στον καναπέ κι απάνω στο κρεββάτι

Τι γλυκειά που είν’ η αγάπη».

ΞΑ΄ Ο Γιάννος και η Παναγιώτα

Του Γιάννου η μάννα πήγαινε στην άκρη στο ποτάμι,

Βρίσκει του Γιάννου τα μαλλιά, του Γιάννου το κεφάλι,

Και παραμέσα στο βαθύ βρίσκει και το κορμί του,

Χτύπησε και τ’ αγκάλιασε και το ξαναρωτάει.

– «Γιάννο μου, ποιος σ’ εσκότωσε, σ’ έρριξε στο ποτάμι»;

– «Μια λυγερή όπ’ αγάπαγα, την λέγαν Παναγιώτα.

Μ’ εγέλασε, μ’ επλάνεσε, μ’ εκάλεσε να πάω.

Παίρνω και πάω στην ξανθή την πολυαγαπημένη.

Καλησπερούδια λυγερή». – «Καλώς τονε τον Γιάννο,

Κόπιασ’ απάνω Γιάννο μου, λιγούλι να γλεντήσης».

– «Μην είν’ απάν’ ο άντρας σου, μην είναι κι ο καλός σου»;

– «Δεν είν’ εδώ ο άντρας μου, λείπει στο μοναστήρι».

– «Τον άντρα της τον έκρυψε, τον είχ’ ορμηνεμένον,

Στην σκάλα όπ’ ανέβαινε μια πιστολιά μου δίνει

Κ’ εστάθη και μ’ επέταξε στη μέση στο ποτάμι».

ΞΒ΄ Ο γραμματικός

Θα γράψω με την πέννα μου και με τα γράμματά μου,

Να σε παινέψω μάτια μου, ψυχή μου και καρδιά μου.

Να ειπώ για τη μεσούλα σου, σαν το βεργί βεργίζει,

Που κάνει νιούς και σφάζονται κι αγούρους δαιμονίζει.

Να ειπώ για το σαγόνι σου, πο’ ’χει στη μέση βούλα,

Να το είχα να το φίληγα σαράντα μια ημερούλα.

Να ειπώ για το χειλάκι σου, πο’ ’χει μια λαβωμάδα,

Να το είχα να το φίληγα σαράντα μια βδομάδα.

Να ειπώ για τα δοντάκια σου τα δασοφυτεμένα,

Οι αγγέλοι τα φυτεύανε, κόρη μου, ένα ένα.

Να ειπώ για τα ματάκια σου, που μοιάζουν του πετρίτη,

Να τα είχα να τα φίληγα Παρασκευή και Τρίτη.

Να ειπώ για τα φρυδάκια σου, που είναι σαν το γαϊτάνι,

Στην πόλι και στην Βενετιά καζάκης δεν τα φτιάνει.

Να ειπώ για τα μαλλάκια σου, που είναι σαν το μετάξι,

Πάσα τριχούλα γίνηκε σαγίττα να με σφάξη.

ΞΗ΄ Τα κλεφτόπουλα

Χορεύουν τα κλεφτόπουλα, γλεντάνε τα καϋμένα.

Κ’ ένα μικρό κλεφτόπουλο δεν τρώει, δεν τραγουδάει,

Μόν’ τ’ άρματα συγύραγε και το σπαθί τροχάει.

Σπαθάκι μου περήφανο, τουφέκι καρυοφύλλι,

Πολλές βολλές μ’ εγλύτωσες και τώρα τούτην ώρα,

Να σ’ ασημώσω, βρε σπαθί, να σε μαλαματώσω.

ΞΔ΄ Η Ζερβοπούλα

Κάτω στους κάμπους τους πλατειούς, που είν’ τα πολλά λελούδια,

Μαζεύτηκαν οι γ έμορφες να φτιάσουν μοναστήρια.

Τα χιλιδόνια κουβαλούν, τα περιστέρια χτένουν.

Εχτίσαν κι αποχτίσανε και πιάνουν και χορεύουν.

Χώρια χορεύουν οι ξανθές και χώρια οι μαυρομμάτες,

Και χώρια η καταγάλαινες, που είναι σεβντά γιομάτες.

Και μέσ’ στη μέση του χορού χορεύ’ η Ζερβοπούλα.

– «Το πώς να κάμω να πιαστώ σε Ζερβοπούλας χέρι»;

– «Το τι τάζεις για να πιαστής κοντά στη Ζερβοπούλα»;

– «Της τάζω χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια,

Της τάξω τ’ αλογάκι μου να περβατή καβάλα».

– «Λύκος να φάη τα πρόβατα, λύκος να φάη τα γίδια,

Κ’ ένας κακός πονόλαιμος να κόψη τ’ άλογό σου».

ΞΕ΄ Ο ποθών εραστής

Να ήμουνα νιός κι ανύπαντρος και πλούσιος και λεβέντης,

Να είχα και γλήγορ’ άλογο και όμορφη γυναίκα.

Και τ’ άλογο να ’χη φτερά, και η κόρη μαύρα μάτια.

Να πέταγα να πήγαινα στης Πόλις τ’ αργαστήρια,

Να ’βλεπα την αγάπη μου πώς στρώνει, πώς κοιμάται.

Πώς πέφτει τ’ άνθη απάνω της, τα μήλα στην ποδιά της,

Να ήμουν κ’ εγώ γλυκόμηλο, να ’πεφτα στην ποδιά της.

Να μ’ έκοβε να μ’ έτρωγε να ’βλεπα την καρδιά της.

ΞΣΤ΄ Η Νεραντσούλα

«Νεραντσούλα φουντωμένη πού είναι τ’ άνθη σου;

Πού ’ναι η πρώτη σου ομορφάδα και τα κάλλη σου»;

– «Φύσηξε βοριάς και νότος και τα τίναξε».

– «Σε παρακαλώ βοριά μου για ταπείνωσε

Για ταπείνωσ’ την αντάρα και τον κουρνιαχτό,

Τη βοή σου τη μεγάλη και το αχητό,

Για ν’ αράξουν τα καράβια τα Σπετσιώτικα,

Να ’ρθουν και τα παλληκάρια τα νησιώτικα».

ΞΖ΄ Το μπεόπουλο

Αηδόνια του περιβολιού

Και μαυρομμάτες τ’ Αναπλιού

Λυπητερά να κλάψετε,

Τα φέσια σας να βάψετε.

Το μπιόπλο ξεκινάει,

Στον πόλεμο θέλει να πάη.

Και του σείζ’ εμίλησε,

Κ’ εκείνος αποκρίθηκε.

– «Σείζη, σέλλωσ’ τον καρά

Στον πόλεμο θέλω να πα,

Και τον τορί να στρώσης

Φλωρί να τον φορτώσης».

ΞΗ΄ Η δηλητριασθείσα Μαρία

Στην πέρα Κοντοβάζαινα, Μαρία μώρ’ Μαρία.

Στη μέσα πολιτεία.

Που φαρμακώθ’ η Μαριγώ, αμάν το Μαριγάκι,

μ’ ένα σπυρί φαρμάκι.

Κ’ η μάννα της της έλεγε, αμάν το Μαριγάκι,

πού το ’βρες το φαρμάκι;

Στα μαγαζιά το είχανε, Μαρία μώρ’ Μαρία.

Κ’ έστειλα και το πήρα.

Και στο ποτήρι το ’ριξα, αμάν το Μαριγάκι,

και το ’πια σαν κρασάκι.

Στην κάμαρά μ’ εκλείστηκαν, αμάν το Μαριγάκι.

Και το ’πια το φαρμάκι.

ΞΘ΄ Ο χορευτής

Για ιδές λεβέντη όπο’ ’χομε και σούρνει το χορό μας,

Άσπρος είναι κι άσπρα φορεί και τ’ άσπρα τι του μοιάζουν.

Του μοιάζουνε τα κόκκινα, του πρέπουν τα γαλάζια.

Ολόρθος πύργος αίνεται και χάμω κυπαρίσσι,

Και σύντας μπαίνη στο χορό, καμάρα με τη βρύσι.

Βρυσούλα με το κρυό νερό, το πίνουνε οι αγγέλοι.

Και μια φορά ήμουν άγγελος, τώρ’ αγγελίζουν άλλοι,

Στη βρύσι που ’πινα νερό, τώρα το πίνουν άλλοι.

Ο΄ Η κόρη της Εγρίπου

Μια κόρη από την Έγριπο, μια κόρη από την Πόλι,

Να ταξειδέψη δεν μπορεί, ν’ αράξη δεν ειξέρει.

Εβγήκε κι εσυριάναγεν όξω στο περιγιάλι

Με τα μαλλιά της ξέπλεγα στις πλάτες απλωμένα.

Βλέπει καράβια κ’ έρχονται, βαρκούλες ν’ αρμενίζουν,

Εφώναξε του ναύλερη[17] εφώναξε του ναύτη·

– «Χίλια φλωριά ’χει ο ναύλος σου, χίλια τα παλληκάρια,

Κι άλλα χίλια του καραβιού, γίνονται τρεις χιλιάδες,

Να πάη η κόρη απείραγη να πάη με την τιμή της»,

Μισοστρατίς μισοδρομίς στη μέση του πελάγου,

Εξανδριατράπ’ ο ναύλερης στην κόρη πάει κι απλώνει·

Και η κόρη από το φόβο της κι από την εντροπή της

Έπεσε κ’ ελιγώθηκε κ’ εγίνη πεθαμμένη.

Παρακαλεί τον ναύλερη, παρακαλεί τους ναύτες,

Να μην τη ρίξουν στο γιαλό να μην τη φαν τα ψάρια,

Μόν’ να τη βγάλουν στη στεριά στης Έγριπος τον κάμπο.

Κι ο ναύλερης την άρπαξε και στο γιαλό τη ρίχνει.

Τα κύματα την έβγαλαν στης Έγριπος τον κάμπον.

Βγήκαν η Εγριπιώτισσες να παν να συριανήσουν,

Βλέπουν κορμάκι κ’ έλαμπε, κορμί και λαμπηνίζει·

Μαύρα πουλιά το τρώγανε κι άσπρα το τρογυράνε,

Κ’ ένα πουλί, μαύρο πουλί ψηλά το τρογυράει.

Τ’ άλλα πουλιά του λέγανε, τ’ άλλα πουλιά του λένε.

– «Δεν τρως και συ μαύρο πουλί από την κορασίδα;

Να κάμης πήχη το φτερό και πιθαμή το νύχι,

Να κάμης χρυσό πούπουλο απάνω στα φτερά σου»;

ΟΑ΄ Η αλφάβητος

Α.           Άλφα θέλω ν’ αρχινήσω,

              Κι ούλα να στα ’μολογήσω.

Β.           Βήττα βέβαια σου λέω,

              Όταν σε θυμούμαι κλαίω.

Γ.           Γάμμα γράψε μ’ ένα γράμμα

              Πως θα κοιμηθούμ’ αντάμα.

Δ.           Δέλτα δε σου φανερώνω,

              Της καρδούλας μου τον πόνο.

Ε.           Έψιλό μου κυπαρίσσι

              κάμε μας καλά την κρίσι.

Ζ.           Ζήττα ζώννομαι τα ’φείδια

              Για τα δυο σου μαύ’ αφρύδια.

Η.          Ήττα ή εσέναν παίρνω,

              ή ανύπαντρος πεθαίνω.

Θ.          Θήττα θάνατον προκρίνω,

              μα εσέναν δεν σ’ αφήνω.

Ι.            Jώττα γίνομαι γιοφύρι

              να περνάει το ντσοβαΐρι.

Κ.           Κάππα κάλλη μου γραμμένο,

              και στον κόσμο ξακουσμένο.

Λ.           Λάμβδα λάμπ’ το πρόσωπό σου

              τα μαλλιά σου κι ο λαιμός σου.

Μ.         Μυ μήλο μου Παραδείσου

              χάνομαι για το κορμί σου.

Ν.          Νυ νιά είσ’ ωραιοτάτη

              Μέν’ ο νους μου πλιόν εχάθη.

Ξ.           Ξένος είμαι ποιος με πιάνει,

              σαν με πάρει το ποτάμι;

Ο.          Όμικρό μου πορτοκάλι,

              Ποιος μου σ’ έγραψε στα κάλλη;

Π.          Πάρε λέω το μαχαίρι

              με το παχουλό σου χέρι.

Ρ.           Ρόδο είσαι και μυρίζεις,

              Και τους νιούς τους δαιμονίζεις.

Σ.           Σ’ τους χαιρετισμούς σ’ απάνω,

              όσα έχω τα ξεχάνω.

Τ.           Το πουλί μου είν’ μαζί μου,

              κ’ έρχεται στην κάμαρή μου.

Φ.          Φως μου είν’ τα δυο σου μάγια,

              κι ας με κάνουν και κομμάτια.

Χ.           Χάνομαι για τ’ όνομά σου

              έτοιμος στο πρόσταγμά σου.

Ψ.          Ψάλλω, τραγουδώ, φωνάζω

              για να σε διασκεδάζω.

Ω           Ω το μέγα τελειώνει,

              και η αγάπη μας στεριώνει.

ΟΒ΄ Εραστής και ερωμένη συνδιαλεγόμενοι

(Η αλφάβητος και άλλως)

Α.           Ερ.         Αχείλι μου μελαχροινό

                             εγώ για ’σεναν τ’ αρχινώ.

              Κόρ.      Αχειλάκι μου βαμμένο,

                             εσύ μ’ έχεις τρελλαμένο.

Β.           Ερ.         Βουρλίζομαι να σε θωρώ            

                             πάντοτε φως μου στο χορό.

              Κόρ.      Βουρλίζεσ’ εσύ και τι κάνεις;

                             πάντοτε το νου σου χάνεις.

Γ.           Ερ.         Γυρίζω βράδυ και πρωί,

                             να σ’ εύρω κόρη μοναχή.

              Κόρ.      Γύριζε κατακαϋμένε,    

                             στα στενά δαιμονισμένε.

