Author page: ellada1821

ellada1821

86 articles published

Η κατεργασία του ξύλου

Η ξυλουργική κατά την οθωμανική και νεότερη περίοδο δεν ήταν μόνο επάγγελμα. Ήταν μια ασχολία των αγροτικών πληθυσμών, προκειμένου να αποκτήσουν αντικείμενα αναγκαία για τη ζωή τους. Τα απλά καθημερινά έπιπλα γίνονταν συνήθως από τους ίδιους τους ανθρώπους: σκαμνάκια, κασέλες (από πλανισμένα, σκέτα ξύλα), καρέκλες, τραπεζάκια…Όλα ήταν χοντροκομμένα αλλά πρακτικά. Στο καλό δωμάτιο όμως του σπιτιού είχαν κι ένα μπαούλο, το οποίο ήταν διακοσμημένο με ξυλογλυπτική ή ζωγραφική, κι αυτό το παράγγελναν σε τεχνίτες. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης ήταν και το σκαφίδι και το πλαστήρι, που αποτελούσαν απαραίτητα προικιά μιας νοικοκυράς. Στο σκαφίδι ζύμωναν και στο πλαστήρι άνοιγαν το φύλλο για τις πίτες. Στη συνέχεια είχαν δύο ξύλα για το ψήσιμο: το φουρνόξυλο, με το οποίο ανακάτευαν τα ξύλα στο χτιστό φούρνο, και την πάνα, ένα μακρύ ξύλο τυλιγμένο στη μια άκρη με πανιά, προκειμένου να καθαρίζουν τα υπολείμματα από ξύλα και κάρβουνα μέσα στο φορύνο, αφού προηγουμένος το έβρεχαν καλά για να μην αρπάξει.

Διατροφικές συνήθειες

Η βασική δίαιτα των αγροτοκτηνοτροφικών πληθυσμών της ΒΔ Κορινθίας περιλάμβανε κυρίως παρασκευές με δημητριακά, χόρτα και όσπρια καθώς και ψωμί.

 Το ψήσιμο του ψωμιού

Το ψήσιμο του ψωμιού γινόταν στους χτιστούς φούρνους. Οι νοικοκυρές ζύμωναν στο σκαφίδι το ψωμί και σχημάτιζαν καρβέλια. Άναβαν το φούρνο με ξύλα και τα άφηναν να κάψουν καλά μέχρι να κορώσει ο φούρνος, ανακατεύοντάς τα πότε πότε με το φουρνόξυλο. Μετά καθάριζαν τα υπολείμματά τους με την πάνα. Όταν ο φούρνος έμενε καθαρός ήταν έτοιμος να δεχτεί τα καρβέλια. Τα έβαζαν μέσα στο φούρνο με ένα ξύλινο φτυάρι και έκλειναν καλά την πόρτα. Καμιά φορά άφηναν και λίγη θράκα έξω-έξω για να κρατάει τη ζέστη. Ειδικά όταν έψηναν πίτες άφηναν αρκετή θράκα και μετά έστρωναν τα κάρβουνα με τη μασά και έβαζαν πάνω τους μια σιδερωστιά, μια μεταλλική βάση δηλαδή, πάνω στην οποία ακουμπούσαν το ταψί, γιατί αν το άφηναν απευθείας στα κάρβουνα η πίτα θα καιγόταν. 

Η Χλαψίνα

Χλαψίνα: -Τα «μαυραγάνια» (μαύρα «άγανα»), δηλαδή τα αγκαθάκια του σταχυού, τα ψήνανε ώστε με το ψήσιμο και το «τρίψιμο» να μείνει καθαρό το λίγο σιτάρι που συγκρατούσαν πάνω τους και αυτό το ονόμαζαν «χλαψήνα» (δηλ. το χλωρό που ψηνόταν).

Χορταρικά: Η δίαιτα περιλάμβανε φύλλα από κουκκιά, σαν σαλάτα, χόρτα του βουνού, λάπατα, μυρωδικά (μυρώνια, καυκαλίθρες), κρεμμύδια και σκόρδα. Αυτά άλλοτε τρώγονταν ωμά κι άλλοτε μαγειρεμένα, ιδιαίτερα βραστά ή με ντομάτες.

