Skip to content Skip to footer

Ελληνικός Τύπος

Η μελέτη του ελληνικού Τύπου, τόσο κατά την προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και τις αρχές της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού οι εφημερίδες αποτελούν σημαντικά τεκμήρια της εποχής και η μελέτη τους ανανεώνει τη ματιά του σύγχρονου μελετητή όσον αφορά τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά της.

Η ανάπτυξη της ελληνικής δημοσιογραφίας αρχικά εντάσσεται στην ανοδική πορεία του Ελληνισμού κατά τον 18ο αιώνα, λόγω των ευνοϊκών συνθηκών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών, που είχαν διαμορφωθεί στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και ιδιαίτερα στη Βιέννη και σχετιζόταν με την προσπάθεια φωτισμού του υπόδουλου Γένους, στην πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, στην ενημέρωση για επίκαιρα γεγονότα, καθώς και τη μετάδοση των νέων φιλελεύθερων ιδεών. Η τυπογραφική και εκδοτική δραστηριότητα συνδεόταν με την ακμάζουσα εμπορική αστική τάξη, η οποία ήταν φορέας του νέου πνεύματος του Διαφωτισμού, που θα συντελούσε μέσω της παιδείας στην πνευματική και ηθική προετοιμασία και θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του Γένους.

Έπειτα κατά την περίοδο της Επανάστασης δημιουργήθηκε η ανάγκη ενημέρωσης για τα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα, εμψύχωσης των Ελλήνων αλλά και σταδιακής διαμόρφωσης συλλογικής πολιτικής συνείδησης στο πλαίσιο της δημιουργίας κράτους. Οι εφημερίδες που εκδόθηκαν σε πόλεις-κλειδιά της διεξαγωγής του Αγώνα, καταγράφουν όχι μόνο τα γεγονότα και την εξέλιξη του Αγώνα σε όλα τα επίπεδα, αλλά πραγματεύονται και θέματα σχετικά με την πολιτική θεωρία, τη νομοθεσία, τους συνταγματικούς θεσμούς, την παιδεία και τον πολιτισμό. Η αντίληψη επομένως των εκδοτών τους, ανθρώπων που είχαν μόρφωση, αλλά συχνά εξυπηρετούσαν και συγκεκριμένες ομάδες εξουσίας, ήταν ότι ο ρόλος του Τύπου είναι ενημερωτικός αλλά και μορφωτικός. Παράλληλα είχαν στόχο την ενημέρωση της ξένης κοινής γνώμης για το δίκαιο του Αγώνα και την αλλαγή στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων, υπέρ του Αγώνα.

Η παρουσία του ελληνικού Τύπου από τα τέλη του 18ου ως τα μέσα του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την Αικ. Κουμαριανού, εκπροσωπεί και εκφράζει τρεις σημαντικές περιόδους της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας:

Α. Την προεπαναστατική περίοδο: εποχή της προετοιμασίας, όταν η οθωμανική κυριαρχία έβαινε προς το τέλος της και ο Ελληνισμός, κυρίως της Διασποράς, συγκέντρωνε τις δυνάμεις του για τη χειραφέτηση, με τελικό στόχο την Επανάσταση.

Β. Τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας: εποχή αγώνων, συγκρούσεων, μαζών αλλά και εμφυλίων πολέμων, που απέβλεπαν στην αποτίναξη του ζυγού και στη συγκρότηση ελεύθερου κράτους. Η εποχή αυτή τελειώνει με την Καποδιστριακή περίοδο.

Γ. Την Οθωνική περίοδο, όταν μετά την επίτευξη της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, εντάθηκαν ο αγωνίες για τη διαμόρφωση των ελεύθερων θεσμών και του δημοκρατικού βίου, βασισμένου σε συνταγματική τάξη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέταση των όρων λειτουργίας του Τύπου, αφού η ελευθεροτυπία κατοχυρώθηκε συνταγματικά από το Σύνταγμα του 1823, όμως εκτός από τις επίσημες εφημερίδες της διοίκησης, συχνές ήταν οι παρεμβάσεις της εξουσίας με περιοριστικά μέτρα (π.χ. εποχή Καποδίστρια ή Όθωνα).

Προεπαναστατικός Τύπος 1790-1821

Η ιστορία του ελληνικού Τύπου ξεκινάει στα τέλη του 18ου αιώνα, εκτός των συνόρων της Οθωμανικής αυτοκρατορία, όταν παράλληλα με τα μηνύματα της Γαλλικής επανάστασης και το φιλελεύθερο κλίμα που είχε δημιουργηθεί σε όλη τη «φωτισμένη» Ευρώπη, αρχίζουν να κυκλοφορούν έντυπα στην ελληνική γλώσσα, που στόχευαν στη διάδοση μηνυμάτων αφύπνισης του υπόδουλου ελληνισμού. Τα έντυπα αυτά εκδίδονταν από τον Ελληνισμό της Διασποράς και αποτέλεσαν μέσο μεταφοράς ιδεών και προαγωγής της παιδείας. Έτσι στο Παρίσι, στη Βιέννη, στο Λονδίνο, καταγράφονται προσπάθειες έκδοσης ελληνικών φύλλων, γεγονός που υποδηλώνει τόσο την ανοδική πορεία του Ελληνισμού, όσο και την ανάγκη για πληροφόρηση και επικοινωνία, ανάμεσα στα μέλη της ανερχόμενης αστικής τάξης των παροικιών και τους υπόλοιπους Έλληνες. Πρωτεύον θέμα η «μετακένωση» των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και ο φωτισμός του σκλαβωμένου Γένους μέσω της ανάλυσης θεμελιωδών ιδεών όπως η «ελευθερία», η δικαιοσύνη, η αρετή, ώστε να διεκδικήσει την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία του.

Ως χρονολογία έναρξης του Ελληνικού Τύπου θεωρείται το 1784, όταν ο Γεώργιος Βεντότης έκανε την πρώτη απόπειρα για έκδοση ελληνικής εφημερίδας στη Βιέννη. Παρότι δεν έχει σωθεί κανένα φύλλο από την εφημερίδα που εξέδωσε, λόγω της γρήγορης απαγόρευσης της κυκλοφορίας του εντύπου από τις αυστριακές αρχές, μετά από παρέμβαση της Οθωμανικής Πύλης, φαίνεται ότι στόχευε στην κάλυψη των αναγκών της επικοινωνίας της ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας και στην εξυπηρέτηση των εμπορικών και οικονομικών της συμφερόντων και αναγκών.