Δ.           Ερ.         Δύω ματάκια π’ αγαπώ,

                             και τριγυρίζω να τα ιδώ.

              Κόρ.      Δυώ ματάκια μ’ αγαπούνε

                             κι ας γυρίζουν να με ιδούνε.

Ε.           Ερ.         Εύμορφ’ είναι η λαλιά σου,

                             και μ’ ετρέλλαν’ η θωριά σου.

              Κόρ.      Εύμορφα πολύ μιλάω

                             και πολύ σε αγαπάω.

Ζ.           Ερ.         Ζωή και φως μου είσαι συ,

                             μ’ ετρέλλανες τον δυστυχή.

              Κόρ.      Ζουρλο-παινεμένου γέννα

                             συ ετρέλλανες κ’ εμένα.

Η.          Ερ.         Ήθελα να ήμουνα κιτριά,

                             ’μπημένη σε ακρογιαλιά.

              Κόρ.      Ήθελα κ’ εγώ να είμ’ άνθη

                             η αγάπη μ’ έχει πάθη.

Θ.          Ερ.         Θάνατον μαύρον να δεχτώ,

                             ανίσως και δεν σ’ αγαπώ.

              Κόρ.      Θάνατον σκληρόν να λάβω,

                             αν και άλλον αγαπάω.

Κ.           Ερ.         Κόκκιν’ αχείλι σαν βερζί,

                             μ’ ετρέλλανε τον δυστυχή.

              Κόρ.      Κόκκιν’ αχειλάκιν έχω,

                             ξεταχτήν κανείν δεν έχω.

Λ.           Ερ.         Λωλαίνομαι να σε θωρώ

                             από το βράδυ ως το πουρνό.

              Κόρ.      Λωλαίνεσ’ εσύ και τι κάνεις,

                             άδικα το νου σου χάνεις.

Μ.         Ερ.         Μίλα μου που να σε χαρώ,

                             ποια ώρα να ’ρθω να σ’ ευρώ.

              Κόρ.      Μη μου λες πια για την ώρα,

                             και τρελλαίνεσ’ από τώρα.

Ν.          Ερ.         Νύχτα είναι και σ’ αφήνω γειά,

                             φέγω με ντέρτι στην καρδιά.

              Κόρ.      Νύχτα είν’ και ξημερώνει,

                             το πρωί μας ανταμώνει.

Ξ.           Ερ.         Ξημέρωσε θέλω να ιδώ,

                             την πέρδικαν όπ’ αγαπώ.

              Κόρ.      Ξημερώνει και βραδυάζει,

                             κάθε νιός αναστενάζει.

Ο.          Ερ.         Οχού! Πλέον δεν ταγιαντώ,

                             τον ιδικό σου τον καϋμό.

              Κόρ.      Όχου πλέον θ’ αρχινήσω,

                             και στης γης δάκρυα θα χύσω.

Π.          Ερ.         Πολύ γλυκ’ ύπνο να δεχτής,

                             στην κλίνη που θα κοιμηθής.

              Κόρ.      Πολύς ύπνος να μας γένη,

                             να είμαστε στεφανωμένοι.

Ρ.           Ερ.         Ροδόσταγμαν εμύρισα,

                             γλυκά που σου συντύχησα.

              Κόρ.      Ροδόσταγμ’ εγώ μυρίζω

                             και για σέναν τριγυρίζω.

Σ.           Ερ.         Σώνει τα πλέον ω κυρά,

                             τα λόγια τα φαρμακερά.

              Κόρ.      Σώνει τα και τα δικά σου,

                             νάζια και καμώματά σου.

Τ.           Ερ.         Τώρα τον ηύρες τον καιρό,

                             διαβολεμένο θηλυκό;

              Κόρ.      Τώρα τον ηύρα τον καιρό,

                             θα σε παιδέψ’ όσο μπορώ.

Υ.           Ερ.         Υψηλό κυπαρίσσι μου,

                             κατηγορώ την τύχη μου.

              Κόρ.      Κατηγόρει την σαν θέλεις,

                             και σ’ εμέναν να μη στέλλης.

Φ.          Ερ.         Φίλοι μου βοηθήσατε,

                             τρέξατε κ’ ευλογήσατε.

              Κόρ.      Φίλοι μου και φιλενάδες,

                             τρέχτ’ ανάφτε της λαμπάδες.

Χ.           Ερ.         Χίλιαι, χιλιάδες κι αν ιδώ,

                             άλλη καμμιά δεν αγαπώ.

              Κόρ.      Χίλια χρόνια κι αν καθίσω,

                             άλλονε δε θ’ αγαπήσω.

Ψ.          Ερ.         Ψιλή λιγνή μου πέρδικα,

                             στα νύχια σ’ εμπερδεύτηκα.

              Κόρ.      Ψηλό κι ωρηό μου κυπαρίσσι,

                             ο Θεός ας κάμη κρίσι.

Ω.          Ερ.         Ωμέγα ετελείωσε,

                             η αγάπη εστερίωσε.

              Κόρ.      Ωμεγάλο τελειώνει,

                             και η αγάπη μας στεριώνει.

ΟΓ΄ Η μηλιά

Μάζω η μηλιά τα μήλα σου και φτιάσ’ τα μια σαλάτα,

Δεν σ’ αρνιέμαι μαυρομμάτα.

Θέλεις με ξίδι φτιάστ’ τηνε, θέλεις με το λεϊμόνι

Δε σ’ αρνιέμαι χελιδόνι.

Για πάρε συ τη ρόκα σου κ’ εγώ τον ταμπουρά μου

Δάφνη και γλυκομηλιά μου,

Να πάμε να γλεντήσωμε απάνω στον οντά μου,

Δάφνη και γλυκομηλιά μου.

Να ειπής εσύ τα ντέρτια σου κ’ εγά τα εδικά μου,

Δάφνη και γλυκομηλιά μου.

ΟΔ΄ Η κόρη και ο νέος ο εύθυμος

Κόρη με τα, κόρη με τα δασιά κουμπιά.

Κόρη με τα δασιά κουμπιά και με τα μαύρα μάτια,

Στην πέρα ρου… στην πέρα ρούγα μην εβγής,

Στην πέρα ρούγα μην εβγής, στη δώθε μην περάσης,

Γιατί είν’ ο γιος… γιατί είν’ ο γιος μ’ από κρασί κι’ από ψηλή ταβέρνα..

Σου κόβει τα… σου κόβει τα δασιά κουμπιά.

Σου κόβει τα δασιά κουμπιά, φιλεί τα μαύρα μάτια.

ΟΕ΄ Ο Γιάννος και η Μάρω

Ο Γιάννος και η Μαρουδιά, τα δυώ πρώτα ξαδέρφια,

Σ’ ένα σχολειό πηγαίνανε, σ’ ένα χαρτί αναγνώνουν.

Τρία χρόνια ν’ αγαπιώσανε, τρία χρόνια αγαπιώνται.

Από τα τρία και στερνά το μαρτυράει ο Γιάννος·

– «Μάννα τη Μάρων αγαπώ, γυναίκα να την πάρω».

– «Φείδι να φάη τη γλώσσα σου παρά το λόγο που είπες,

Κάλλιο να μπης στη μαύρη γης σαράντα οργυιές του βάθου,

Παρά την εξαδέρφη σου γυναίκα για να πάρης».

Την Μάρω αρραβωνιάζουνε κι ο Γιάννος αρρωστάει,

Τη Μάρω στεφανώνουνε, το Γιάννο παραστέκουν

Τη Μάρω πάν’ στην εκκλησιά, το Γιάννο πάν’ στον τάφο,

Συμπεθεριό και λείψανον εσυναπαντηθήκαν.

Στέκετ’ η νύφη και ρωτάει και λέει στους συμπεθέρους.

– «Το τίνος είν’ το λείψανο με το χρυσό κρεββάτι»;

– «Του Γιάννου του μπραζέρη σου, του πρωτοξαδερφού σου».

Η Μάρω ’γίνη κάλαμος κι ο Γιάννος κυπαρίσσι.

Φυσάει βοριάς τον κάλαμο, φιλεί το κυπαρίσσι.

Και η μάνα τους αγνάντευεν από το παραιθύρι.

– «Για τήρα τα μαριόλικα και τα διαβολεμένα,

Και ζωνταν’ αγαπιώσανε και τώρα πεθαμμένα.

Στρώστε τραπέζια χλιβερά, πισκίρια λερωμένα,

Κι αυτά τα κρασοπότηρα στη μέση ραγισμένα”.

ΟΣΤ΄ Ο εραστής

Έπιασα να ’ρθω το βράδυ κ’ έπιασε ψιλή βροχή ν αμάν!

έβγα ήλιε μου

καρσί και ’μίλιε μου.

Σκιάχτηκα να μην πεθάνω και σ’ αφήσω μοναχή ν αμάν!

πάπια του γιαλού

Μην αγαπάς αλλού.

Δεν μπορώ να καταλάβω την αιτία ποια είν’ αυτή ν αμάν!

έβγα να σε ιδώ

να παρηγορηθώ.

Ποιος να σ’ έβαλε στα λόγια πλουμπισμένο μου κορμί ναμάν!

έβγα να σε ιδώ

δυώ λόγια να σου ειπώ.

Σαν τη μαρμαροκολώνα στέκεις μέσ’ στην εκκλησιά ναμάν!

έλα έρχομαι

στρώσε να πέσωμε.

Και τρελλαίνεις και μουρλαίνεις των μαννάδων τα παιδιά ναμάν!

μήλο της μηλιάς

κορμί της αγκαλιάς.

Από τα μπεντένια πέφτω, πέφτω για να σκοτωθώ ν αμάν!

τίνος να το ειπώ

το ντέρτι όπο’ ’χω ’γω.

Και η αγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον για τον Θεόν ναμάν!

τα μεσάνυχτα

ν’ αφήσης ανοιχτά.

Από τα γλαρά σου μάτια τρέχ’ αθάνατο νερό αμάν!

έβγα ήλιε μου

καρσί και ’μίλιε μου.

Και σου γύρεψα λιγάκι και δε μου ’δωσες να πιώ ν αμάν!

πάπια του γιαλού

μην αγαπάς αλλού.

ΟΖ΄ Οι τρεις αδερφούλες

Στη βρύσι στέκω και διψώ νερό κρατώ δεν πίνω,

Πικρό πικρό μου φαίνεται γυρίζω και το χύνω.

Τηράγωντας της όμορφες μο’ πήραν το κανάτι,

Της το γυρεύω θαρρετά, της έρχεται γάντι.

Κανάτι ξυλοκάνατο να είχα το ριζικό σου

Που σε βαστούν η γέμορφες και πίνουν το νερό σου

Τρεις αδερφούλες είμασται κ’ η τρεις μαυρομματούσσες

Κανείν δεν απλογιάσαμε μας λεν καψοκαρδούσσες.

Τη μια τη λένε βαμπακιά, την άλλη κρύα βρύσι

Την τρίτη την καλλίτερη τη λένε κυπαρίσσι.

Να φίληγα τη βαμπακιά, να πιώ νερό απ’ τη βρύσι,

Να ’στρωνα να κοιμώμουνα κοντά στο κυπαρίσσι.

ΟΗ΄ Η φτωχοπούλα

Μαρμαρένια μου κολώνα

Για κατέβα στον λειμιώνα.

Να σε στήσω κυπαρίσσι,

Καμαρούλα με τη βρύσι.

Να ’ρχωνται οι ξανθές να πλένουν,

Μαυρομμάτες να λευκαίνουν.

Μα ’ρθε η μια, ήρθε και η άλλη,

Ήρθ’ ενού φτωχού κοράσι.

Μα είχε του ηλιού τη λάμψι,

Και του φεγγαριού τα κάλλη.

– «Μώρ’ εσύ φτωχού κοράσι,

Πού την ηύρες τέτοια λάμψη»;

– «Είχ’ αφέντη κ’ ήταν κλέφτης,

Κι αδερφό κ’ ήταν κουρσεύτης,

Και μου φέρανε τη λάμψι,

Και του φεγγαριού τα κάλλη».

ΟΘ΄ Το κοριτσάκι

Κόψε κλωνί βασιλικό,

Κοριτσάκι μ’ δε σ’ αλησμονώ,

Και βάλ’ τον στο κεφάλι,

Σαν κ’ εσένα δεν είν’ άλλη.

Και ρίχτονε στον κόρφο σου,

Γυρίζω κατά λόγου σου,

Να μυρίζ΄ η τραχηλιά σου,

Έρχομαι στην αγκαλιά σου.

Και ρίξ’ τον μέσ’ στην θάλασσα,

Κορίτσι μ’ δε σ’ αγκάλιασα.

’Κει π’ αράζουν τα καράβια,

Τα ’μορφα τα παλληκάρια.

Μα πήγανε κι αράξανε,

Και σίδερ’ επετάξανε,

Μέσ’ στης Σύρας τον λιμώνα,

Άσπρη μου παχειά τρυγόνα.

Τα τούρκικα ήσαν εκατό,

Κοριτσάκι μ’ δεν σ’ αλησμονώ,

Και τω ρωμαίικα ’ξήντα,

Συρματένια μου πλεξίδα.

Π΄ Ο Κωστ. και η Αρετή

Ο Κωσταντής επέθανεν, ο Κώστας πάει στον Άδη,

Και άφηκε την Αρετή τριών ημερών λεχόνα.

Τίποτα δεν της άφησε, τίποτα δεν αφίνει,

Δεκάξι βάρδιες άλογα κ’ εννιά γουλάδες γρόσια.

’Κείν’ έκλαιε κ’ εβλαστήμαγε πώς ήθελε περάσει.

Γιατί ’χε αντράδερφον κακό, κακός ην και ζηλιάρης.

Παίρνει και πάει στο βασιλιά κι απάνω στον Βεζύρη (ο αντράδερφος),

– «Ώρα καλή σου βασιλιά, ώρα καλή Βεζύρη!

