ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ
Περί θανάτου και των εν αυτών εθιζομένων
1. Όταν πνέη τις τα λοίσθια, ερωτώσιν οι περί αυτόν οικείοι και φίλοι, «Τι κάνει ο (δείνα);» – προς ους αποκρίνονται. «Δεν είν’ καλά, στενά την έχει, απόψ’ εδάρθη με το Χάρο, είπαμε δεν είν’ άλλη ώρα, είναι βαρειά, πεθαίνει, κι ο Θεός να γένη ίλεως». Ότε δε τις ψυχορραγή, δέον να επικρατή εν τω δωματίω εκείνου σιγή βαθεία, διότι αν φωνάξωσιν οι περί αυτόν ή εγγίσωσι τούτον, «γυρίζ’ η ψυχή του πίσω» και βιώσεται ο θανατιών ώρας έτι είκοσι τέσσαρας.
2. Ο ψυχορραγών στρέφων προς τα άνω ή πέριξ τους οφθαλμούς ορά διάφορα αντικείμενα, οπότε λέγομεν ημείς μεν ότι «αγγελοφοριέται» οι δε Αιγαιοπελαγίται αγγελοσκιάζεται, κατά τον άγγελο ’πού να ’χη ή κατά τα έργατά του, τουτέστι κατά τη συνείδησιν την καθαρά ή την υπό αμαρτιών βεβαρημένην και κατά την ιδιοσυγκρασίαν αυτού. Οι μεν δηλονότι αγαθοί ορώσι φανταζόμενοι παιδία φέροντα ιμάτια λευκότατα και λαμπάδας ανημμένας κρατούντα και προσερχόμενα, και περιστεράς λευκάς περιπετομένας, εφ’ ω και πολλοί φαίνονται μειδιώντες, όταν εκπνέωσιν, ή και τας χείρας εκτείνουσιν όπως εναγκαλισθώσιν αυτά, λέγοντες «Καλώς τα, Καλώς τα». Έτεροι δε λέγεται ότι ορώσι πτηνά χρυσά περιπετόμενα και καθιζάνοντα περί αυτούς. Εκ τούτου, ως φαίνεται, επικρατεί και η ευχή παρά τοις γεροντοτέροις, λεγομένη εφ’ εαυτούς. «Άγγελον καλόν – θάνατον καλόν» (δώη ημίν ο θεός). Οι δε τα φαύλα πράξαντες και την συνείδησιν βεβαρημένην έχοντες, ορώσι δύσμορφα και αλλόκοτα πτηνά, όρνεα δηλ. γύπας ή δαίμονας μελανείμονας ουράν φέροντας και φλόγας υπό των μυκτήρων και του στόματος αποπνέοντας και ωπλισμένους ενίοτε, εφ’ ω κραυγάζουσι θρηνούντες και γογγίζοντες μυκώμενοι (μουγγρίζοντες) και περικαλύπτονται συρόμενοι βαθύτερον εν τοις στρώμασιν αυτών. Έτεροι δε ασκαρδαμυκτί προς την στέγην βλέποντες κρατούσιν ανοικτούς τους οφθαλμούς και εστηριγμένους και ανοικτόν το στόμα ουδέν των περί αυτούς γινομένων αισθανόμενοι μέχρι της εκπνεύσεως αυτών. Πολλάκις δε προς ταχυτέραν απαλλαγήν του ούτως οδυνηρώς ψυχορραγούντος καλείται ιερεύς, ος αναγινώσκει επ’ αυτού την υπό της εκκλησίας εις ψυχορραγούντα ωρισμένην ακολουθίαν, ή και ψαλμούς τινας εκ των του Δαβίδ, μεθ’ ο επέρχεται ενίοτ’ ο θάνατος ταχύς.