Ακολούθησαν επανειλημμένες αιτήσεις προς τις αυστριακές αρχές για άδεια έκδοσης ελληνικής εφημερίδας, έως το 1790 (31/12) που εκδόθηκε από τους αδελφούς Μαρκίδες Πουλίου από τη Σιάτιστα η «Εφημερίδα», στη Βιέννη. Σκοπός τους ήταν να παρέχουν μια επιλογή «αξιοδιηγήτων πραγμάτων, όχι μόνο πολεμικών, αλλά και πολιτικών και μάλιστα οικονομικών». Ήταν ένα τετρασέλιδο δίστηλο, με περιεχόμενο που περιλάμβανε πολιτικούς προβληματισμούς, πολιτικές επιδιώξεις, εξωτερικές ειδήσεις και πληροφορίες που αφορούσαν τον Ελληνισμό καθώς και στοιχεία για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Συνεργάτης της «Εφημερίδος» ήδη από τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας της υπήρξε ο Ρήγας Βελεστινλής. Η έκδοση του εντύπου, που ήταν γραμμένο στα ελληνικά, οδήγησε στην παρέμβαση των Οθωμανών, οι οποίοι περιέκοψαν μέρος της ύλης από τα περιεχόμενα της εφημερίδας που κυκλοφορούσαν στην επικράτειά τους. Η «Εφημερίς» εκδιδόταν μέχρι το 1797. Παράλληλα στο ίδιο τυπογραφείο τυπωνόταν και η σερβική εκδοχή της, στο πλαίσιο της πολιτικής του Ρήγα για κοινές προσπάθειες όλων των βαλκανικών λαών. Η κυκλοφορία της απαγορεύτηκε όταν συνελήφθησαν ο Ρήγας και οι συνεργάτες του. Τότε οι αυστριακές αρχές έκλεισαν το τυπογραφείο, στο οποίο είχαν εκδοθεί αρκετά βιβλία του Ρήγα, μεταξύ των οποίων και η περίφημη «χάρτα» του.

Η σημασία της έκδοσης και κυκλοφορίας των συγκεκριμένων εντύπων ήταν μεγάλη, καθώς συνέβαλε στην εγρήγορση του ελληνικού στοιχείου, υπήρξε μέσο διάδοσης των ιδεών του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και ήταν το πρώτο δημοσιογραφικό έντυπο που κυκλοφορούσε ευρέως στο χώρο του Ελληνισμού. Ως δημοσιογραφικό όργανο των Ελλήνων πατριωτών της Βιέννης η «Εφημερίς» δημοσίευσε και έκανε γνωστό στους αναγνώστες της τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του πολίτη» καθώς και το Σύνταγμα της Γαλλικής Επανάστασης.

Πολύ σημαντική είναι επίσης η έκδοση στη Βιέννη του πρώτου φιλολογικού περιοδικού εντύπου «Ερμής ο Λόγιος», το οποίο υπήρξε έκφραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και εκδόθηκε από τον Άνθιμο Γαζή. Κυκλοφόρησε από το 1811-1821 και επικεντρώθηκε κυρίως στα θέματα παιδείας και γλώσσας. Εμπνευστής του περιοδικού ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής και συνεργάστηκαν για την έκδοσή του σημαντικοί λόγιοι και διανοούμενοι. Κυκλοφορούσε σε πάνω από 40 ελληνικές και ευρωπαϊκές πόλεις και υπήρξε το μακροβιότερο ελληνικό προεπαναστατικό έντυπο. Στο θέμα της διαμάχης γύρω από τη γλώσσας, το περιοδικό υποστήριζε την «κοινή γλώσσα», στην οποία θα είχαν πρόσβαση όλοι όσοι αποτελούσαν την εθνική κοινότητα με παράλληλη διδασκαλία της αρχαίας, όχι με τη λογική του παραδοσιακού σχολαστικισμού αλλά με στόχο την κοινωνική, πολιτική και ηθική διαπαιδαγώγηση των ομογενών τους και τη συνειδητοποίηση της υψηλής καταγωγής και της θέσης τους στο σύγχρονο κόσμο. Οι γλωσσικές απόψεις αυτές απηχούσαν τις ιδέες του Αδ. Κοραή, περί γλωσσικής συνέχειας της νέας με την αρχαία γλώσσα και την ανάγκη «κάθαρσης» της ομιλουμένης από τα «βαρβαρικά» της στοιχεία.

Γενικότερα το περιεχόμενο του περιοδικού στόχευε στο «φωτισμό του Γένους» μέσω της παιδείας. Επίσης μέσω του περιοδικού προωθήθηκε για πρώτη φορά ο δημόσιος διάλογος, αφού αναγνώστες και συνεργάτες είχαν τη δυνατότητα να δημοσιεύουν επιστολές, άρθρα και σημειώματα και να ανταλλάσσουν ιδέες, πληροφορίες, απόψεις και επιχειρήματα σε σημαντικά πνευματικά, κοινωνικά ή πολιτικά θέματα. Μέσα από τις σελίδες του οι Διαφωτιστές λόγιοι προσπάθησαν να κάνουν πράξη τη «μετακένωση» των επιτευγμάτων των «φωτισμένων» εθνών της Ευρώπης στους Έλληνες.

Εκτός από τον «Λόγιο Ερμή», την ίδια εποχή εκδιδόταν στη Βιέννη η «Καλλιόπη», το περιοδικό των αρχαϊστών (1819-21), η βραχύβια εφημερίδα «Ειδήσεις για τα Ανατολικά μέρη» (1811), από τον Ευφρόνιο Πόποβιτς και τον Ιανουάριο του 1812, από τον γιατρό Δ. Αλεξανδρίδη, ο «Ελληνικός τηλέγραφος» (1812-1836). Το τελευταίο έντυπο, τρισεβδομαδιαίο, ειδησεογραφικό, κάλυπτε τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας για ενημέρωση και πληροφόρηση σε θέματα που αφορούσαν την πολιτική, την οικονομία και την πνευματική πρόοδο του Γένους. Παράλληλα ο Δ. Αλεξανδρίδης κυκλοφορούσε από το 1817 ένα φιλολογικό έντυπο με τον τίτλο «Φιλολογικός Τηλέγραφος, ήτοι Ελληνικού Τηλεγράφου Φιλολογικά».

Στο Παρίσι, εκτός από τη «Μέλισσα», περιοδικό με προοδευτικές και συχνά ακραία μαχητικές τάσεις, εκδίδονταν και άλλα συντηρητικότερα, όπως το «Μουσείον» (1818) και η «Αθηνά»(1819), ενώ τον ίδιο χρόνο προετοιμαζόταν η έκδοση του περιοδικού «Ίρις ή Τα Νέα Ελληνικά» στο Λονδίνο που δεν εκδόθηκε.

Οι έντεκα εφημερίδες, που εκδόθηκαν κατά την περίοδο αυτή, δείχνουν τη σπουδαιότητα των δημοσιογραφικών ενασχολήσεων ορισμένων ελληνικών κύκλων. Οι πληροφορίες για την οικονομική ενίσχυση, έστω και περιορισμένη, ατόμων και συλλογικών σωμάτων (Ιωάννης Βαρβάκης, Αλέξανδρος Καλλιμάχης, ως εκπρόσωπος των Ηγεμονιών, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας και άλλοι) προς τα δημοσιογραφικά φύλλα, εκφράζουν το ενδιαφέρον και τη συνοχή των κοινωνικών ομάδων που εργάζονταν για τη διάρκεια και την επιβίωσή τους.