Δεν είναι κρίμα κι άδικο παράξενο μεγάλο,

Οι χήρες με το μάλαμα χρέη να μην πλερώνουν»;

Κι ο βασιλιάς που τ’ άκουσε πολύ του ’βαρυφάνη,

Πέντε τατάρους έστειλε στην Αρετή να πάνε.

– «Ώρα καλή σου ν Αρετή»!

– «Καλώς τα παλληκάρια»!

– «Αρέτω, είπ’ ο Βασιλιάς, να ’ρθης να πάμ’ απάνω».

Κ’ εκείνη ν εβλαστήμαγε, πώς θε να χαιρετίση.

Και το παιδί αποκρίθηκεν από τη σαμαρίτσα[18].

– «Λούσου κι άλλαξε μάννα μου και πάρε με να πάμε,

Κ’ εγώ ’μιλά του βασιλιά κ’ εγώ τον χαιρετάω».

Παίρνει και πάει στον βασιλιά μαζή με το παιδί της.

– «Ώρα καλή σου βασιλιά»!

– «Καλώς την την Αρέτω!

Οι χήρες με το μάλαμα χρέη να μην πλερώνουν»;

Και το παιδί αποκρίθηκεν από τη σαμαρίτσα.

– «Τι σου χρωστώ, κυρ βασιλιά, να σ’ ακριβοπλερώσω;

Ο κύρης σου κι ο κύρης μου ήσαν αλογαραίοι,

Και περκαλιέμαι στον Θεό γουρνοβοσκός να γένης».

Και την κορώνα τ’ έβγαλε και στο παιδί την βάνει.

– «Γενού, παιδί μου, βασιλιάς, γενού, παιδί μου, ρήγας».

ΠΑ΄ Ο θάνατος του Μαρκομπότσιαρη

Θέλω να τραγουδήσω θαυμαστή παλληκαριά,

Τ’ αντρειωμένου Μάρκου πώς έσφαξε τον πασσιά.

Με τρακόσια παλληκάρια του ’βουλήθη να χαθή,

Τους Σκοντριάνους να χαλάση για να ελευθερωθή.

Ως εξήντα καλεί τότε και τους λέει μυστικά,

– «Όνομα να μη μιλάτε και βαρήτε δυνατά.

Κι όσους βρήτε ομπροστά σας κόβετέ τους σαν τραγιά.

Εις κανέναν μην ειπήτε ουδέ γρυ ελληνικκά,

Και κανείς να μη μιλήστε, ώστε να ’βρω τον πασσιά».

Κόβοντας και πελεκώντας τον ευρήκαν τον πασσιά,

Στο παβιόνι, που κοιμώταν με τον ανιψιόν κοντά.

Στο παβιόνι μπαίνει ο Μάρκος, τούρκικα τους ομιλεί,

Κι απ’ τα γένεια τον αρπάζει και τον σούρνει σαν τραγί.

Και τον ανιψιό απ’ το χέρι του σηκώνει τη ζωή,

– «Τις ’σαι συ»;

– «Εγώ είμ’ ο Μάρκος, καπετάνιος των Γραικών,

Κ’ ήρθα να σε πάρω σκλάβο για να ελευτερωθώ».

Τότε ο πασσιάς φωνάζει τον αράπη με σπουδή,

– «Τρέξ’ αράπη μου με βία και με μάνιτα πολλή,

Κι απ’ του Μπότσιαρη τη βία γλύτωσέ μου τη ζωή».

Τρέχει αράπης μετά βίας και με μάνιτα πολλή,

Κουμπουριά δίνει του Μάρκου που ήτανε φαρμακερή.

Τότε ο Μπότσιαρης φωνάζει· – «Τρέχτ’ αδέρφια μου Γραικοί,

Από των τουρκών τα χέρια γλυτώστε μου την ζωή».

Τρέξαν όλοι μετά βίας και με μάνιτα πολλή,

Κ’ οι εξήντα χαλαστήκαν που ήσαν ούλοι διαλεκτοί,

Και στα χέρια τον αρπάζουν και τον πάνε στο ορδί,

Και στα χέρια του βασταίνει του πασσιά την κεφαλή,

Και τον αδερφό του κράζει και γλυκά τον εφιλεί,

– «Αδερφέ μου θα πεθάνω, και δεν έχω πλιό ζωή,

Κ’ έχω ’λπίδα στον Θεό μας να κερδέψετ’ οι Γραικοί».

ΠΒ΄ Το ξεχωριστό μνήμα πατηθέν

Επήρα ’να ’ρημο στρατί, γεια σου η χαϊδεμένη μου,

στρατί και μονοπάτι,

βάσανα πο’ ’χ’ η αγάπη.

Το μονοπάτι μ’ έβγαλε, γεια σου η χαϊδεμένη μου,

σ’ ένα ’ρημο ’κκλησάκι,

βάσανα πο’ ’χ’ η αγάπη.

Μα ήσαν τα μνήματα δασιά, Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

αδέρφια και ξαδέρφια,

μ’ αναστεναγμούς και ντέρτια.

Κ’ ένα μνήμα ήτον ξέχωρο, Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

ξεχωριστ’ από τ’ άλλα,

μα είχε στην καρδιά τη λαύρα.

Δεν το είδα και το πάτησα, Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

απάνω στο κεφάλι,

σαν κ’ εσέναν δεν είν’ άλλη.

Ακώ το μνήμα και βογγάει, Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

και βαρυαναστενάζει,

μέσα στην καρδιά με σφάζει.

Το τι έχεις μνήμα που βογγάς; Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

και βαρυαναστενάζεις,

μέσα στην καρδιά με σφάζεις.

Μην είν’ το χώμα σου βαρύ; Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

κ’ η πλάκα σου μεγάλη,

σαν κ’ εσέναν δεν είν’ άλλη.

Δεν είν’ το χώμα μου βαρύ, Χάιδω η χαϊδεμένη μου,

κ’ η πλάκα μου μεγάλη,

σαν κ’ εσέναν δεν είν’ άλλη.

ΠΓ΄ Το πιπέρι

Σπειρί πιρέ… κι αμάν αμάν, στειρί πιπέριν έσπερνα,

στης εύμορφης τ’ αχείλι,

δυάσμος και καρυοφύλλι.

Κι ανάρη’ ανά… κι αμάν αμάν, κι ανάρη’ ανάρηα το ’σπερμα.

να μη δασοφυτρώση,

την κόρη βαλαντώση.

Κ’ εκείνο δα… κι αμάν αμάν, κ’ εκείνο δασοφύτρωσε,

κ’ εγίνη ωρηά πλεξίδα,

χαρά στην κορασίδα,

Ρωμαίοι το…  κι αμάν αμάν, ρωμαίοι το θερίζανε,

τούρκοι το κουβαλάνε,

ας τους κι ας πιλανάνε.

Κι’ ατός τ’ ο γε… κι αμάν αμάν, κι ατός τ’ ο γέρο-βασιλιάς,

με τη χρυσή του βούλα,

να ζης βασιλοπούλα.

ΠΔ΄ Τ’ αρχοντόπουλο της Πάτρας κ’ η Ελένη

Την αυγή την κονταυγή π’ ανοίγει το λελούδι,

Ν’ ακούστε και να μάθετε της Ελενιώς τραγούδι.

Αντρέας τ’ αρχοντόπουλο στην Πάτρα ξακουσμένος,

Κι εκείν’ την ώρα βρέθηκε να είναι μεθυσμένος,

Απ’ το παζάρι επέρασε κ’ επήρε δυο πιστόλια.

Στη μέση του τα πέρασε με δυ’ ασημένια βόλια.

Παίρνει και πάει στην Ελενιώ για να την χαιρετίση,

κατά την ώρα που ήτανε να την ωρακαλίση,

Στην πόρτα όπου έμπαινε, στην σκάλα π’ αναιβαίνει,

Και την κοπέλλα ρώτησε το πού είναι η Ελένη;

Η γ Ελενιώ που τ’ άκουσε απ’ το ντσερντσέφι βγαίνει,

– «Καλώς τονε τον ξάδερφο, καλώς τονε», του λέει.

– «Ελένη ψήσ’ έναν καφέ και φέρε μας να πιούμε,

Τα μάτια σου μ’ εκάμανε και δεν ειξέρω πού είμαι».

– «Κατακαϋμένε ξάδερφε, μην είσαι μεθυσμένος,

Που κουβεντιάζεις σαν τρελλός και σαν δαιμονισμένος»;

Μια πιστολιά της έδωκε με δώδεκα κομμάτια,

Δεν ελυπήθ’ ο άσπλαγχνος τα δροσερά της νιάτα.

Και η μάννα της αρχόντισσα δεκάξι χρόνια χήρα,

Εκείν’ την ώρα έλειπε στο κτήμα στη σταφίδα,

Επήγαν και της είπανε – «Καυγάς στη γειτονιά σου,

Να ’ρθης το γρηγορώτερο, μαλώνουν τα παιδιά σου».

Και τ’ άτι της καβάλικε, στο σπίτι της παγαίνει.

Λαχτάρα της φουρτούνα της το τι έπαθ’ η Ελένη;

ΠΕ΄ Ο χρυσικός και η λυγερή

Τ’ αγιό-Θοδώρου το βουνό και τ’ άγιο-Κωνσταντίνου

Μηδέ πουλί τ’ αναίβαζε μηδ’ άγριο περιστέρι.

Μια λυγερή τ’ αναίβαζε πλέγοντας το γαϊτάνι,

Πλέγοντας κι αναιβάζοντας και λιανοτραγουδώντας.

Κι ο χρυσικός αγνάντευεν από το παραιθύρι,

– «Ευτού σου στέλνω λυγερή ένα τσουκλί μετάξι,

Να φτιάτης μπόλιες δώδεκα, μαντίλια δέκα πέντε,

Κι αν σ’ ανεμείνη τίποτα, φτιάσε μ’ ένα ζωνάρι.

Ν’ αξίζη το ζωνάρι μου πέντε χιλιάδες γρόσια».

– «Ευτού σου στέλνω χρυσικέ ένα δραμάκι ασήμι,

Να φτιάσης ’γκόλφι και σταυρό, σταυρό και δαχτυλίδι,

Κι αν σ’ αναμείνη τίποτα, φτιάσε μου μι’ αρρεβώνα,

Ν’ αξίζη γ η αρρεβώνα μου πέντε χιλιάδες γρόσια».

ΠΣΓ΄ Η αγία Σοφία

Ψηλό βουνό θέλ’ αναιβώ πίσω να παραγγείλω.

Πατήσαν την αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι,

Που είχε τρακόσια σήμαντρα κ’ εξήντα δυο καμπάνες

Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά, πήραν μαργαριτάρια,

Πήραν τον διάκον τον μικρό τον ’γούμενον μεγάλο.

Βγήκε η κυρά η Παναγιά και τους περικαλάει,

Ούλο το βιός μου πάρτε το, τον διάκο να μ’ αφήστε,

Γιατί τον έχω λειτουργό και λέει το βαγγέλιο.

ΠΖ΄ Ο νιόγαμπρος σκλάβος 12 έτη

Καράβιν εταξίδευε στη Βενετιά να πάη.

Αναστενάζει ο ναύτης του και το καράβι εστάθη.

Κι ο καπετάνιος ερωτάει κ’ ο καπετάνιος λέει,

– «Ποιος ήταν π’ αναστέναξε και το καράβι εστάθη;

Αν είν’ από τους δούλους μου φλωριά να του χαρίσω.

Κι αν είν’ από τους σκλάβους μου να τον ελευθερώσω».

Κι ο ναύτης αποκρίθηκε, στέκεται και του λέει.

– «Εγώ ήμουν π’ αναστέναξα κ’ εστάθη το καράβι.

Τριών ημερών νιόγαμπρος, δώδεκα χρόνους σκλάβος.

Απόψε είδα στον ύπνο μου, είδα και στ’ όνειρό μου,

Παντρεύετ’ η γυναίκα μου και παίρνει τον οχτρό μου».

Κι ο καπετάνιος φώναξε κι ο καπετάνιος λέει·

– «Ποιος είν’ άξιος κι ογλήγορος άξιος και παλληκάρι,

Τριών ημερών περβατησιά τρεις ώρες να την κάμη»;

Κι όσες φοράδες τ’ άκουσαν εκατουρήσαν αίμα.

Κ’ ένας καράς παληοκαράς σαρανταπληγιασμένος,

Εκείνος αποκρίθηκε και λέει του καπετάνιου.

– «Εγώ είμ’ άξιος κι ογλήγορος άξιος και παλληκάρι,

Τριών ημερών περπατησιά τρεις ώρες να την κάμω.

Να μ’ αυγατήστε την ταγή σαράντα πέντε χούφτες».

Κι να ειπή έχετε γεια, πάει σαράντα μίλια,

Κι όσο να ειπούνε στο καλό, πάει σαράντα πέντε.

Ο νιός φτάνει στον τόπο του, φτάνει και στο χωριό του

Βρίσκει στ’ αμπέλια ’ναν ’δικό χωρίς να τον γνωρίση,

Από μακρυά τον χαιρετάει, κι από κοντά του λέει·

– «Ώρα καλή σου δουλευτή». – «Καλώς το παλληκάρι».

– «Για πες μας πες μας δουλευτή χαμπέρι απ’ το χωριό σου».

– «Σήμερα στεφανώνεται του σκλάβουν η γυναίκα».

Σκαλιά βάρεσε τ’ άλογο να βγάλη ογληγοράδα,

Κι επήγε κ’ εξαπέζεψε στης εκκλησιάς την πόρτα.

– «Πάψε, παπά, τα γράμματα, πάψε και το βαγγέλιο,

Τι εμέναν τη γυναίκα μου άλλος δεν θα την πάρη».

ΠΗ΄ Ο νιός και η Ξανθή

Μι’ αυγούλα μι’ αυγούλα θε να σηκωθώ,

Μι’ αυγούλα θε να σηκωθώ να μπω στο περιβόλι.

Να κόψω να κόψω μήλ’ απ’ τη μηλιά,

Να κόψω μήλ’ απ’ τη μηλιά κυδώνι της αγάπης.

Να κόψω κ’ ένα ’ληόφυλλο

Να κρω τον ταμπουρά μου.