3. Σπανίως δε θανάτου επικειμένου, και ελαχίστων σημείων ζωής υπαρχόντων, επέρχεται κατόπιν ανάρρωσις και ζωή πολλάκις μακρά εις τον ψυχορραγούντα και τούτό εστι το παρ’ ημίν λεγόμενον Καταφόνιασμα, ήτοι η νεκροφάνεια, καθ’ ην ο άνθρωπος, ήτοι η ψυχή κατέρχεται εις τον Άδην, περιφέρεται εις διάφορα αυτού μέρη, ορά συγγενείς και φίλους, γνωστούς ή και αγνώστους δεδικαιωμένους εν τω Παραδείσω επί χρυσών κλινών κατακεκλιμένους, ή και εν τόποις τερπνοίς διατρίβοντας. Περιέρχεται πολλαχού εκείσε και συναντά άλλους κολαζομένους πολυειδώς και πολυτρόπως στην Πίσσα και στα εφτά καζάνια, ήτοι εις την Κόλασιν. Μετά τούτων δ’ απάντων συνδιαλέγεται αμοιβαδόν, ως αν ην εν τω παρόντι βίω, ερωτά περί της καταστάσεως αυτών, ερωτάται περί πολλών των εν τω κόσμω και αποκρίνεται περί αυτών, ως φαντάζεται. Ταύτα άπαντα διηγείται ευκρινώς απομνημονεύων μετά την απαλλαγήν από της εκστάσεως ως όνειρα και μετά την ανάρρωσιν, ή μάλλον ως πραγματικά γεγονότα, άτινα συνέβησαν αυτώ.
4. Άμα δε τις εκπνεύση, η πρώτη φροντίς των περί αυτών οικείων εστί να κλείσωσι τους οφθαλμούς αυτού και το στόμα, μέχρι ου εντελώς ψυχθή το σώμα. Είτα δε γυμνώσαντες πλύνουσιν αυτόν δι’ οίνου και περισφογγίσαντες σαβανώνουσι τον νεκρόν δια πανίου όλως καινού λευκού σταυρούντες και συνδέοντες δια λωρίου πανίου τας χείρας επί του στήθους. Από δε των ιμάντων του σαβάνου αείποτε κρατείται εις, ος παρά τοις αγροίκοις μάλιστα περιδείται όπισθεν των θυρωμάτων της εις την οικίαν εισαγούσης θύρας, δι’ ου δείται τρόπον τινά ο Χάρος, όπως μη αποθάνη παρακαίρως έτερος εκ των της οικίας εκείνης. Προσέτι δε κόπτουσιν εκ των ονύχων του νεκρού και δέρμα από της πτέρνης αυτού, άτινα ως βοηθητικά μελλούσης ευτυχίας φυλάττουσιν εν τη οικία. Είτα ενδύουσιν αυτόν καθαροίς ιματίοις, α ενεδύετο ζων, και καλείται ο ιερεύς ίνα αναγνώση επ’ αυτού τας προσηκούσςα και ωρισμένας υπό της εκκλησίας ευχάς. Ούτως ουν παρεσκευασμένος προτίθεται ύπτιος τους πόδας εκτενείς και συνδεδεμένους προς ανατολάς ηλίου έχων· συνδεδεμένας δε και τας σιαγόνας. Λύουσι δε τους δεσμούς τούτους, όταν καταβιβάζωσι τον νεκρόν εις τον τάφον. Επιρρίπτουσι δε άνθη ευώδη ή και οπώρας κατά την ώραν του έτους.
5. Ωσαύτως εποίουν οι αρχαίοι έλληνες εις τον νεκρόν, έκλειον δηλ. άμα τη εκπνεύσει τους οφθαλμούς και το στόμα αυτού. Κατόπιν δ’ έλουον αυτόν και ενδύοντες μετά καθαρών και ως επί το πολύ λευκών ενδυμάτων εστεφάνουν τον νεκρόν μετ’ ανθέων της ώρας εκείνης[1]. Ταυτό τούτο ποιούμεν και ημείς σήμερον επιτιθέντες στέφανον επί αρρένων και θηλέων αγάμων όμως, εμβάλλουσι δε εν τη λάρνακι, εν η εντίθεται ο νεκρός, άνθη διάφορα και οπώρας οι προσερχόμενοι.