Μέσα από όλα αυτά τα έντυπα, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την ελληνική πνευματική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, όπως διαμορφωνόταν τη δεκαετία πριν την Επανάσταση. Έτσι ο προεπαναστατικός Τύπος λειτούργησε ως εκφραστής αυτής της περιόδου της προετοιμασίας και αναμονής κατά την ειρηνική αυτή αγωνιστική φάση. Επομένως δεν μπορούσε να εξακολουθήσει να λειτουργεί στην επαναστατημένη πλέον Ελλάδα, αφού η Επανάσταση δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα.

Εφημερίδες κατά τη διάρκεια

του Αγώνα 1821-1827

Η εξάπλωση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 δημιούργησε την ανάγκη κυκλοφορίας εντύπων που θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες του Αγώνα. Έτσι, σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της Επανάστασης, κυκλοφόρησαν εφημερίδες στην Ελλάδα, με στόχο να επιτευχθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα η διάδοση ειδήσεων και πληροφοριών σχετικών με την εξέλιξη του Αγώνα.

Η έκδοση εφημερίδων σε όλη τη διάρκεια του πολέμου και στα επόμενα κρίσιμα χρόνια δείχνει τη σταθερή αντίληψη ορισμένων ατόμων και ομάδων για τη χρησιμότητα και την ανάγκη της δημοσιότητας. Πολλοί από τους «εφημεριδογράφους» αυτής της περιόδου ήταν Έλληνες της Διασποράς που επέστρεψαν στην Ελλάδα και είχαν ασχοληθεί με τα δημοσιογραφικά φύλλα και τα προεπαναστατικά χρόνια, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, εκδότης του «Λόγιου Ερμή» από το 1813.

Τα έντυπα του Αγώνα απέκτησαν πολύ μεγάλη σημασία στην εξέλιξη της Επανάστασης και δεν αποτελούσαν μόνο μέσο πληροφόρησης και προπαγάνδας, αλλά και σημαντικό όργανο της ανεξαρτητοποίησης και της διαμόρφωσης της παιδείας αλλά και της «παλιγγενεσίας».

Η δημοσιογραφική δραστηριότητα εκδηλώθηκε κατά την περίοδο αυτή με τη μορφή χειρόγραφων και έντυπων εφημερίδων, ανάμεσα στις οποίες ήταν και ξενόγλωσσες, με σκοπό την ενημέρωση της ξένης κοινής γνώμης για τις εξελίξεις του Αγώνα.

Χειρόγραφες εφημερίδες

Οι πρώτες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν ήταν χειρόγραφες, αφού δεν υπήρχαν ακόμη οι τυπογραφικοί μηχανισμοί, με σκοπό να γίνουν γνωστές οι ειδήσεις για την πρόοδο και την εξέλιξη του πολέμου. Η έγκαιρη εμφάνιση των χειρόγραφων εφημερίδων επιβεβαιώνει τη σημασία του Τύπου σε κρίσιμες περιστάσεις, όταν η πληροφόρηση είναι τόσο αναγκαία, ώστε να επιδιώκεται ακόμη και στην πιο πρόχειρη μορφή της.

Τρεις ήταν οι χειρόγραφες εφημερίδες της επαναστατικής περιόδου.

1. Η «Εφημερίδα του Γαλαξιδίου», η «ψευτοεφημερίδα», όπως την αποκάλεσαν, αφού συχνά δημοσίευε ολότελα φανταστικές ειδήσεις, κυκλοφόρησε από τον πρώτο μήνα της Επανάστασης. Στο φύλλο της 27 Μαρτίου 1821 υπάρχουν πληροφορίες συχνά παραποιημένες ή και φανταστικές σχετικά με τη δήθεν συμπαράσταση των ξένων και ιδιαίτερα της Ρωσίας στον Αγώνα. Αυτό το γεγονός αποτελεί ενδεικτικό για τις ελπίδες που έτρεφαν οι Έλληνες στην αρχή του Αγώνα για την ξένη βοήθεια.

2. Η «Εφημερίς Αιτωλική» (Μεσολόγγι, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1821, πιθανός εκδότης ο Αθανάσιος Λουριώτης. Μετριοπαθέστερη και πιο συγκρατημένη, καταχώριζε όμως και αυτή στοιχεία που δεν ήταν ακριβή. Σκοπός ήταν να ξεπεραστούν οι δισταγμοί και να πεισθούν οι αναποφάσιστοι να συμμετέχουν στον Αγώνα.

3. Ο «Αχελώος», εκδιδόταν επίσης στη Δυτική Στερεά, στο Βραχώρι, τον Φεβρουάριο του 1822. Συντάκτης και εκδότης πρέπει να ήταν ο Ν. Λουριώτης, αφού το όνομα και ο τίτλος του «Αρχιγραμματεύς της Δυτικής Ελλάδος» αναγράφεται ύστερα από τον τίτλο. Δημοσίευε τα θεσπίσματα και τις αποφάσεις της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, της οποίας η σφραγίδα υπήρχε στην πρώτη σελίδα. Μετά τον τίτλο υπήρχε ο υπότιτλος «Εφημερίς πολιτική της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», υπήρξε επομένως πρόδρομος των επίσημων κυβερνητικών φύλλων, επιτελώντας το έργο που ανέλαβαν αργότερα οι εφημερίδες της Διοίκησης. Οι ειδήσεις που καταχωρίζονταν στον «Αχελώο», αναφέρονταν σε θέματα σχετικά με τη διοίκηση, ενέργειες γερουσιαστών, διορισμούς, δραστηριότητες του προέδρου της Γερουσίας Αλ. Μαυροκορδάτου και τις διαπραγματεύσεις για σύμπραξη Ελλήνων και Αλβανών.

Η τεχνική διαδικασία για τη σύνταξη, τη συγγραφή και την κυκλοφορία των χειρόγραφων φύλλων διαφέρει. Ο εκδότης συνέλεγε στοιχεία και έγραφε ο ίδιος το πρώτο ή τα πρώτα φύλλα. Αυτά τα αντέγραφαν και τα έστελναν με πεζοδρόμους στις γύρω πόλεις ή απέναντι στην Πελοπόννησο. Εκεί αντέγραφαν το κάθε φύλλο και το προωθούσαν, εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή διάδοσή τους. Σοβαρό εμπόδιο εξάλλου για τη διάδοση του Τύπου ήταν η έλλειψη ταχυδρομικής υπηρεσίας.

Έντυπες εφημερίδες

Η οργάνωση τυπογραφικού μηχανισμού ευνόησε την έκδοση δημοσιογραφικών φύλλων στα σημαντικότερα ελληνικά αστικά κέντρα: Μεσολόγγι, Αθήνα, Ναύπλιο, Ύδρα, που αποτελούσαν και σημαντικά κέντρα του Αγώνα.