Κατακαϋμένε ταμπουρά

Για δε βαρείς γιομάτα;

Ξανθή και μαυρομμάτα.

– «Για σφίχτ’ τα τέλεια δυνατά,

Και βάρει με γιομάτα,

Ξανθή και μαυρομμάτα.

Κι αν δεν στη φέρω την ξανθή,

Κάμε με τριά κομμάτια,

Ξανθή και μαυρομμάτα».

ΠΘ΄ Το γεφύρι της Άρτας

Σαράντα μαστορόπουλα κ’ εξήντα δυο μαστόροι

Γιοφύριν εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι.

Μηδέ τόσο μακρ’ ήτανε, μηδέ τόσο μεγάλό,

Χιλιών πεντακοσιών πηχών και χίλιες πήχες ύψος[19].

Ολημερίς εχτένανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Κλαίνε τα μαστορόπουλα που φέρνουν τα λιθάρια,

Κλαίει κι ο πρωτομάστορας που χτένει τις καμάρες.

Πουλάκι εδιάδη κ’ έκατσε στου γεφυριού το πόδι,

Δεν εκιλάιδε σαν πουλί μηδέ σαν χελιδόνι,

Παρά κιλάιδε κ’ έλεγεν ανθρώπινη λαλίτσα.

– «Α(ν) δε(ν) στοιχειώστε λυγερή, γιοφύρι δε στεριώνει,

Μηδέ φτωχού μηδ’ άρχοντα μηδέ καταλαχάρη.

Παρά του πρωτομάστορη του Γιώργη την γυναίκα».

Κι ο μάστορης που  τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη.

Και το σφυρί τ’ επέταξε στο σπίτι του παγαίνει.

– «Ώρα καλή σ’ Ελένη μου». – «Καλώς τονε το Γιώργη».

– «Φερμάνι από τον βασιλιά κι από την δωδεκάδα,

Να πάμε για να καρφωθής στης Άρτας το γιοφύρι».

– «Άσε με, Γιώργη, μια στιγμή και θα ’ρθω για να πάμε.

Να λυσο-δέσω το παιδί και να τ’ αποκοιμίσω».

Το ’λυσε, τ’ αποκοίμισε και το φιλεί στα μάτια.

– «Έχετε γεια γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες,

Να μ’ έχετ’ έννοια το παιδί και το ’ρημο το σπίτι,

Τι εγώ θα πα να καρφωθώ στης Άρτας το γιοφύρι.

Τρεις αδερφούλες είμασται και η τρεις εκαρφωθήκαν.

Η μια στη Μαυροζούμαινα κι η άλλη στη Βερβίτσα

Και η Ελενιώ η καλλίτερη στης Άρτας το γιοφύρι».

Στον δρόμο όπ’ επήγαινε στον Θεό περικαλιέται.

– «Πώς σκούζει το παιδάκι μου να σκούζη το ποτάμι,

Πώς τρέμει ν η καρδούλα μου να τρέμη το γιοφύρι,

Πώς τρέχουν τα ματάκια μου να τρέχουν οι διαβάτες,

Πώς πέφτουν τα μαλλάκια μου να πέφτουνε οι διαβάτες».

– «Σώπα Ελένη μην το λες και μην το κουβεντιάζης,

Τι έχεις δικούς στην ξενιτειά και περιμένεις να ’ρθουν».

– «Να πέφτουν να σηκόνωνται κακό να μην παθαίνουν».

Κ’ ευτύς λιθάρι ερρίξανε κι εχτίσαν το γιοφύρι.

S. Η Μαρία

Σε περιβολάκι εμπήκα,

Την αγάπη όπου είχα βρήκα

Λελουδάκια μάζευε,

Του καλού της τα ’στελνε.

Κι ο καλός της έρχεται.

Όμορφος που της φαίνεται.

– «Μώρ’ Μαριά λαχτάρα σου!

Αν το μάθ’ η μάννα σου;

Θα σε δέση στη μουριά,

Να σου κόψη τα μαλλιά.

Κι αν το μάθη κι αδερφός σου,

Θα σου κόψη το λαιμό σου».

S[Α1] Α΄ Ο Δεληβοριάς

Δεληβοριάς εφύσηξε και λέει των καραβιώνε.

Καράβια που είσται στο γιαλό ούλα λιμάνι πιάστε.

Τι αύριο έχω πόλεμο και θα ’βγω να φυσήξω,

Ν’ ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες.

SΒ΄ Ο πατσαλιάς και η αρφανή

Το τι να γένω η ορφανή.

Λάλιε το πουλί μου λάλιε.

Τι να γένω η κακομοίρα

Με τον πατσαλιά πο’ πήρα;

Μ’ αυτόν της χώρας τον υιό,

Λάλιε το μπριμπίλι μ’ λάλιε!

Με της μάντισσας την κλήρα,

Τι να γένω η κακομοίρα;

Κάθε πρωί στο σπίτι μου

Λάλιε το πουλί μου λάλιε!

Και κάθε βράδυ βράδυ,

Έρχεται με το σκοτάδι.

Θέλα κακιώσω μια βραδιά,

Λάλιε το μπιρ…

Να κλείσω ν’ αμπαρώσω,

Κι από τούτον να γλυτώσω.

Βάνω το δυάσμο κλειδωνιά,

Λάλιε το…

Και το καρυοφύλλι αμπάρα,

Όπ’ εγίνηκεν αντάρα.

Βάνω και τη ροκούλα μου,

Λάλιε το π…

Σούρτη στο παραιθύρι,

Ω καλό μου ντσοβαίρι.

Μαρούλια ’χω στον κήπο μου,

Λάλιε το π…

Κι ας πάη να φάση τη ζάλη,

Τη φουρτούνα τη μεγάλη.

SΓ΄ Οι ημερωμένοι κλέφτες

Η Άρτα πέτρα να γενή κι ο Βάλτος να βουλιάξη

Το δόλιο το Ξερόμερο ο Θεός να το φυλάξη·

που κάνει τα γλυκά κρασιά της όμορφες κοπέλλες,

Κοπέλλες Αγραφιώτισσες κορίτσ’ από την Άρτα,

Για βγάλτε τα λερά σκουτιά, φορέστε τα καινούργια.

Τι οι κλέφτες ημερώσανε κ’ εγίνηκαν ραγιάδες,

Κι άλλοι φυλάνε πρόβατα κι άλλοι φυλάνε γίδια,

Κι ο καπετάνιος των κλεφτών φυλάει κοπή γουρούνια.

SΔ΄ Ο μπεκιάρης

Ένας αϊτός καθότανε, μπεκιάρη, μπεκιάρη,

Μπεκιάρη παλληκάρι σ’ ένα ψηλό λιθάρι.

Κ’ εβάσταγε στα νύχια του μπεκ…

Μπεκιάρη παλληκάρι γραμματικού κεφάλι.

Κι ώρες ώρες το τσίμπαγε μπεκ…

Μπεκιάρη παλληκάρι κ’ ώρες ώρες του λέει.

Κεφάλι τι κακό ’καμες μπεκ…

Μπεκιάρη παλληκάρι που σε τραβούν τα όρνια.

Να μην εβαρυζύγιαζες μπεκ…

Μπεκ… να μην ακριβοπούλιες;

– «Εγώ δεν ’βαρυζύγιασα μπεκ…

Μπεκ… μηδ’ ακριβά πουλούσα.

Παρά ήμουν πρώτος στα χωριά μπεκ…

Μπεκ…, πρώτος στα βιλαέτια.

Εβαρυχρέιζα φτωχούς μπεκ…

Μπεκ… κι αλάφρωνα τους πλούσιους.

Αδίκησα και τρι’ αρφανά μπεκ…

Μπεκ… και τρι’ αρφανοκαϋμένα».

SΕ΄ Οι αγαπητικές

Το βλέπεις κείνο το βουνό;

Στη ρίζα βγάζει κρυό νερό,

και στην κορφή χρυσό σταυρό.

Πάνε οι ναύτες για νερό,

Και κάνουν όρκο στο σταυρό.

Όπο’ ’χη δυ’ αγαπητικές,

Έχει σαράντα μαχαιριές.

Κι όπο’ ’χη τρεις και τέσσερες,

Έχει σαράντα τέσσερες,

Κι όπο’ ’χη μία και καλή,

Ο Θεός να του την εχαρή.

SΣΤ΄ Ο αγαπητικός και η Ξανθή

Ήλιε μου για βασίλεψε κι άστρι μου πέσε κάτω,

Να σκοτιδιάσουν τα στενά, να πάψουν κ’ οι διαβάτες,

Να παν’ οι ξέν’ εις σπίτια τους, κ’ οι ντόπιοι στα δικά τους.

Να πάη κι ο νιός ’κει π’ αγαπάει στην αγαπητικιά του.

Σαράντα βίγλες έβαλε και εξήντα βιγλιαρέους.

Κανείς δεν τον αγροίκησεν από τους βιβλιαρέους,

Παρά η μανούλα της Ξανθής, ξανθής και μαυρομμάτας.

– «Κόρη τι τρίζ’ η κλίνη σου, τι τρίζει το κρεββάτι»;

– «Μάννα η γάτα πέρασε με πόντικα στο στόμα».

– «Δεν είναι γάτας πέρασμα με πόντικα στο στόμα,

Παρά είν’ αντρός αγκάλιασμα με φίλημα στο στόμα».

– «Σώπα η μανούλα μην το λες και μην το κουβεντιάζης,

Ολημερίς στον αργαλειό, το βράδυ στο ντσερντσέφι,

Πού να μ’ ευρή αγαπητικός να ’ρθη να με φιλήση»;

SΖ. Ο υιός της χήρας

Χήρας υιός στολίζεται

τρέμουν, τρίζουν τα βουνά,

Να πάη στο πανηγύρι,

Ατιέ κάμποι μη λελουδίσετε!

Τον εζηλεύ’ η γειτονιά.

Τρέμουν, τρίζουν τα βουνά,

Τον εζηλεύ’ η ρούγα,

Ατιά κάμποι μη λελουδίσετε!

Τον εζηλεύ’ η μάννα του,

τρ…

Άντρα για να τον πάρη,

Ατιέ κάμποι…

Άντε γούλι να φύγουμε,

τρέμ… τρίζ…

Σ’ άλλον κόσμον να πάμε,

Ατιέ κάμποι μη λ…

Σώπα η μαννούλα μην το λες,

τρέμουν τρ…

Και μην το κουβεντιάζης,

Ατιέ κάμποι μη…

Να μην τ’ ακούσ’ η μαύρη γης,

τρέμουν τρ…

Δεν βγάνει πλιά λελούδια,

Ατιέ κάμποι μη λελουδίσετε!

SΗ΄ Ο Γιάννης

Τον άμμον άμμον πήγαινα,

Μωρή κοντούλα λεϊμονιά.

Και τον άμμον άμμον πάω,

Και για σέν’ κόρη ρωτάω.

Βρίσκω του Γιάννου τα μαλλιά,

Μωρή κοντούλα λ…

Μέσ’ στον άμμον ξαπλωμένα,

Κλαίν’ τα μάτια μου για σένα.

Μα ’σκυψα και τα μάζωξα,

Μωρή κ… λ…

Και στην τσέπη μου τα βάνω,

Και για σέν’ κόρη ρωτάω.

Θενά τα πας στο χρυσικό,

Φιλώ τα μάτια σου τα δυό.

Για να τα περιχρυσώσω,

Σέναν όρη να τα δώσω,

Να φτιάσω ’γκόλφι και σταυρό,

Δεν βγαίνεις όξω να σε ιδώ,

Σταυρό και δαχτυλίδι,

Κάμε κόρη ελεημοσύνη.

SΘ΄ Η κόρη και ο αιχμάλωτος

Ούλοι τον ήλιο τον τηράν που πάει να βασιλέψη,

Και η κόρη όπου ’χε τον καϋμό το πέλαγ’ αγναντεύει.

Βλέπει καράβια κ’ έρχονται, βαρκούλες κι αρμενίζουν.

– «Καράβια μου, πάλαι βαρκούλες μου, χρυσά μου τρεχαντήρια

Ευτούν’ τον νιό που φέρνετε κ’ ευτούν το παλληκάρι,

Δουλειά να μην του δώσετε, κουπί να μην τραβήξη,

Δόστε του μήλο να βαστή και ταμπουρά να παίζη.

Χίλια δίνω να τον ιδώ και μύρια να του κρίνω,

Κι αν είν’ και για ξαγόρασμα εγώ τον ξαγοράζω».

Ρ΄ Η άσπρη

Στην παραπάνω γειτονιά έχω μια διαλεμένη,

Κι άλλοι τη λεν μαυρειδερή κι άλλοι βλογοκομμένη.

Κείνη δεν είν’ μαυρειδερή, δεν είν’ βλογοκομμένη.

Ασπρίζει σαν τα γάλατα και λάμπει σαν τον ήλιο,

Έχει της χήνας το λαιμό, της πέρδικας τα κάλλη·

Θέλα περάσω μια βραδιά να της ειπώ τραγούδι.

Περνάω μια, περνάω δυο πάνω στα τρία βράδια,

Ακώ μαγκάνια και βροντάν κι ανέμους κι ανεμίζουν,

Ακώ και την αγάπη μου στον αργαλειό και υφαίνει.

Θε μου να τσακισθή τ’ αντί, να ραγισθή το χτένι,

Να της κοπούν πολλές κλωνές να κάθεται να δένη·

Να βαρυεστήση δένοντας να βγη στο παραιθύρι.

ΡΑ΄ Ο παραπονούμενος

Απρίλη, Απρίλη δροσερέ και Μάη με τα λελούδια,

Ούλον τον κόσμο γιόμισες λελούδια και καλούδια,

Κ’ εμένα βαρυφόρτωσες την άσχημη γυναίκα.

Να την πουλίσω δε μπορώ μηδέ να την χωρίσω,

Θε να την πα’ στο χρυσικό να την περιχρυσώση,

Να βάλη γύρους τα φλωριά, γύρους μαργαριτάρια,

Όσο λάμπουνε τα φλωριά, έχει άλλες νοστιμάδες.

