Skip to content Skip to footer

Η μορφή και ο βαθμός αυτοδιοίκησης του κοινοτικού συστήματος

Οργάνωση και λειτουργία των κοινοτήτων

Το κοινοτικό σύστημα της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξε άκαμπτο, στεγανό σύστημα αυτοδιοίκησης, αλλά αναδείχθηκε σ’ έναν ευέλικτο, ευπροσάρμοστο και πολύμορφο διοικητικό μηχανισμό, με ιδιαιτερότητες από τόπο σε τόπο, ακόμα και στις κοινότητες ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών. Αυτό συνέβαινε διότι οι κοινότητες αντανακλούσαν την κατάσταση των κοινωνιών τις οποίες αντιπροσώπευαν και την οικονομική τους ιδιομορφία.

Η μορφή του κοινοτικού συστήματος και ο βαθμός αυτονομίας μιας κοινότητας ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων:

  • του χρόνου κατάκτησης (πριν ή μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης)
  • του τρόπου κατάκτησης (υποταγή ή αντίσταση – δορυλασία)
  • της γεωγραφικής θέσης (στρατηγικής σημασίας θέση, μεθοριακή περιοχή, ορεινές περιοχές)
  • του πληθυσμιακού μεγέθους
  • της ιδιαίτερης οικονομικής σημασίας ενός τόπου
  • του επικρατούντος καθεστώτος ιδιοκτησίας της γης (έγγειας ιδιοκτησίας)
  • εάν η κοινότητα υπαγόταν σε κανονική ή προνομιακή δημοσιονομική αρμοδιότητα ή αν ανήκε στο σύστημα “μονκατά” (φορολογικές ενότητες ή περιοχές τις οποίες το κράτος παραχωρούσε σε ιδιώτες υπό προθεσμία). Όσες είχαν υπαχθεί σε επίσημους Οθωμανούς αξιωματούχους, ιερά τεμένη ή στη Βαλιντέ, απαλλάσσονταν από τις αυθαιρεσίες τοπικών κέντρων εξουσίας και είχαν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας.

Εξαιτίας των παραγόντων αυτών, αναπτύχθηκαν ποικίλα συστήματα αυτοδιοίκησης και ο θεσμός δεν παρουσίασε παντού την ίδια εξέλιξη και ανάπτυξη: αλλού παρέμεινε σε υποτυπώδη λειτουργία, αλλού έφτασε σε θαυμαστή οργανωτική μορφή, όπως στην περίπτωση του Μελένικου, και αλλού άγγιξε το μέγιστο βαθμό άνθισης, όπως στα 47 Ζαγοροχώρια του Πηλίου ή τα 12 Μαντεμοχώρια της Μακεδονίας.

Η αυτονομία των κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας ούτε απόλυτη ήταν ούτε γενικευμένη και σταθερή, καθώς λειτουργούσε στα πλαίσια που καθόριζαν οι δημόσιες αρχές, τα οποία μεταβάλλονταν συχνά ανάλογα με τις συγκυρίες.

Όλοι οι οικισμοί, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους μπορούσαν να συγκροτηθούν σε κοινότητες. Συχνά τα χωριά συνενώνονταν, ενώ εξαίρεση αποτελούσε η διαίρεση μιας πόλης σε δύο ή πλέον κοινότητες (αυτό αφορούσε τα νησιά).

Στον Μοριά, σε ορισμένα μέρη, παράλληλα με τις χριστιανικές λειτουργούσαν μουσουλμανικές ή εβραϊκές κοινότητες. Στις βορειοελλαδικές πόλεις, όπου το μουσουλμανικό και εβραϊκό στοιχείο αποτελούσε αξιόλογο ποσοστό του πληθυσμού, η τοπική αυτοδιοίκηση διαμορφώθηκε σε τρεις ξεχωριστές κοινότητες: τη χριστιανική, τη μουσουλμανική και την εβραϊκή.

[1] Δ. Ζακυθηνός, Η Τουρκοκρατία, Αθήνα, 1957.