Το κρασί

Ο μούστος έμπαινε στο βαρέλι τον Οκτώβριο. Η διάρκεια του βρασμού του κρασιού,μέχρι να είναι έτοιμο, εξαρτιόταν από τον καιρό: αν έκανε κρύο, μπορεί να χρειάζονταν και δύο ολόκληροι μήνες, μέχρι να ολοκληρωθεί ο βρασμός του. Το πιο συνηθισμένο ήταν το καινούργιο κρασί να είναι έτοιμο περίπου στις 40 μέρες («σαράντιζε»), δηλαδή μέσα στον Νοέμβρη. Όταν τελείωνε ο βρασμός και το κρασί ήταν έτοιμο, έκλειναν την τρύπα του βαρελιού με ρετσίνι («ρετσινόκαιγαν» την τρύπα) και γύψο γύρω-γύρω, ώστε να μην παίρνει αέρα το κρασί και χαλάσει.

Ο νοικοκύρης συνήθιζε με το πρώτο μπουκάλι από το νέο κρασί να καλεί στο σπίτι όποιον περνούσε και να τον κερνά. Όσοι φιλεύονταν, όταν άνοιγαν το δικό τους βαρέλι, ανταπέδιδαν το κέρασμα. Η συνήθεια αυτή γινόταν και με μια διάθεση “ανταγωνισμού” για το ποιος νοικοκύρης έφτιαχνε το πιο καλό κρασί.

Η παρασκευή γιαούρτης

Τη γιαούρτη την έφτιαχναν από πρόβειο γάλα, γιατί πήζει πιο εύκολα. Όταν όμως τους έλειπε, χρησιμοποιούσαν και το κατσικίσιο.

Έβραζαν το γάλα και το άφηναν να κρυώσει, αλλά όχι πολύ. Αφού αναμείγνυαν ξεχωριστά λίγο γάλα με πυτιά από προηγούμενη γιαούρτη, αλλά και τυροπιτιά (φτιαγμένη από το στομάχι του κατσικιού που είχε ξηρανθεί στον ήλιο), έριχναν το μείγμα στο γάλα και σκέπαζαν το σκεύος με «ρούχα», για να μείνει ζεστό. Η γιαούρτη ήταν έτοιμη μέσα σε 2-4 ώρες.

Ο Άγιος Τρύφωνας

Ο Άγιος Τρύφωνας, ο «αγρότης Άγιος», προστάτευε τα αμπέλια και ήταν πολύ σεβαστός από τους χωρικούς. Ανήμερα της γιορτής του (1η Φεβρουαρίου)κανείς δεν πήγαινε στα χωράφια για κλάδεμα. Υπάρχουν διηγήσεις για ανθρώπους που δεν τήρησαν την αργία της γιορτής του και επειδή τόλμησαν να πάνε στα κτήματά τους τέτοια μέρα, κακόπαθαν, δηλαδή τιμωρήθηκαν από τον ίδιο τον Άγιο (έκοψαν με το κλαδευτήρι τη μύτη τους). Στις εικόνες ο Άγιος Τρύφωνας απεικονίζεται με ένα κλαδευτήρι ή ένα δρεπάνι στο χέρι.

Για την εικόνα που βρισκόταν παλιά στην εκκλησία του Αγίου στο χωριό υπάρχει μια ευτράπελη ιστορία της οποίας την αλήθεια ούτε οι κάτοικοι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν. Λένε πως κάποτε ένας ζωγράφος από τα Καλάβρυτα, που γύρναγε στα χωριά και ζωγράφιζε πορτρέτα των ανθρώπων, συνάντησε έναν ηλικιωμένο που φορούσε ένα ψάθινο καπέλο και κρατούσε στον ώμο το δρεπάνι του, καθώς πήγαινε για το κτήμα του. Του ζήτησε να τον ζωγραφίσει και εκείνος δέχτηκε. Τη ζωγραφιά του ο ζωγράφος την ολοκλήρωσε κάποιες μέρες αργότερα, όμως όταν πήγε να βρει τον γέροντα να του τηνπαραδώσει, εκείνος είχε πια πεθάνει. Μιας και δεν ήξερε τι να κάνει με το έργο του, όταν άκουσε ότι στη νεόκτιστη εκκλησία δεν είχαν εικόνα του Αγίου, είπε ψέματα πως αυτός στην εικόνα ήταν ο Άγιος Τρύφωνας που κρατούσε το δρεπάνι του. Εκείνοι τον πίστεψαν και τοποθέτησαν την εικόνα στην εκκλησία. Αργότερα, όταν πιο μορφωμένοι ιερείς επισκέφθηκαν την εκκλησία, το ψέμα αποκαλύφθηκε, η εικόνα αποσύρθηκε και στη θέση της μπήκε μια κανονική εικόνα του Αγίου.