Μα ’ρθε καιρός και τα ’βγαλε μαυρίζει σαν αράπης.

Θε μου για δος μου χωρισιά να φύγ’ απ’ τον αράπη.

ΡΒ΄ Η κοντούλα κι ο γραμματικός

Εδώ σε τούτη ρούγα, εδώ σε τούτη ρούγα!

Εδώ σε τούτη ρούγα, ρούσα μ’, και στην γειτονιά.

Εδώ είναι μια κοντούλα, εδώ είναι μια κοντούλα,

Εδώ είναι μια κοντούλα, ρούσα μ’ και μελαχροινιά.

Σαν πάπια πάπια σειέται όξω στην αυλή.

Και η μάννα της της λέει και την ερωτεί,

– «Κόρη μου ποιον θέλεις και ποιον αγαπάς»;

– «Μάννα δεν είναι ξένος μηδ’ αλλαργηνός,

Το κοντογειτονόπλπ κι ο γραμματικός,

Εκείνον θε λα πάρω, θα στεφανωθώ».

ΡΓ΄ Η πεντεκάνελλη βρύσις

Από ψηλό βασιλικό

Βρυσούλα πεντεκάνελλη!

Από ψηλό βασιλικό

Θα πέσω για να σκοτωθώ!

Να γένω γης και χώματα

Βρυσούλα πεντεκάνελλη!

Να γένω γης και χώματα

Με βάλλουνε στα στρώματα.

Κι όποιος περάση και δεν πιή

Βρυσούλα πεντεκάνελλη!

Κι όποιος περάση και δεν πιή

Μοίρα καλή να μην ιδή!

Χήρα να ιδώ τη μάννα του

Βρυσούλα πεντεκάνελλη!

Χήρα να ιδώ τη μάννα του,

Κουρούνα την κουνιάδα του.

Την αδερφή του καλογρηά

Βρυσούλα πεντεκάνελλη!

Την αδερφ…

Κ’ εκείνον μέσ’ στα σίδερα.

ΡΔ΄ Η ψηλή και μελαχροινή

Εσείς καλές γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες

στο χορό να μπήτε ούλες.

Κι όσοι γειτόνοι τ’ άκουσαν κι όσες γειτονοπούλες,

στο χορόν εμπήκαν ούλες.

Και μια ψηλή μελαχροινή μηδέ στο χορό χορεύει,

μηδέ λέει ποιον γυρεύει.

Θα την ρωτήσω σήμερα, κόρη μου, για δε χορεύεις;

Για δε λες ποιον εγυρεύεις;

Το κρίμα να ’χ’ η μάννα μου και τ’ άδικο οι γειτόνοι

λέγε το πουλί κι αηδόνι.

ΡΕ΄ Ο ταξειδιώτης

– «Στην Πόλι πάω μάννα μου, τι θέλεις να σου στείλω»;

– «Στείλε μου χτένι και γιαλί και κόκκινο τσεμπέρι.

Το χτένι να χτενίζωμαι και το γυαλί να βλέπω».

ΡΣΤ΄ Οι τρεις αρχόντισσες

Κινήσαν τρεις αρχόντισσες και τρεις καλές κυράδες,

Και παν στην ακροπελαγιά την άκρη της θαλάσσης,

Και χαλικάκια μάζευαν, τα ’δεναν στο μαντίλι,

Λιθοβολούν τη θάλασσα την πικροκυματούσα.

– «Μωρή πουτάνα θάλασσα και πικροκυματούσα.

Γιατί τα ψάρια σου είν’ γλυκά κι ατή σου φαρμακούσα;

Κ’ επίνιξες τους άντρες μας, τα φύλλα της καρδιάς μας»;

– «Δε φταίω ’γω η θάλασσα η πικροκυματούσα.

Σαν φταίν’ οι φραγγομαραγκοί που φτιάνουν τα καράβια.

Και βάνουν τα παληά καρφιά και τα σανίδια σάπια,

Κ’ επίνιξαν τους άντρες σας, τα φύλλα της καρδιάς σας».[20]

ΡΖ΄ Ο Ζάχος στα Γρεβενά

Εσείς πουλιά του Γρεβενιού κι αηδόνια της Μπαρδούνιας

Λίγο για χαμπηλώσετε ένα τουφέκι κάτω,

Για να φανούν τα Γρεβενά κι αυτό το μέγα σπήληο,

Πώς πολεμούν οι Έλληνες με τους στραβαραπάδες.

Πέφτουν τα τόπια σαν βροχή, τα βόλια σαν χαλάζι,

Κι αυτά τα λιανοτούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης.

– «Βάστα Ζάχο μ’, τον πόλεμο όσο να ’ρθήμ εντάτι».

– «Πώς να βαστάξω μοναχός και πώς να υποφέρω.

Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό καν να ’μεντάτι «;

– «Σήκω, Ζάχο, να φύγωμε στον τόπο μας να πάμε,

Που ’κει το λένε κλέφτικο, το λένε κλεφτοχώρι,

Βαστούν στη μέση το σπαθί, βαστούν και το μαχαίρι».

ΡΗ΄ Ο κυνηγός

Πήρα το τουφεκάκι μου

και το καρυοφυλλάκι μου,

Και πα’ να κυνηγήσω

και πίσω να γυρίσω.

Και πα’ την ακροπελαγιά

για χιλιδόνια για πουλιά.

Για πουλιά και για δελφίνια

και για αυτά τα καναρίνια.

Καράβια και Δελίνια μου

μόσχος και καναρίνια μου.

Την πέρδικα που πιάσατε

τήρα μην τηχαλάσετε.

Τι θα την βάλλω στο κλουβί

να κιλαϊδή την κονταυγή.

ΡΘ΄ Ο Γιαννιάς

Πολλά τουφέκια πέφτουνε στου Σουλιμά τον κάμπο,

Κάνε σε γάμο πέφτουνε κάνε σε πανηγύρια.

Μηδέ σε γάμο πέφτουνε μηδέ σε πανηγύρια.

Μόν’ τα ’ριν’ ο Δεληγιαννιάς με τους Αρκαδιναίους,

Με τον Πουλή τον κερατά τον κλέφτη τον προδότη,

Που πήγε και μας πρόδωκε στης Αρκαδιάς τον Βέυ.

ΡΙ΄ Ο Κωνσταντάκης

Ήρθανε τα μπιρμπίλια μου κοντά στη γειτονιά μου,

Και τραγουδάν και μου ’βγαλαν το ντέρτι της καρδιάς μου,

Το ντέρτι όπου είχα στην καρδιά ήταν του Κωνσταντάκη,

Που’ ’ζέξανε τον Κωνσταντή μ’ ένα γουβάλι αντάμα,

Και κουβαλάνε μάρμαρα και κουβαλάν λιθάρια.

Κι όπου είναι λάσπες και νερά τραβάει το γουβάλι

Κι όπου είναι λιανολίθαρα, τραβάει ο Κωνσταντάκης.

Και η μάννα του αγνάντευεν από το παραιθύρι,

– «Αγάλι’ αγάλια, Κωνσταντή, μη σκάσης το γουβάλι».

ΡΙΑ΄ Η νεραντζούλα

Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι

πλέναν χιώτισσες κοντή,

νεραντζούλα φουντωτή.

Πλέναν χιώτισσες πλέναν παπαδοπούλες,

πλέναν κι άπλωναν κοντή

νεραντζούλα φουντωτή.

Πλέναν κι άπλωναν και με τον άμμο παίζαν,

φύσηξε βοριάς το ξένο,

πες μ’ αγάπη μ’ τι να γένω;

Φύσηξε βοριάς κ’ ένας χαμαεράκος

κι αντισήκωσε κοντή,

νεραντζούλα φουντωτή.

Κι αντισήκωσε τ’ άσπρο της φουστανάκι,

κι αντιφάνηκε το ξένο,

πες μ’ αγάπη μ’ τι να γένω;

Κι αντιφάνηκε τ’ άσπρο της το ποδάρι,

κ’ έλαμψ’ ο γιαλός κοντή,

νεραντζούλα φουντωτή.

Κ’ έλαμψ’ ο γιαλός κι ούλο το περιγιάλι,

το είδαν τ’ άρμενα το ξένο,

πες μ’ αγάπη μ’ τι να γένω;

Το είδαν τ’ άρμενα, το είδ’ ο καραβοκύρης

τράβα τα κουπιά κοντή,

νεραντζούλα φουντωτή.

Τράβα τα κουπιά, τραβάτε παλληκάρια,

για ν’ αράξωμε το ξένο,

πες μ’ αγάπη μ’ τι να γένω;

Για ν’ αράξωμε εκεί που λάμπ’ ο ήλιος,

κι αν είν’ μάλαμα κοντή

νεραντζούλα φουντωτή.

Κι αν είν’ μάλαμα, να είναι των καραβιώνε,

κι αν είν’ λυγερή κοντή,

νεραντζούλα φουντωτή.

Κι αν είν’ λυγερή, να είν’ του καραβοκύρη.

ΡΙΒ΄ Η κόρη και το παλληκάρι

Γινήκαν τα γεννήματα,

και θερίζουν το σιτάρι,

κόρη με το παλληκάρι.

Πιάνουν τον έργο σαν πλατύν,

κ’ εθερίζανε τα δυο,

η πέρδικα με τον αϊτό.

Κι αρχέψαν τα μαλώματα,

και μαλώνανε τα δυο,

η πέρδικα με τον αϊτό.

– Πάρε με μάτια μ’ πάρε με,

πάρε με και κάμε πέρα,

Τώρα που είν’ καλή ημέρα.

Τι να σε κάμω μάτια μου!

τα βλαμάκια τα δικά σου,

κείνα σούρνουν τ’ όνομά σου!

ΡΙΓ΄ Ο δυάσμος, ο βασιλικός και το καρυοφύλλι

Ο δυάσμος, ο βασιλικός και τ’ άσπρο καρυοφύλλι,

Κείνα τα τρία μαλώνανε, το πλιό μυρίζει κάλλιο.

Πετάχτη το τριαντάφυλλο το μοσχομυρισμένο.

– «Σωπάτε βρομολέλουδα, μη με βρομολογάτε,

Τι εγώ είμαι το τριαντάφυλλο το μοσχομυρισμένο,

Τον Μάη τον μήνα φαίνομαι στου βασιλιά το χέρι,

Στων κοριτσιώνε τα προικιά τα κατακλειδωμένα».

ΡΙΔ΄ Ο κυνηγός και η περδικούλα

Μια περδικούλα ξέβγαινε, απ’ το λουτρό λουσμένη,

Και της μιλώ, δε μου μιλάει, της κραίνω, δε μου κραίνει.

– «Κρίνε μου η περδικούλα μου, κρίνε μ’ η πέρδικά μου,

Γιατί θέλα ’ρθη ένας καιρός κ’ ένας βαρύς χειμώνας.

Να στήσω βρόχια στα βουνά κι αντίβροχα στους κάμπους,

Τα δίχτυα τα μεταξωτά σε μαρμαρένια βρύσι».

ΡΙΕ΄ Η Παναγιωτούλα

Μικρή Παναγιωτούλα μου χαμάιδω πέρδικά μου,

Τι εχάλευες τι εγύρευες στου Κρεββατά που πήγες,

Όπου σου ’ρίξαν την αβανιά, σ’ εφίλησ’ ο Δημήτρης.

Κι όχι ο Δημήτρης μοναχά, παρά ήσαν κι άλλοι ακόμα.

Μικρή σ’ αρρεβωνιάσανε σο ’δωκαν κι αρρεβώνα,

Φόρεσ’ την Παναγιώτα μου, φόρεσ’ τηνε παιδί μου,

Κ’ έβγα στο αλώνι χόρεψε με τους κοντσιαμπασίδες.

Να κάμης νιούς να σκάσουνε και γέρους να πλαντάξουν.

Να κάμης τους γραμματικούς την καθαροδευτέρα,

Να λησμονήσουν γράμματα, να σκίσουν τα δευτέρια.

ΡΙΣΤ΄ Η παπαδοπούλα

Ένα κομμάτι μάλαμα, μωρή παπαδοπούλα μου,

κ’ ένα κομμάτι ασήμι,

Κάμε κόρη ελεημοσύνη.

Εκόπη από τον ουρανό, μωρή παπαδοπούλα μου,

Κ’ έπεσε μέσα στα διάβα,

Ρούσα μου μαλλιά και μαύρα.

Κείνο δεν είναι μάλαμα, μωρή παπαδοπούλα μου,

Κείνο δεν είν’ ασήμι,

Κάμε κόρη ελεημοσύνη.

Παρά είν’ η τσιούπα του παπά, μωρή παπαδοπούλα μου,

πο’ ’ρχεται από τ’ αμπέλι,

Κόρη μ’ αρρεβωνιασμένη.

Φέρνει τα μήλα στην πηδιά, μωρή παπαδοπούλα μου.

Τα κίτρα στο μαντίλι,

Κάμε κόρη ελεημοσύνη.

Δυο μήλα της εγύρεψα, μωρή παπαδοπούλα μου,

Κείνη πολλά μου δίνει,

Κάμε κόρη ελεημοσύνη.

ΡΙΖ΄ Η παντρεμένη στο γιαλό

Τριά καραβάκι’ αρμάτωναν Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Με πανιά και με κουπιά,

Κωνσταντίνα και Μαριά.

Δεληβοριάς εφύσηξε Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Κάτω ρίνει τα πανιά,

Κωνσταντίνα και Μαριά.

Δεν σου παντρεμένη Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Στο γιαλό μην καταιβής,

Κωνσταντίνα μου να ζης.

Τι ο γιαλός έχει φουρτούνα Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Και σε πάρει και διαβής.

Κωνσταντίνα μου να ζης.

Κι αν με πάρη πού με πάη Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Κάτω στα βαθιά νερά,

Κωνσταντίνα και Μαριά.