6. Πριν δ’ η αλέκτωρ φωνήση και καθόλου την νύκτα δεν μυρολογούσιν· αλλά περί το λυκαυγές άρχονται των θρήνων και γόων, ότε και δια του κώδωνος του ιερού ναού αγγέλλεται τοις πάσιν ο θάνατος. Ανάψαντες δε κηρόν και παρατιθέμενοι τω νεκρώ τούτον ως και λιβανωτόν επί ανθράκων καιόμενον και θυμιώντα, περικάθηνται εγγύτερον μεν προ τη κεφαλή οι τω γένει προσήκοντες αυτώ, πορρωτέρω δ’ οι λοιποί αναμίξ άνδρες τε και γυναίκες, ως επί το πολύ δε γυναίκες, αίτινες μυρολογούσι. Προσοχή δε εφιστάται πολλή μη διέλθη επί του νεκρού γαλή, ή άνθρωπος διασκελίση (τον αδρασκελήση), διότι εν τοιαύτη περιπτώσει θέλει βρουκολακιάσει ο τεθνεώς και δεν θέλει λυθή το σώμα αυτού επί μακρόν.[2] Παρατηρείται η μορφή του νεκρού, ήτις αν είναι ωραία, μέλλει εντός ολίγου να αποθάνη και άλλος. Ωσαύτως παρατηρείται, αν τα κόλλυβα και ο συν αυτοίς διανεμόμενος άρτος εισίν ηδέα εις την γεύσιν, και τούτο θεωρείται τεκμήριον, ότι μετ’ ου πολύ και άλλος μέλλει να αποθάνη εν τη συνοικία εκείνη.
7. Επελθούσης δε της προς εκφοράν του νεκρού ώρας, καλούνται οι προς κηδείαν ιερείς, οίτινες δέον να ώσι περιττού αριθμού συμπαρίστανται δε και οι εκκομίσοντες τον νεκρόν, οι και άραντες αυτόν εις χείρας ή επ’ ώμων εστραμμένους προς ανατολάς τους πόδας έχοντα φέρουσιν εις τον ναόν. Πριν δ’ ή εξέλθωσι της οικίας, ή μάλλον πριν ή άρωσι τον νεκρόν, κατασυντρίβουσιν αγγείόν τι ακέραιον προς τούτο παρατειθεμένον τω νεκρώ, οίον βωκάλιον ή κανήτιον πήλινον, παρά δε τοις πενεστέροις και χυδαιοτέροις κέραμον. Ο δε κατασυντρίβων τούτο παταγωδώς (γυνή πάντοτε γραυς) εκφωνεί συνάμα: «Κακό να μην ιδήτε πλιά στο σπίτι σας». Άρτος, οίνος και όψον, επί δε νέων και αγάμων στραγάλια μετά σταφίδων ή κουφέτα προς διανομήν ανάγκη να συγκομίζωνται, και προσοχή καταβάλλεται όπως μη επιλάθωνταί τινος των χρειωδών τούτων, μηδέ στρέψη τις την όψιν μετά την έξοδον και προπομπήν και ίδη προς τα οπίσω εις την οικίαν, διότι κακόν και επιβλαβές νομίζεται το τοιούτον. Όθεν ου σπανίως γίνεται παρατήρησις υπό συγγενούς ή και άλλου τινός δεισιδαίμενος περί πολλού ποιουμένου την οικογένειαν. «Μην τηράη κανείς πίσω». Διερχομένην δε την συνοδείαν αν υλακτήση κύων, τεκμήριόν εστιν, ότι μετ’ ου πολύ και άλλος αποθανείται εν τη συνοικία εκείνη. Εκ των κολλύβων και του άρτου κλπ. α λαμβάνει τις εν κηδεία δεν θεωρείται καλόν να φέρη εν τη οικία του. Περατωθείσης δε της εκκλησιαστικής ακολουθίας, φέρεται ο νεκρός εις τον τάφον, εις ανόρυξιν του οποίου καλείται πρότερον ο ιερεύς και σταυρώνει τον τόπον, δηλ. σχηματίζει δια πτύου ή ξυλαφίου σταυρόν, χαράσσων και ορίζων την έκτασιν του τάφου επί του εδάφους, και ούτω σκάπτουσιν αυτόν. Καταβιβάζουσιν λοιπόν οι βαστάζοντες και εντιθέασι τον νεκρόν εις τούτον. Πολλοί δε των συμπαρισταμένων λαμβάνοντες ολίγον χουν επιρρίπτουσιν εντός, συγχωρούντες τον τελευτήσαντα, όπερ θεωρείται ευεργέτημα προς αυτόν και τρόπον τινά φίλιος αποχαιρετισμός. Μετά δε ταύτα γίνεται η διανομή των κολλύβων, του άρτου κλπ.