1. «Σάλπιγξ Ελληνική», Καλαμάτα, Αύγουστος 1821. Εκδότης ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Στο μικρό τυπογραφείο που έφερε μαζί του ο Δημήτριος Υψηλάντης εκτυπώθηκε η μονόφυλλη «Ανακήρυξις», «Εν Καλαμάτα Α΄ έτει της ελευθερίας (1821)», για να αναγγελθεί η πρώτη έντυπη ελληνική εφημερίδα. Η επιλογή του Θεόκλητου Φαρμακίδη είχε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία του σε θέματα του Τύπου, η συγκροτημένη του παιδεία και η μακροχρόνια παραμονή του στη Δύση, εξαιτίας της οποίας είχε γνώση των ζητημάτων της εποχής.

Η εφημερίδα εξέδωσε μόνο τρία τεύχη, την 1η, 5η και 20 Αυγούστου 1821, εξαιτίας της άρνησης του Φαρμακίδη να υποταχτεί στην προληπτική λογοκρισία. Παρόμοια προβλήματα στις σχέσεις των εκδοτών με την επαναστατική εξουσία υπήρξαν και στη συνέχεια, λόγω της διαφορετικής ερμηνείας του άρθρου του Συντάγματος «Περί ελευθεροτυπίας», που θεσπίστηκε από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (Μάρτιος – Απρίλιος 1823).

Από τον Φεβρουάριο του 1822 που κυκλοφόρησε για λίγο διάστημα η χειρόγραφη εφημερίδα, μέχρι τον Ιανουάριο του 1824 που πραγματοποιήθηκε στο Μεσολόγγι η έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών», πέρασε χωρίς εφημερίδες. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη εξοπλισμένων τυπογραφείων και τυπογράφων και των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Τύπου.

Το Δεκέμβριο του 1823, μέλη του «Φιλελληνικού κομιτάτου» του Λονδίνου, ο Βύρων, ο Νάπιερ και ο συνταγματάρχης Στάνχοπ ήρθαν στην Ελλάδα με σκοπό να βοηθήσουν στη διαχείριση του α΄ αγγλικού δανείου. Ανάμεσα στο υπόλοιπο υλικό που έφεραν, ήταν και ο αναγκαίος τυπογραφικός εξοπλισμός για την εξασφάλιση της έκδοσης εφημερίδας. Έτσι, χάρη στην ύπαρξη του τυπογραφικού εξοπλισμού και της επιμονής, ιδιαίτερα του Στάνχοπ, οπαδού της ελευθεροτυπίας, εκδόθηκαν το 1824 τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσολόγγι, η «Εφημερίς των Αθηνών» στην Αθήνα και η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», αρχικά στο Ναύπλιο, καθώς και «Ο φίλος του Νόμου» στην Ύδρα, σε αρχικά πρόχειρο και μετά εκσυγχρονισμένο τυπογραφείο που έστειλε ο Γάλλος φιλέλληνας λόγιος και εκδότης Didot, μετά την παρακίνηση του Αδ. Κοραή.

2. «Ελληνικά Χρονικά», Μεσολόγγι, 1 Ιανουαρίου 1824 – 20 Φεβρουαρίου 1826. Εκδότης ο Ελβετός γιατρός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγιερ. Η εφημερίδα αυτή, δισεβδομαδιαία, υπήρξε η κατεξοχήν εφημερίδα της Β΄ πολιορκίας του Μεσολογγίου, γι’ αυτό και αποτελεί μοναδική πηγή πληροφοριών, έως τις 20 Φεβρουαρίου 1826, όταν αιγυπτιακή βόμβα κατέστρεψε το τυπογραφείο. Κυκλοφόρησαν συνολικά 226 φύλλα, στα οποία καταγράφεται η πολεμική και διοικητική οργάνωση της Δυτικής Ελλάδας, οι πολεμικές (χερσαίες αλλά και ναυτικές συγκρούσεις), ενώ παρέχονται ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες για το κλίμα που επικρατούσε στο Μεσολόγγι κατά τη Β΄ πολιορκία, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους μήνες της πολιορκίας, που καταχωρίζονται ημερολογιακά όλα τα στοιχεία που αφορούν τις συγκρούσεις των ηρωικών υπερασπιστών της πόλης.

Η παρουσία του Βύρωνα και του Στάνχοπ, του Pietro Gamba, γραμματέα του Βύρωνα, εκδότη της ξενόγλωσσης εφημερίδας «Telegrafo Greco» και άλλων φιλελλήνων, είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιάζονται και πάρα πολλά στοιχεία για το φιλελληνικό κίνημα. Επίσης δημοσιεύονταν φιλολογικά άρθρα από σημαντικές προσωπικότητες. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον αποτελεί επίσης το γεγονός ότι δημοσίευαν επώνυμα άρθρα συνεργατών (Θ. Νέγρης, Σπ. Τρικούπης κ.ά.), οι οποίοι διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και ανέλυαν πολιτικές έννοιες, όπως δημοκρατία, ελευθερία, μοναρχία, δικαιοσύνη, δημοσιότητα, ελευθεροτυπία. Ο Μάγιερ έδειχνε σεβασμό προς τη Διοίκηση, όμως συχνά συγκρουόταν με την πολιτική ηγεσία, όταν θεωρούσε ότι οι ενέργειές της έθιγαν τα δικαιώματα των πολιτών.

3. «Εφημερίς των Αθηνών». Σαλαμίνα, Αθήνα, 20 Αυγούστου 1824 – Απρίλιος 1826. Εκδότης ο Γεώργιος Ψύλλας. Η εφημερίδα αυτή, παρόλο που προβάλλει, όπως και οι υπόλοιπες, κατά κύριο λόγο τις πολεμικές ειδήσεις, στις σελίδες της φαίνεται η επιδίωξη του συντάκτη «εφημεριδογράφου» να πετύχει την αφύπνιση και την τόνωση των συνειδήσεων των αναγνωστών. Έτσι, μαζί με τα θέματα της άμεσης επικαιρότητας που αφορούν τις πολεμικές συγκρούσεις ή τις εμφύλιες διαμάχες, περιλαμβάνονται άρθρα για το πολίτευμα, τους θεσμούς, την ελευθεροτυπία και τη σημασία του Τύπου, καθώς και για την πολιτική. Επίσης είναι έντονη στις σελίδες της η παρουσία κειμένων που αφορούν την ποίηση, τη λογοτεχνία και την πνευματική ζωή της Αθήνας, όπως σχετικά με τη «Φιλόμουση Εταιρεία» ή την πρόοδο των σχολείων.

Είναι γραμμένη στη δημοτική γλώσσα και εκφράζει την πίστη του εκδότη στη «φυσική φωνή του έθνους». Όπως και οι άλλες εφημερίδες του Αγώνα, είχε σαφή τοπικό χαρακτήρα και στενή σχέση με τον Ι. Γκούρα.