Βάνω το κορμί μου βάρκα Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Τα χερούλια μου κουπιά,

Κωνσταντίνα και Μαριά.

Τα ποδάρια μου κατάρτια Κωνσταντίνα Ντίνα μου,

Το μαντίλι μου πανί,

Κωνσταντίνα μου να ζη.

ΡΙΗ΄ Η ονειρευομένη

Απόψε η πούλια μάλωνε μαλώνει με τ’ αστέρια,

χρυσέ μ’ αϊτέ στα ξένα.

Απόψε είδα στον ύπνο μου πως ήμουν μετά σένα,

χρυσέ μ’ αϊτέ στα ξένα.

Κ’ εξύπνησα με μια χαρά και τ’ όνειρο ήταν ψέμα,

χρυσέ μ’ αϊτέ στα ξένα.

Ανάθεμά σας όνειρα, σαν τουραγνάτ’ εμένα,

χρυσέ μ’ αϊτέ στα ξένα.

Που ηφέρτε την αγάπη μου και πίσω την επάτε,

Γιατί με τουραγνάτε;

ΡΙΘ΄ Η χήρα

Σάρωνε η χη… σάρωνε η χήρα μ’ σάρωνε,

Σάρωνε η χήρα μ’ σάρωνε, σάρωνε την αυλή σου.

Σάρωνε και τη ρούγα σου τι θέλω να περάσω.

Τη θυγατέρα σ’ αγαπώ, γυναίκα να την πάρω.

– «Εμένα η θυχατέρα μου είν’ ήλιος και φεγγάρι,

Κι αν την ιδής κακόμοιρε, γίνεσαι δαιμονιάρης».

– «Και δαιμονιάρης και αν γενώ και τα βουνά κι αν πάρω,

γυναίκα θα την πάρω».

ΡΚ΄ Ο Σκυλοδήμος και η Ρηνιώ

Στον Έλυμπο στον Κίσσαβο στον πλάταν’ από κάτω,

Ο Σκυλοδήμος τρώει ψωμί με ούλο του τ’ ασκέρι.

Μα είχαν αρνιά κ’ εψαίνανε, και κριάρια κ’ εσουχλίζαν.

μα είχαν κ’ ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι.

Μα είχαν την ’Ρήνη στο πλευρό, και τους κερνάει και πίνουν.

– «Κέρνα μας ’Ρήνη, κέρνα ας ούλους με την αράδα,

Ώστε να σκάσ’ αυγερινός, να ’ρθη κ’ η πούλια γιόμα.

Τότες θ’ αναχωρήσωμε να πάμε στα λημέρια».

ΡΚΑ΄ Ο ξένος και η ερωμένη του

Δώδεκα χρόνους έκαμα Πατροκιτρολεϊμονιά

Στη φυλακή ο καϋμένος,

και στα σίδερα βαλμένος.

Κανείς δεν ήρθε να με ιδή, γαλανή περήφανη,

Απ’ τους εδικούς μου φίλους,

Και τους αδερφοποιτούς μου.

Παρά μια αγάπη π’ αγαπώ, Πατροκιτρολέιμονο,

Κείνη γράμμα μου στέλνει,

Κείνη μου παραγγέλνει.

Τι να σου κάμω, ξένε μου, και ξενιτεμένε μου;

Που είσαι μακρυά στα ξένα,

Δεν είσαι κοντά μ’ εμένα.

Ξένε μου το μαντίλι σου, καϋμό που είχε τα χείλη σου,

Στείλτ’ το μου να σου το πλύνω,

Μην το βάν’ ο νους σ’ εκείνο.

– Μα της παρήγγειλα κ’ εγώ, πού να ’βρης κόρη το νερό;

Πού να ’βρης το σαπούνι,

Άσπρο μου παχύ πετσούνι;

Βάνω τα δάκρυά μου νερό, Πατροκιτρολεϊμονιά,

Και το φτύμα μου σαπούνι,

Κόκκινο παχύ μπαρμπούνι.

ΡΚΒ΄ Ο ήλιος ο μαραμμένος

Ο ήλιος βγαίνει την αυγή και βγαίνει μαραμμένος,

Και η μάννα του τον ερωτάει και η μάννα του του λέει.

– «Ήλιε μου τι ’σαι κίτρινος και βγαίνεις μαραμμένος;

Ήλιε μ’ με τ’ άστρια μάλωσες και με το νιό φεγγάρι;

Ήλιε μ’ με τον αυγερινό, που πάει κοντά στην πούλια»;

– «Ούτε με τ’ άστρια μάλωσα ούτε με το φεγγάρι,

Ούτε με τον αυγερινό, που πάει κοντά στην πούλια.

Μάννα μ’ μια κόρη που είδα ’γω στον αργαλειό και υφαίνει,

Μ’ εξήντα δυο ποδαρικά, σαράντα δυο καρέλια.

Πάει  βοϋσμός των καρελιών της κόρης τα τραγούδια,

Εκείνη μ’ εβαλάντωσεν, εκείνη με μαραίνει».

ΡΚΓ΄ Η κακή πεθερά, η αντραδέρφη και η νύφη

Του νιού ’γω μήλο του ’στειλα και μου ’στειλε γαϊτάνι,

Κείνος το μήλο το ’φαγε ’γω το γαϊτάνι το ’χω.

Ελούστηκα κ’ επλέχτηκα κ’ εβγήκα στο συριάνι,

Με είδεν η σκύλα η πεθερά κ’ η γ εύα η αντραδέρφη.

– «Μώρ’ το γαϊτάνι οπού φορείς θαρρώ τι ’ναι του γιού μου».

– «Μάννα του γιού σου είμαι κ’ εγώ, του γιού σου, του παιδιού σου».

– «Να σκάσης νύφη δε σε λε και μάννα μη μου κρίνης».

– «Να σκάσης νύφη θα με ειπής και μάννα θα σου κρίνω».

– «Μώρ’ το γαϊτάνι όπου φορείς θαρρώ τι ’ν’ τ’ αδερφού μου».

– «Κυρά, νύφη σου είμαι κ’ εγώ, γυναίκα τ’ αδερφού σου».

– «Να σκάσης νύφη δε σε λε, κυρά να μη μου κρίνης».

– «Να σκάσης νύφη θα με ειπής, κυρά θε να σου κρίνω».

ΡΚΓ΄ Ο ερωμένς

Σε περι… τα τρίγυρα πατώ,σε περιβολάκι μπαίνω,

Να μαζέψω ’πωρικό,

Πρόσωπό μ’ αγγελικό.

Την αγά… τα τρίγυρα πατώ, την αγάπη μου γυρεύω,

Ψάχνω για να την εύρω,

Πρόσωπό μ’ αγγελικό.

Σαν επή… τα τρ… π… σαν επήγα και την ηύρα,

κ’ ύφαινε στον αργαλειό,

βαϊντιρντέλα βαϊντιρντό.

Το καπέ… τα τρ… π… το καπέλο μου της βγάζω,

Πάω και της το φορώ,

Πρόσωπό μ’ αγγελικό.

Κείνη δεν… τα τρίγ… πα… κείνη δεν ήτον για δαύτο,

το ’βγαλε, μου το πετά,

ωχ αγάπη μου γλυκειά.

Πέφτω χά… τα τρίγ… πα… πέφτω χάμω λιγωμένος,

και το χάρο καρτερώ,

πρόσωπό μ’ αγγελικό.

Κ’ η γλυκειά… τα τρ… π… κ’ η γλυκειά μου η αγάπη,

ξέννοιαστη παρατηρεί ωχ αγάπη μου γλυκή.

ΡΚΕ΄ Ο Κωνσταντής και ο Μαυραειδής

Ο Κωνσταντής κι ο Μαυραειδής μια ρύμη ροβολάνε,

Μια ρύμη και μια δεμοσιά κ’ ένα βαθύ λαγγάδι.

Ο ’νας παινεύει τ’ άσπρα του, παινεύει τα φλωριά του,

Κι ο Μαυραειδής ήταν φτωχός, δεν είχε να παινέψη,

Παινεύει τη γυναίκα του, παινεύει την καλή του.

«Καλά είν’ εσέν’ τα γρόσια σου, καλά είν’ και τα φλωριά σου».

– «Καλή είν’ κ’ εμέ η γυναίκα μου, καλή και προκομμένη.

Καλ’ είν’ και σε η γυναίκα σου παρά είν’ δανοφιλήστρα,

Κι αν δεν πιστεύης Μαυραειδή, σύρε να δοκιμάσης».

Τούρκικα φόρια φόρεσε, τούρκικα καβαλλάει,

Κ’ επήγε κ’ εξαπέζεψε στου Παπαλιά το σπίτι.

– «Γειά σου χαρά σου Παπαλιά»!

– «Καλώς τα παλληκάρια»!

– «Παπά ψωμί, παπά κρασί να φάμε και να πιούμε.

Παπά φέρε μια λυγερή κρασί να μας κεράση».

– «Μετά χαράς σας βρε παιδιά κι ο λόγος σας να γένη».

Στολίσανε τη Μαυραειδού και στου παπά την πάνε.

Και σαν την είδ’ ο Μαυραειδής παράξενο του ’φάνη,

Στέκει και διαλογίζεται και με το νου του λέει.

– «Κι ακόμα δεν το πίστευα κι ακόμα δεν πιστεύω».

Και το σπαθί τ’ ετράβηξε, της κόβει το κεφάλι.

ΡΚΣΤ΄ Η Παναγιώτα

Μαύρα μά… την Παναγιώτα, μαύρα μάτια στο ποτήρι,

γαλανά στο παραιθύρι.

Να ήμουν κλέ… την Παναγιώτα, να ήμουν κλέφτης να τα κλέψω,

Να τα ’βγά… την Παναγιώτα, να τα βγάλω στο παζάρι,

να τα δώσω του ντελάλι.

Δεν πουλιώ… την Παναγ… δεν πουλιώντ’ αυτά με γρόσια,

μ’ εκατό και με διακόσια.

Μ’ εκατό… την Παναγ… μ’ εκατό και με διακόσια,

και με χίλια πεντακόσια.

ΡΚΖ΄ Η μπιρμπιλομμάτα και ο εραστής

Κυριακή μπιρμπιλομμάτα, Κυριακή θέλ’ αρχινήσω

κόρη μου να σε γλεντήσω.

Θε να ’ρθω, μπιρμπιλομμάτα, θε να ’ρθω και τη δευτέρα,

σαν αϊτός στην περιστέρα.

Θε να ’ρθω, μπιρμπιλομμάτα, θε να ’ρθω ’γω και την τρίτη,

σαν αϊτός με τον πετρίτη.

Θε να ’ρθω, μπιρμπιλομμάτα, θε να ’ρθω και την Τετράδη,

σαν το λαμπηρό φεγγάρι.

Θε να ’ρθω, μπιρμπιλομμάτα, θε να ’ρθω ’ και την πέφτη,

σαν τον καθαρό καθρέφτη.

Την παρα… μπιρμπιλομμάτα, την παρασκευή θα στέκω,

Όλ’ ημέρα να σε βλέπω.

Θε να ’ρθω, μπιρμπιλομμάτα, θε να ’ρθω και το Σαββάτο,

Σ’ έναν πλάταν’ αποκάτω.

Να ’χ’ αρνά… μπιρμπιλομμάτα, να ’χ’ αρνάκια τρυφερούλια

και κατσίκια φουντωτούλια.

ΡΚΗ΄ Η ξανθή και το στοιχειό του γεφυριού

Ξανθή κόρ’ εκαθότανε στου γεφυριού το πόδι

Και λέει τραγούδι χλιβερό και παραπονεμένο.

Και το γιοφύρ’ ερράγισε και το ποτάμι εστάθη,

Και το στοιχειό του γιοφυριού στην άκρην επετάχθη.

– «Άλλαξε η κόρη τον ηχόν και πες κι άλλο τραγούδι».

– «Πώς τον αλλάζω τον ηχό να ειπώ κι άλλο τραγούδι;

Πο’ ’μεν’ είν’ άντρας μ’ άρρωστος βαριά για να πεθάνη,

Μου γύρεψε λαγού τυρί κι απ’ άγριο γίδι γάλα.

Μα πήρα δίπλα τα βουνά και παγανιά τους κάμπους,

Να φτιάσω στρούγγα του λαγού ν’ αρμέξω τ’ άγριο γίδι.

Αρρώστησε ξαρρώστησε κι άλλη γυναίκα πήρε,

Πήρε την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα,

Κι ούλα τα λιανολίθαρα αδέρφια και ξαδέρφια».

ΡΚΘ΄ Η Χρυσούλα κι ο Βόιβοντας

Ο βόιβοντας περνάει απ’ την πόρτα της,

Και η Χρυσούλα μπαιζοβγαίνει απ’ το σπίτι της,

Ρίνει μήλο, δεν το θέλει, δεν το δέχεται.

Ρίνει μάλαμα κι ασήμι, χαμογέλασε.

Στέλνει παλληκάρια μέσ’ στο μπαρμπερειό,

Κι άλλα στο παζάρι και στην πόρτα της.

Τη Χρυσούλα δόστε του βοϊβόνταγα.

Κι η μαννούλα της τους λέει και τους απαντάει.

– «Φονικά να γένουν μέσ’ στο μπαρμπερειό,

Κι άλλα στο παζάρι και στην πόρτα μου,

Τη Χρυσούλα δεν τη δίνομαι του βόιβοντα».

– «Σώπα σώπα, η μάννα, μην ’τροπιάζεσαι,

Τον βοϊβόνσαγα τον θέλω και τον αγαπά,

Να γένω βοϊβοντίνα να με λεν κυρά,

Να μοιράζω τα ταίνια των παλληκαριών,

Να μοιράζω τους λοφέδες των πασσάδωνε».

ΡΛ΄ Ο Γιαννάκης ο Βατικιώτης

Τρεις κλέφτες τρεις αρματωλοί και τρεις καλοί λεβέντες,

Και οι τρεις τον Γιάννη εγύρευαν, τον Γιάννη Βατικιώτη[21].