8. Μετά την κηδείαν επανερχόμενοι παρατιθέασι τράπεζαν, εις ην περικάθηνται οι συγγενείς και εκ των στενοτέρων φίλων του αποθανόντος, όπερ «Παρηγοριάν» καλούμεν. Παρασκευάζουσι δε τα εδέσματα και λοιπά χρειώδη άπαντα οι πλησιέστεροι των συγγενών εξ ιδίων και συνεσθίουσι προς παραμυθίαν των λυπουμένων. Τούτο δε εξακολουθεί γινόμενον επί μίαν ή και δύο εβδομάδας πολλάκις κατά τον αριθμόν των συγγενών. Όμοιόν τι και παρά τοις αρχαίοις έλλησιν υπήρχε «το Περίδειπνον ή νεκρόδειπνον», δηλ. όπερ πάντες οι τω γένει προσήκοντες παρεσκεύαζον συνερχόμενοι εν τη οικία του αποθανόντος και συνεσθίοντες. «Πάρεισιν οι προσήκοντες, λέγει ο Λουκιανός, και τους γονέας παραμυθούνται του τετελευτηκότος». – Άπαντα τα τρυβλία κλπ. τα μετά φαγητών αποστελλόμενα κλπ. και επί της κοινής τραπέζης παρατιθέμενα, παραλαμβάνουσιν αμέσως μετά το τέλος του δείπνου οι κομίσαντες, ή άλλως μετά τρεις ημέρας. Κρατείται δ’ υπό των παρασκευαζόντων Παρηγοριάν· τεμάχιον (μια αγκωνή) από του άρτου, ον παραθήσουσιν επί του νεκροδείπνου. Τα τοιαύτα συμπόσια εν αρχή του χριστιανισμού εκαλούντο Αγάπαι και εδίδοντο εν τη εκκλησία, τα μεν γενεθλιακά τελούμενα εις τας μνήμας των μαρτύρων, τα δε γαμικά εις τους γάμους, τα δε επικήδεια εις τους ενταφιασμούς των νεκρών. Εν τοις τοιαύτοις συνευωχήμασι καταρχάς εγίνετο μια συνάσκησις ευαγγελικής αγαπήσεως και μια επίδειξις χριστιανικής ευσεβείας. Εν αυτοίς ή προς αλλήλους των ομοπίστων αδελφική διάθεσις εφαίνετο, η προς τους δεομένους ελεημοσύνη ενηργείτο, ο δυστυχών ανελαμβάνετο, ο πεινών ετρέφετο, ο τεθλιμμένος επαρηγορείτο, και δι’ ύμνων ιερών και οσίων ο Θεός εδοξολογείτο. Τα τοιαύτα όμως συμπόσια με την πρόοδον του καιρού ολίγον κατ’ ολίγον έπιπτον εις κατάχρησιν, όθεν η εν Λαοδικεία σύνοδος και η εν Καρχηδόνι τρίτη απαγορεύσασαι τας εν τω οίκω Θεού γινομένας Αγάπας δεν εσυγχώρησαν να γίνηται εις το εξής της αρετής η πρόφασις αταξίας και σκανδάλων υπόθεσις. η εν Ιππώνι σύνοδος κατά το έτος 353 απηγόρευσεν ομοίως τα εν ταις εκκλησίαις συμπόσια.[3]
Από της πρώτης εσπέρας περί λύχνων αφάς πατατίθεται λαμπάδιον ανημμένον επί μίαν ή δύο ώρας μετά ποτηρίου ύδατος εν τη θέσει, ένθα ο νεκρός εξέπνευσεν. Τούτο δεγίνεται όπως επανερχομένη η ψυχή, κατά την ιδέαν του λαού, προς ζήτησιν του σκήνους αυτής, εύρη ύδωρ εις πόσιν. Επαναλαμβάνεται δε η παράθεσις αύτη του ποτηρίου επί τρεις συνεχείς εσπέρας από του θανάτου.