4. «Ο φίλος του Νόμου»: Ύδρα, 10 Μαρτίου 1824 – 27 Μαΐου 1827. Εκδότης ο Ιταλός νομικός Ιωσήφ Κιάππε. Εκδίδονταν δύο φύλλα την εβδομάδα και, καθώς υπήρξε η μακροβιότερη όλων, κυκλοφόρησαν 296 φύλλα. Τυπωνόταν, όπως αναφέρθηκε, σε σύγχρονο τυπογραφείο που είχε δωρίσει ο φιλέλληνας Didot. Κατά τη διάρκεια της έκδοσής της υπήρξε κατά περιόδους και επίσημο φύλλο της κυβέρνησης. Η εφημερίδα αυτή ήταν άμεσα εξαρτημένη από τους αδελφούς Λάζαρο και Γεώργιο Κουντουριώτη, γεγονός που αιτιολογεί και τη δριμεία κριτική της απέναντι στην εξουσία, όταν δεν την ασκούσαν οι ίδιοι. Η έντονα τοπική της χροιά σχετίζεται με το σημαντικό ρόλο της Ύδρας στην Επανάσταση.

Στο διάστημα Απρ. 1824 – Οκτ. 1825, όταν εκπροσωπούσε τη Διοίκηση, ο «Φίλος του Νόμου» είχε τον τίτλο «Ο Φίλος του Νόμου. Εφημερίς της Διοικήσεως και της νήσου Ύδρας». Στο διάστημα αυτό δημοσίευε αποφάσεις, ψηφίσματα, πράξεις, εγκυκλίους κυβερνητικές καθώς και τα πρακτικά του Βουλευτικού. Από τον Οκτώβρη του 1825, όταν η εφημερίδα έπαυσε να έχει την επίσημη ιδιότητά της, αυξήθηκε η αρθρογραφία που αναφερόταν στους θεσμούς και στους τρόπους της σωστής εφαρμογής τους. Από το 1827 και μετά γίνεται πολύ έντονη η κριτική της στην εξουσία καθώς και η εμφάνιση κειμένων που απέβλεπαν στη διαμόρφωση των δημοκρατικών συνειδήσεων. Πολλά από αυτά υπογράφει ο Παναγιώτης Σούτσος, εκφραστής στα χρόνια 1826-27, του αιτήματος για την προάσπιση των συνταγματικών ελευθεριών.

5. «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος», Ναύπλιο, Αίγινα, Πόρος, Οκτώβριος 1825 – Μάρτιος 1832. Εκδότες: Θεόκλητος Φαρμακίδης, Γεώργιος Χρυσίδης, Ιωάννης Γιαλάτσας. Υπήρξε το επίσημο όργανο της Διοίκησης, για επτά χρόνια. Στο διάστημα αυτό δημοσίευσε επίσημα έγγραφα και αποφάσεις, τα Πρακτικά του Βουλευτικού, ανακοινώσεις της κυβέρνησης, προγράμματα των κυβερνήσεων. Στην α΄ φάση, όταν εκδότης ήταν ο Θ. Φαρμακίδης, εκτός από το τυπικό περιεχόμενο των επίσημων κυβερνητικών οργάνων, είχε στόχο και τη διαπαιδαγώγηση του κοινού, γι’ αυτό και η έκδοσή της ήταν υψηλής στάθμης με πλούσια ύλη, παρμένη από τον ευρωπαϊκό Τύπο. Ο ίδιος ήταν μετριοπαθής, παράλληλα όμως ασκούσε έλεγχο στις κυβερνητικές πράξεις και δημοσίευε άρθρα που προωθούσαν τη δημοκρατική αντίληψη. Μετά από έξι μήνες όμως, απομακρύνθηκε λόγω διαφωνιών από την κυβέρνηση και παρά το γεγονός ότι το Βουλευτικό τον αποκατέστησε ύστερα από πίεση που δέχτηκε από κοινοβουλευτικές άνδρες, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ήταν το πρώτο δείγμα παρέμβασης της Διοίκησης στον Τύπο.

Το 1827 η «Αντικυβερνητική Επιτροπή» διόρισε στη θέση του Φαρμακίδη το Γεώργιο Χρυσίδη. Η αντικατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το πνεύμα της κυκλοφορίας της «Γενικής εφημερίδος», η οποία ενώ επί Φαρμακίδη είχε σκοπό να υπηρετήσει την ελευθερία του Τύπου, πιστεύοντας στη χρησιμότητα του Τύπου ως αγαθού παιδείας σύμφωνα με το πνεύμα του Διαφωτισμού, επί Χρυσίδη είχε σκοπό να ευθυγραμμιστεί με τη θέληση της εξουσίας, ελέγχοντας την κοινή γνώμη και περιορίζοντας την ελευθερία της έκφρασης.

Τον Δεκέμβριο του 1831 τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Ιωάννης Γαλιάτσας, φίλος του Αυγουστίνου Καποδίστρια. Στο διάταγμα με το οποίο του ανατίθεται το λειτούργημα, προβλέπεται για πρώτη φορά και η αντιμισθία του εκδότη (200 φοίνικες το μήνα).

Μέχρι το Μάρτη του 1832 που εκδιδόταν, διακατεχόταν από καποδιστριακό πνεύμα και μετά την επικράτηση των Συνταγματικών καταργήθηκε. Στη θέση της από τον Απρίλιο του 1832 κυκλοφόρησε η «Εθνική Εφημερίς» με την ιδιότητα του επίσημου φύλλου των ελληνικών κυβερνήσεων, με εκδότη τον Γ. Χρυσίδη. Η έκδοσή της διακόπηκε το Φεβρουάριο του 1833, με το βασιλικό διάταγμα «Περί ιδρύσεως της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος», μετά την έλευση του βασιλιά Όθωνα.

6. «Ανεξάρτητος εφημερίς της Ελλάδος». Ύδρα, Αίγινα, 29 Ιουλίου 1827 – 29 Μαΐου 1828. Εκδότης: Παντελής Κ. Παντελής. Ο εκδότης ήταν Υδραίος, πρώην ναυτικός, δεν ήταν λόγιος, ούτε ανήκε στο χώρο της πολιτικής, με ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ο ίδιος μέσω της εφημερίδας αυτής υπερασπίστηκε τις δημοκρατικές συνταγματικές ελευθερίες και δεν δίσταζε να κρίνει τη Διοίκηση, τους «Κοτζαβάσιδες» ή τους Φαναριώτες, για τους οποίους έγραφε «μαθημένοι να παχύνωνται αργοί εις τα αίματα της Μολδοβλαχίας… ετοιμάζονται ως λιμοκτονημέναι μυίαι να πετάξωσι εις την ταλαίπωρον Ελλάδα, με την ελπίδα να την φλεβοτομήσωσι». Ανάλογη γλώσσα μεταχειρίστηκε και για να καταγγείλει ενέργειες της «Αντικυβερνητικής Επιτροπής» που θεωρούσε αντιδημοκρατικές. Παρά το γεγονός ότι όταν μετέφερε την έδρα της εφημερίδας στην Αίγινα ήταν διαλλακτικός απέναντι στον Κυβερνήτη, ο ίδιος ο Καποδίστριας ανακοίνωσε στον εκδότη το κλείσιμο της εφημερίδας το Μάιο του 1828.