Παίρνουν και παν’ στο σπίτι του και βρίσκουν την καλή του

Στη σκάλα κ’ ενιβότανε σ’ ένα χρυσό λεγένι,

Κάλλιο ’λαιμπαν τα χέρια της απ’ το χρυσό λεγένι.

Στέκουν και διαλογίζονται και διαμετράν τον νου τους,

Πώς να τη χαιρετίσουνε και πώς να της ειπούνε;

Να την ειπούνε νιόνυφη; – Δεν είν’ και δεν της μοιάζει.

Να την ειπούνε πέρδικα; Κ’ εκείνο δεν ταιρειάζει.

– «Πάπια και χήνα του γιαλού και Λάμια του πελάγου,

Πες μας να ζης, για πέσε μας, το πού είναι ο Γιαννάκης»;

– «Παιδιά μου τι γυρεύετε; Για ποιο Γιάννη ρωτάτε;

Γιάννη λένε τον μπάρμπα μου, Γιάννη τον αδελφό μου,

Γιάννη λένε τον άντρα μου, Γιαννούλα λεν’ κ’ εμένα.

Για πέστε μου ποιον θέλετε, για ποιο Γιάννη ρωτάτε»;

«Για τον καλό σ’ ερχόμασται τον άντρα σου να ιδούμε».

ΡΛΑ΄ Ο αλή-Φαρμάκης

Στου Καλαβρύτου τα χωριά σ’ ενού παπά το σπίτι,

Εκ’ εσκοτώθη ένας πασσάς γαμβρός του Μουσταφάγα,

Κ’ ήρθανε στο ντιβάνι του και στην παρηγοριά του.

– «Καλώς ωρίστε, βρε παιδιά, κρεμάστε τ’ άρματά σας».

Κι ακόμα λόγος έστεκε και συντυχιά κρατιέται,

Μα ’ρθανε τρία γράμματα από τον Μουσταφάγα·

– «Σ’ εσέν’ βρε Αληάγα και Φειδά σ’ εσέν βρ’ Αλή-φαρμάκη,

Τα δυο παιδιά που ’ρθαν ευτού, ο Λιάζης κι ο Μπισμπίκης,

Αν μου τα στείλης ζωντανά, Χίλια φλωριά σου δίνω,

Κι αν στείλεις τα κεφάλια τους, στείλε και τ’ άρματά τους».

ΡΛΒ΄ Ο Καιμήλ – μπέυς και οι πεσόντες Τούρκοι εν Δερβενακίω

Του Δράμαλη οι μπέυδες και του Μωριά οι λεβέντες

Στα Δερβενάκια κάθονται κορμιά χωρίς κεφάλια.

Στρώμα είχανε τη μαύρη γης, προσκέφαλο τις πέτρες,

Και το απάνω σκέπασμα τα χιόνια και τους πάγους.

Κι όσοι διαβάτες κι αν περνάν, στεκόνται και τους λένε,

– «Κορμιά πού είν’ τα κεφάλια σας και πού είν’ και τ’ άρματά σας»;

– «Γκιαούριδες τα πήρανε και στα βουνά παγαίνουν.

Κλαύτε μαννούλες τα παιδιά, γυναίκες για τους άντρες,

Και συ κυρά Κιαμήλμπεϋνα Κιαμήλμπεϋ τον Μπέυ,

Που ήταν στον κόσμο ξακουστός στην Πόλι ξακουσμένος».

ΡΛΓ΄ Ο Μωσιά-μπαρδούνιας

Εσείς πουλιά της Ρούμελης κι αηδόνια της Μπαρδούνιας[22]

Τον Μάη να μη λαλήσετε παρά να λυπηθήτε.

Μωσιά-μπαρδούνιας πέθανε στης Σόφιας το κάστρο.

Ήρθαν τα παλληκάρια του κ’ ηφέραν τ’ άρματά του,

Κ’ ηφέραν μια πικρή γραφή σε τρεις μεριές καϋμένη,

Κι απόξω λέει τ’ απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα

– «Σ’ εσέν Μπραίμη ξάδερφε Ρουμπί και Καραμέρο,

Να μ’ έχης έννοια τα παιδιά, τον Πύργο της Μπαρδούνιας.

Τι εμέναν μ’ έβαλ’ ο πασσάς στους Τούρκους μπουμπασίρη

Στους πεθαμμένους μπίσμπαση στους ζωντανούς τσιαούση.

Να τους μοιράζω το λοφέ να δίνω τα ταίνια.

Κι αν δώση ο Θεός και σκάσ’ η γης κ’ ανοίξουνε και οι τάφοι

Τότε θα βγω κι εγώ από ’δω, τότε θ’ ανταμωθούμε».

ΡΛΔ΄ Η κυράδες του Λάλα

Του Λάλα με τα κρύα νερά με τις βαρειές κυράδες,

Που δεν καταδεχόνσανε τη γης να την πατήσουν.

Και τώρα καταντήσανε κοπέλλες των ραγιάδων.

Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμένες,

Και μια την άλλη ελέγανε και μια την άλλη λένε.

Τι να ’ν’ κείνα που φαίνονται, τι ’ν’ κείνα όπ’ ερχόνται.

Μην να είν’ μπαϊράκια τούρκικα, μην τα ’στειλ’ ο πασσάς μας;

Δεν είν’ μπαϊράκια τούρκικα, δεν τα ’στειλ’ ο πασσάς μας.

Παρά είν’ μπαϊράκια κλέφτικα κ’ είναι των Πλαπουταίων.

Κλαίνε μαννούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες,

Κλαίει και μια χανούμμισσα για τον μοναχογιό της.

ΡΔΕ΄ Ο Δελή-Χούσος

Λάλησε κούκκο μ’ λάλησε, καθώς εματαλάλιες.

Τι να λαλήσω, τι να ειπώ, τι να σας μολογήσω;

Ο Δελή-Χούσος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια.

Παλληκαράκια μάζευε ούλα ν από του Λάλα.

Τα μάζεψε, τα σύναξε, τα ’καμε πεντακόσια.

Κ’ έκατσε και τα ’ρμήνευε σαν μάννα σαν πατέρας.

Παιδιά σαν θέλτε την κλεψιά και κλέφτες να γενήτε,

Βάλτε σπαθάκια δίκοπα, τουφέκια καρυοφύλλια,

Βάλτε φτερά στα πόδια σας κι ατσάλι στην καρδιά σας,

Να πάμε να πατήσωμε της Νικολούς τον πύργο.

Τριών ημερών περπατησιά μια νύχτα την επήραν,

Επήγαν και την ηύρανε στον ύπνο κ’ εκοιμώταν.

– «Γεια σου χαρά σου Νικολού». – «Καλώς τα παλληκάρια».

– «Φέρτε ψωμί, φέρτε κρασί να φαν τα παλληκάρια».

– «Εμείς ψωμί δε θέλομε κρασί και δε διψάμε,

Φλωράκια θέλουν τα παιδιά να βάλουν στα κεμέρια».

ΡΛΣΤ΄ Ο Βερέμης και η κόρη

Κοιμάται το τριαντάφυλλο κοντά στο βερεμιάρη,

Κι ο βερεμιάρης έβηξε και η κόρη αναστενάζει.

– «Το τι έχεις κόρη μ’ όπου κλαις και βαρυαναστενάζεις;

Μην είν’ τα ρούχα σου στενά, μην είν’ και η φορεσιά σου»;

– «Δεν είν’ τα ρούχα μου στενά, μηδέ και η φορεσιά μου,

Τον άντρα που ’δώκανε δεν είν’ της αρεσιάς μου.

Του στρώνω πέντε στρώματα, βήχει και ξεροβήχει.

Σήκω, βερέμη, πλάγιασε, σήκω κι αποκοιμήσου,

Τι εγώ θα πα να παντρευτώ να πάρω παλληκάρι».

ΡΛΖ΄ Ο υιός της χήρας

Χήρας υιός ψυχομαχάει, μαύρα πού είν’ τα μάτια σου,

μαύρα και μπιρμπιλούλια,

βαριά για να πεθάνη.

Με τ’ άργανα τον κλαίγανε, μαύρα πού είν’ τα μάτια σου,

μαύρα και μπιρμπιλούλια,

με δυο ζυγές ταβούλια.

Και η κόρη οπού τον αγαπάει, μαύρα πού είν’ τα μάτια σου,

μαύρα και μπιρμπιλούλια,

κοντά τον παραστέκει.

Παύτε παιδιά μου τ’ άργανα, μαύρα πού είν’ τα μάτια σου,

μαύρα και μπιρμπιλούλια,

παύτε και τα ταβούλια.

ΡΛΗ΄ Η πέρδικα

Πέρδικα καθότανε,

κ’ εδροσολογιότανε.

Κι από τη δροσιά της,

πέσαν τα φτερά της.

Τα μαζώνει ο Γιάννος,

και τα πάει της Μάρως.

Να τα φτιάση αφρύδια,

και χρυσά πλεξίδια.

ΡΛΘ΄ Ο τσιοπανάκος

Τσιοπανά… έι-ψε! τσιοπανάκος ήμουνα,

μ’ εκατό πενήντ’ αρνιά.

Τ’ άρμεγα έι-ψε! τ’ άρμεγα, τα φύλαγα,

στη σουσαμοκαλαμιά.

Καλαμά… έι-ψε! καλαμάκιν έκοψα,

κ’ έκατσα το ’λάληγα.

Τ’ άκουσε έι-ψε! τ’ άκουσε μια ρήγισσα,

μια κυρά βασίλισσα.

Στείλτε φε… έι-ψε! στείλτε φέρτε τον εδώ,

της πουτάνας τον υιό.

ΡΜ΄ Το καμάρι

Καμάρ’ έχουν τα πρόβατα, καμάρι έχουν τα γίδια,

Καμάρι έχουν και τ’ άλογα, κι όπου τα καβαλλάνε.

Καμάρ’ είν’ και η πολλή συριά τ’ αδέρφια τα ξαδέρφια,

Σαν το καμάρι του γαμπρού με τις πολλές κουνιάδες,

Όταν πάη στην πεθερά, ούλες τον καμαρώνουν.

Τον καμαρώνει η πεθερά και τον ξαναρωτάει,

– «Jούλι μου τι ’σαι κίτρινος και τι ’σαι μαραμμένος;

Να μη σ’ εμάλωσε κανείς από τους εδικούς σου»;

– «Εμέν’ κι αν μ’ εμαλώσανε η καρδούλα μου το ξέρει».

ΡΜΑ΄ Ο παπάς και η παπαδιά

Ένας παπάς λειτρούγαγε σ’ ένα ’ρημο ’κλησάκι,

Κι απ’ το πολύ λειτούργημα κι από την ψαλμωδιά του,

Εφάλαρε το χέρι του κ’ έπεσε το ποτήρι.

Ούλο το βιός του το ’δωκε, δε βρίσκει ελεημοσύνη.

Πουλάει και την παπαδιά, πουλάει τη μαυρομμάτα.

Παρασκευή την έλουζε, Σαββάτο τη χτενίζει,

Την Κυριακή τ’ απόγιομα τη βγάνει στο παζάρι.

– «Πόσο, παπά, την παπαδιά, πόσο τη μαυρομμάτα»;

– «Χίλια ’χει το ’να μάγουλο, χίλια ’χει και το άλλο,

Το λυγερό της το κορμί ξετιμημούς δεν έχει».

– «Στρώσε, παπά μου, την ποδιά για να σου τα μετρήσω».

ΡΜΒ΄ Ο Μητρο-ρίζος

Ο Μητρο-ρίζος πολεμάει με πέντε βιλαέτια,

Μπουλουμπασάδες δώδεκα κι ο Μητρο-βαρνακιώτης.

Ρωτάτε τα κλεφτόπουλα τα καλομαθημένα,

Να ’χουν οι κλέφτες άρματα να κάνουνε hαρέτσι.

– «Τώρα σαν πάτε βλέπετε πως είν’ αρματωμένοι,

Φορούν ασημοτραχηλιές τουφέκια πέρα πέρα (αργυρά)».

ΡΜΓ΄ Ο Διαμάντης

Τρεις περδικούλες κάθονται στον ήλιο και μαδιώνται,

Τον ήλιο τον εθάμπωσαν από την ομορφάδα.

Τον ήλιο και τον ουρανό τ’ άστρι και το φεγγάρι.

Ένα καράβι αρμένιζε στη μέση του πελάγου.

Μηδέ τόσο μικρό ήτανε μηδέ τόσο μεμάλο,

Χίλια κουπιά τη μια γεριά κι άλλα χίλια την άλλη.

Στην πρύμη βάνουν το σταυρό, στην πρώρη το βαγγέλιο·

Και στη δεξιά του τη μεριά κόρη αρρεβωνιασμένη,

Κ’ εβάσταβε στα χέρια της την Παναγιά γραμμένη.

Την Παναγιά και τον Χριστό τους δώδεκ’ αποστόλους.

ΡΜΔ΄ Ο αδημονών

Βρε τι τα θέλω τα φλωριά, βρε τι τα θέλω τ’ άσπρα!

Σαν δεν φιλώ τα μάτια σου, τον άσπρο τον λαιμό σου.

Δεν πρέπ’ εγώ να χαίρωμαι μηδέ κρασί να πίνω,

Μόν’ πρέπει να είμαι σ’ ερημιά και σε βαθύ λαγγάδι,

Να κοίτωμαι τ’ απίστομα να χύνω μαύρα δάκρυα,

Να κάνω βρύσες με νερά και βρύσες με πηγάδια,

Να ’ρχωνται η νιές να πλένουνε να πλένουν να λευκαίνουν.

Να ’ρθη κ’ εμέν’ γ η αγάπη μου να πλύνη να λευκάνη,

Να της θελώσω το νερό να την χασοημερήσω.

Μπέλτα και την εφίληγα στα μάτια και στ’ αφρύδια.

ΡΜΕ΄ Ο Μπουκουβάλας

Τρία πουλάκια κίνησαν jο μπιρμπίλι μ’ jο[23] από του Μπουκουβάλα,

Νύχτα και ημέρα περβατούν να παν να βρουν τον Κίτρο.