9. Την δευτέραν από του θανάτου ημέραν ή και ενίοτε την αυτήν παρασκευάζουσι κόλλυβα και πρόσφορα (άρτους εσφραγισμένους και ωρισμένους εις την ιεροτελεστίαν), όπως την επιούσαν τελέσωσι τα τρίτα του αποθανόντος, ιερουργούντων ιερέων και συμπαρισταμένων συγγενών και φίλων. Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας εθίζουσιν ενιαχού να μεταφέρωσι τα κόλλυβα επί του τάφου και να επιθέτωσιν αυτά επ’ αυτού, ένθα ο ιερεύς αναγινώσκει τας προσηκούσας ευχάς (μνημονεύει). Ούτως ετελείτο και παρά τοις αρχαίοις Έλλησιν η προσφερομένη θυσία επί του τάφου του αποθανόντος, η Τρίτα ονομαζομένη.[4] Ωσαύτως τελούμεν τα νιάτα (έννατα),τα σαράντα, τα ‘ξαμήνια και τα Χρόνια, μετά παρέλεσιν εννέα, τεσσαράκοντα ημερών, εξ μηνών και ενός έτους από του θανάτου. Και πάλιν όταν γυρίζη ο χρόνος (το έτος) κατά την αυτήν ημέραν του θανάτου τελείται μνημόσυνον υπέρ του αποθανόντος, οπότε γίνεται και Μοίρασμα, δηλ. μετά το τέλος της θείας λειτουργίας κάθηνται έξω του ναού (εν τοις χωρίοις) κατά σειράν άπαντες οι εκκλησιασθέντες αμφοτέρων των φύλων κατ’ ιδίαν. Είς δε των συγγενών του αποθανόντος διανέμεις εις έκαστον τούτων μερίδα άρτου, κρέατος, οίνου κλπ. και άπαντες τρώγουσι και συχωράνε τον πεθαμμένον. Τούτο βεβαίως εστί λείψανον των απαγορευθεισών Αγαπών. Μοίρασμα προσέτι ονομάζομεν τα κόλλυβα (ίδ. εν τω γλωσ. σπερνό) άτινα διανέμουσιν εις τους εν τη αγορά, μνημοσύνου τελουμένου, πέμπουσι δε και εις τους συγγενείς κατ’ οίκον μέρος των κολλύβων (έντισι δε μέρεσι της Πελοποννήσου ως εν Καρυταίνη κλπ.) και μικρόν άρτον (καρβελλάκι ή πανηγυάρι) ως προσκλητήριον τρόπον τινά, ίνα συνελθούσαι γυναίκες προπαρασκευάσωσιτα εις τον ναόν σταλησόμενα κόλλυβα, άτινα συνοδεύουσιν εν τη προπαρασκευή δια μυρολογίων καταλλήλων τω νεκρώ. Παρόμοια τοις ημετέροις σχεδόν ετελούντο και παρά τοις αρχαίοις Έλλησιν. Ήσαν δηλονότι και παρ’ εκείνοις και Τρίτα, και έννατα και τρικάδες χοαί (θυσία τελουμένη μετά τριάκοντα ημέρας από του θανάτου),εναγίσματα και αιμοκουραίαι, εν αις επέσφαζον σφάγια (ίδ. και τριτενάται εν Λεξικ. Αθ. Σακ.).