Ο Τύπος από το 1828 έως το 1832

Από το 1827 και εξής η ελευθεροτυπία περιορίστηκε σημαντικά, καθώς η Διοίκηση προσπαθούσε πλέον να την κατευθύνει. Έτσι το 1826 σταμάτησαν λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων να κυκλοφορούν τα «Ελληνικά Χρονικά» και η «Εφημερίς των Αθηνών», ενώ το 1827 σταμάτησε να κυκλοφορεί ο «Φίλος του Νόμου», τρία ανεξάρτητα και ισχυρά δημοσιογραφικά φύλλα. Η μόνη που παρέμεινε ήταν η «Γενική Εφημερίς τη Ελλάδος», με περιορισμένους όμως στόχους, ενώ η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος» δεν απέκτησε το κύρος των προηγούμενων. Στο διάστημα από το 1828 έως το 1833, όταν βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαδικασίες και οι διαπραγματεύσεις για τον οριστικό διακανονισμό του ελληνικού ζητήματος, ο Τύπος είχε αξιόλογη παρουσία στον αγώνα για τις δημοκρατικές ελευθερίες που αμφισβητούνταν.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τα πρώτα μέτρα της εξουσίας για τον περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου (ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια, Απρίλιος 1831). Ο Καποδίστριας επέβαλε περιορισμούς και διώξεις, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την ένταση της αντιπολίτευσης εναντίον του, τα οποία ήταν όμως συχνά σπασμωδικά και βίαια. Κυρίως προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη συντονισμένη προσπάθεια των προκρίτων, ιδιαίτερα της Πελοποννήσου, των Κουντουριώτηδων, λόγω της άρνησής του να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, την επιρροή τους στην εξουσία και την κοινωνική τους υπεροχή ή να ικανοποιήσει οικονομικά τους αιτήματα, αλλά και άλλων παραγόντων εναντίον του (διανοούμενοι, πολιτικοί, που διαμαρτύρονταν για τον περιορισμό των δημοκρατικών κατακτήσεων της Επανάστασης). Έτσι οι όροι που επέβαλε το «Ψήφισμα» στα εννέα άρθρα του ήταν και περιοριστικοί και οικονομικά δυσβάστακτοι.

Τα έντυπα που κυκλοφορούσαν την εποχή αυτή ήταν:

1. «Η Ηώς, Σύγγραμμα περιοδικού ασχολούμενου περί την φιλολογίαν. φιλοσοφίαν, περί τας επιστήμας, τέχνας, γεωργίαν, εμπόριον και τ.λ.π.», Φεβρουάριος 1830 – Απρίλιος 1831. Εκδότης ο Εμμ. Αντωνιάδης, ο οποίος, αφού υπέστη διωγμούς και κατασχέσεις ακόμη και του πιεστηρίου, διακοπή αρχικά της κυκλοφορίας του εντύπου, δικαστική καταδίκη, υποχρεώθηκε να διακόψει την έκδοσή του.

2. «Απόλλων», εφημερίδα «πολιτική και φιλολογική», Ύδρα, Μάρτιος – Οκτώβριος 1831. Εκδότης ο Αναστάσιος Πολυζωίδης. Κυκλοφόρησε συνολικά 61 φύλλα και κυκλοφορούσε δυο φορές την εβδομάδα. Πολιτικός του σύμβουλος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και συνεργάτες του σημαντικά ονόματα της εποχής, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος και ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος. Ο εκδότης ήταν ένθερμος υποστηρικτής των δημοκρατικών ελευθεριών και της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 στη Γαλλία, τα μηνύματα της οποίας ο Κυβερνήτης φαίνεται ότι δεν ήθελε να φτάσουν στο ελληνικό κοινό. Ο ίδιος πίστευε ότι η Ελλάδα βρισκόταν, σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά κράτη, στον 12ο και 13ο αιώνα, επομένως αυτός, ως υπεύθυνος Κυβερνήτης, δεν μπορούσε να δώσει στους Έλληνες τους δημοκρατικούς θεσμούς του 19ου αιώνα. Η αντιπολίτευση αντίθετα ισχυριζόταν ότι χωρίς αυτούς τους θεσμούς κινδύνευαν οι Έλληνες να οπισθοδρομήσουν στο Μεσαίωνα.

Όσον αφορά την εφημερίδα «Απόλλων», μετά την προκήρυξη του Πολυζωίδη για την προσεχή έκδοση της εφημερίδας στο Ναύπλιο, την Πρωτοχρονιά του 1831, ο Βιάρος Καποδίστριας τού συνέστησε να αναβάλει την έκδοσή της. Επειδή εκείνος επέμενε, κατά την ώρα της τύπωσης του πρώτου φύλλου, η Αστυνομία κατάσχεσε τα πρώτα φύλλα, καθώς και τα τυπογραφικά μηχανήματα.

Έτσι ο Πολυζωίδης υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Ύδρα, κέντρο του αντιπολιτευτικού αγώνα. Από τα πρώτα του φύλλα άσκησε δριμεία κριτική κατά της Κυβέρνησης και του Κυβερνήτη προσωπικά. Έμβλημα της εφημερίδας ήταν κάτω από τον τίτλο οι λέξεις «Εθνική Συνέλευσις! Σύνταγμα!». Κατά καιρούς δημοσίευε πλαστές, συνήθως, αναφορές κατοίκων επαρχιών που ζητούσαν Σύνταγμα. Αντίθετες αναφορές υπέρ του Κυβερνήτη, με υπογραφές πολιτών δημοσιεύονταν στη «Γενική Εφημερίδα» και σε γαλλική μετάφραση στην Courrier de la Grèce.

Έτσι ο Τύπος ουσιαστικά έγινε όργανο της οξείας αντιπαράθεσης κυβερνητικών και αντικυβερνητικών, με αποτέλεσμα, ιδιαίτερα με τα δημοσιεύματα του «Απόλλωνα», να οξυνθεί το πνεύμα εμπάθειας ανάμεσα στα δύο μέρη, αφού δημοσίευε συνεχώς ανυπόστατες πληροφορίες ή κατασκευασμένα γεγονότα και κυρίως ύβρεις προς τον Κυβερνήτη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο φύλλο της 30 Σεπτεμβρίου 1831 αναγγέλλεται η δολοφονία του Κυβερνήτη πανηγυρικά, εξαίρεται ο πατριωτισμός των δολοφόνων και δικαιολογεί την πράξη τους. Η εφημερίδα σταμάτησε να εκδίδεται στις 9 Οκτωβρίου 1831, αφού ο εκδότης της θεώρησε ότι είχε επιτελέσει το σκοπό του.