Μα πήγαν και τον ηύρανε jo μπιρμπ… στον ήλιο κ’ ελιαζόνταν.

Κι από μακρυά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε,

– «Γεια σου χαρά σου, Κίτρο μου».

– «Καλώς τα παλληκάρια».

– «Υγειαίς και χαιρετίσματα από τον Καπετάνιο.

Να ’ρθης, Κίτρο, να σμίξετε, να ’ρθης ν’ ανταμωθήτε»·

Μα του ’ρθε ’να παράπονο κι αρχίνησε να κλαίη.

«Πώς να ’ρθω ’γω να σμίξουμε και πώς ν’ ανταμωθούμε,

Που μ’ έχασ’ η κολλιάνιτσα, που μ’ έχασε η αρρώστια»;

ΡΜΣΤ΄ Ο τεμπέλης

Τεμπέλης εκοιμώτανε τριά χρόνια στο ραβδί του,

Κι ανάμεσα στα τέσσαρα εκόπη το ραβδί του,

Εξύπνησε ξανάϊνωσε τη στάνη του γυρεύει,

Αναζητάει τα πρόβατα κι αναζητάει τα γίδια,

Γερόλυκαν απάντησε, στέκει και τον ρωτάει.

– «Λύκο μην είδες πρόβατα, λύκο μην είδες γίδια»;

– «Το βλέπεις κείνο το βουνό που ’ναι ψηλ’ από τ’ άλλα;

Στη ρίζα βόσκουν πρόβατα και στην κορφή του γίδια.

Και στην κορφή κατάκορφα βγαίνει μια κρυοβρυσούλα».

ΡΜΖ΄ Ο Κιαχαγιάμπεϋς

Τρίτη τετάρτη χλιβερή πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή εξημέρωνε να μη ’χε ξημερώσει,

Πο’ βγήκ’ ο Κιαχαγιάμπεϋς μέσ’ στο Μωριά να πάη.

Μα ’καψε χώρες και χωριά, χωριά και βιλαέτια,

Την Πάτρα την περήφανη Βοστίτσα παινεμένη,

Κόρθο κολώνα του Μωριά και τ’ Άργος το καϋμένο.

Στην Τριπολιτσάν εδιάηκε στη ξακουσμένη χώρα,

Κιαμήλμπεϋς του μίλησε, Κιαμήλμπεϋς του λέει·

Επήρες τους τσοπάνιδες τους παληοζευγολάτες,

Κ’ ήρθες να πολεμήσωμε Μωριά τον ξακουσμένον;

Ταχύ σαν θέλεις πόλεμο με τον Κολοκοτρώνη,

Έβγα να πολεμήσετε στα Τρίκορφα στη ράχη.

Παρασκευή εξημέρωνε να μη ’χε ξημερώσει

Πο’ βγήκ’ από την Τριπολιτσάν να πάη στο Βαλτέτσι.

Κι ο Κυριακούλης του μιλάει κι ο Κυριακούλης λέει.

Πού πας βρε κερατόμπεϋ και συ σκυλαρβανίτη;

Δεν είν’ της Κόρθος τα χωριά κι Αργίτικα κορίτσια,

Εδώ το λένε Τρίκορφα, εδώ το λεν’ Βαλτέτσι.

ΡΜΗ΄ Η ακαμάτρα

Ούλοι μ’ οι κακοί γειτόνοι ακαμάτρα με φωνάζουν.

Κι ακαμάτρα ’γω δεν είμαι, όπως λεν’ και με φωνάζουν.

Πέντε μήνες έν’ αδράχτι, πότε το νεσ’ η πλατώνα;

Μα ’πιασε να τ’ αναλύση, να το καλοσυγυρίση,

Απ’ αυτί σ’ αυτί της γάτας και στου πόντικα το δόντι,

Κ’ είδε η γάτα το ποντίκι κι ανακάτωσε το νέμα,

Κι απ’ την πίκρα του νημάτου πέντε μήνες εκοιμάτο,

Και στους έξη όπ’ εσηκώθη, στο φαΐ ανασκουμπώθη,

Έτρωγε φουρνιές καρβέλλια κ’ έναν τράγο με τα γένεια,

Έτρωγε κι από ’ναν τσίρο, τράβαγε κι από ’ναν πείρο.

ΡΜΘ΄ Η συλληφθείσα εν τω κήπω κόρη

Είχα ’να, λιγοήμερη, είχα ’να περιβολάκι·

Είχα ’να περιβολάκι στρογγυλό σαν ρεβιθάκι.

Κ’ είχα με… λιγοήμερη, κ’ είχα μέσα τσαπουρνιές,

Κ’ είχα μέσα τσαπουρνιές κι ούλο αγριοκερασιαίες.

Και το μα… λιγ… και το μάθαν’ η κοπέλλαιες

Και το μάθαν η κοπέλλες και μου ’κόψαν τις μπουρνέλλες.

Φύλαξα, λιγ… φύλαξα στο φεγγαράκι,

Φύλαξα στο φεγγαράκι, πιάνω μ’ απ’ το ποδαράκι.

Σκούζει βα… λιγ… σκούζει βάζει κι ανακράζει,

Σκούζει βάζει κι ανακράζει, τον πατέρα της φωνάζει.

– «Τι φωνά… λιγ… τι φωνάζεις να σ’ αφήκω;

Τι φωνάζεις να σ’ αφήκω, τι ’θελες στον ξένον κήπο;».

ΡΝ΄ Οι μελαχροινές στ’ αμπέλι

Ψηλό βουνό θε ν’ αναιβώ, να στο ειπώ να μη στο ειπώ!

να φτιάσω κήπο,

μπέλτα και σε πετύχω.

Κήπο και παράκηπο, κοντοχαϊδεμένη μου!

κι ωρηόν αμπέλι,

και τόπον για να μπαίνη.

Να ’ρχωντ’ η μελαχροιναίες, να στο ειπώ, να μην στο ειπώ!

να κόβουνε σταφύλια,

να της φιλώ στα αχείλια.

ΡΝΑ΄ Τ’ αηδονάκι και τα επακόλουθα

Ένα ένα, ένα είν’ τ’ αηδονάκι και το χιλιδονάκι,

Πάντα το Μάη λαλεί,

λαλεί και κιλαϊδεί.

Είπαμε το ένα, ας πούμε και τα δύο, δύο ματάκια έχ’ ηκόρη,

ένα είν’ τ’ αηδονάκι και το χιλιδονάκι,

πάντα το Μάη λαλεί,

λαλεί και κιλαϊδεί.

Είπαμε το δύο, ας πούμε και το τρία· τρίποδι σιδεροστιά, δυο κλπ.[24] τέσσαρα βυζιά η γελάδα, πέντε δάχτυλα το χέρι, έξι αστέρια έχ’ η πούλια, εφταπάρθενο κοράσι, οχταπόδι της θαλάσσης, εννιά μήνους το παιδί, δέκα μήνους το μουσκάρι, έντεκα μηνών μουλάρι, δώδεκα μήνους ο χρόνος, δεκατρία είν’ τα φεγγάρια.

ΡΝΒ΄ Η Χριστίτσα του Πάνου

Να το είξερα, Χριστίτσα μου, που ήθελε να σε πάρουν.

Δε σ’ έστελν’ από τη στεριά παρ’ από του πελάγου.

Σ’ έστελνα στην Αρβανιτιά και στ’ Αρβανιτοχώρια,

Όπου είχα πύργο γυάλινο για να σε βάλω μέσα.

Να σε βουτίξω στο φλωρί και στο μαργαριτάρι.

Να γύριζ’ ο ντουνιάς τροχός σαν πως γυρίζ’ η ρόδα,

Να ’ρχόμουν πίσω στο Μωριά κι αγνάντια στην Νεμνίτσα.

Στην Πάτρα καν να σμίγαμε, εκεί ν’ ανταμωθούμε.

Να σ’ έβλεπα, Χριστίτσα μου, κι ας πέθαιν’ ο καϋμένος.[25]

ΡΝΓ΄ Το πιπέρι των καλογέρων

Να σας δει… μωρέ να σας δει… να σας δείξω ’γω κοπέλλες.

Να σας δείξω ’γω κοπέλλες πώς το τρίβουν το πιπέρι.

Πώς το τρί… μωρέ πώς το τρί… πώς το τρίβουν τοπιπέρι

Πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι.

Με το γό… μωρέ με το γό… με το γόνα τους το τρίβουν

Με το γόνα τους το τρίβουν

και το ψιλοκοπανίζουν.

Να σας δείξ. κλπ.

Με τη μύ… μωρέ με τη μύ… με τη μύτη τους το τρίβουν

Με τη μύτη τους το τρίβουν

και το ψιλοκοπανίζουν.

(Οι δύο πρώτοι στίχοι επαναλαμβάνονται εις απάσας τας στροφάς)

Με τη γλώσ… μωρέ με τη γλώσ… με τη γλώσσα τους το τρίβουν

Με τη γλώσσα τους το τρίβουν

και το ψιλοκοπανίζουν.

Με το κού… μωρέ με το κού… με το κούτελο το τρίβουν

Με το κούτελο το τρίβουν

και το ψιλοκοπανίζουν.

Με το σαγόνι, μωρέμε το σαγό… κλπ.

Με την κοιλιά κλπ.[26]


[1] Χωρίον εν τη πεδιάδι της Μεγαλοπόλεως.

[2] Δάρα χωρίον αλβανικόν πρωτεύουσα του δήμου Νάσων της Μαντινείας πέραν του Τράγου ποταμού· ο κάτ. Δαρειώτης, – ισσά – κατά τον κ. Ποταγόν η έξ. εστίν αλβαν. και σημ. ηλάγραν.

[3] Θέσις παρά τον Τράγον ΝΑ του χωρίου.

[4] Ο άλλως γνωστός παρ’ ημίν Κορδούρος.

[5] Νυν πανδοχείον «του Κυριάκου το χάνι».

[6] Θέσις εκατέρωθεν του χωρίου Παγκράτι του δήμου Κλειτορίας.

[7] Ο Πανταζής Πανταζόπουλος.

[8] Ο νυν Παληόπυργος.

[9] Πιστός, ποιμήν.

[10] Χοιροβοσκός, συβώτης· και ντορπαριό το συβώσιον.

[11] Μοι το έπεμψεν ο σεβ. αρχιμανδρ. κ. Ιερώνυμος Βογιατσής.

[12] Μαγγιάρικο = ουγγρικόν η κοιν. Κριμνίτσα· αφ’ ης ην, ως φαίνεται, περικεχρυσωμένον το όπλον της Ηρωίδος.

[13] Ο Παν. Δημητρακόπουλος εξ Αλωνισταίνης.

[14] Η σύζυγος του Νικ. Ταμπακοπούλου.

[15] Ο υπηρέτης του Ταμπακοπούλου.

[16] Η λέξις εστί τουρκική δηλούσα το ελλην. κύπελλον από μετάλλων διαφόρων κατασκευαζόμενον και συνήθως από αργύρου επιχρυσουμένου ενίοτε, ω χρώνται αντί ποτηρίου ενίοτε και μάλιστα εν οδοιπορίαις.

[17] Φανερόν ότι εστίν αυτή η αρχαία λέξις ναύκληρος παρεφθαρμένη, ήτις Ιωνικώς ελέγετο νιαύκλερος, ως και ημείς λέγομεν σίδερο τον σίδηρον, και ξερόν τον ξηρό κλπ.

[18] Ούτω κοινώς καλείται το λίκνον δια τε την πολλήν ομοιότητα προς επίσαγμα, και δια την κατασκευήν από δέρματος, δι’ ου περιβάλλουσι και τούτο το (επίσαγμα).

[19] Ποιητική αδεία ερρήθη τούτο. Το αληθές είναι ότι η γέφυρα σύγκειται από πολλών τόξων.

[20] Εν τω άσματι τούτω αδομένω υπό χορευόντων παρεμβάλλονται αι λέξεις «Ζουμπουλού ν αμάν» εν τω μέσω εκάστου στίχου και λέγεται ούτω μέρος του στίχου. Είτα παραλειπομένων τούτων, λέγεται ο έτερος ήμισυς ο παραλειφθείς. Π.χ. «Κινήσαν τρεις Ζουμπουλού ν αμάν, Κινήσαν τρεις αρχόντισσες. Είτα λέγεται όλος ο στίχος «Κινήσαν τρεις αρχόντισσες και τρεις καλές κυράδες». Ούτω γίνεται εις πάντας τους στίχους.

[21] Βάτικα, τα πόλ. παράλ. της Λακεδαίμονος, αι αρχαίαι Βοιαί.

[22] Μπαρδούνια, η κώμ. της Λακεδαίμονος, αι αρχαίαι Αμύκλαι.

[23] Το jο τούτο νομίζω είναι αυτό το αρχαίον σχετλιαστικόν επιφώνημα ιού.

[24] Εις έκαστον στίχον ή αριθμόν αναποδίζομεν μέχρι του ενός.

[25] Η Χριστίτσα, θυγάτηρ του Πάνου Αναγνωστοπούλου εκ Νεμνίτση του ημετέρου δήμου, ην δεσποινίς εξόχου και σπανίας ωραιότητος, άγουσα το 18 έτος περίπου της ηλικίας αυτής, ότε το 1825 μετ’ άλλων απήχθη αιχμάλωτος υπό των τούρκων παρά του Μυλάοντα ποταμόν (εις θέσιν πλατανογιόφυρο). Απελευθερωθείσα δε τω 1828 αφήκεπαρά τω συζύγω Οθωμανώ υιόν.

Γεώργιος ιερεύς Γεωργόπουλος

[26] Σημειωτέον ότι εις την απαγγελίαν εκάστου μέλους δέον να κλίνωσιν άπαντες οι χορευταί και να εγγίζωσι δια τούτου το έδαφος, φυλαττομένου του ρυθμού, μετά την ανέγερσιν.


 [Α1]Δεν βρήκα το αντίστοιχο

6 Comments

Comments are closed.