10. Παρά τοις αρχαίοις Έλλησιν εθεωρείτο κακόν και ανόσιον το να μη ενταφιασθή το σώμα του αποθανόντος, διότι επί μακρόν εν τοιαύτη περιπτώσει ήθελε παραπλανάσθαι η ψυχή τούτου ταλαιπορουμένη και μη δυναμένη να φθάση εις τον προς ον όρον αυτής, ως γίνεται δήλον και εξ άλλων πολλών και από του Ομήρου, ος παρίστησι την του Πατρόκλου ψυχήν τω Αχιλλεί φανείσαν και ειπούσαν:
«Θάπτε με ότι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω.
Τήλέ με είργουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων.
Ουδέ με πω μίσγεσθαι υπέρ ποταμοίο εώσιν.
Αλλ΄ αύτως αλάλημαι αν’ ευρυπυλές Άϊδος δω».
(Ιλιάδ. Ψ. 71)
Ούτω και παρά τοις νεωτέροις Έλλησιν ανόσιον και ασεβές θεωρείται το να μείνη νεκρού σώμα άταφον. Όθεν καταρώμενοί τινα λέγομεν «Τα όρνια, τα σκυλιά να τον φάνε» (μετά θάνατον άταφον).
[1] Περί του ιδιωτ. βίου των αρχαίων ελλλήνων υπό Θ. Βενιζέλου, σελ. 297.
[2] Ο βρουκόλακας κατά την ιδέαν του λαού, φέρει μεν την εικόνα του τεθνεώτος, αλλάσσει όμως μορφήν εις ζώα μεταβαλλόμενος πολλάκις, το δε σώμα αυτού έστι σκληρότατον και άτρωτον. Εξέρχεταί ποτε του τάφου και κάθηται επ’ αυτού. Μεταβαίνει άλλοτε και εις την οικίαν αυτού και εις συγγενών, ζητεί φαγητόν, τρώγει ακορέστως, εξ ου και η παροιμία: «Τρώει σαν τον βρουκόλακα έναν περίδρομο», επί πολυφάγων λεγομένη, και ιδία γεύεται αλφίτων. Βλέπουσι δ’ ενίοτε αυτόν οι συγγενείς υπό διάφορα σχήματα και καταδιώκονται υπ’ αυτού, εξ ου και ετέρα παροιμία· «Κυνηγάει τη συριά του σαν το βρουκόλακα» επί καταδυναστευόντων οικείους. Και εκ τούτου αναγκάζονται κατά τας πρώτας του θανάτου ημέρας να αγρυπνώσιν εν τη οικία του, όταν διαδοθή, ότι ο νεκρός αυτού «εβρυκολάκιασεν»· ακούουσι δε κρότον ως δέρματος ξηρού συρομένου, οπότε και δεν εμφανίζεται αναμένων ν’ αποκοιμηθώσιν οι αγρυπνούντες. Δια ταύτα λέγεται, ότι εν παλαιοτέρα εποχή και δεισιδαιμονεστέροις χρόνοις και εν χωρίοις προς απαλλαγήν και άνεσιν ανωρύσσετο ο νεκρός, ος ευρίσκετο δέρμα μέλαν, και παρεδίδετο τω πυρί. Εγίνοντο δε και δεήσεις και λειτουργίαι υπέρ αυτού όπως επανέλθη εις του Πλούτωνος βασίλεια, την αιωνίαν αυτού κατοικίαν και απαλλαγώσιν των οχληρών αυτών επισκέψεων. Σήμερον δε δόξα τω Θεώ και χάρις τη ελευθερία και παιδεία, ει μη εξέλιπον αι τοιαύται δεισιδαιμονίαι όλως, ηλαττώθησαν όμως κατά πολύ εξασθενήσασαι και μέλλον ακούονται ως μύθοι τανύν.
[3] Εκ των συγγραμμάτων Ευγενίου του Βουλγάρεως ιστορικόν δοκίμιον περί των διχονοιών των εν ταις εκκλησίαις της Πολωνίας κλπ. Τόμ. Β΄, σελ. 6 των σημειώσ. έκδοσ. παρά Γ. Αινιάνος.
[4] Πολυδ. Η΄, 146.

3 Comments
Comments are closed.