3. «Αθηνά, ήτοι Ανάλεκτα Γεωγραφικά, Φιλολογικά, Ιστορικά, Οικονομικά και περί Εφευρέσεων». Ναύπλιο, Ιανουάριος – Απρίλιος 1831. Εκδότης: Γεώργιος Χρυσίδης. Ήταν δεκαπενθήμερο έντυπο και κυκλοφόρησαν μόνο οκτώ τεύχη του. Στο τελευταίο τεύχος του ο Εκδότης σε κείμενο με τον τίτλο «Ειδοποίησις προς τους αναγνώστας της Αθηνάς», αναφέρεται στις δυσκολίες που συναντούσαν όσοι ασχολούνταν με την «εφημεριδογραφία» και την ανάγκη διακοπής της έκδοσης της εφημερίδας, λόγω κυβερνητικών πιέσεων, παρόλο που το έντυπο ήταν κυρίως προσανατολισμένο σε θέματα παιδείας.

4. «Η Αιγιναία, Εφημερίς Φιλολογική, Επιστημονική, Τεχνολογική», Αίγινα, 15 Μαρτίου 1831 – 15 Σεπτεμβρίου 1831, εκδιδόταν στην Αίγινα από τον Γεώργιο Αποστολίδη Κοσμητή. Το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιευμάτων της αφορούσε την ελληνική εκπαίδευση και επίσης παρουσιάζονταν επιστημονικά θέματα. Συνεργάτες της εφημερίδας ήταν ο Ιωάννης Κοκκώνης, ο οποίος έγραφε άρθρα σχετικά με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και ο έφορος Παιδείας Ανδρέας Μουστοξύδης, που επεξεργαζόταν τα φιλολογικά θέματα. Υπήρξε ένα «όργανο συστηματικής προβολής της εκπαιδευτικής του Καποδίστρια», ενώ η γλώσσα του ήταν η καθαρεύουσα. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η έκδοσή του διακόπηκε.

Ξενόγλωσσες εφημερίδες

Ξενόγλωσσες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν στη διάρκεια του Αγώνα ήταν το «Telegrafo Greco», Μεσολόγγι 1824, εκδότης ο Pietro Gamba και η «Abeille Grecque», Ύδρα – Αίγινα 1827-1829 με εκδότη τον Ιωσήφ Κιάππε, οι οποίες ήταν ανάλογες του φιλελληνικού πνεύματος. Όσες ξενόγλωσσες εκδόθηκαν μετά το 1828 ήταν επίσημα ή ανεπίσημα όργανα των κυβερνήσεων, με σκοπό την ενημέρωση του ξένου κοινού σχετικά με τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματα του κράτους.

Ο ρόλος του ελληνικού επαναστατικού Τύπου

Ο ελληνικός επαναστατικός Τύπος ήταν άμεσα συνδεδεμένος με τα επαναστατικά γεγονότα. Η διάρθρωση της ύλης των εφημερίδων αφορούσε στην εκδίωξη των κατακτητών και στη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ιδιαίτερα κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Αγώνα σκοπός των εφημερίδων ήταν, μέσω της μετάδοσης των γεγονότων του Αγώνα σε όλες τις ελληνικές επαρχίες, η εμψύχωση των Ελλήνων, ώστε να γενικευθεί η Επανάσταση, γι’ αυτό προσπαθούσαν να εδραιώσουν μια θετική εικόνα για τον Αγώνα, χρησιμοποιώντας συχνά συναισθηματικά μέσα ή και ψευδείς πληροφορίες, όπως η ενίσχυση του Αγώνα από τη Ρωσία.

Από το 1824 και μετά, οι εφημερίδες ασχολούνταν με τα πολεμικά γεγονότα, αλλά και με τον προβληματισμό γύρω από την οργάνωση του νέου κράτους, το οποίο θα ήταν ανεξάρτητο και ενιαίο. Στις στήλες τους παρουσιάζονταν και τα γεγονότα των εμφύλιων πολέμων αλλά και τα πολιτικά γεγονότα της Επανάστασης. Επιπλέον σκοπός ήταν και η εύνοια των Ευρωπαϊκών κρατών και η ενημέρωση των διαφόρων φιλελληνικών φορέων, για να ενισχυθεί ο Αγώνας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εγκατάσταση «εθνικής τυπογραφίας» ήταν προτεραιότητα της Φιλικής Εταιρείας και ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης, κατά την κάθοδό του στον ελληνικό χώρο το καλοκαίρι του 1821, έφερε μαζί του το πρώτο μικρό πιεστήριο, το οποίο αρχικά εγκαταστάθηκε στην Καλαμάτα. Αργότερα, όταν δημιουργήθηκε κεντρική Κυβέρνηση, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να εξελιχθεί η έκδοσή τους, με τη σύσταση τυπογραφείων. Σε αυτό συνέδραμαν Ευρωπαίοι εκδότες ή φιλελληνικές οργανώσεις που έστειλαν τον εξοπλισμό.

Ο ρόλος των εφημερίδων δεν περιοριζόταν μόνο στην πληροφόρηση για τα γεγονότα του Αγώνα, αλλά επεκτεινόταν και στην ενημέρωση για τα ευρωπαϊκά γεγονότα. Παράλληλα είχαν στόχο να συμβάλουν στην εκπαίδευση των Ελλήνων και να τους σωφρονίζουν σε περιπτώσεις διχογνωμίας ή να κατακρίνουν τα περιστατικά φιλοχρηματίας ή άλλων αρνητικών φαινομένων που εμφανίζονταν στη διάρκεια του Αγώνα, π.χ. λαφυραγωγία.

Μετά την εδραίωση της Επανάστασης, αντικείμενο αποτελούσε η οργάνωση του κράτους και η ενημέρωση για τις πολιτικές αποφάσεις, διοικητικά, ιδεολογικά, διπλωματικά, ακόμη και φιλολογικά ή επιστημονικά θέματα. Ιδιαίτερα αναλύονται τα άρθρα των Συνταγμάτων που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα και τη σημασία του φιλελεύθερου πολιτεύματος. Επίσης υπάρχουν δημοσιεύματα που αφορούν οικονομικά θέματα, όπως άρθρα για τις δημοπρασίες των εθνικών γαιών ή κτηρίων, καθώς και οικονομικές ειδήσεις για τα δάνεια και τη σημασία τους ή τη διαχείριση των χρημάτων, καθώς και τη φορολογία. Απέδιδαν ακόμη μεγάλη σημασία στην παιδεία και την εκπαίδευση, παρουσιάζουν στοιχεία για την ίδρυση σχολείων σε διάφορες πόλεις καθώς και την παρουσίαση των νέων θεωριών διδασκαλίας, όπως η αλληλοδιδακτική. Δημοσιεύονται επιστολές όπως αυτές του Αδ. Κοραή προς τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τον Οδ. Ανδρούτσο για τη σημασία της παιδείας, αφού αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της ανδρείας και της αρετής.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας ανόδου του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων, της ηθικής τους συγκρότησης αλλά και σύνδεσης με τον ένδοξο παρελθόν προτείνονται στο αναγνωστικό κοινό αρχαία κείμενα, δημοσιεύονται μεταφράσεις τους. Επίσης δημοσιεύονται ποιήματα και πεζά κείμενα, π.χ. από το τυπογραφείο των «Ελληνικών Χρονικών» εμφανίζεται η πρώτη έντυπη έκδοση του «Ύμνου στην Ελευθερία» του Δ. Σολωμού.