Με τον αγιασμό του Αγίου Τρύφωνα οι χωρικοί συνήθιζαν να ραντίζουν τα χωράφια, για να πάει καλά η σοδειά.

Το «κουτί» (ιερά λείψανα) του Αγίου Τρύφωνα, που προστάτευε τους γεωργούς,φαινόταν χρήσιμο σε περιπτώσεις που το χωριό είχε ανάγκη συλλογικά τη συνδρομή του Αγίου, όπως στην περίπτωση της ακρίδας. Όταν έπεφτε στην περιοχή ακρίδα, κάθε επτά χρόνια, όπως έλεγαν οι κάτοικοι, και δεν άφηνε τίποτα στο πέρασμά της στα χωράφια, πραγματοποιούσαν λιτανεία του «κουτιού» στο χωριό.

Ο Άγιος Βλάσιος

Ο Άγιος Βλάσιος

Η λατρία του Άγιου Βλάσιου ήταν σημαντική για την Βορειοδυτική Κορινθία, ειδικά για το Ξυλόκαστρο, του οποίου θεωρείται προστάτης Άγιος.

Σημαντικός Άγιος για τον τόπο ήταν ο Άγιος Βλάσιος. Οι χωριανοί θεωρούσαν θαυματουργό το «κουτί» (ιερά λείψανα) του Αγίου Βλασίου. Όταν κάποιος ασθενής το είχε ανάγκη, με την άδεια του μοναστηριού κάποιος συγγενής  το μετέφερε σπίτι του αρρώστου και έπειτα το επέστρεφε με προσοχή. Όταν το κουτί περιφερόταν για οποιοδήποτε λόγο, οι περαστικοί σταματούσαν και έκαναν τον σταυρό τους σε ένδειξη ευλάβειας.

Το «κουτί» του Αγίου Βλασίου φαινόταν χρήσιμο και σε περιπτώσεις που το χωριό είχε ανάγκη συλλογικά τη συνδρομή του Αγίου, όπως στην περίπτωση της ανομβρίας. Γινόταν τότε περιφορά του «κουτιού» στο χωριό, ο Άγιος άκουγε τις προσευχές των χωρικών που ακολουθούσαν τη λιτανεία και έστελνε βροχή στο χωριό, όπως πίστευαν.

Μαρτυρείται, επίσης, από τους κατοίκους του χωριού ότι η εγκοίμηση στο μοναστήρι του Αγίου Βλασίου απάλλασσε τους δαιμονισμένους από τα δαιμόνια που τους είχαν καταλάβει. Τη νύχτα, καθώς τα δαιμόνια αποχωρούσαν, ακούγονταν, λένε, κραυγές και το μοναστήρι σειόταν.

Σε περίπτωση ασθενείας ή άλλης κακοτυχίας, συνήθιζαν να τάζουν λαμπάδες, λειτουργίες ή και «ζώσιμο» της εκκλησίας. Το ζώσιμο (περισχοινισμός) του ναού γινόταν ως εξής: Έπαιρναν κλωστή (νήμα), την περνούσαν με αγνό κερί και «ζώνανε» (περιδένανε) με αυτή τρεις φορές την εκκλησία.

Οι οικισμοί της Βορειοδυτικής Κορινθίας

Με βάση τις απογραφές του 1920 και του 1962, που δίνουν στοιχεία και για προεγνέστερες απογραφές, οι οικισμοί διαιρούνται σε αυτούς που προϋπήρχαν από την οθωμανική περίοδο και σε αυτούς που δηδμιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα για λόγους κυρίως οικονομικούς.

Αναλυτική κατάσταση οικισμών της περιοχής της Δυτικής Κορινθίας με βάση τις πηγές

ΤοπωνύμιοΟθωμανικά κατάστιχαΑπογραφές 1920 κ.ε.Διοικητική υπαγωγή
Άγιος Βλάσιοςναιναιμονή
Δερβένιναιναιμάλλον άλλαξε θέση
Ζούγραναιναι
Καίσαριναιναι
Κλημέντιναιναι
ΚούτσιναιναιΑρβανίτικο
Λούζιναιναι
ΜάζιναιναιΑρβανίτικο
Μαύρα Λιθάριαόχι γιατί δεν ήταν οικισμόςναι
Παναρίτιναιναι
Πιτσάναιναι
Πύργοςναιναιδες και Δερβένι
ΣκούπαναιναιΣλάβικο; 
Σοφιανάναιναι
Τρίκαλαναιναι Άνω, Μέση και Κάτω Συνοικία