Τέλος, εξυμνείται η σημασία αρετών όπως η φιλοπατρία και η σημασία του θρησκευτικού συναισθήματος και της χριστιανικής θρησκείας, απαλλαγμένης όμως από προλήψεις, δεισιδαιμονίες και φανατισμό.

Όσον αφορά την επιρροή που ασκούσαν οι εφημερίδες, φαίνεται ότι είχαν περιορισμένο κοινό, κυρίως σε αστικά κέντρα, καθώς απευθύνονταν σε άτομα που ήταν εγγράμματα. Έτσι αγοράζονταν από λίγους, όμως διαβάζονταν σε πολλούς, αφού ακόμη και οι αναλφάβητοι Έλληνες είχαν κατανοήσει τη σημασία τους. Επιπλέον, η διακίνησή τους γινόταν με συνδρομές και φαίνεται ότι δεν τυπώνονταν σε περισσότερα από 500 φύλλα. Για παράδειγμα, «Ο Φίλος του Νόμου» είχε γύρω στους 200 συνδρομητές, ενώ ο «Απόλλων» το 1831, 600, σύμφωνα με τον Πολυζωίδη.

Η απήχηση που είχαν οι εφημερίδες φαίνεται και από το γεγονός ότι αρθρογραφούν σε αυτές οι πρωταγωνιστές του Αγώνα, δημοσιεύονται πολλές επιστολές ιδιωτών, αντεγκλήσεων και απαντήσεων, γεγονός που δείχνει «τον βαθμιαίο εθισμό του κοινού να χρησιμοποιεί την εφημερίδα ως πηγή για ενημέρωση», όπως αναφέρει η Αικ. Κουμαριανού.

Ο Τύπος κατά την εποχή του Όθωνα (1833-1862)

Κατά την Οθωνική περίοδο, στα φύλλα που κυκλοφορούσαν δινόταν έμφαση στην αρθρογραφία, δηλαδή την ειδησεογραφία σε συνδυασμό με τα πολιτικά σχόλια. Στόχος των εφημερίδων της εποχής ήταν η υπεράσπιση και προαγωγή των εθνικών θεμάτων, η προάσπιση της συνταγματικής τάξης και η διαπαιδαγώγηση του κοινού.

Ο Τύπος της εποχής διακρινόταν για τη μαχητικότητά του και ασκούσε έντονη αντιπολίτευση στον Όθωνα. Τρεις ήταν οι μεγάλες εφημερίδες:

1. Η «Αθηνά», με εκδότη τον Εμμανουήλ Αντωνιάδη, στην οποία αρθρογραφούσαν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και άλλοι σημαντικοί λόγιοι της εποχής.

2. Η «Ελπίς» του Κ. Λεβίδη, ο οποίος διώχθηκε για τα φρονήματά του, γιατί ασκούσε κριτική στον Όθωνα και τους Βαυαρούς και υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843. Πίστευε ότι ο Τύπος αποτελεί μαζί με τα δημοτικά συμβούλια το «νόμιμο όργανο» έκφρασης της λαϊκής βούλησης.

3. Ο «Αιών» (1838-1888) του Ιωάννη Φιλήμονα. Η εφημερίδα αντιπολιτευόταν το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας και της Βαυαροκρατίας και υποστήριζε τις απόψεις του ρωσικού κόμματος, όσον αφορά τα θέματα της Εκκλησίας και την ανάγκη επανασύνδεσής της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1844 συνέχισε την αντιπολιτευτική της αρθρογραφία, θεωρώντας ότι το Σύνταγμα συνεχώς παραβιαζόταν από τον Όθωνα και τον Πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη.

Πρωταγωνίστησε και στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, υποστηρίζοντας τη ρωσόφιλη πολιτική του Όθωνα, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το πιεστήριό της από τα γαλλικά στρατεύματα κατοχής. Επίσης, πρωταγωνίστησε στην απομάκρυνση του Όθωνα το 1862.

Εκτός όμως από τα πολιτικά γεγονότα και τη μαχητική αρθρογραφία, δημοσίευε και πολλές εξωτερικές ειδήσεις και φιλολογικές σελίδες, ιστορικές και αρχαιολογικές μελέτες και έρευνες.

Κατά την εποχή του Όθωνα, ο νόμος του 1837 για τον Τύπο εισήγαγε αυστηρές διατάξεις, στο όνομα ενός πλαισίου αξιοπιστίας στη λειτουργία του, στην πραγματικότητα όμως αυτές χρησιμοποιήθηκαν για περιορισμό της ελευθερίας και οδήγησαν σε πολιτικές διώξεις των ανθρώπων του Τύπου.

Βασιλεία Γεωργίου Α΄ (1864-τέλη 19ου)

Η ψήφιση νέου Συντάγματος (1864), που πραγματοποιήθηκε με την αλλαγή της δυναστείας και την έλευση του Γεωργίου Α΄, περιλάμβανε ειδική διάταξη που καθιέρωνε την ελευθερία του Τύπου, με αποτέλεσμα την ανανέωση των εφημερίδων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής και τα σύγχρονα κριτήρια. Την εποχή αυτή είναι χαρακτηριστικό ότι με τις εφημερίδες συνεργάζονται σημαντικοί Έλληνες λόγιοι, που συμβάλλουν σε αυτή την ανανεωτική ορμή.

Σε αυτό συμβάλλει και η παρουσία της νέας γενιάς πολιτικών ανδρών, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Χαρίλαο Τρικούπη, και τη βούλησή τους να προχωρήσουν στον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής, της οικονομίας και της κοινωνίας, στην ανάπτυξη του πολιτισμού και στη συγκρότηση σύγχρονου κράτους. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται το δημοσιογραφικό κίνημα αυτής της περιόδου και επιβεβαιώνεται ο κοινωνικός ρόλος του Τύπου.

Στο κίνημα αυτό συμμετέχουν λογοτέχνες, ποιητές, επιστήμονες και καλλιτέχνες, εκπρόσωποι της γενιάς του ’80 και κορυφαίοι άνθρωποι των γραμμάτων όπως ο Εμμ. Ροΐδης και ο Κωστής Παλαμάς. Μέσα από τη συνεργασία τους με τα δημοσιογραφικά φύλλα της εποχής, αναδύεται η ζωή του ελληνισμού σε όλη την ιστορική της διάρκεια και η συμμετοχή τους ως πνευματικών ανθρώπων στα προβλήματα της εποχής, στον πολιτισμό, την παιδεία, τα εθνικά θέματα, τον πολιτικό και κοινωνικό βίο, τη σχέση με τη δυτική παιδεία, σκέψη και φιλοσοφία.

Ο κοινωνικός και πολιτικός ρόλος του Τύπου θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα.